Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Φυτοφαρμακευτικά προϊόντα - Οδηγία 79/117 - Επίδραση επί της εφαρμογής εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως σε προϊόντα μη καλυπτόμενα από την οδηγία - Δεν υφίσταται
(Οδηγία 79/117 του Συμβουλίου)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εξαιρέσεις - Προστασία της δημοσίας υγείας - Απαγόρευση εμπορίας και χρησιμοποιήσεως μη εγκεκριμένου φυτοφαρμακευτικού προϊόντος - Επιτρέπεται εν αναφορά προς τις διατάξεις της Συνθήκης και της συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Σουηδίας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36 συμφωνία ΕΟΚ-Σουηδίας, άρθρα 13, παράγραφος 1, και 20)
Περίληψη
1. Τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να ερμηνεύουν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την εμπορία και τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικών προϊόντων υπό το φως των διατάξεων και του σκοπού της οδηγίας 79/117, όταν εφαρμόζουν την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση σε προϊόντα τα οποία, επειδή δεν περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημα της οδηγίας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, με την οποία δεν γίνεται πλήρης εναρμόνιση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων.
2. Η δυνάμει εθνικού νόμου και επ' απειλή ποινικών κυρώσεων απαγόρευση της πωλήσεως, της διατηρήσεως εντός καταστήματος ή της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει του νόμου αυτού δεν προσκρούει στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως στον οικείο τομέα σε κοινοτικό επίπεδο, ούτε στα άρθρα 13, παράγραφος 1, και 20 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του Βασιλείου της Σουηδίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 125/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Gerechtshof της Χάγης (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου κατά
H. F. M. Nijman, κατοίκου Leidschendam,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 46), των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και των κοινοτικών διατάξεων περί εμπορικής πολιτικής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο H. F. M. Nijman, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους Χάγης Montijn-Swinkels και van Sandick,
- η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τους πληρεξουσίους της Heinemann και Fiersta,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιό της Rambow,
- η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιό της Reyn,
- η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσιό της Gensmantel, και
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1988, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Απριλίου 1988, το Gerechtshof της Χάγης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 70/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/24, σ. 46), των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης και των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων περί εμπορικής πολιτικής.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του Nijman λόγω παραβάσεως του Bestrijdingsmiddelenwet 1962 (ολλανδικού νόμου του 1962 περί φυτοφαρμακευτικών προϊόντων). Το άρθρο 2 του νόμου αυτού απαγορεύει την πώληση, τη διατήρηση εντός καταστήματος ή αποθήκης ή τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικού προϊόντος το οποίο δεν έχει εγκριθεί βάσει αυτού.
3 Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ο Nijman αμφισβητεί την άποψη ότι το προϊόν Improsol, το οποίο εισάγεται εξ ολοκλήρου ή κατά μέγα μέρος από τη Σουηδία, μπορεί να θεωρηθεί ως φυτοφαρμακευτικό προϊόν κατά την έννοια του Bestrijdingsmiddelenwet. Το Gerechtshof θεωρεί ότι, προκειμένου να κρίνει αν μία ουσία ή ένα μείγμα συγκεκριμένων ουσιών συνιστά φυτοφαρμακευτικό προϊόν κατά την έννοια του εν λόγω νόμου, πρέπει να λάβει υπόψη την οδηγία 79/117/ΕΟΚ. Κατά συνέπεια ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"Στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτό προκύπτει, ιδίως, από την οδηγία 79/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες,
1) Οι ουσιώδεις έννοιες ενός εθνικού νόμου που ρυθμίζει την εμπορία και τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικών προϊόντων (όπως ο Bestrijdingsmiddelenwet 1962), ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ότι μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την εν λόγω οδηγία 79/117/ΕΟΚ, πρέπει, καίτοι υπάρχει ενδεχομένως διαφορετικός ορισμός, να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται από τα εθνικά δικαστήρια κατά τρόπο ώστε να συμφωνούν πλήρως, ως προς το περιεχόμενο και την έκταση, προς τον ορισμό τους βάσει της οδηγίας;
2) Ποιους παράγοντες και ποιες περιστάσεις πρέπει να λάβει υπόψη ένα εθνικό δικαστήριο, προεκειμένου να κρίνει αν και κατά πόσον ένας εθνικός νόμος, όπως ο αναφερόμενος στο πρώτο ερώτημα, ο οποίος απαγορεύει, επ' απειλή ποινικών κυρώσεων, την πώληση, τη διατήρηση εντός καταστήματος ή αποθήκης ή τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικού προϊόντος το οποίο δεν έχει εγκριθεί βάσει αυτού,
α) αποτελεί εμπόδιο στο εμπόριο το οποίο επηρεάζει άμεσα την ίδρυση και τη λειτουργία της κοινής αγοράς κατά την έννοια της οδηγίας
β) αποτελεί ορθή και πλήρη, κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμογή της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ, και
γ) συνάδει ή αντιβαίνει προς τις άλλες σχετικές διατάξεις κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, ενδεχομένως δε προς κοινοτικά μέτρα εμπορικής πολιτικής απευθείας εφαρμοστέα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο του τρίτου μέρους, τίτλος ΙΙ, κεφάλαιο 3, της Συνθήκης ΕΟΚ;"
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η διαδικασία και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
5 Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κυρίας δίκης, το πρώτο ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά το ζήτημα κατά πόσον τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την οδηγία 79/117/ΕΟΚ ως στοιχείο ερμηνείας εθνικού νόμου που ρυθμίζει την εμπορία και τη χρησιμοποίηση φαρμακευτικών προϊόντων.
6 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, Von Colson και Kamann, σκέψη 26 (14/83, Συλλογή 1984, σ. 1891), η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν όταν εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο, να ερμηνεύουν υπό το φως των διατάξεων και του σκοπού της οδηγίας προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 189, εδάφιο 3, της Συνθήκης.
7 Εντούτοις, η απαγόρευση της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν ορισμένες δραστικές ουσίες, την οποία θέτει η οδηγία 79/117/ΕΟΚ, δεν εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας, παρά μόνο για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημά της. Επομένως, η οδηγία 79/117/ΕΟΚ δεν αποσκοπεί σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με τη θέση σε κυκλοφορία και τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικών προϊόντων.
8 Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να ερμηνεύουν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την εμπορία και τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικών προϊόντων υπό το φως των διατάξεων και του σκοπού της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ, ενόψει της εφαρμογής της οδηγίας αυτής σε προϊόντα που δεν περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημά της.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
9 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ένας εθνικός νόμος, ο οποίος απαγορεύει, επ' απειλή ποινικών κυρώσεων, την πώληση, τη διατήρηση εντός καταστήματος ή αποθήκης ή τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικού προϊόντος το οποίο δεν έχει εγκριθεί βάσει του εν λόγω νόμου, συμβιβάζεται προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ, τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης και τις κοινοτικές διατάξεις περί εμπορικής πολιτικής.
10 'Οσον αφορά το ζήτημα αν ο εθνικός νόμος συμβιβάζεται προς την οδηγία 79/117/ΕΟΚ, από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ περιορίζεται στα φυτοφαρμακευτικά προϊόντα των,οποίων οι δραστικές ουσίες περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση του παραρτήματος της οδηγίας, Εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ουσίες από τις οποίες αποτελείται το προϊόν Improsol δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα αν ο εθνικός νόμος συμβιβάζεται προς την οδηγία. Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η απάντηση στο πρώτο μέρος του δευτέρου ερωτήματος.
11 'Οσον αφορά το ζήτημα αν ο εθνικός νόμος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, πρέπει να υπομνησθεί προκαταρκτικώς ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται αδιακρίτως στα προϊόντα που προέρχονται από την Κοινότητα και στα προϊόντα που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία εντός οιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της αρχικής προελεύσεώς τους. Επομένως, υπ' αυτές τις επιφυλάξεις εφαρμόζονται τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης όσον αφορά το προϊόν Improsol.
12 Εν προκειμένω, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η επ' απειλή ποινικών κυρώσεων προβλεπομένη απαγόρευση πωλήσεως, διατηρήσεως ή χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει εθνικού νόμου μπορεί να επηρεάσει τις εισαγωγές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη όπου η κυκλοφορία του ιδίου προϊόντος είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ελεύθερη και να αποτελέσει κατ' αυτόν τον τρόπο εμπόδιο για το εμπόριο εντός της Κοινότητος. Μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό.
13 Ωστόσο, τα φυτοφαρμακευτικά προϊόντα ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, καθώς και για το περιβάλλον, όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο προκειμένου περί των παρασιτοκτόνων (βλέπε αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1984, Heijn, σκέψη 13, 94/83, Συλλογή 1984, σ. 3263, και της 13ης Μαρτίου 1986, Mirepoix, σκέψη 13, 54/85, Συλλογή 1986, σ. 1067). Η ύπαρξη των κινδύνων αυτών αναγνωρίζεται, εξάλλου, και στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας οδηγίας 79/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, κατά την οποία "αυτά τα φυτοφαρμακευτικά προϊόντα δεν έχουν μόνο ευνοϊκές επιπτώσεις στη φυτική παραγωγή ... δεδομένου ότι πρόκειται γενικά για τοξικές ουσίες ή παρασκευάσματα με επικίνδυνες συνέπειες".
14 Επομένως, εναπόκειται στα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 36 της Συνθήκης και ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως στον εν λόγω τομέα, να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων το οποίο κρίνουν σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων όπως διατυπώνονται στη Συνθήκη και ιδίως στην τελευταία περίοδο του άρθρου αυτού.
15 Συνεπώς, στο δεύτερο μέρος του δευτέρου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως στον οικείο τομέα σε κοινοτικό επίπεδο, η δυνάμει εθνικού νόμου και επ' απειλή ποινικών κυρώσεων απαγόρευση της πωλήσεως, της διατηρήσεως εντός καταστήματος ή αποθήκης ή της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει του νόμου αυτού δεν προσκρούει στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
16 Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα αν ένας νόμος όπως ο Bestrijdingsmiddelenwet συμβιβάζεται προς τις κοινοτικές διατάξεις περί εμπορικής πολιτικής, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου, το προϊόν Improsol εισάγεται εξ ολοκλήρου ή κατά μέγα μέρος από τη Σουηδία. Επομένως, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι το ερώτημα αφορά την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 99).
17 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της συμφωνίας αυτής προβλέπει ότι κανένας νέος ποσοτικός περιορισμός επί των εισαγωγών ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος δεν εισάγεται στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητος και της Σουηδίας. Η παράγραφος 2 του άρθρου 13 καταργεί τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών από 1ης Ιανουαρίου 1973 και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών από 1ης Ιανουαρίου 1975 το αργότερο.
18 Κατά το άρθρο 20, η συμφωνία δεν εμποδίζει τις απαγορεύσεις ή περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεως που δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελέσουν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων, ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
19 Επομένως, στο τρίτο μέρος του δευτέρου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δυνάμει εθνικού νόμου και επ' απειλή ποινικών κυρώσεων απαγόρευση της πωλήσεως, της διατηρήσεως εντός καταστήματος ή αποθήκης ή της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει του νόμου αυτού δεν προσκρούει στα άρθρα 13, παράγραφος 1, και 20 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του Βασιλείου της Σουηδίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου του Βελγίου και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Gerechtshof της Χάγης, με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1988, αποφαίνεται:
1) Τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να ερμηνεύουν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετική με την εμπορία και τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμακευτικών προϊόντων υπό το φως των διατάξεων και του σκοπού της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ, ενόψει της εφαρμογής της οδηγίας αυτής σε προϊόντα που δεν περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες από τις απαριθμούμενες στο παράρτημά της.
2) Ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως στον οικείο τομέα σε κοινοτικό επίπεδο, η δυνάμει εθνικού νόμου και επ' απειλή ποινικών κυρώσεων απαγόρευση της πωλήσεως, της διατηρήσεως εντός καταστήματος ή αποθήκης ή της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει του νόμου αυτού δεν προσκρούει στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
3) Η δυνάμει εθνικού νόμου και επ' απειλή ποινικών κυρώσεων απαγόρευση της πωλήσεως, της διατηρήσεως εντός καταστήματος ή αποθήκης ή της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικού προϊόντος μη εγκεκριμένου βάσει του νόμου αυτού δεν προσκρούει στα άρθρα 13, παράγραφος 1, και 20 της συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και του Βασιλείου της Σουηδίας.
Full & Egal Universal Law Academy