Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Βλαπτική απόφαση - Υποχρέωση αιτιολογήσεως - Αντικείμενο
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, παράγραφος 2)
2. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων - Προϋπόθεση κατοχής πανεπιστημιακών διπλωμάτων - Εννοια του πανεπιστημιακού διπλώματος - Εκτίμηση υπό το πρίσμα της νομοθεσίας του κράτους όπου πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές
3. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων - Προϋπόθεση κατοχής πανεπιστημιακών διπλωμάτων - Μη πληρωθείσα προϋπόθεση - Υπαλληλική σχέση επί συμβάσει με καθήκοντα που αντιστοιχούν σε εκπαίδευση αντιστοίχου επιπέδου - Ανευ επιρροής
4. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Προϋποθέσεις συμμετοχής - Προϋποθέσεις αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την κατάταξη των θέσεων - Επιτρέπονται
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 και 29? παράρτημα ΙΙΙ)
Περίληψη
1. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως έχει σκοπό, αφενός, να καθιστά δυνατό στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας μιας αποφάσεως και, αφετέρου, να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα απαραίτητα στοιχεία για να πληροφορηθεί αν η απόφαση είναι ή όχι επαρκώς αιτιολογημένη.
2. Ελλείψει κάθε αντίθετης διάταξης είτε σε κανονισμό είτε σε οδηγία εφαρμοζόμενη στους διαγωνισμούς προσλήψεων των κοινοτικών οργάνων είτε στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η προϋπόθεση περί κατοχής πανεπιστημιακού διπλώματος έχει κατ' ανάγκη την έννοια που δίνει στον όρο αυτό η ίδια η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ο υποψήφιος περάτωσε τις σπουδές που επικαλείται.
3. Η εκτίμηση του πανεπιστημιακού χαρακτήρα ορισμένων σπουδών ή ενός τίτλου είναι εκτίμηση ad hoc στην οποία προβαίνει κάθε εξεταστική επιτροπή για να δεχθεί τη συμμετοχή κάποιου στο διαγωνισμό ή η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την πρόσληψη υπαλλήλου επί συμβάσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων και των όρων κάθε διαγωνισμού ή κάθε υπό κρίση θέσεως. Επομένως, ένας υποψήφιος διαγωνισμού δεν μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο ακυρώσεως του αποκλεισμού του από το διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι δεν κατέχει δίπλωμα που αποδεικνύει σπουδές του επιπέδου που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού, το γεγονός ότι ασκούσε σε κοινοτικό όργανο και ως υπάλληλος επί συμβάσει καθήκοντα δυνάμενα να θεωρηθούν ότι αντιστοιχούν σε εκπαίδευση ισοδυνάμου επιπέδου.
4. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν σκοπό να προσδιορίζουν γενικά, ανάλογα με τη φύση των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν οι θέσεις, το κατώτατο επίπεδο των υπαλλήλων στους διαφόρους βαθμούς και δεν αφορούν τις προϋποθέσεις προσλήψεως που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 29 και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τίποτα δεν εμποδίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού για ορισμένες θέσεις ή ορισμένες κατηγορίες θέσεων να καθορίζει αυστηρότερες προϋποθέσεις από εκείνες που αντιστοιχούν στις ελάχιστες προϋποθέσεις που απορρέουν από την κατάταξη των θέσεων είτε πρόκειται για πρόσληψη σε συγκεκριμένη κενή θέση είτε για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων σε θέσεις ορισμένης κατηγορίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 108/88,
Juan Jaenicke Cendoya, εκπροσωπούμενος από τον Rafael Allendesalazar Corcho, δικηγόρο Μαδρίτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Αloyse May, 31, Grand Rue,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Ricardo Gosalbo Bono και Daniel Calleja Crespo, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο ακύρωση της αποφάσεως που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 25 Ιανουαρίου 1988, από τον προϊστάμενο του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής και με την οποία η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CΟΜ/Α/584 αρνήθηκε να αναγνωρίσει ένα από τα διπλώματά του ως ισότιμο με πανεπιστημιακό τίτλο και, εξ αυτού του λόγου, να δεχθεί τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό αυτό,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Μoitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Τesauro
γραμματέας: Η. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Απριλίου 1988, ο Juan Jaenicke Cendoya άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Δικαστήριο:
- αφενός, να αναγνωρίσει ότι οι τίτλοι που υπέβαλε προς στήριξη της αιτήσεως υποψηφιότητάς του καθώς και η επαγγελματική πείρα που προκύπτει από την αίτηση αυτή πληρούν τους όρους που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού CΟΜ/Α/584?
- αφετέρου, να ακυρώσει την απόφαση που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 25 Ιανουαρίου 1988 από το διευθυντή προσωπικού της Επιτροπής και με την οποία η εξεταστική επιτροπή του προαναφερθέντος διαγωνισμού δεν αναγνώρισε ένα από τα διπλώματά του ως ισότιμο με πανεπιστημιακό τίτλο, αποκλείοντας έτσι τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό αυτό?
- τέλος, να ακυρώσει κάθε μεταγενέστερη πράξη που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του επίδικου διαγωνισμού και να υποχρεώσει την Επιτροπή να προκηρύξει νέο διαγωνισμό.
2 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διοργάνωσε, με προκήρυξη που δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 1η Ιουλίου 1987 (ΕΕ C 173, σ. 14), γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων κυρίων υπαλλήλων διοικήσεως ισπανικής ιθαγενείας για τη σταδιοδρομία στους βαθμούς 5 και 4 της κατηγορίας Α. Η προκήρυξη του διαγωνισμού όριζε στην παράγραφο ΙΙΙ Β 2:
"Κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται για την υποβολή των υποψηφιοτήτων, οι υποψήφιοι πρέπει:
"α) να αποδείξουν ότι έχουν ολοκληρώσει δεύτερο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών έχοντας λάβει πτυχίο. Η εξεταστική επιτροπή θα λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες των εκπαιδευτικών συστημάτων που έχουν παρακολουθήσει οι υποψήφιοι?
β) να έχουν τουλάχιστον μεταπτυχιακή επαγγελματική πείρα δώδεκα τουλάχιστον ετών, από τα οποία τα έξι σε τομέα σχετικό με τη θέση για την οποία υποβάλλεται η υποψηφιότητα και η οποία περιλαμβάνει τις αρμοδιότητες που προσδιορίζονται στο παράρτημα".
3 Μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού ο προσφεύγων υπέβαλε την υποψηφιότητά του. Με επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 1987 η Επιτροπή γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα ότι για να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό έπρεπε πριν τις 20 Νοεμβρίου να στείλει πιστοποιητικό αναγνωρίσεως της ισοτιμίας του τίτλου του πτυχιούχου οικονομικών επιστημών και διοικήσεως επιχειρήσεων που απένειμε το Ιnstituto Catolico de Administracion y Dirreccion de Empresas (εφεξής: ΙCΑDΕ).
4 Με τηλεγράφημα της 19ης Δεκεμβρίου 1987, η Επιτροπή πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι, κατόπιν της ενστάσεώς του, η εξεταστική επιτροπή επανεξέτασε την υποψηφιότητά του και αποφάσισε να τον δεχθεί στις εξετάσεις υπό τον όρον ότι, κατά την ημέρα της συνεντεύξεως, θα εμφανίσει το έγγραφο αναγνωρίσεως της ισοτιμίας του διπλώματός του που του ζητήθηκε με το προαναφερθέν έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου.
5 Στις 12 Ιανουαρίου 1988, ημερομηνία της συνεντεύξεως, ο προσφεύγων περιορίστηκε να παρουσιάσει στην εξεταστική επιτροπή βεβαίωση του "Letrado del Estado", προϊσταμένου του Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών, που βεβαίωνε ότι, κατόπιν αιτήσεως της Secretaria de Estado de Universidades e Ιnvestigacion (Direccion General de Ensenenza Superior), η υπηρεσία αυτή ετοίμαζε μία γνωμοδότηση σχετικά με την ισοτιμία μεταξύ των διπλωμάτων που χορηγούνται από το Universidad Pontificia de Comillas (Καθολικό Πανεπιστήμιο του Comillas), στο οποίο υπάγεται το ΙCΑDΕ, και των επισήμων διπλωμάτων. Η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε τότε να μην προχωρήσει στη συνέντευξη.
6 Με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 1988, ο προϊστάμενος του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να τον αποκλείσει από το διαγωνισμό, επειδή δεν προσκόμισε, κατά την ημέρα της συνεντεύξεως, το πιστοποιητικό αναγνωρίσεως της ισοτιμίας που είχε ζητηθεί.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του νομικού μέρους
8 Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί, υπό το πρίσμα των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού, ως προς το κύρος των πανεπιστημιακών τίτλων και της επαγγελματικής πείρας που παρουσίασε με το φάκελο της υποψηφιότητάς του. Τα αιτήματα αυτά αποβλέπουν στην πραγματικότητα στο να δεχθεί το Δικαστήριο ως βασίμους ορισμένους από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως.
9 Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως από την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 (Gustav Wonnerth κατά Επιτροπής, 12/69, Rec. 1969, σ. 577, σκέψη 6), τέτοια αιτήματα είναι απαράδεκτα.
Επί του αιτήματος περί ακυρώσεως της απορρίψεως της υποψηφιότητας
Επί του λόγου ακυρώσεως που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης απόφασης
10 Πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως έχει σκοπό, αφενός, να καθιστά δυνατό στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας μιας αποφάσεως και, αφετέρου, να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τα απαραίτητα στοιχεία για να πληροφορηθεί αν η απόφαση είναι ή όχι επαρκώς αιτιολογημένη (απόφαση της 9ης Ιουνίου 1983, Verzyck κατά Επιτροπής, 225/82, Συλλογή 1983, σ. 1991).
11 Στην παρούσα υπόθεση, η επίδικη απόφαση έχει αιτιολογηθεί ως εξής:
"Ο Jaenicke Cendoya, Juan, κλήθηκε σε συνέντευξη από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CΟΜ/Α/584, στις 12 Ιανουαρίου 1988, και ώρα 18.00, υπό τον όρον ότι θα προσκόμιζε στην εξεταστική επιτροπή αυτή την καθορισθείσα ημέρα και σύμφωνα με ό,τι ζητήθηκε με το τηλετύπημα με το οποίο κλήθηκε, αναγνώριση της ισοτιμίας του διπλώματός του του ΙCΑDΕ, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι το δίπλωμα αυτό αντιστοιχεί σε επίσημες σπουδές.
Κατά την ημέρα της εμφανίσεώς του, ο υποψήφιος δεν μπόρεσε να προσκομίσει την αιτηθείσα αναγνώριση της ισοτιμίας, οπότε το δίπλωμά του στερείται επίσημης αναγνώρισης? για το λόγο αυτό η εξεταστική επιτροπή δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε συνέντευξη με τον υποψήφιο".
12 Επομένως, προκύπτει σαφώς από την απόφαση ότι η μη αναγνώριση της ισοτιμίας του διπλώματος του ΙCΑDΕ αποτελεί το λόγο αποκλεισμού από το διαγωνισμό, οπότε ο προαναφερθείς λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
Επί του λόγου ακυρώσεως ότι τα δικαιολογητικά για τις σπουδές του προσφεύγοντος στο ΙCΑDΕ πληρούν τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού
13 Ο Jaenicke Cendoya υποστηρίζει ότι, ενόψει των όρων του διαγωνισμού, της διάρκειας των σπουδών (πέντε έτη) και του περιεχομένου του προγράμματος που είναι σε όλα τα σημεία ισοδύναμο με το πρόγραμμα κρατικού πανεπιστημίου, η εκπαίδευση στο ΙCΑDΕ πρέπει να θεωρηθεί ως ανωτάτη εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα δευτέρου κύκλου σπουδών. Εξάλλου, το βασιλικό διάταγμα 1610/79 της 4ης Απριλίου 1979 (ΒΟΕ 157 της 2.7.1979), χωρίς να προβλέπει κάποια παρέκκλιση όσον αφορά τους τίτλους που αποκτήθηκαν πριν από τη δημοσίευσή του, αναγνώρισε στα διπλώματα που χορηγούνται από το πανεπιστήμιο του Comillas τα ίδια αποτελέσματα με τα διπλώματα που χορηγούνται από τα κρατικά πανεπιστήμια. Τέτοια εξομοίωση εξάλλου είναι σύμφωνη με τον κοινοτικό ορισμό της εκπαιδεύσεως όπως προκύπτει από την απόφαση 87/327 της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Εrasmus) (ΕΕ L 166, σ. 20) και της οδηγίας 89/48 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά μ' ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΕΕ L 19, σ. 16). Επομένως η εξεταστική επιτροπή, επιβάλλοντας την αναγνώριση του διπλώματος του ΙCΑDΕ επέβαλε πρόσθετη προϋπόθεση σε σχέση με τις διατάξεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
14 Ελλείψει κάθε αντίθετης διάταξης είτε σε κανονισμό είτε σε οδηγία εφαρμοζόμενη στους διαγωνισμούς προσλήψεων των κοινοτικών οργάνων είτε στην προκήρυξη του διαγωνισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση περί κατοχής πανεπιστημιακού διπλώματος έχει κατ' ανάγκη την έννοια που δίνει στον όρο αυτό η ίδια η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ο υποψήφιος περάτωσε τις σπουδές που επικαλείται.
15 Κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προαναφερόμενη οδηγία 89/48 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, δεν είχε ακόμη εκδοθεί και οι διατάξεις της δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να εφαρμοστούν. Εξάλλου, οι διατάξεις της αποφάσεως 87/327 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του προαναφερομένου προγράμματος Εrasmus, έχουν ως κύριο αντικείμενο τη διευκόλυνση της κινητικότητας των σπουδαστών εντός της Κοινότητας και δεν διέπουν τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε διαγωνισμούς που γίνονται με σκοπό την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
16 Οσον αφορά την προκήρυξη του διαγωνισμού δεν περιείχε καμία διάταξη που να μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον ορισμό του πανεπιστημιακού διπλώματος κατά την έννοια της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι σπουδές, δηλαδή, εν προκειμένω, της ισπανικής νομοθεσίας. Αντίθετα, το ότι η προκήρυξη αναφέρει ότι η εξεταστική επιτροπή θα λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των σπουδών που έκανε ο υποψήφιος πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή αναφορά στον ορισμό αυτό.
17 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το να γίνει δεκτός ο υποψήφιος στο διαγωνισμό εξηρτάτο, στην παρούσα περίπτωση, από την προσκόμιση διπλώματος δευτέρου κύκλου σπουδών που δεν ήταν απλώς πανεπιστημιακός τίτλος, αλλά τίτλος στον οποίο η ισπανική νομοθεσία αναγνωρίζει πλήρη αποτελέσματα αστικής φύσεως.
18 Οπως προκύπτει από το συνδυασμό των πιστοποιητικών του ισπανικού Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών (πιστοποιητικό της 9ης Φεβρουαρίου 1988) και του ΙCΑDΕ (πιστοποιητικό της 9ης Απριλίου 1989), οι σπουδές στο ίδρυμα αυτό στερούνταν αποτελεσμάτων αστικής φύσεως μέχρι την έκδοση του βασιλικού διατάγματος 1610/79 της 4ης Απριλίου 1979 (που προαναφέρθηκε). Το διάταγμα αυτό αναγνώρισε στις σπουδές αυτές "τα ίδια αποτελέσματα με τις σπουδές στα δημόσια ιδρύματα, επειδή οι σπουδές αυτές υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου 6 της συμβάσεως μεταξύ Αγίας Εδρας και ισπανικού κράτους". Το άρθρο 6 ωστόσο της συμβάσεως της 5ης Απριλίου 1962, στο οποίο παραπέμπει το διάταγμα, δεν προβλέπει αυτοδίκαιη αναγνώριση των αστικής φύσεως αποτελεσμάτων αλλά εξαρτά την αναγνώριση αυτή από την επιτυχία του σπουδαστή στο σύνολο θεωρητικής και πρακτικής δοκιμασίας που διοργανώνεται υπό τον έλεγχο του εθνικού Υπουργείου Παιδείας. Η προϋπόθεση αυτή δεν καταργήθηκε μεταγενέστερα με κάποια προσθήκη στη σύμβαση μεταξύ Αγίας Εδρας και ισπανικού κράτους ή από κάποιο νομοθετικό ή κανονιστικό κείμενο.
19 Ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου την επιτυχία του στη δοκιμασία αυτή.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα δικαιολογητικά που προσκομίστηκαν στην Επιτροπή αποδείκνυαν ότι ο προσφεύγων κατείχε δίπλωμα του ΙCΑDΕ, ο εν λόγω τίτλος, εφόσον η ισπανική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει εν προκειμένω αστικής φύσεως αποτελέσματα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί από την εξεταστική επιτροπή ως δίπλωμα που πιστοποιεί δεύτερο κύκλο σπουδών κατά την έννοια της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως ότι η ισχύς του τίτλου του ΙCΑDΕ είχε γίνει ήδη δεκτή από την Επιτροπή
21 Η εκτίμηση του πανεπιστημιακού χαρακτήρα ορισμένων σπουδών ή ενός τίτλου είναι εκτίμηση ad hoc στην οποία προβαίνει κάθε εξεταστική επιτροπή ή η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων και των όρων κάθε διαγωνισμού ή κάθε υπαλληλικής θέσεως επί συμβάσει. Ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι εργάστηκε για την Επιτροπή ως έκτακτος υπάλληλος επιφορτισμένος με θέματα μελετών, στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Μαδρίτης, ως λόγο ακυρώσεως του αποκλεισμού του από τον επίδικο διαγωνισμό, ακόμη και αν τα καθήκοντα αυτά αντιστοιχούσαν σε επιμόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου.
Επί του λόγου ακυρώσεως ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη και τους άλλους πανεπιστημιακούς τίτλους του προσφεύγοντος, καθώς και τη μεταγενέστερη επαγγελματική του πείρα εφαρμόζοντας την προκήρυξη του διαγωνισμού ερμηνευόμενη υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων περί προσδιορισμού της κατηγορίας Α
22 Η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε από τους υποψηφίους να αποδείξουν τόσο την κατοχή διπλώματος δευτέρου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών όσο και μετέπειτα επαγγελματική πείρα.
23 Πρώτον, πρέπει, καταρχάς, να υπογραμμιστεί ότι τα αποδεικνύοντα πανεπιστημιακές σπουδές διπλώματα που προσκόμισε ο προσφεύγων για να στηρίξει την υποψηφιότητά του δεν μπορούν να εξομοιωθούν με διπλώματα δευτέρου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών που απαιτούσε η προκήρυξη αυτή.
24 Δεύτερον, ναι μεν, κατά τον προσφεύγοντα, οι όροι της προκήρυξης αυτής ήταν πιο αυστηροί από του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που επιβάλλει για την κατηγορία Α "γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου ή επαγγελματική πείρα ισοδυνάμου επιπέδου", από πάγια όμως νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν σκοπό να προσδιορίζουν, γενικά, το κατώτατο επίπεδο ενός υπαλλήλου του εν λόγω βαθμού ανάλογα με τα καθήκοντα στα οποία αντιστοιχούν οι θέσεις και δεν αφορούν τις προϋποθέσεις προσλήψεως. Οι προϋποθέσεις αυτές διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 29 και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και τίποτα δεν εμποδίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού για ορισμένες θέσεις ή ορισμένες κατηγορίες θέσεων να καθορίζει αυστηρότερες προϋποθέσεις από εκείνες που αντιστοιχούν στις ελάχιστες προϋποθέσεις που απορρέουν από την κατάταξη των θέσεων είτε πρόκειται για πρόσληψη σε συγκεκριμένη κενή θέση είτε για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων σε θέσεις ορισμένης κατηγορίας (απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, Οrlandi κατά Επιτροπής, 117/78, Rec. 1979, σ. 1613? απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1979, John Szemerey κατά Επιτροπής, 178/78, Rec. 1979, σ. 2855).
25 Στην παρούσα υπόθεση, ο Jaenicke Cendoya δεν πληρούσε την πρώτη προϋπόθεση της κατοχής πανεπιστημιακού διπλώματος δευτέρου κύκλου. Για το λόγο αυτό και μόνο η εξεταστική επιτροπή μπορούσε βασίμως να τον αποκλείσει από το διαγωνισμό, χωρίς να λάβει υπόψη της τους άλλους τίτλους και διπλώματα και τη μετέπειτα επαγγελματική του πείρα.
26 Επειδή κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που επικαλέστηκε προς στήριξη των προαναφερθέντων αιτημάτων του δεν έγινε δεκτός, τα εν λόγω αιτήματα πρέπει να απορριφθούν.
Επί του αιτήματος περί ακυρώσεως, εν όλω ή εν μέρει, των μετά την προσβαλλόμενη απόφαση πράξεων με σκοπό το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να προκηρύξει νέο διαγωνισμό
27 Δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι λόγοι ακυρώσεως του προσφεύγοντος σχετικά με την απόφαση περί αποκλεισμού του από το διαγωνισμό είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι , ο προσφεύγων δεν έχει έννομο συμφέρον προς ακύρωση των μεταγενεστέρων πράξεων και, ιδίως, των διορισμών που έγιναν με βάση το διαγωνισμό από τον οποίο ανεφύη η παρούσα διαφορά. Εξίσου απαράδεκτα είναι τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να υποχρεώσει ένα κοινοτικό όργανο στην προκήρυξη νέου διαγωνισμού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα? επειδή ο προσφεύγων ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70, ωστόσο, του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων που εμπίπτουν στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy