Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Μεταποιημένα οπωροκηπευτικά - Ενίσχυση στην παραγωγή - Ενώσεις παραγωγών - 'Εννοια - Συμμετοχή μη παραγωγών - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 516/77 του Συμβουλίου, άρθρο 3α)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Μεταποιημένα οπωροκηπευτικά - Ενίσχυση στην παραγωγή - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σύμβαση προμηθείας συναφθείσα με ένωση παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 516/77 - Ομάδα αναγνωρισμένη δυνάμει άλλων διατάξεων - Αποκλείεται
(Κανονισμός 516/77 του Συμβουλίου, άρθρο 3α)
Περίληψη
1. Το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, με τον οποίο θεσπίζεται σύστημα ενισχύσεως στην παραγωγή, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια ένωση παραγωγών χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι έχει συσταθεί με πρωτοβουλία των παραγωγών και ότι αποτελείται προεχόντως από παραγωγούς. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν αποκλείουν τη συμμετοχή μη παραγωγών στην ένωση, υπό τον όρο εντούτοις ότι οι εν λόγω μη παραγωγοί δεν διαθέτουν την πλειοψηφία στην ένωση ή άλλες δυνατότητες ελέγχου των υποθέσεών της.
2. Το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια επιχείρηση μεταποιήσεως δεν δικαιούται της ενισχύσεως στην παραγωγή, όταν η εταιρία με την οποία έχει συνάψει σύμβαση προμηθείας νωπών φρούτων δεν συνιστά ένωση παραγωγών αναγνωρισμένη δυνάμει της διατάξεως αυτής. Το ίδιο συμβαίνει οσάκις η επιχείρηση μεταποιήσεως μπόρεσε να κρίνει ότι η εν λόγω εταιρία είχε αναγνωριστεί ως ομάδα παραγωγών δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 77/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Firma Stute Nahrungsmittelwerke GmbH & Co. KG, με έδρα το Paderborn,
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από την Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων περί των οργανώσεων παραγωγών οπωροκηπευτικών και της αναγνωρίσεώς τους,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κυρία υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Stute Nahrungsmittelwerke GmbH & Co. KG, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από την Barbara Festge, δικηγόρο Αμβούργου,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθής της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Michael Bergemann, Regierungsrat στην Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft,
- η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Νίκο Φραγκάκη, νομικό σύμβουλο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις Βρυξέλλες και την 'Ελλη-Μαρκέλλα Μαμούνα, νομικό στο Υπουργείο Εξωτερικών, ειδική νομική υπηρεσία για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Dierk Booss,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Φεβρουαρίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 1ης Μαρτίου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαρτίου 1988, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Stute Nahrungsmittelwerke GmbH & Co. KG, με έδρα το Paderborn (στο εξής: Stute), και της Bundesamt fuer Ernaehrung und Forstwirtschaft, γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως, μετά την άρνηση της τελευταίας να της χορηγήσει την ενίσχυση στην παραγωγή που είχε ζητήσει ενόψει της μεταποιήσεως κερασιών, αγορασθέντων από ομάδα παραγωγών, σε κεράσια διατηρημένα σε σιρόπι. Η άρνηση αυτή οφειλόταν στο ότι αυτή η ομάδα παραγωγών δεν ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον προαναφερθέντα κανονισμό 516/77.
3 Το σύστημα ενισχύσεως στην παραγωγή για τα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1152/78 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 516/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 94). Ο κανονισμός αυτός προσέθεσε στον κανονισμό 516/77 το άρθρο 3α, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα ενισχύσεως βασίζεται σε "συμβάσεις που δεσμεύουν, εντός της Κοινότητος, αφενός, τους παραγωγούς ή τις ενώσεις τους ή αναγνωρισμένες ενώσεις και, αφετέρου, τους μεταποιητές ή τις ενώσεις τους ή ενώσεις νομίμως συγκροτημένες". Το σύστημα ενισχύσεως εφαρμόζεται στα διατηρημένα σε σιρόπι κεράσια δυνάμει του κανονισμού 1639/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 516/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 5).
4 Η σύμβαση από την οποία προκλήθηκε η διαφορά της κύριας δίκης δέσμευε τη Stute έναντι της εταιρίας Rudolf Bargstedt Hamburg Obsterzeugerorganisation GmbH, η οποία της είχε παραδώσει τα κεράσια που προορίζονταν για μεταποίηση σε διατηρημένα σε σιρόπι κεράσια. Κατά την Bundesamt, η εταιρία αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως οργάνωση παραγωγών, δεδομένου ότι την έλεγχε ο Rudolf Bargstedt, έμπορος και χονδρέμπορος ο οποίος, μη παράγοντας οπωροκηπευτικά, δεν μπορούσε να συνεισφέρει από αυτά στην εταιρία πράγματι, ήταν ο κύριος εταίρος της εταιρίας ο οποίος, κατά την εποχή της συνάψεως της συμβάσεως με τη Stute, διέθετε 68 ψήφους επί συνόλου 103 ψήφων που προέβλεπε το καταστατικό της εταιρίας. Κατά τη Stute, η εταιρία Rudolf Bargstedt είχε αναγνωριστεί από τις αρχές του Ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου ως οργάνωση παραγωγών κατά την έννοια των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η αναγνώριση αυτή έγινε δυνάμει του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250).
5 Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η προσφυγή της Stute, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται μια 'αναγνωρισμένη' ένωση παραγωγών, κατά την έννοια των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226), του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 988/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 103 της 16.4.1984, σ. 11) και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986 (ΕΕ L 49 της 27.2.1986, σ. 1);
Πρέπει, ενόψει των ελαχίστων αυτών προϋποθέσεων, η ένωση παραγωγών του άρθρου 3α του κανονισμού 516/77 να οριστεί κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου ή κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1360/78 του Συμβουλίου;
2) Αποτελεί μία από τις ελάχιστες προϋποθέσεις το να μπορούν οι διαθέτοντες την πλειοψηφία παραγωγοί να επηρεάζουν τις αποφάσεις της αναγνωρισμένης ενώσεως, όπως αυτοί θέλουν, και επομένως δεν νοείται περίπτωση κατά την οποία ένα μέλος αυτής της οργανώσεως παραγωγών, το οποίο διαθέτει την πλειοψηφία, δεν είναι παραγωγός ή αρκεί το να έχουν οι παραγωγοί, ως μειοψηφία, δυνατότητες ελέγχου και δικαίωμα αρνησικυρίας;
3) Αποτελεί η τήρηση αυτών των ελαχίστων προϋποθέσεων όρο για τη γένεση της αξιώσεως ενισχύσεως, σε περίπτωση που συντρέχουν όλοι οι υπόλοιποι όροι χορηγήσεως ενισχύσεως, ιδίως αν η αρμόδια αρχή έχει αναγνωρίσει την οργάνωση παραγωγών; Υφίσταται, από την άποψη αυτή, προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά την οργάνωση παραγωγών και τους αγοραστές της;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης καθώς και οι έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Πρέπει εκ προοιμίου να αναφερθεί ότι τα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, αναφέρονται στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ενώσεις παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 516/77 και στα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορεί να προκύψουν από την ανάλυση άλλων κανονισμών του γεωργικού τομέα, ενώ το τρίτο ερώτημα αφορά ένα διαφορετικό ζήτημα, δηλαδή την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκείνου ο οποίος έχει συνάψει συμβάσεις με εταιρία για την οποία μπορούσε να έχει σκεφθεί ότι είχε αναγνωριστεί ως οργάνωση παραγωγών.
Επί του πρώτου και δευτέρου ερωτήματος
8 Παρόλον ότι το πρώτο ερώτημα θέτει, κατά τρόπο γενικό, το ζήτημα ποιες είναι οι "ελάχιστες προϋποθέσεις" τις οποίες οι αναγνωρισμένες ενώσεις παραγωγών πρέπει να συγκεντρώνουν, εντούτοις, από τη Διάταξη περί παραπομπής καθώς και από τη διατύπωση του δευτέρου ερωτήματος προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η παρουσία μη παραγωγών μεταξύ των μελών της ενώσεως εμποδίζει την αναγνώριση αυτής και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν συμβαίνει το αντίθετο οσάκις οι μη παραγωγοί διαθέτουν την πλειοψηφία στην ένωση ή άλλες δυνατότητες ελέγχου των υποθέσεων αυτής.
9 Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77, όπως προστέθηκε στον κανονισμό αυτό με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1152/78, δεν παρέχει καμία διευκρίνιση ως προς τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί μια ένωση παραγωγών ούτε ως προς τη διαδικασία αναγνωρίσεως αυτής της ενώσεως.
10 Μόλις το 1988, η Επιτροπή, καθορίζοντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού του Συμβουλίου που διαδέχθηκε τον κανονισμό 516/77, όρισε την έννοια της ενώσεως παραγωγών για την εφαρμογή και μόνο του συστήματος ενισχύσεως στα μεταποιημένα προϊόντα με βάση την τομάτα. Κατά τον ορισμό αυτό, που απαντάται στο άρθρο 1 του κανονισμού 722/88 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 74, σ. 49), ως ενώσεις παραγωγών νοούνται είτε οι οργανώσεις παραγωγών που έχουν συσταθεί και αναγνωριστεί σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1035/72, που αποτελεί το βασικό κανονισμό στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών, είτε οι ενώσεις που έχουν συσταθεί για τη σύναψη συμβάσεων παραδόσεως νωπής τομάτας και έχουν αναγνωριστεί προς τούτο από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
11 Ο κανονισμός 1035/72 προβλέπει στο άρθρο 13 ότι οι οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών πρέπει να έχουν συσταθεί "με πρωτοβουλία των ιδίων των παραγωγών" και ότι έχουν ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να επιβάλουν στους "παραγωγούς-μέλη" την υποχρέωση πωλήσεως της παραγωγής τους μέσω της οργανώσεως και της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με την ποιότητα που θεσπίζονται από αυτήν.
12 Απ' όλ' αυτά τα ανόμοια κείμενα είναι δυνατό να συναχθεί ότι η βάσει του κανονισμού 516/77 αναγνωρισμένη ένωση παραγωγών πρέπει να αποτελείται κατ' ουσίαν από παραγωγούς και ότι πρέπει να έχει συσταθεί με πρωτοβουλία αυτών. Καμία διάταξη δεν απαγορεύει, αντιθέτως, στην ένωση παραγωγών να δέχεται μεταξύ των μελών της μη παραγωγούς, ιδίως εμπόρους που γνωρίζουν την αγορά και έχουν την ικανότητα να συμβάλουν στην καλύτερη εμπορία των προϊόντων για τα οποία πρόκειται.
13 Αυτή η ερμηνεία είναι σύμφωνη με τους σκοπούς της εν λόγω ρυθμίσεως. Πράγματι, τόσο από τις προαναφερθείσες σχετικές διατάξεις όσο και από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1152/78 προκύπτει ότι οι ενώσεις παραγωγών που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτό έχουν ως σκοπό να διασφαλίζουν την κανονική προμήθεια των βιομηχανιών μεταποιήσεως και την πληρωμή μιας ελαχίστης τιμής από τους μεταποιητές στους παραγωγούς. Στο πλαίσιο των συναπτομένων συμβάσεων με τους μεταποιητές, οι ενώσεις παραγωγών οφείλουν, ιδίως, να οργανώνουν την κλιμάκωση των παραδόσεων στους μεταποιητές κατά τρόπο που να διασφαλίζεται κανονική προμήθεια (βλέπε άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77).
14 Επομένως, από την εξέταση των καθηκόντων τα οποία έχουν ανατεθεί με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις στις ενώσεις παραγωγών, φαίνεται ότι αυτές, παρόλον ότι ασκούν επίσης ορισμένες δραστηριότητες στον εμπορικό τομέα, ιδρύθηκαν καταρχήν προκειμένου να βελτιώσουν την ποιότητα και την κανονικότητα της παραγωγής και να λειτουργήσουν έτσι προς το συμφέρον των παραγωγών-μελών. Από αυτό προκύπτει ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί είναι αυτοί που καλούνται να ασκήσουν τον έλεγχο των ενώσεών τους.
15 Επομένως, στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια ένωση παραγωγών χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι έχει συσταθεί με πρωτοβουλία των παραγωγών και ότι αποτελείται προεχόντως από παραγωγούς. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν αποκλείουν τη συμμετοχή μη παραγωγών στην ένωση, υπό τον όρο εντούτοις ότι οι εν λόγω μη παραγωγοί δεν διαθέτουν την πλειοψηφία στην ένωση ή άλλες δυνατότητες ελέγχου των υποθέσεών της.
Επί του τρίτου ερωτήματος
16 Δεδομένου ότι η χορήγηση της ενισχύσεως στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως οπωροκηπευτικών εξαρτάται από την ύπαρξη συμβάσεων είτε με παραγωγούς οπωροκηπευτικών είτε με "ομάδες ή αναγνωρισμένες ενώσεις", τεκμαίρεται ότι αυτή η ένωση πρέπει να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που τίθενται από την εφαρμοζόμενη κοινοτική ρύθμιση.
17 Το εθνικό δικαστήριο, πάντως, διερωτάται μήπως συμβαίνει άλλως οσάκις μια επιχείρηση μεταποιήσεως έχει συνάψει σύμβαση προμηθείας με εταιρία η οποία, αν και δεν συγκέντρωνε όλες τις τεθείσες προϋποθέσεις, είχε αναγνωριστεί ως ομάδα παραγωγών από άλλη εθνική αρχή πλήν του αρμοδίου οργανισμού παρεμβάσεως. Θέτει ιδίως το ερώτημα αν αυτή η επιχείρηση μεταποιήσεως μπορεί να επικαλεστεί τη γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
18 Η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα είναι αρνητική. Αφενός, μια οικονομική μονάδα, που δεν συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή της ως ενώσεως παραγωγών, δεν μπορεί να αποκτήσει αυτή την ιδιότητα με πράξη εκδοθείσα προς τούτο από αρχή κράτους μέλους. Αφετέρου, κοινοτική ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί μόνον οσάκις συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις. Πράγματι, το δικαίωμα του ευεργετήματος της ενισχύσεως στην παραγωγή, η οποία ορίζεται από τις διατάξεις αυτές και χρηματοδοτείται από τα κοινοτικά ταμεία, δεν μπορεί να εξαρτάται από μονομερή πράξη μιας αρχής κράτους μέλους.
19 Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιχείρηση μεταποιήσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να τύχει ενισχύσεως την οποία δεν δικαιούται δυνάμει των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων.
20 Από αυτό προκύπτει ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια επιχείρηση μεταποιήσεως δεν δικαιούται της ενισχύσεως στην παραγωγή, όταν η εταιρία με την οποία έχει συνάψει σύμβαση προμηθείας νωπών φρούτων δεν συνιστά ένωση παραγωγών αναγνωρισμένη δυνάμει της διατάξεως αυτής. Το ίδιο συμβαίνει οσάκις η επιχείρηση μεταποιήσεως μπόρεσε να κρίνει ότι η εν λόγω εταιρία είχε αναγνωριστεί ως ομάδα παραγωγών δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 1ης Μαρτίου 1988 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3α του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
- μια ένωση παραγωγών χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι έχει συσταθεί με πρωτοβουλία των παραγωγών και ότι αποτελείται προεχόντως από παραγωγούς. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν αποκλείουν τη συμμετοχή μη παραγωγών στην ένωση, υπό τον όρο εντούτοις ότι οι εν λόγω μη παραγωγοί δεν διαθέτουν την πλειοψηφία στην ένωση ή άλλες δυνατότητες ελέγχου των υποθέσεών της
- μια επιχείρηση μεταποιήσεως δεν δικαιούται της ενισχύσεως στην παραγωγή, όταν η εταιρία με την οποία έχει συνάψει σύμβαση προμήθειας νωπών φρούτων δεν συνιστά ένωση παραγωγών αναγνωρισμένη δυνάμει της διατάξεως αυτής. Το ίδιο συμβαίνει οσάκις η επιχείρηση μεταποιήσεως μπόρεσε να κρίνει ότι η εν λόγω εταιρία είχε αναγνωριστεί ως ομάδα παραγωγών δυνάμει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Full & Egal Universal Law Academy