ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-117/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, επιχείρηση εμπορίας υφασμάτων, εισήγαγε, κατά το διάστημα μεταξύ Μαρτίου 1980 και Μαρτίου 1981, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υφάσματα από τις Κάτω Χώρες χωρίς να καταβάλει δασμούς. Επειδή η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να προσκομίσει έγγραφα αποστολής από τα οποία να προκύπτει ότι επρόκειτο για εμπορεύματα καταγόμενα από την Κοινότητα ή για εμπορεύματα καταγόμενα από τρίτες χώρες, ευρισκόμενα όμως σε ελεύθερη κυκλοφορία· εντός της Κοινότητας, οι γερμανικές αρχές της ζήτησαν να καταβάλει, ως συνοφειλέτρια ( « weitere Zollschuldnerin » ), εισαγωγικούς δασμούς ύψους 29890,90 γερμανικών μάρκων (DM).
2.
Πράγματι, οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να δεχθούν ως έγκυρες αποδείξεις τις δηλώσεις και τα έγγραφα που υπέβαλε η προσφεύγουσα, με τις οποίες ο ολλανδός προμηθευτής πιστοποιούσε ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από την Κοινότητα εντός της οποίας ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία· γερμανικές αρχές έκριναν ότι, κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3), το στοιχείο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μόνο με έγγραφο διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L που να αφορά τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.:
3.
Καίτοι το Finanzegericht Düsseldorf, όπως και η προσφεύγουσα, φρονεί ότι πρέπει να επιτραπούν και άλλα αποδεικτικά μέσα, πέραν των προαναφερθέντων εγγράφων, ώστε να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι γερμανικές αρχές, στηριζόμενες στο γράμμα του κανονισμού 222/77 του δημιούργησαν ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ορθότητα αυτής της απόψεως. Για το λόγο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας έχει μήπως την έννοια οτι τα εμπορεύματα δεν μπορούν να θεωρούνται ως καταγόμενα από κράτος μέλος και, κατά συνέπεια, να απαλλάσσονται από τους δασμούς, παρά μόνο όταν αυτό προκύπτει από έγγραφο διαμετακομίσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, και του άρθρου 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77; »
4.
Η Διάταξη του Finanzgericht Düsseldorf πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Απριλίου 1988.
5.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, στις 4 Ιουλίου 1988 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack, στις 6 Ιουλίου 1988 η γερμανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, και στις 19 Ιουλίου 1988 η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro, γενικό διευθυντή της συντονιστικής υπηρεσίας για νομικά και θεσμικά θέματα των Κοινοτήτων, και από τον Rafael García-Valdecasas y Fernández, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας για το Δικαστήριο.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στη προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
7.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας το Δικαστήριο, με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1989, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
8.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης συνιστούν διατάξεις αρχής η εφαρμογή των οποίων πρέπει να διασφαλισθεί με διατάξεις του παραγώγου κοινοτικού δικαίου ή, αν ελλείπουν οι τελευταίες, με διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Μόνον με λεπτομερείς τελωνειακές διατάξεις θα μπορούσε να καθορισθεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο της έννοιας « εμπορεύματα προελεύσεως κρατών μελών » ή της έννοιας « προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών». Βεβαίως, το παράγωγο δίκαιο δεν μπορεί να αντιβαίνει προς τις αρχές την εφαρμογή των οποίων οφείλει να διασφαλίζει. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση.
9.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ περιέχονται στον κανονισμό 222/77. Σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να διευκολύνει τη μεταφορά εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας παρακάμπτοντας τις διαφορετικές εθνικές διαδικασίες που θα έπρεπε, σε εναντία περίπτωση, να εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή και εξαγωγή των εμπορευμάτων. Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν ο εν λόγω κανονισμός επιτρέπει μόνο τα προβλεπόμενα από τον ίδιο έγγραφα Τ2 και T2L προς απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος.
10.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω κανονισμού, η διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως εφαρμόζεται υποχρεωτικώς επί όλων των εμπορευμάτων που διακινούνται μεταξύ δύο σημείων της Κοινότητας. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα « κοινοτικά εμπορεύματα » ( δηλαδή τα εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ) από το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι πρέπει να έχουν περιληφθεί σε δήλωση Τ2 για να μπορούν να διακινούνται κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
11.
Το τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77, εκτός από το ότι υπογραμμίζει την ανάγκη χρησιμοποιήσεως καταρχήν του εγγράφου Τ2 προκειμένου να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, καθόσον τα εν λόγω εμπορεύματα δεν διακινήθηκαν μεταξύ Κάτω Χωρών και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
12.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι καίτοι, δυνάμει ορισμένων εξαιρετικών διατάξεων, όπως π. χ. των διατάξεων των άρθρων 48 και 49 του κανονισμού 222/77, απλές επίσημες ή ιδιωτικές δηλώσεις αρκούν προς απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, ωστόσο, το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι, κατά κανόνα, η σχετική απόδειξη πρέπει να συνάγεται από τα προβλεπόμενα έγγραφα της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
13.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις που ειδικώς αναφέρονται στον κανονισμό 222/77, οι σχετικές με τη διαδικασία της κοινοτικής διαμετακομίσεως διατάξεις δεν έχουν μεν εφαρμογή αλλά, ακόμα και στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται η προσκόμιση κοινοτικού εγγράφου αποστολής, προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( βλέπε άρθρο 47 ).
14.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 του κανονισμού 222/77 και τα άρθρα 69 επ. του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 223/73 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27), το προβλεπόμενο σχετικώς έγγραφο ( έγγραφο T2L ) μπορεί να χορηγηθεί εκ των υστέρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται το σημείο αναχωρήσεως του εμπορεύματος. Προς τούτο, ο αιτών οφείλει απλώς να αποδείξει, καταλλήλως, έναντι των τελωνειακών αρχών του εν λόγω κράτους μέλους τον κοινοτικό χαρακτήρα του εμπορεύματος χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, οι αρχές του κράτους μέλους στο οποίο εισήχθησαν τα εμπορεύματα δεν μπορούν, καταρχήν, να δεχθούν οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο εκτός από τα έγγραφα Τ2 και T2L ούτε, ιδίως, να αναγνωρίσουν ως αποδεικτικό μέσο ενδεχόμενες δηλώσεις των προμηθευτών. Η κανονιστική αυτή ρύθμιση δικαιολογείται από το γεγονός ότι αρμόδιες να αποφανθούν επί του αληθούς χαρακτήρα του εμπορεύματος είναι οι αρχές εκείνες που έχουν περισσότερο τη δυνατότητα να κρίνουν το βάσιμο των προτεινομένων αποδεικτικών στοιχείων, δηλαδή οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως του εμπορεύματος.
15.
Κατά την Επιτροπή, οι λόγοι αυτοί οδήγησαν το Δικαστήριο, στην απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970, Craeynest ( 12/70, Sig. 1970, σ. 905 ), που αναφερόταν στις ισχύουσες πριν από την εισαγωγή της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακομίσεως διατάξεις, να αποφανθεί ότι «... οι εισαγωγείς εμπορευμάτων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος δεν μπορούν να επικαλεστούν τις ευεργετικές διατάξεις του ενδοκοινοτικού συστήματος παρά μόνο για τα εμπορεύματα εκείνα που καλύπτονται με το πιστοποιητικό DD4 » και ότι ο κανόνας αυτός ισχύει «... μολονότι η κοινοτική προέλευση του συγκεκριμένου προϊόντος μπορεί να αποδειχθεί και με άλλα μέσα εκτός του εν λόγω πιστοποιητικού ». Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αρχές που συνάγονται από την εν λόγω απόφαση ισχύουν, επίσης, και για τα έγγραφα που προβλέπει η διαδικασία κοινοτικής διαμετακομίσεως.
16.
Η γερμανική κυβέρνηση παρατηρεί, καταρχάς, ότι μολονότι τα ουσιαστικά κριτήρια για την εκτίμηση του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης EOK και μόνο, ωστόσο, ο τρόπος κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ο χαρακτήρας αυτός προκύπτει από τον κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου και τον κανονισμό 223/77 της Επιτροπής [ ο οποίος εκδόθηκε προς εφαρμογή του κανονισμού 222/77 και αντικαταστάθηκε κατόπιν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής].
17.
Οι διατάξεις των εν λόγω κανονισμών καθιερώνουν την αρχή « της αποδείξεως του αντιθέτου », κατά την οποία τα εμπορεύματα που εισάγονται κανονικώς στο έδαφος κράτους μέλους, κατόπιν διελεύσεως εσωτερικών συνόρων, θεωρούνται ως κοινοτικά εμπορεύματα, εκτός αν προσκομιστεί έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (έγγραφο ΤΙ).
18.
Οι προϋποθέσεις της κανονικής μεταφοράς εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθορίζονται επακριβώς από τους ιδίους αυτούς κανονισμούς. Οι κανονισμοί αυτοί καθιερώνουν την αρχή της διακινήσεως του κοινοτικού εμπορεύματος υπό το καθεστώς της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή προβλέπονται ρητώς (άρθρα 1, παράγραφο 4, 41 και 48 του κανονισμού 222/77 ).
19.
Αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις κανονικότητας της μεταφοράς, η μόνη δυνατότητα που απομένει για την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων είναι η εκ των υστέρων έκδοση του εγγράφου διαμετακομίσεως T2L ( άρθρο 9 του κανονισμού 222/77 ). Ειδικότερα, είναι τελείως αδύνατο να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων διά της υποβολής άλλων δικαιολογητικών εγγράφων, εφόσον ο κανονισμός 222/77 και οι διατάξεις που ελήφθησαν προς εφαρμογή του απαριθμούν περιοριστικώς τους τρόπους αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος. Σκοπός της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως είναι να διασφαλιστεί, στον τομέα της διακινήσεως εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, η κατά αυστηρώς όμοιο τρόπο εφαρμογή των ενιαίων αποδεικτικών μέσων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και η μη χρησιμοποίση άλλων αποδεικτικών μέσων την αξία των οποίων δεν θα μπορούσαν, ή δύσκολα μόνο θα μπορούσαν να εκτιμήσουν τα κράτη μέλη.
20.
Η ίδια αυτή αρχή, την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο στη προαναφερθείσα απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970, πρέπει, επίσης, να εφαρμοστεί, κατ' αναλογία, στην παρούσα υπόθεση.
21.
Η ισπανική κυβέρνηση αναφέρει, στις παρατηρήσεις της, τους διαφόρους τύπους εγγράφων που απαιτούνται από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί εσωτερικής διαμετακομίσεως (έγγραφα Τ2, T2L και Τ5) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κοινοτική νομοθεσία καθιερώνει, γενικώς, την αρχή κατά την οποία, για όλα τα εμπορεύματα που διακινούνται υπό το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως και, εν πάση περιπτώσει, κάθε φορά που τίθεται θέμα αποδείξεως του κοινοτικού τους χαρακτήρα, επιβάλλεται να χρησιμοποιούνται τα προβλεπόμενα σχετικώς έγγραφα.
22.
Κατ' εξαίρεση μόνο και σε σαφώς καθορισμένες και περιορισμένες περιπτώσεις, επιτρέπεται απόκλιση από τον κανόνα αυτό (π.χ., δυνάμει των άρθρων 55 και 56, καθώς και των άρθρων 62 και 63 του κανονισμού 223/77 ).
23.
Κατά συνέπεια, η κοινοτική νομοθεσία σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει να αποδεικνύεται ή « καταγωγή » ενός εμπορεύματος ή το γεγονός ότι αυτό ευρίσκεται « σε ελεύθερη κυκλοφορία», με άλλο τρόπο εκτός από τα έγγραφα διαμετακομίσεως και τούτο ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαμετακόμιση, καθόσον, για την περίπτωση αυτή, προβλέπεται το έγγραφο T2L, αποκλειστικός σκοπός του οποίου είναι να αποδεικνύει τον κοινοτικό χαρακτήρα του εμπορεύματος.
24.
Την αρχή αυτή διατύπωσε το Δικαστήριο στη προαναφερθείσα απόφαση του της 22ας Οκτωβρίου 1970.
25.
Η ισπανική κυβέρνηση τονίζει, επίσης, ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας των αποδεικτικών μέσων που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία προς απόδειξη της καταγωγής των εμπορευμάτων προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής ( 15/76 και 16/76, Sig. 1979, σ. 321 ).
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 7ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-117/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Trend-Moden Textilhandels GmbH
και
Hauptzollamt Emmerich ( κεντρικό τελωνείο του Emmerich ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 4, και 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Jörn Sack,
η γερμανική κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel,
η ισπανική κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Javier Conde de Saro, γενικό διευθυντή της συντονιστικής υπηρεσίας για νομικά και θεσμικά θέματα των Κοινοτήτων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Οκτωβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Νοεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 5ης Μαρτίου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Απριλίου 1988, το Finanzgericht Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 1, παράγραφος 4, και 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Trend-Moden Textilhandels GmbH, που εδρεύει στο Rees της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ασχολείται με το εμπόριο υφασμάτων ( στο εξής: Trend-Moden ), και του Hauptzollamt Emmerich ( στο εξής: Hauptzollamt ).
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Trend-Moden εισήγαγε, μεταξύ Μαρτίου 1980 και Μαρτίου 1981, υφάσματα από τις Κάτω Χώρες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χωρίς να καταβάλει δασμούς. Το Hauptzollamt ζήτησε την καταβολή ποσού ύφους 29890,90 γερμανικών μάρκων (DM) ως εισαγωγικούς δασμούς, με την αιτιολογία ότι η Trend-Moden δεν προσκόμισε παραστατικά αποστολής από τα οποία να προκύπτει ότι τα εν λόγω εμπορεύματα πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Αρνήθηκε συγκεκριμένα να δεχθεί ως έγκυρες αποδείξεις του κοινοτικού χαρακτήρα των εισαχθέντων εμπορευμάτων τις δηλώσεις και έγγραφα που υπέβαλε η Trend-Moden με τα οποία ο ολλανδός προμηθευτής της πιστοποιούσε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα κατάγονται από την Κοινότητα ή ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτής. Το Hauptzollamt θεωρεί ότι, κατά τον προαναφερθέντα κανονισμό 222/77 του Συμβουλίου, ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων μπορεί να αποδειχθεί μόνο με το παραστατικό διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L.
4
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής το Finanzgericht Düsseldorf τάσσεται μάλλον προς την άποψη της Trend-Moden, κατά την οποία πρέπει να γίνονται δεκτά και άλλα αποδεικτικά μέσα πέραν των παραστατικών κοινοτικής διαμετακομίσεως, διότι άλλως καθίσταται άνευ περιεχομένου το άρθρο 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ· ωστόσο, τα επιχειρήματα που διετύπωσε το Hauptzollamt δημιούργησαν αμφιβολίες στο εθνικό δικαστήριο ως προς την ορθότητα της απόψεως αυτής.
5
Κρίνοντας, συνεπώς, ότι από τη διαφορά προκύπτει ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Finanzgericht Düsseldorf αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει την διαδικασία μέχρι να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
« Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας την έννοια ότι εμπορεύματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καταγόμενα από κράτος μέλος και, κατά συνέπεια, να απαλλάσσονται από τους δασμούς, παρά μόνο όταν αυτό προκύπτει από έγγραφο διαμετακομίσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, και του άρθρου 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77; »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι ο προαναφερθείς κανονισμός 222/77 του Συμβουλίου επιβάλλει ως μοναδικό μέσο αποδείξεως της κοινοτικής καταγωγής των εμπορευμάτων το παραστατικό διαμετακομίσεως που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις, αποκλείοντας κάθε άλλο μέσο αποδείξεως. Θέτει, κατά συνέπεια, το ερώτημα αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι επιτρέπει, αφεαυτού και απευθείας, την απόδειξη της κοινοτικής καταγωγής ενός εμπορεύματος με οποιοδήποτε άλλο μέσο αποδείξεως, πράγμα που συνάγεται το ανίσχυρο των διατάξεων του κανονισμού 222/77, καθόσον αυτές αποκλείουν οποιοδήποτε άλλο μέσο αποδείξεως εκτός από το παρασταστικό διαμεκομίσεως.
Επί του κανονισμού 222/77
8
Πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε, πρέπει να τονιστεί ότι είναι ορθή η σκέψη στην οποία στηρίχθηκε το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, ο κανονισμός 222/77 επιτρέπει την απόδειξη της κοινοτικής καταγωγής των εμπορευμάτων, έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προορισμού, μόνο μέσω των παραστατικών που προβλέπει προς τούτο. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις.
9
Ο κανονισμός 222/77 προβλέπει δύο διαδικασίες κοινοτικής διαμετακομίσεως. Η μία, η διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, έχει κυρίως εφαρμογή, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77, επί των εμπορευμάτων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή επί των εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτα κράτη και δεν ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Η άλλη, η διαδικασία εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, εφαρμόζεται κυρίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, επί των εμπορευμάτων που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή επί των εμπορευμάτων που κατάγονται από κράτη μέλη ή ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, τα καλούμενα « κοινοτικά εμπορεύματα ».
10
Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 222/77, τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει να δηλώνονται στο έντυπο Τ1.
11
Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δηλαδή κυρίως τα κοινοτικά εμπορεύματα, πρέπει να δηλώνονται στο έντυπο Τ2. Κατά συνέπεια, το παραστατικό αυτό συνιστά κατά κανόνα το μέσο αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα του εμπορεύματος που υπόκειται στη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
12
Πρέπει να τονιστεί ότι στις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 222/77 προβλέπονται περιπτώσεις στις οποίες τα κοινοτικά εμπορεύματα δεν κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
13
Γι' αυτά τα κοινοτικά εμπορεύματα, τα οποία δεν κυκλοφορούν κατά τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, στις περιπτώσεις που η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 223/77 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των διατάξεων εφαρμογής, ως και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27 ), προβλέπει ως μέσο αποδείξεως το παραστατικό T2L, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στο παραστατικό Τ2 της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ( βλέπε ένατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1, παράγραφος 8, του κανονισμού 223/77 ).
14
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι κανονισμοί 222/77 και 223/77 καθιερώνουν τον κανόνα κατά τον οποίο η απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος παρέχεται, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, αποκλειστικώς βάσει του παραστατικού Τ2 ή του παραστατικού T2L.
15
Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το άρθρο 9 του κανονισμού 222/77, κατά το οποίο, όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός, « οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εφαρμόζονται μόνον επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που εκδίδεται με σκοπό να αποδείξει τον κοινοτικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων, ο ενδιαφερόμενος δύναται, για κάθε βάσιμη αιτία, να αποκτήσει εκ των υστέρων το παραστατικό αυτό από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αναχωρήσεως ». Η διάταξη αυτή εκφράζει την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να αποκλείσει τα άλλα αποδεικτικά μέσα, διευκολύνοντας παράλληλα τον ενδιαφερόμενο. Η ανάλογη διάταξη του άρθρου 71 του προαναφερθέντος κανονισμού εφαρμογής 223/77 προβλέπει ότι το παραστατικό T2L μπορεί να χορηγηθεί εκ των υστέρων.
16
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τον σκοπό της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως που συνίσταται στη διευκόλυνση της μεταφοράς των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας διά της απλουστεύσεως και ενοποιήσεως των διαδικασιών που απαιτούνται κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων.
Επί του υποβληθέντος ερωτήματος
17
Επιβάλλεται, κατόπιν αυτών, να εξεταστεί αν η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης καθόσον αποκλείει την απόδειξη του κοινοτικού χαρακτήρα ενός εμπορεύματος, έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προορισμού, με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός από τα παραστατικά διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L.
18
Στη Διάταξη παραπομπής εκτίθεται η άποψη της Trend-Moden ότι η κατανομή του βάρους αποδείξεως και ο περιορισμός των αποδεικτικών μέσων μπορούν να έχουν ως συνέπεια την επιβολή δασμών σε εμπορεύματα μη συνοδευόμενα από τα προβλεπόμενα παραστατικά διαμετακομίσεως, των οποίων, όμως, ο κοινοτικός χαρακτήρας αποδεικνύεται με άλλα μέσα, συνέπεια που αντιβαίνει προς τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης.
19
Πρέπει σχετικώς να τονιστεί ότι τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης δεν παρέχουν καμία ένδειξη ως προς τα μέσα αποδείξεως ή την κατανομή του βάρους αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων. Αφήνουν στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο τη ρύθμιση των ζητημάτων αυτών.
20
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι σκοπός της κανονιστικής ρυθμίσεως που προαναφέρθηκε είναι η διευκόλυνση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέσω των εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας, γεγονός που συνιστά μία από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινοτικής αγοράς. Η παροχή προς τον επιχειρηματία, ο οποίος πρέπει κανονικά να φέρει το βάρος αποδείξεως, ενιαίων και απλοποιημένων μέσων αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα προσκομίσεως των αποδείξεων αυτών ακόμα και μετά τη διέλευση των συνόρων, εντάσσεται στο πλαίσιο επιδιώξεως αυτού του σκοπού και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων η απάντηση που προσήκει είναι ότι από την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο βάσει των κανονισμών 222/77 του Συμβουλίου και 223/77 της Επιτροπής αποκλεισμός, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, της δυνατότητας αποδείξεως, έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προορισμού, του κοινοτικού χαρακτήρα του εμπορεύματος με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός από τα παραστατικά διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L, επηρεάζει το κύρος των εν λόγω κανονισμών.
Επι των δικαστικών εξόδων
22
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η γερμανική κυβέρνηση και η ισπανική κυβέρνηση, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf, με Διάταξη της 5ης Μαρτίου 1988, αποφαίνεται:
Από την εξέταση του ερωτήματος που υποβλήθηκε δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο βάσει των κανονισμών 222/77 του Συμβουλίου και 223/77 της Επιτροπής αποκλεισμός, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, της δυνατότητας αποδείξεως, έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους προορισμού, του κοινοτικού χαρακτήρα του εμπορεύματος με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός από τα παραστατικά διαμετακομίσεως Τ2 ή T2L, επηρεάζει το κύρος των εν λόγω κανονισμών.
Κακούρης
Koopmans
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy