Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Δικαίωμα προσφυγής - Πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου, εκτός του τοπικού υπαλλήλου
2. Υπάλληλοι - Η ιδιότητα του υπαλλήλου - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποκτήσεώς της
3. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Ελευθερία εκφράσεως - Υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες που επιβάλλεται στους υπαλλήλους
Περίληψη
1. 'Οχι μόνο τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου, εκτός του τοπικού υπαλλήλου, των Κοινοτήτων, αλλά και τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή, μπορούν να προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική γι' αυτά πράξη.
2. Η ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων δεν μπορεί να αναγνωριστεί στο προσωπικό διεθνούς ενώσεως, διεπόμενης από το δίκαιο κράτους μέλους, που δεν μπορεί, όποιες και αν είναι οι σχέσεις που διατηρεί με την Επιτροπή, να εξομοιωθεί προς διοικητική μονάδα της τελευταίας.
3. Η υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες, όπως αυτή επιβάλλεται στους μονίμους υπαλλήλους από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την ελευθερία εκφράσεως, αποτελούσας θεμελιώδες δικαίωμα του οποίου το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει τον σεβασμό στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-100/88
Augustin Oyowe και Amadou Traore, μέλη του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργασίας, διεθνούς ενώσεως μη κερδοσκοπικού σκοπού και συσταθείσας κατά το βελγικό δίκαιο, εκπροσωπούμενοι από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Tony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Claude Verbraeken, δικηγόρο Βρυξελλών με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner Kirchberg,
καθής,
στην οποία ζητείται από το Δικαστήριο:
- να αποφανθεί ότι οι προσφεύγοντες είναι μέλη του προσωπικού της καθής κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γ), του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΛΠ) μαζί με όλες τις εκ του νόμου απορρέουσες συνέπειες
- να υποχρεώσει την καθής να τους διορίσει μονίμους υπαλλήλους ή, τουλάχιστον, να κινήσει ως προς αυτούς τη διαδικασία διορισμού τους ως μονίμων υπαλλήλων
- επικουρικώς, να υποχρεώσει την καθής να τους εγγυηθεί ότι θα λαμβάνουν ολόκληρη τη σύνταξή τους, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία θα διαμένουν στο μέλλον
- να ακυρώσει την απορριπτική της ενστάσεώς τους απόφαση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος,
G. F. Mancini και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Οκτωβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Μαρτίου 1988, ο Augustin Oyowe, υπήκοος Νιγηρίας, και ο Amadou Traore, μαλιανής και γαλλικής ιθαγενείας, μέλη του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργασίας (στο εξής: ΕΕΣ), ασκούντες αμφότεροι καθήκοντα συντάκτη της τριμηνιαίας Επιθεώρησης Le Courrier-Afrique-Caraibes-Pacifique-Communaute europeenne (στο εξής: Courrier), άσκησαν προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστούν ως μέλη του προσωπικού της Επιτροπής, να υποχρεωθεί η τελευταία να τους διορίσει μονίμους υπαλλήλους ή να κινήσει ως προς αυτούς τη διαδικασία διορισμού τους ως μονίμων υπαλλήλων και, επικουρικώς, να υποχρεωθεί να τους εγγυηθεί ότι θα λαμβάνουν ολόκληρη τη σύνταξή τους, ανεξαρτήτως της χώρας κατοικίας τους.
2 Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι καλούνται υπάλληλοι συνεργασίας (στο εξής: υπάλληλοι ΥΣ), συνδέονται με συμβάσεις εργασίας τύπου ΥΣ προς την ΕΕΣ, διεθνή ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού, που έχει συσταθεί κατά το βελγικό δίκαιο για τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και των αναπτυσσόμενων χωρών. Στην ΕΕΣ υπηρετούν τρεις κατηγορίες υπαλλήλων: οι υπάλληλοι της έδρας, το υπερπόντιο προσωπικό και το προσωπικό που έχει προσληφθεί από την ΕΕΣ με ειδική σύμβαση (στο εξής: υπάλληλοι ΕΣ) και είναι αποσπασμένο στην Επιτροπή.
3 Πρέπει να τονιστεί ότι η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων ΕΣ και υπαλλήλων ΥΣ είναι δημοσιονομικής φύσεως, δεδομένου οτι οι πρώτοι αμείβονται από την ΕΕΣ, από τους γενικούς της πόρους, ενώ η αμοιβή των δεύτερων χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως, σε σχέση με την εκτέλεση ειδικού προγράμματος.
4 Δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες, ως υπάλληλοι ΥΣ συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας προς μία ένωση του βελγικού ιδιωτικού δικαίου, υπόκεινται στη βελγική συνταξιοδοτική νομοθεσία και, δυνάμει αυτής, η σύνταξη παύει να τους καταβάλλεται αν εγκαταλείψουν το εθνικό έδαφος. Στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να ζητήσουν την επιστροφή των καταβληθεισών συνταξιοδοτικών εισφορών.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
6 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση προσφυγής, εφόσον οι προσφεύγοντες δεν έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων.
7 Σχετικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει (βλέπε κυρίως τις αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, Alexis, 286/83, και Jaeger, 161/86, Συλλογή 1989, σ. 2467), όχι μόνο τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου εκτός του τοπικού υπαλλήλου των Κοινοτήτων, αλλά και τα πρόσωπα που διεκδικούν την ιδιότητα αυτή, μπορούν να προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική γι' αυτά πράξη.
8
Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
9 Καταρχάς οι προσφεύγοντες προβάλλουν την παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της επιεικείας και της ισότητας. Υποστηρίζουν ότι η ΕΕΣ δεν είναι παρά ο φαινομενικός τους εργοδότης, ενώ πραγματικός τους εργοδότης είναι η Επιτροπή, και ισχυρίζονται ότι είναι τα μόνα μέλη του προσωπικού της ΕΕΣ που δεν έχουν διοριστεί μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής. Επικουρικώς, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι η τελευταία φέρει ευθύνη απέναντί τους κατά το μέτρο που η σύνταξη που δικαιούνται τους καταβάλλεται μόνον αν δεν έχουν εγκαταλείψει το βελγικό έδαφος.
10 Προς στήριξη της πρώτης αιτιάσεως, οι προσφεύγοντες επικαλούνται τις σχέσεις που η ΕΕΣ διατηρεί με την Επιτροπή και, κυρίως, το γεγονός ότι εκδότης του Courrier είναι ένας από τους γενικούς διευθυντές της καθής, ότι ο Courrier περιλαμβάνεται στο οργανόγραμμα της Γενικής Διευθύνσεως VΙΙΙ της Επιτροπής, ότι στις συμβάσεις εργασίας των προσφευγόντων περιέχονται ρήτρες σύμφωνα με τις οποίες τα εν λόγω πρόσωπα τίθενται στη διάθεση της καθής και, τέλος, ότι η Επιτροπή διαθέτει την εξουσία διευθύνσεως και κατευθύνσεως του Courrier.
11 Εν προκειμένω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι από την κατάσταση των προσφευγόντων, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του Courrier, δεν προκύπτει κανένα νέο στοιχείο όσον αφορά τη νομική φύση της ΕΕΣ η οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε, εσχάτως, τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989), αποτελεί διεθνή ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού, διεπόμενη από το βελγικό δίκαιο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διοικητική μονάδα της Επιτροπής. Εξ αυτού έπεται ότι εργοδότης των προσφευγόντων είναι η ΕΕΣ και όχι η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
12 Επιπλέον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υφίσταται διάκριση μεταξύ αυτών και των λοιπών μελών του προσωπικού της ΕΕΣ που έχουν όλα διοριστεί από την Επιτροπή ως μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
13 Η Επιτροπή φρονεί ότι η μη μονιμοποίηση των προσφευγόντων δικαιολογείται αντικειμενικώς λόγω του ασυμβιβάστου της ιδιότητας του κοινοτικού υπαλλήλου με την έκφραση των απόψεων των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: κράτη ΑΚΕ) την οποία έχουν αναλάβει οι προσφεύγοντες στο πλαίσιο του μικτού επιτελείου συντάξεως του Courrier. Από τα αίτια της προσλήψεως των προσφευγόντων δεικνύεται και ο ιδιαίτερος ρόλος που τους έχει ανατεθεί. Η υποχρέωση πίστεως στην Κοινότητα που επιβάλλεται σε κάθε μόνιμο υπάλληλό της από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως) είναι ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα που οι Oyowe και Traore καλούνται να ασκήσουν στο πλαίσιο της σύνταξης του Courrier.
14 Σχετικά, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι το επιτελείο συντάξεως του Courrier αποτελείται εν μέρει από μονίμους υπαλλήλους των Κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, ένα δημοσιογράφο ευρωπαϊκής καταγωγής, πρώην υπάλληλο ΕΣ που μονιμοποιήθηκε το 1981. Κατά την Επιτροπή, οι συμβάσεις που διέπουν τις σχέσεις εργασίας μεταξύ της ΕΕΣ και των υπαλλήλων ΕΣ ή ΥΣ είναι περίπου όμοιες και τα σχετικά καθήκοντα δεν παρουσιάζουν μεταξύ ομοιοβάθμων υπαλλήλων καμιά αισθητή διαφορά, δοθέντος ότι η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών τύπων υπαλλήλων είναι κατ' ουσίαν δημοσιονομικής φύσεως. Εξ αυτού έπεται ότι η κατάσταση των προσφευγόντων, όπως προκύπτει από τη σύμβασή τους εργασίας ως υπαλλήλων ΥΣ με την ΕΕΣ, ουδόλως διαφέρει αυτής των συναδέλφων τους που είναι υπάλληλοι ΕΣ.
15 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αν οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας της επιτροπής των πρεσβευτών των κρατών ΑΚΕ, εξίσου αληθές είναι ότι δυνάμει των κανόνων δεοντολογίας που θεσπίστηκαν στις 3 Οκτωβρίου 1978 από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως του Courrier και εφαρμόζονται εφ' όλων των μελών του συντακτικού επιτελείου του Courrier, οι συντάκτες του Courrier, ανεξαρτήτως της χώρας καταγωγής τους, δεν προασπίζουν ούτε τις απόψεις και τα συμφέροντα των χωρών ΑΚΕ ούτε τις απόψεις και τα συμφέροντα των κρατών μελών, αλλά υπηρετούν όλοι μια κοινή ιδέα, τη συνεργασία μεταξύ των χωρών ΑΚΕ και της Κοινότητας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι συντάκτες του Courrier, είτε είναι μόνιμοι υπάλληλοι της Κοινότητας είτε μέλη του προσωπικού της ΕΕΣ και κατάγονται από χώρες ΑΚΕ, υπόκεινται στην ίδια δεοντολογία και ότι οι προσφεύγοντες απλώς εκφράζουν, στο πλαίσιο της συντάξεως του Courrier, τις συγκεκριμένες απόψεις των χωρών προελεύσεώς τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους συναδέλφους τους ευρωπαίους μονίμους υπαλλήλους, ανάλογα με το κράτος μέλος προελεύσεώς τους. Η εκπροσώπηση, στο πλαίσιο του μικτού επιτελείου συντάξεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, των απόψεων των χωρών ΑΚΕ ή ενός κράτους μέλους δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου και δεν θεμελιώνει την αρνητική απάντηση της Επιτροπής στην αίτηση περί μονιμοποιήσεως προσφευγόντων.
16 Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση πίστεως στις Κοινότητες, όπως αυτή επιβάλλεται στους μονίμους υπαλλήλους από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την ελευθερία εκφράσεως, αποτελούσας θεμελιώδες δικαίωμα του οποίου το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει το σεβασμό στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου και ιδιαίτερα σημαντικό, εφόσον πρόκειται, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, για δημοσιογράφους των οποίων πρώτιστο καθήκον είναι να εκφράζονται εντελώς αδέσμευτα σε σχέση με τις απόψεις τόσο των χωρών ΑΚΕ όσο και των Κοινοτήτων.
17 Ενόψει όλων αυτών των σκέψεων, πρέπει να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει αντικειμενικώς την άρνησή της να ικανοποιήσει το αίτημα μονιμοποιήσεως των προσφευγόντων προβάλλοντας είτε την ιδιαίτερη κατάσταση των τελευταίων λόγω της φύσεως της συμβάσεώς τους εργασίας με την ΕΕΣ είτε το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες εκπροσωπούν τις απόψεις των χωρών ΑΚΕ στο πλαίσιο του συντακτικού επιτελείου του Courrier.
18 Ως εκ τούτου, η σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως των προσφευγόντων πρέπει να ακυρωθεί.
19 Επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει τη διοίκηση να μονιμοποιήσει τους προσφεύγοντες (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff, 224/87, Συλλογή 1989, σ. 99). Επομένως, τα σχετικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν. Πρέπει ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της παρούσας απόφασης.
20 Ενόψει των προηγούμενων σκέψεων, το επικουρικό αίτημα κατέστη άνευ αντικειμένου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επι των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, ο ηττηθεις διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την από 4 Νοεμβρίου 1987 σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της ενστάσεως των προσφευγόντων.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy