ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-119/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικό περιστατικά και κανονιστικό πλαίσιο
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72, της 18ης Μαΐου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250), το Συμβούλιο καθιέρωσε κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Η οργάνωση αυτή περιλαμβάνει σύστημα τιμών.
Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως τιμή βάσεως και τιμή αγοράς για κάθε ένα από τα προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων παρεμβάσεως.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, « η τιμή βάσεως είναι ίση με τον αριθμητικό μέσο όρο των τιμών που διαπιστώνονται στην ή στις αντιπροσωπευτικές αγορές της Κοινότητος, οι οποίες ευρίσκονται στις ζώνες πλεονασματικής παραγωγής που έχουν τις χαμηλότερες τιμές κατά τις τρεις περιόδους εμπορίας που προηγούνται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής βάσεως, για προϊόν καθορισμένο κατά τα εμπορικά του χαρακτηριστικά, όπως η ποικιλία ή ο τύπος, η ποιοτική κατηγορία, το μέγεθος και η συσκευασία ».
Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του κανονισμού 1035/72,
« η τιμή αγοράς καθορίζεται για κάθε εξεταζόμενο προϊόν σε επίπεδο μεταξύ του:
—
40 και 45 ο/ο της τιμής βάσεως για τα κουνουπίδια και τις τομάτες,
—
50 και 55 ο/ο της τιμής βάσεως για τα μήλα και τα αχλάδια,
—
60 και 70 ο/ο της τιμής βάσεως για τα λοιπά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ. »
Η τιμή αγοράς είναι η τιμή στην οποία οι οργανισμοί παρεμβάσεως αγοράζουν τα οπωροκηπευτικά που τους προσφέρονται όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η αγορά του εν λόγω προϊόντος ευρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής κρίσεως.
Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η τιμή αγοράς πολλαπλασιάζεται επί συντελεστές προσαρμογής όταν τα προϊόντα παρουσιάζουν « εμπορικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της τιμής βάσεως ». Αυτοί οι συντελεστές προσαρμογής καθορίζονται από την Επιτροπή, έπειτα από γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1203/73, της 4ης Μαΐου 1973 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 162), η Επιτροπή καθόρισε τους συντελεστές προσαρμογής που πρέπει να εφαρμόζονται από την περίοδο εμπορίας 1973/74. Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3587/86 που καθορίζει τους συντελεστές προσαρμογής που εφαρμόζονται από την περίοδο εμπορίας 1987/88 ( ΕΕ L 334, σ. 1 ). Η Επιτροπή θεώρησε αναγκαίο να προβλέψει την προοδευτική εφαρμογή ορισμένων νέων συντελεστών προσαρμογής. Εξέδωσε έτσι τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1998/87, της 7ης Ιουλίου 1987 ( ΕΕ L 188, σ. 30), για ορισμένες παρεκκλίσεις για την περίοδο 1987/88 από τον κανονισμό 3587/86.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών, οι οργανώσεις των παραγωγών ανέλαβαν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της αγοράς. 'Ετσι, για να σταθεροποιηθούν οι τιμές, οι οργανώσεις αυτές μπορούν να παρέμβουν στην αγορά εφαρμόζοντας τιμή αποσύρσεως, κάτω από την οποία αποσύρουν από την αγορά τα προϊόντα που διέθεσαν προς πώληση τα μέλη τους. Σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 του κανονισμού 1035/72, η τιμή αποσύρσεως πρέπει να ανέρχεται σε επίπεδο, κατ' ανώτατο όριο, ίσο με αυτό της τιμής αγοράς, που πολλαπλασιάζεται ενδεχομένως επί τους συντελεστές προσαρμογής, και προσαυξάνεται κατά 10 ο/ο της τιμής βάσεως.
Σε περίπτωση αποσύρσεως, οι οργανώσεις παραγωγών καταβάλλουν στους παραγωγούς αποζημίωση για τις ποσότητες προϊόντων που παραμένουν απώλητες. Κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 1035/72, οι οργανώσεις αυτές λαμβάνουν από τα κράτη μέλη χρηματική αντιστάθμιση ίση με τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους παραγωγούς, μειωμένες κατά τις καθαρές εισπράξεις που πραγματοποιούνται από προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά.
Οι ενάγοντες είναι παραγωγοί και ενώσεις παραγωγών, με δραστηριότητα στην Ιταλία και τη Γαλλία, στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Υποστηρίζουν ότι υπέστησαν δύο διαφορετικές ζημίες λόγω της εφαρμογής των συντελεστών προσαρμογής που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 3587/86. Αφενός, σε περίπτωση αποσύρσεως προϊόντων από την αγορά, οι αποζημιώσεις και οι χρηματικές αντισταθμίσεις που λαμβάνουν κατ' εφαρμογήν των νέων συντελεστών προσαρμογής είναι κατώτερες από αυτές που θα ελάμβαναν κατόπιν εφαρμογής των παλαιών συντελεστών. Αφετέρου, η εισαγωγή των νέων συντελεστών οδήγησε σε κάμψη των τιμών, πράγμα που προκάλεσε ζημία στο σύνολο των παραγωγών. Πράγματι, το επίπεδο των τιμών που καθορίζουν τα κοινοτικά όργανα επιτελεί κατευθυντήρια λειτουργία για τις τιμές των συνήθων εμπορικών συναλλαγών, έτσι ώστε μία μείωση της τιμής αποσύρσεως θα προκαλούσε μείωση της τιμής στις αγορές.
Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες αποφάσισαν να ασκήσουν την παρούσα αγωγή αποζημιώσεως.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η αγωγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Απριλίου 1988.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε τους ενάγοντες να απαντήσουν εγγράφως σε δύο ερωτήματα' οι ενάγοντες απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 15 Νοεμβρίου 1989, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
Οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
αφού απορρίψει κάθε αντίθετο αίτημα και αναγνωρίσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής και ειδικότερα τον παράνομο χαρακτήρα του κανονισμού 3587/86, της 20ής Νοεμβρίου 1986:
—
να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και, κατά συνέπεια,
—
να την υποχρεώσει να αποκαταστήσει τις ζημίες πού προκλήθηκαν από την έκδοση του κανονισμού αυτού, δηλαδή:
α)
ποσό 39069000 ιταλικών λιρών (LIT) για την AERPO και 16008292 LIT για την ALPO, λόγω της άμεσης ζημίας που υπέστησαν
β)
εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν νομιμοποιούνται οι οργανώσεις στις οποίες ανήκουν, ποσό 4381483 LIT για την CAPO, μέλος της AERPO, και ποσό 16008292 LIT για την COT, μέλος της ALPO, λόγω της άμεσης ζημίας που υπέστησαν
γ)
όσον αφορά τις ενώσεις παραγωγών Hermitage-Basse Isère και Dauphiné-V¡ varais:
—
ποσό 24270 ECU για την ένωση Hermitage-Basse Isère, και
—
ποσό 23023 ECU για την ένωση Dauphiné-Vivarais, λόγω της άμεσης ζημίας που υπέστησαν·
δ)
εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν νομιμοποιούνται οι οργανώσεις στις οποίες ανήκουν, ποσό 607 ECU για τον Guillermain, πρόεδρο της ενώσεως Hermitage-Basse Isère, και 691 ECU για τον Julien, μέλος της ενώσεως Dauphiné-Vivarais, λόγω της άμεσης ζημίας που υπέστησαν
ε)
για το σύνολο των εναγόντων: λόγω της ζημίας που προκλήθηκε από τη μείωση του επιπέδου παρεμβάσεως Kat την κάμψη των τιμών που αυτή προκάλεσε, το ποσό της μίας ιταλικής λίρας για όσους ενάγοντες ασκούν τις δραστηριότητες τους στην Ιταλία και του ενός γαλλικού φράγκου για όσους ασκούν τις δραστηριότητες τους στη Γαλλία·
—
να καταδικάσει εν πάση περιπτώσει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή,
—
να καταδικάσει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί του παραοεκτον
Η Επιτροπή δηλώνει ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το παραδεκτό της αγωγής. Παρατηρεί εντούτοις ότι οι ενάγοντες έπρεπε να ασκήσουν την αγωγή τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία θα μπορούσαν να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού αυτού. Οι ενάγοντες δεν μπορούν να αποφύγουν την υποχρέωση αυτή ζητώντας συμβολική αποζημίωση για τη ζημία που οφείλεται σε ενδεχόμενη κάμψη των τιμών.
Οι ενάγοντες απαντούν ότι το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί των διαφορών που αφορούν την αποζημίωση κατά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Με την αγωγή τους επιδιώκουν κυρίως την αναγνώριση της ζημίας που προκλήθηκε από τη μείωση του επιπέδου παρεμβάσεως και τη συνακόλουθη κάμψη των τιμών των οπωροκηπευτικών. Επειδή, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη ζημία, ενδιαφέρονται περισσότερο για την αναγνώριση της και όχι για την αποκατάσταση της, περιόρισαν το αίτημα τους στο συμβολικό ποσό μίας ιταλικής λίρας και ενός γαλλικού φράγκου.
Β — Επί της ουσίας
Επί ορισμένων στοιχείων τον πραγματικού μέρους
Κατά την άποψη των εναγόντων, η Επιτροπή μείωσε τους συντελεστές προσαρμογής για να περιορίσει τις γεωργικές δαπάνες που συνδέονται με το σύστημα παρεμβάσεως.
Η εφαρμογή των νέων συντελεστών προκάλεσε, αφενός, αισθητή μείωση των τιμών αποσύρσεως και, αφετέρου, γενική μείωση των τιμών που ισχύουν για τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
Όσον αφορά τη μείωση των τιμών αποσύρσεως, οι ενάγοντες αναφέρουν αριθμητικά στοιχεία που αποδεικνύουν, κατά την άποψη τους, ότι οι παραγωγοί έλαβαν, κατόπιν της εφαρμογής των συντελεστών προσαρμογής που καθόρισε ο κανονισμός 3587/86, αποζημιώσεις αισθητά κατώτερες από αυτές που θα είχαν λάβει αν εφαρμόζονταν οι συντελεστές προσαρμογής που προέβλεπε ο προηγούμενος κανονισμός 1203/73. Εξάλλου, στις περιπτώσεις που ο κανονισμός 3587/86 καθόρισε συντελεστές προσαρμογής υψηλότερους από αυτούς που ίσχυαν προηγουμένως, οι συντελεστές αυτοί αφορούσαν μόνο παραγωγές μικρότερης σημασίας.
Όσον αφορά τη γενική μείωση των τιμών για τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να διορίσει πραγματογνώμονα για να αποδειχθεί αν η μείωση του επιπέδου των τιμών αποσύρσεως προκάλεσε κάμψη των τιμών της αγοράς.
Η Επιτροπή απαντά ότι πρόθεση της δεν ήταν να μειώσει τις γεωργικές δαπάνες μεταβάλλοντας τους συντελεστές προσαρμογής. Οι τροποποιήσεις αυτές, τόσο οι αυξήσεις όσο και οι μειώσεις, αποτελούν, πράγματι, αποκλειστικά συνάρτηση της εξελίξεως των τιμών της αγοράς για καθένα από τα οικεία προϊόντα.
Όσον αφορά τη μείωση των τιμών αποσύρσεως, η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι αυξήθηκαν πολλοί συντελεστές προσαρμογής. Οι ενάγοντες δεν μπορούν επομένως να ισχυρίζονται ότι υπήρξε γενική- μείωση των τιμών. Εξάλλου υπερεκτιμούν τη μείωση της τιμής αποσύρσεως ορισμένων προϊόντων, όπως τα κουνουπίδια, λόγω του ότι δεν έλαβαν υπόψη την αύξηση της τιμής αγοράς των προϊόντων αυτών που αποφασίστηκε από το Συμβούλιο για την περίοδο 1987/88. Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι με την έκδοση του κανονισμού 1998/87 περιόρισε τα αποτελέσματα της εισαγωγής των νέων συντελεστών για την περίοδο εμπορίας 1987/88.
Όσον αφορά τη γενική μείωση των τιμών, η Επιτροπή προσκομίζει αριθμητικό πίνακα από τον οποίο προκύπτει ότι οι τιμές όλων των προϊόντων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της τνμής βάσεως, εκτός από την τιμή των μήλων, αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 1987/88 σε σχέση με τις τιμές των προηγουμένων περιόδων. Εφόσον αυξήθηκαν οι τιμές των προϊόντων αυτών, δεν είναι δυνατόν να μειώθηκαν αισθητά οι τιμές των προϊόντων στα οποία εφαρμόζονται οι συντελεστές προσαρμογής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να διατάξει την πραγματογνωμοσύνη που ζητούν οι ενάγοντες.
Επί των νομικών επιχειρημάτων
Ως προς τον παράνομο χαρακτήρα του κανονισμού 3587/86
Κατά την άποψη των εναγόντων, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί διοικητική και όχι κανονιστική πράξη. Επομένως, η αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη επαρκώς διακεκριμένης παραβιάσεως, εκ μέρους της Επιτροπής, υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Πράγματι, ο καθορισμός των συντελεστών προσαρμογής αποτελεί διοικητική πράξη που συνίσταται σε ενέργεια τεχνικής φύσεως που αποκλείει κάθε εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, και όχι κανονιστική πράξη που προϋποθέτει επιλογή οικονομικής πολιτικής.
Οι ενάγοντες προσθέτουν ότι, ακόμη και αν ο προσβαλλόμενος κανονισμός θεωρηθεί κανονιστική πράξη, εν πάση περιπτώσει υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας. Πράγματι, ο κανονισμός αυτός πάσχει ελαττώμματα που αποτελούν επαρκώς διακεκριμένες παραβιάσεις υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
Ο παράνομος χαρακτήρας του κανονισμού οφείλεται στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής, στην παραβίαση βασικών αρχών της κοινής οργανώσεως των αγορών, καθώς και στο γεγονός ότι η αιτιολογία του είναι ανεπαρκής, παράλογη και αντιφατική.
Όσον αφορά την αναρμοδιότητα της Επιτροπής και την παραβίαση βασικών αρχών της κοινής οργανώσεως των αγορών, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι μόνο το Συμβούλιο έχει την εξουσία να καθορίζει τον βαθμό παρεμβάσεως στην αγορά. Ασκεί την εξουσία αυτή καθορίζοντας τις τιμές βάσεως και τις τιμές αγοράς. Μεταβάλλοντας τους συντελεστές προσαρμογής, η Επιτροπή σφετερίστηκε μία εξουσία που δεν διαθέτει, διότι με τον τρόπο αυτό μείωσε, με δική της πρωτοβουλία, το επίπεδο παρεμβάσεως που καθόρισε το Συμβούλιο.
Όσον αφορά την αιτιολογία του προσβαλλόμενου κανονισμού, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι αυτή είναι ανεπαρκής, παράλογη και αντιφατική. Ανεπαρκής, διότι δεν αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν τις μειώσεις των συντελεστών προσαρμογής. Παράλογη, στο μέτρο που η Επιτροπή στηρίχτηκε σε θεωρήσεις οικονομικής πολιτικής, όπως οι απαιτήσεις της αγοράς και η έκταση των διακυμάνσεων κατά τη διάρκεια των ιδιαίτερα ευαίσθητων περιόδων παραγωγής, ενώ ήταν υποχρεωμένη να καθορίσει τους συντελεστές μόνο σε συνάρτηση με τις τιμές που διαπιστώνονται στις αγορές. Αντιφατική, διότι η Επιτροπή υπογράμμισε, στο προοίμιο του κανονισμού της, την ανάγκη κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί συντελεστών προσαρμογής, ενώ η πρόθεση της ήταν μόνο να τους μειώσει
Η Επιτροπή απαντά ότι ο κανονισμός 3587/86 αποτελεί πράξη γενικής ισχύος. Εξάλλου, ο καθορισμός των συντελεστών προσαρμογής προϋποθέτει, βέβαια, πράξεις τεχνικού χαρακτήρα, αυτό όμως δεν αφαιρεί από την Επιτροπή κάθε εξουσία εκτιμήσεως. Καταρχάς, οι τιμές που ανακοινώνουν τα κράτη μέλη προέρχονται από αγορές διαφορετικής οικονομικής σημασίας, έτσι ώστε η Επιτροπή δεν μπορεί να περιοριστεί στον υπολογισμό του απλού αριθμητικού μέσου όρου των τιμών για να καθορίσει τους συντελεστές προσαρμογής. Έπειτα η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη τον εποχιακό χαρακτήρα της προσφοράς και να καθορίσει χαμηλούς συντελεστές για τις περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων διατίθενται μεγάλες ποσότητες προϊόντων στην αγορά. Θα αποφευχθεί έτσι το να αποσύρονται από την αγορά αδικαιολόγητα μεγάλες ποσότητες προϊόντων.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτεί το Δικαστήριο για να γεννηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Η Επιτροπή εκθέτει ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι σφετερίστηκε τις εξουσίες του Συμβουλίου και παραβίασε βασικές αρχές της οργανώσεως της αγοράς, πρόκειται για παραβίαση του κανόνα που αφορά την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και όχι για παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Όσον αφορά την αιτιολογία, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, Kind κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, σκέψη 14 (106/81, Συλλογή 1982, σ. 2885), ότι « ενδεχόμενες ελλείψεις της αιτιολογίας μιας κανονιστικής πράξεως δεν δύνανται να γεννήσουν ευθύνη της Κοινότητος ».
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας και παραβιάσεως των βασικών αρχών της κοινής οργανώσεως των αγορών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, στηρίχτηκε σε κριτήρια διαχειρίσεως της αγοράς που εντάσσονται πλήρως στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.
Εξάλλου, η αιτιολογία του κανονισμού 3587/86 δεν είναι ούτε ανεπαρκής ούτε παράλογη. Πράγματι, η Επιτροπή δεν αντιμετώπισε ποτέ το ενδεχόμενο να μειώσει τις γεωργικές δαπάνες μεταβάλλοντας τους συντελεστές προσαρμογής. Όσον αφορά την αντιφατικότητα της αιτιολογίας, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι από την τελευταία αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι η κωδικοποίηση των συντελεστών προσαρμογής έπρεπε να συνοδεύεται από τις αναγκαίες προσαρμογές.
Ως προς το υποστατό της ζημίας και τον αιτιώδη σύνδεσμο
Κατά την άποψη των εναγόντων, η άμεση ζημία ισούται με τη διαφορά μεταξύ της αξίας των αποζημιώσεων που υπολογίζονται με εφαρμογή των παλαιών συντελεστών και των αποζημιώσεων που υπολογίζονται με εφαρμογή των νέων συντελεστών. Οι ενάγοντες επισυνάπτουν στα υπομνήματα τους εκτίμηση της ζημίας αυτής.
Όσον αφορά τη ζημία που συνδέεται με τη δυσμενή εξέλιξη των τιμών στην αγορά λόγω της μειώσεως του επιπέδου των τιμών αγοράς και των τιμών αποσύρσεως, οι ενάγοντες περιορίζουν το αίτημα αποζημιώσεως τους στο συμβολικό ποσό της μίας ιταλικής λίρας και του ενός γαλλικού φράγκου.
Τέλος, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζεται να αποδείξουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, δεδομένου ότι η ζημία είναι αυτόματη και άμεση συνέπεια της μειώσεως των συντελεστών προσαρμογής που καθιέρωσε ο κανονισμός 3587/86.
Η Επιτροπή επιφυλάσσεται ως προς το δικαίωμα της να αμφισβητήσει τον υπολογισμό των ζημιών που πραγματοποίησαν οι ενάγοντες.
IV — Απαντήσεις των εναγόντων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο ερώτησε, καταρχάς, αν οι ενάγοντες AERPO, CAPO, ALPO, COT, ένωση παραγωγών « Hermitage-Basse Isère » και ένωση « Dauphiné-Vivarais », αποτελούν οργανώσεις παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, ή ενώσεις τέτοιων οργανώσεων.
Απαντώντας, οι ενάγοντες διευκρίνισαν ότι μόνον η AERPO, ALPO, η ένωση παραγωγών « Hermitage-Basse Isère » και η ένωση « Dauphiné-Vivarais » αποτελούν οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου.
Στην συνέχεια το Δικαστήριο ζήτησε να υποδειχθούν οι ενάγοντες που ασκούν πραγματικά παραγωγική δραστηριότητα.
Στην ερώτηση αυτή δόθηκε η απάντηση ότι οι ενάγοντες που ασκούν πράγματι παραγωγική δραστηριότητα είναι οι συνεταιρισμοί CAPO και COT καθώς και οι Guillermain και Julien.
R.Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-119/88,
AERPO — Associazione emiliano romagnola tra produttori ortofrutticoli, με έδρα τη Μπολώνια (Ιταλία), via Riva di Reno 65, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Antonio Camerani,
CAPO — Cooperativa agricola fra produttori ortofrutticoli Soc. Coop. SRL, με έδρα το Mordano ( BO ) ( Ιταλία ), via Cavallazzi 23/Β, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Gianni Marani — μέλος της AERPO,
ALPO — Associazione laziale produttori ortofrutticoli, με έδρα τη Ρώμη, via Enrico Fenni 161, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Sergio Ricotta,
COT — Cooperativa centrale ortofrutticoli tarquinia Sri, με έδρα την Tarquinia ( VT ) ( Ιταλία ), via Monterozzi Marina, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Giuseppe Luccioli, μέλος της ALPO,
Ένωση παραγωγών « Hermitage-Basse Isère» — GIE — 'Ενωση οικονομικού συμφέροντος, με έδρα το Tain ( Γαλλία ), ΒΡ 45 — 26600, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Jean-Claude Guillermain,
Jean-Claude Guillermain, δενδροκαλλιεργητής, κάτοικος Tain ( Γαλλία ), 95, avenue du Vercors, πρόεδρος και μέλος της ενώσεως « Hermitage-Basse Isère »,
Groupement«Dauphiné-Vivarais», με έδρα τη Valence, 435, avenue Victor-Hugo, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο της, Paul Filhol,
Jean Julien, δενδροκαλλιεργητής, κάτοικος Loriol ( 26270 ) ( Γαλλία ), Quartier SL Martin, μέλος της ενώσεως « Dauphiné-Vivarais », εκπροσωπούμενοι και επικουρούμενοι από τους E. Cappelli και Ρ. de Caterini, δικηγόρους Ρώμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο C Turk, 4, rue Nicolas-Welter,
ενάγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους E. de March και Ρ. Oliver, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο να υποχρεωθεί η Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία προκάλεσε στους ενάγοντες με την έκδοση από την Επιτροπή του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3587/86, της 20ής Νοεμβρίου 1986, για τη θέσπιση των συντελεστών προσαρμογής που εφαρμόζονται στην τιμή αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ L 334, σ. 1 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Μαρτίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Απριλίου 1988, η AERPO (Associazione emiliano romagnola tra produttori ortofrutticoli), η ALPO ( Associazione laziale produttori ortofrutticoli ), η ένωση παραγωγών « Hermitage-Basse Isère » και η ένωση « Dauphiné-Vivarais », οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών με έδρες, αντίστοιχα, στην Ιταλία και τη Γαλλία, η CAPO ( Cooperativa agricola fra produttori ortofrutticoli ), η COT ( Cooperativa centrale ortofrutticoli Tarquinia SRL ), και οι Jean-Claude Guillermain και Jean Julien, παραγωγοί οπωροκηπευτικών εγκατεστημένοι, αντιστοίχως, στην Ιταλία και τη Γαλλία, άσκησαν αγωγή δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της εκδόσεως από την Επιτροπή του κανονισμού (ΕΟΚ) 3587/86, της 20ής Νοεμβρίου 1986, για τη θέσπιση των συντελεστών προσαρμογής που εφαρμόζονται στην τιμή αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ L 334, σ. 1, στο εξής: επίδικος κανονισμός ).
2
Το Συμβούλιο, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1035/72, της 18ης Μαΐου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250, στο εξής: βασικός κανονισμός), θέσπισε κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών.
3
Στο πλαίσιο αυτό, ανατέθηκε στις οργανώσεις παραγωγών σημαντικός ρόλος στη διαχείριση της αγοράς. Έτσι, για να σταθεροποιηθούν οι τιμές, οι οργανώσεις αυτές μπορούν να παρεμβαίνουν στην αγορά αγοράζοντας τα προϊόντα που διαθέτουν τα μέλη τους προς πώληση στη λεγόμενη τιμή αποσύρσεως, όταν οι τιμές είναι κατώτερες της τιμής αυτής.
4
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο καθορίζει ετησίως, για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα II του ίδιου κανονισμού, τιμή βάσεως και τιμή αγοράς.
5
Η τιμή βάσεως καθορίζεται σε συνάρτηση με την εξέλιξη του μέσου όρου των τιμών που διαπιστώνονται, κατά τα τρία τελευταία έτη, στις πιο αντιπροσωπευτικές αγορές παραγωγής της Κοινότητας, για προϊόν καθορισμένο κατά τα εμπορικά του χαρακτηριστικά, όπως η ποικιλία ή ο τύπος, η ποιοτική κατηγορία, το μέγεθος και η συσκευασία ( στο εξής: προϊόν πιλότος ).
6
H τιμή αγοράς είναι η τιμή στην οποία οι δημόσιοι οργανισμοί παρεμβάσεως υποχρεούνται να αγοράζουν τα οπωροκηπευτικά που τους προσφέρονται. Η παρέμβαση αυτή έχει, εντούτοις, εξαιρετικό χαρακτήρα: πράγματι, δεν μπορεί να λάβει χώρα παρά μόνον όταν η Επιτροπή έχει διαπιστώσει ότι η αγορά του εν λόγω προϊόντος ευρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής κρίσεως. Η τιμή αγοράς καθορίζεται, αναλόγως του προϊόντος, σε επίπεδο που κυμαίνεται μεταξύ 40 και 70 ο/ο της τιμής βάσεως.
7
Κατά το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2474/72 του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 1972 (GU L 266, σ. 1), τα κράτη μέλη χορηγούν χρηματική αντιστάθμιση στις οργανώσεις παραγωγών που πραγματοποιούν παρεμβάσεις στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 15 του κανονισμού αυτού, υπό τον όρον ότι η τιμή αποσύρσεως δεν υπερβαίνει ορισμένο επίπεδο που υπολογίζεται σε συνάρτηση με την τιμή αγοράς. Η αξία της χρηματικής αντισταθμίσεως είναι ίση με τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται από τις οργανώσεις παραγωγών στα μέλη τους, μειωμένες κατά τις καθαρές εισπράξεις που πραγματοποιούνται από τη μεταπώληση των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά.
8
Όταν τα προϊόντα που προσφέρουν οι παραγωγοί παρουσιάζουν εμπορικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά του προϊόντος πιλότου, η τιμή αποσύρσεως στην οποία το προϊόν αγοράζεται από τις οργανώσεις παραγωγών υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας την τιμή αγοράς του προϊόντος πιλότου επί ένα συντελεστή προσαρμογής. Οι συντελεστές προσαρμογής καθορίζονται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
9
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1203/73, της 4ης Μαΐου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 162 ), η Επιτροπή καθόρισε τους συντελεστές προσαρμογής που εφαρμόζονται από την περίοδο εμπορίας 1973/74. Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον επίδικο κανονισμό που καθορίζει τους συντελεστές προσαρμογής από την περίοδο 1987/88.
10
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν δύο διαφορετικές ζημίες λόγω της εφαρμογής των συντελεστών προσαρμογής που καθιέρωσε ο επίδικος κανονισμός. Αφενός, σε περίπτωση αποσύρσεως των προϊόντων από την αγορά, οι αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι παραγωγοί και οι χρηματικές αντισταθμίσεις που καταβάλλονται στις οργανώσεις παραγωγών είναι, κατόπιν της εφαρμογής των νέων συντελεστών, κατώτερες από αυτές που θα καθορίζονταν δυνάμει των παλαιών συντελεστών. Αφετέρου, η θέσπιση των νέων συντελεστών, μειώνοντας το επίπεδο παρεμβάσεως, επέφερε γενική κάμψη των τιμών των οπωροκηπευτικών και προκάλεσε ζημία για το σύνολο των παραγωγών.
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, η βάση της αγωγής και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
12
Η Επιτροπή θεωρεί την αγωγή απαράδεκτη. Κατά την άποψη της, οι ενάγοντες μπορούσαν να επιτύχουν αποκατάσταση της πρώτης ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν προσφεύγοντας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αμφισβητώντας το ποσό των χρηματικών αντισταθμίσεων που τους καταβάλλουν τα κράτη μέλη και προκαλώντας προδικαστική παραπομπή προς εκτίμηση του κύρους.
13
Πρέπει σχετικά να επισημανθεί καταρχάς ότι η αγωγή είναι παραδεκτή στο μέτρο που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της δεύτερης προβαλλόμενης ζημίας, δηλαδή της ζημίας που απορρέει από ενδεχόμενη κάμψη των τιμών λόγω της εκδόσεως του επιδίκου κανονισμού. Πράγματι, οι ενάγοντες δεν μπορούν να επιτύχουν αποκατάσταση της ζημίας αυτής ασκώντας αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
14
Εφόσον το Δικαστήριο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εκδώσει απόφαση επί της αγωγής, στο μέτρο που αυτή αφορά τη δεύτερη ζημία, και εφόσον οι ενάγοντες προβάλλουν τα ίδια επιχειρήματα για να στηρίξουν τα δύο τους αιτήματα, πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών χωρίς να είναι απαραίτητο να ληφθεί απόφαση επί των ενστάσεων που προβάλλει η Επιτροπή ως προς το παραδεκτό της αγωγής, όσον αφορά την πρώτη προβαλλόμενη ζημία.
Επί της ουσίας
15
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί διοικητική πράξη και ότι επομένως η ευθύνη της Κοινότητας δεν εξαρτάται από επαρκώς διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
16
Προσθέτουν ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη, πάσχει ελαττώμματα που αποτελούν διακεκριμένες παραβιάσεις υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Καταρχάς η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, διότι οι νέοι συντελεστές προσαρμογής έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των τιμών αγοράς από τις οποίες εξαρτώνται οι τιμές αποσύρσεως, ενώ μόνο το Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τον καθορισμό του επιπέδου παρεμβάσεως. Εκτός αυτού, οι διατάξεις του επίδικου κανονισμού παραβιάζουν τις βασικές αρχές της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών, διότι οι συντελεστές προσαρμογής μεταβάλλουν τις επιπτώσεις των τιμών αγοράς που καθόρισε το Συμβούλιο επί της εξελίξεως της αγοράς. Τέλος, η αιτιολογία του επίδικου κανονισμού είναι ανεπαρκής.
17
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι ο επίδικος κανονισμός αποτελεί κανονιστική πράξη που προϋποθέτει επιλογές οικονομικής πολιτικής. Αφενός, πρόκειται για κανονιστική πράξη διότι αφορά το σύνολο των επιχειρηματιών που ασκούν εμπορική δραστηριότητα στον τομέα των οπωροκηπευτικών. Αφετέρου, προϋποθέτει επιλογές οικονομικής πολιτικής. Πράγματι, οι συντελεστές προσαρμογής έχουν ως σκοπό τον καθορισμό της τιμής αγοράς των προϊόντων που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά του οικείου προϊόντος πιλότου. Κατά τον καθορισμό όμως της τιμής αγοράς του προϊόντος πιλότου το Συμβούλιο υποχρεούται, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά της αγοράς και ιδίως το εύρος διακυμάνσεως των τιμών. Από αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να εφαρμόζει αντίστοιχα κριτήρια κατά τον καθορισμό των συντελεστών προσαρμογής που εφαρμόζονται στα προϊόντα που εμφανίζουν χαρακτηριστικά διαφορετικά από αυτά των προϊόντων πιλότων.
18
Στη συνέχεια πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1971, Aktien-Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου, σκέψη 11 ( 5/71, Race. 1971, σ. 975 ), έκρινε ότι η ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστησαν οι ιδιώτες από τα αποτελέσματα πράξεως που προϋποθέτει επιλογές οικονομικής πολιτικής γεννάται, βάσει της διατάξεως του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, μόνο σε περίπτωση επαρκώς διακεκριμένης παραβάσεως υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
19
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι δεν υπήρξε, εκ μέρους της Επιτροπής, επαρκώς διακεκριμένη παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Πράγματι, όσον αφορά τις αιτιάσεις που προέβαλαν οι ενάγοντες τις σχετικές με την κατάχρηση εξουσίας και την παραβίαση των βασικών αρχών οργανώσεως της αγοράς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής βάσει του βασικού κανονισμού, εναπόκειται στην Επιτροπή να καθορίζει, έπειτα από γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, τους συντελεστές προσαρμογής. Δεν υπάρχει επομένως ανάμειξη της Επιτροπής στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου, εφόσον η Επιτροπή ασκεί αρμοδιότητες που της ανατέθηκαν στο πλαίσιο της οργανώσεως της αγοράς. Εξάλλου, η τροποποίηση των τιμών αγοράς για ορισμένα προϊόντα, λόγω της θεσπίσεως νέων συντελεστών, αποτελεί συνέπεια των μηχανισμών ρυθμίσεως της αγοράς που προβλέπει ο βασικός κανονισμός.
20
Όσον αφορά τέλος την αιτίαση που στηρίζεται στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας του επίδικου κανονισμού, κατά πάγια νομολογία (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, Kind κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, 106/81, Συλλογή 1982, σ. 2885, σκέψη 14), ενδεχόμενες ελλείψεις της αιτιολογίας μιας κανονιστικής πράξεως δεν μπορούν να γεννήσουν ευθύνη της Κοινότητος.
21
Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ευθύνη της Κοινότητας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ενάγοντες δεν προέβαλαν επιχειρήματα, ούτε προσκόμισαν στοιχεία ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω τη νομιμότητα του επιδίκου κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
23
Δεδομένου ότι οι ενάγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή ως αβάσιμη.
2)
Καταδικάζει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Slynn
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy