Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Φορολογικές διατάξεις - Εσωτερικοί φόροι - Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας - Η βαρύτερα φορολογούμενη κατηγορία αυτοκινήτων περιλαμβάνει μόνο εισαγόμενα αυτοκίνητα - Επιτρεπτό - Προϋποθέσεις - Απουσία κινήτρου για την αγορά εθνικών προϊόντων
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 95 )
2 . Φορολογικές διατάξεις - Εσωτερικοί φόροι - Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας των αυτοκινήτων - Η φορολογία αυξάνεται πέραν ενός ορισμένου κυλινδρισμού και στην πραγματικότητα πλήττει μόνο τα εισαγόμενα αυτοκίνητα - Επιτρεπτό - Δεν εισάγει διακρίσεις και δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 95 )
Περίληψη
1 . Το σύστημα φορολογήσεως κατά το οποίο το ποσό του φόρου αυξάνει προοδευτικά βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου δεν απαγορεύεται άνευ ετέρου από το κοινοτικό δίκαιο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενή διάκριση απλώς και μόνο επειδή στη βαρύτερα φορολογούμενη κατηγορία υπάγονται μόνο αυτοκίνητα εισαγόμενα και δη από άλλα κράτη μέλη . Το σύστημα αυτό παραβιάζει την απαγόρευση του άρθρου 95 της Συνθήκης όταν είναι ικανό να αποτρέψει τον καταναλωτή από την αγορά εισαγομένων προϊόντων που φορολογούνται βαρύτερα προς όφελος των προϊόντων εγχωρίας κατασκευής .
2 . Δεν εισάγει διακρίσεις και δεν έχει προστατευτικό αποτέλεσμα κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης το σύστημα προοδευτικής φορολογήσεως των αυτοκινήτων κατά το οποίο η προοδευτικότητα του φόρου αυξάνει έντονα από ορισμένο κυβισμό με αποτέλεσμα μια πολύ μικρή διαφορά κυλινδρισμού να αντιστοιχεί σε πολύ μεγάλη διαφορά στη φορολογία, εφόσον οι καταναλωτές που επιθυμούν να αποφύγουν την υψηλή φορολογία η οποία πλήττει στην πραγματικότητα μόνο τα εισαγόμενα αυτοκίνητα θα επιλέξουν ή μια άλλη κατηγορία αυτοκινήτων αλλοδαπής κατασκευής ή μια κατηγορία αυτοκινήτων είτε αλλοδαπής είτε εγχωρίας κατασκευής .
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-132/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Σ . Καραλή, πάρεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τη Μ . Ζορμπαλά, ειδική γραμματέα της υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Π . Μυλωνόπουλο, δικηγόρο, νομικό συνεργάτη στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Λ . Χαρέμη, τμηματάρχη του Υπουργείου Οικονομικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, Val Sainte Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας, μέσω του ειδικού φόρου καταναλώσεως και του εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους, φορολογικό καθεστώς που συνιστά διάκριση εις βάρος των αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κυβικών εκατοστών ( κ.ε .) που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο . Due, πρόεδρο, Κ . Ν . Κακούρη και Μ . Ζuleeg, προέδρους τμήματος, R . Joliet, J . C . Moitinho de Almeida G . C . Rodriguez Iglesias και F . Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Μischo
γραμματέας : J . Α . Ρompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Ιανουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Μαΐου 1988, η Επιτροπή άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας, μέσω του ειδικού φόρου καταναλώσεως και του εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους, φορολογικό καθεστώς που αποτελεί δυσμενή διάκριση εις βάρος των αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε . που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης .
2 Η Επιτροπή βάλλει κατά δύο στοιχείων του ελληνικού συστήματος φορολογήσεως των ιδιωτικών αυτοκινήτων, δηλαδή του ειδικού φόρου καταναλώσεως και του εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους .
3 Οι κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής ισχύουσες ρυθμίσεις σχετικά με τον ειδικό φόρο καταναλώσεως περιέχονται στον νόμο 363, της 22ας Ιουνίου 1976, περί του φορολογικού καθεστώτος των ιδιωτικών αυτοκινήτων ( ΦΕΚ Α' , 152 ), όπως τροποποιήθηκε το 1986 με το άρθρο 43 του νόμου 1676/1986 ( ΦΕΚ Α' , 204 ). Ο φόρος αυτός καταβάλλεται κατά την αγορά ή κατά την εισαγωγή αυτοκινήτου, καινούριου ή μεταχειρισμένου . Το ποσό του ισούται προς ορισμένο ποσοστό επί της τιμής πωλήσεως του αυτοκινήτου χωρίς φόρο . Λόγω του τρόπου υπολογισμού του φόρου, το ποσοστό αυτό αυξάνει σε συνάρτηση με τον κυλινδρισμό των αυτοκινήτων . Ομως, η προοδευτικότητα του φόρου δεν είναι σταθερή : πρώτον, η προοδευτικότητα αυξήσεως του φόρου είναι εντονότερη πάνω από τα 1 200 κ.ε . απ' ό,τι κάτω από το όριο αυτό, είναι δε ακόμη εντονότερη πάνω από τα 1 800 κ.ε . απ' ό,τι κάτω από αυτόν τον κυλινδρισμό εξάλλου, ο φόρος σημειώνει απότομη αύξηση στα 1 201 κ.ε . και νέα αύξηση, ακόμα πιο αισθητή, στα 1 801 κ.ε .
4 Οσον αφορά το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος, οι σχετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθρο 3 του προαναφερθέντος νόμου 363 της 22ας Ιουνίου 1976 . Το τέλος αυτό καταβάλλεται κατά την πρώτη ταξινόμηση του αυτοκινήτου, καινούριου ή μεταχειρισμένου . Το ποσό του ορίζεται σε δραχμές . Οπως και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, αυξάνει προοδευτικά σε συνάρτηση με τον κυλινδρισμό των αυτοκινήτων . Η προοδευτικότητα αυτής της αυξήσεως δεν είναι σταθερή από δύο απόψεις : πρώτον, η προοδευτικότητα αυξήσεως του φόρου είναι μεγαλύτερη μετά τα 1 200 κ.ε . και ακόμα μεγαλύτερη μετά τα 1 800 κ.ε . εξάλλου, ο φόρος σημειώνει απότομη αύξηση άνω του 50 % μεταξύ 1 800 και 1 801 κ.ε .
5 Με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1986, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό στην Ελληνική Δημοκρατία ότι θεωρεί το ελληνικό σύστημα φορολογήσεως των ιδιωτικών αυτοκινήτων, το οποίο περιλαμβάνει τους δύο ανωτέρω περιγραφομένους φόρους, αντίθετο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης .
6 Πρώτον, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι στην Ελλάδα κατασκευάζονται αυτοκίνητα κυλινδρισμού μόνον μέχρι 1 600 κ.ε . Υπενθύμισε ότι, με την απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, Ηumblot ( 112/84, Συλλογή 1985, σ . 1367 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας προοδευτικά αυξανόμενος φόρος επί των αυτοκινήτων, για να είναι πλήρως απαλλαγμένος από προστατευτικό αποτέλεσμα ή δυσμενείς διακρίσεις, πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και να περιλαμβάνει ισόμετρες αυξήσεις . Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ούτε ο ειδικός φόρος καταναλώσεως ούτε το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές . Κατά την άποψή της, κανένα αντικειμενικό κριτήριο δεν δικαιολογεί την υπέρμετρη φορολόγηση των αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε ., δεδομένου ότι όλα τα αυτοκίνητα είναι ομοειδή προϊόντα, ανεξαρτήτως του κυλινδρισμού τους .
7 Δεύτερον, η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι, με τον προαναφερθέντα νόμο 363 της 22ας Ιουνίου 1976, ευνοεί την αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων ελληνικής κατασκευής . Δυνάμει του νόμου αυτού, η βάση επιβολής του φόρου για τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα προσδιορίζεται διά μειώσεως της τιμής των αντιστοίχων καινούριων αυτοκινήτων κατά 5 % ανά έτος ηλικίας των αυτοκινήτων για τα οποία πρόκειται, με μεγίστη επιτρεπομένη μείωση 20 %. Δεδομένου ότι η πραγματική μείωση της αξίας τους είναι πολύ σημαντικότερη από τη μείωση που λαμβάνεται υπόψη με το σύστημα αυτό, η βάση επιβολής του φόρου για τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα υπερεκτιμάται .
8 Με έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να της διαβιβάσει τις παρατηρήσεις της επί των διαφόρων αυτών αιτιάσεων εντός προθεσμίας δύο μηνών .
9 Στις 15 Δεκεμβρίου 1986 η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε ότι αμφισβητεί τις αιτιάσεις της Επιτροπής . Υπογράμμισε ότι οι δύο φόροι πλήττουν αδιακρίτως τα αυτοκίνητα εγχωρίας παραγωγής και τα αυτοκίνητα παραγωγής εξωτερικού, τούτο δε βάσει αντικειμενικού κριτηρίου, δηλαδή του κυλινδρισμού . Ισχυρίστηκε ότι στην Ελλάδα τα αυτοκίνητα κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε . θεωρούνται προϊόντα πολυτελείας, που αγοράζονται μόνον από πρόσωπα με εξαιρετικά υψηλό εισόδημα, και ότι δικαιολογείται, επομένως, η επ' αυτών επιβολή ιδιαιτέρως υψηλής φορολογίας . Επιπλέον, ενόψει της κακής υποδομής του οδικού δικτύου και των προβλημάτων ρυπάνσεως που υπάρχουν στην Ελλάδα, δικαιολογείται η φορολογική νομοθεσία να αποθαρρύνει την αγορά αυτοκινήτων μεγάλου κυλινδρισμού . Η Ελληνική Δημοκρατία επισήμανε ακόμη ότι η προοδευτικότητα αυξήσεως των φόρων γίνεται πιο έντονη όχι μόνο πάνω από τα 1 800 κ.ε ., αλλά και πάνω από τα 1 200 κ.ε . Δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα αυτοκίνητα που παράγονται στην Ελλάδα έχουν κυλινδρισμό 1 300 κ.ε ., είναι φανερό ότι οι εν λόγω φόροι δεν έχουν καθοριστεί κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η εθνική παραγωγή .
10 Με την αιτιολογημένη γνώμη που διατύπωσε η Επιτροπή στις 21 Σεπτεμβρίου 1987, καθώς και με την απάντηση που της απηύθυνε η Ελληνική Δημοκρατία στις 30 Νοεμβρίου 1987, οι διάδικοι ενέμειναν καθένας στις απόψεις τους .
11 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς η εθνική νομοθεσία, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου .
12 Καταρχάς, πρέπει να εξακριβωθεί αν η αιτίαση που αναφέρεται στον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου επί των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της διαφοράς .
13 Οταν ρωτήθηκε ως προς αυτό, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αιτίαση αυτή αναπτύχθηκε στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη και επανελήφθη στο δικόγραφο της προσφυγής . Επικαλέστηκε σχετικά το σημείο 22 της προσφυγής, στο οποίο δηλώνει ότι "οι παραπάνω σκέψεις ισχύουν mutatis mutandis και για τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα ".
14 Επ' αυτού πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι σκέψεις που προηγούνται του σημείου 22 της προσφυγής αναφέρονται στην προοδευτικότητα του ειδικού φόρου καταναλώσεως και του εφάπαξ προσθέτου ειδικού τέλους . Οι σκέψεις αυτές δεν έχουν καμία σχέση με τον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου επί των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων .
15 Δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν διατύπωσε στην προσφυγή της κανένα επιχείρημα προς στήριξη της αιτιάσεως που αναφέρεται στον προσδιορισμό της βάσεως επιβολής του φόρου επί των εισαγομένων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η εν λόγω αιτίαση δεν μπορεί να εξεταστεί . Επομένως, το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται στην αιτίαση που αναφέρεται στη ρήξη της προοδευτικότητας την οποία παρουσιάζουν ο ειδικός φόρος καταναλώσεως και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος μετά το όριο των 1 800 κ.ε .
16 Οσον αφορά την αιτίαση αυτή, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίστηκε, κατά την έγγραφη διαδικασία, ότι τα όρια των διαφοροποιήσεων για τους εν λόγω δύο φόρους, δηλαδή τα 1 200 και τα 1 800 κ.ε ., δικαιολογούνται αντικειμενικώς, διότι ανταποκρίνονται στην ελληνική - και, σε ορισμένο βαθμό, στην ευρωπαϊκή - κοινωνική πραγματικότητα : τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό μέχρι 1 200 κ.ε . προορίζονται για πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος τα αυτοκίνητα με κυλινδρισμό από 1 201 μέχρι 1 800 κ.ε . αγοράζονται από πρόσωπα μέσου εισοδήματος τα αυτοκίνητα των οποίων ο κυλινδρισμός υπερβαίνει τα 1 800 κ.ε . προορίζονται, κυρίως στην Ελλάδα, για πρόσωπα που έχουν πολύ υψηλό εισόδημα .
17 Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικώς ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης δεν επιτρέπει έλεγχο για το αν είναι υπερβολικά υψηλή η φορολογία την οποία επιβάλλουν, ενδεχομένως, τα κράτη μέλη σε ορισμένα προϊόντα βάσει εκτιμήσεων που αφορούν την κοινωνική πολιτική . Οπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Μαΐου 1985, Ηumblot, σκέψεις 12 και 13, και με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 8 και 10 ( 200/85, Συλλογή 1986, σ . 3953 ), κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να υπάγουν προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα σε σύστημα φορολογήσεως κατά το οποίο το ποσό του φόρου αυξάνει προοδευτικά βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου, όπως ο κυλινδρισμός, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι αυτό το σύστημα φορολογήσεως δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις ούτε έχει προστατευτικό αποτέλεσμα .
18 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ένα σύστημα φορολογήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενή διάκριση απλώς και μόνον επειδή στη βαρύτερα φορολογούμενη κατηγορία υπάγονται μόνον εισαγόμενα, ιδίως από άλλα κράτη μέλη, προϊόντα ( βλέπε απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, Chemial Farmaceutici κατά DΑF, σκέψη 18, 140/79, Συλλογή 1981, σ . 1 ).
19 Προκειμένου να κριθεί αν ο ειδικός φόρος καταναλώσεως και το εφάπαξ πρόσθετο ειδικό τέλος εισάγουν δυσμενή διάκριση ή έχουν προστατευτικό αποτέλεσμα, πρέπει να ερευνηθεί αν οι φόροι αυτοί μπορούν να αποτρέψουν τους καταναλωτές από την αγορά αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε ., τα οποία κατασκευάζονται όλα στο εξωτερικό, τούτο δε προς όφελος αυτοκινήτων ελληνικής κατασκευής .
20 Αν υποτεθεί ότι οι ειδικότερες ρυθμίσεις του εν λόγω συστήματος φορολογήσεως αποτρέπουν, πράγματι, ορισμένους καταναλωτές από την αγορά αυτοκινήτων κυλινδρισμού άνω των 1 800 κ.ε ., οι καταναλωτές αυτοί θα επιλέξουν είτε ένα τύπο οχήματος μέσα από την κλίμακα αυτοκινήτων κυλινδρισμού από 1 600 μέχρι 1 799 κ.ε ., είτε ένα τύπο από την κλίμακα αυτοκινήτων κυλινδρισμού κάτω των 1 600 κ.ε . Ολοι, όμως, οι τύποι της πρώτης κλίμακας κατασκευάζονται στο εξωτερικό . Οσον αφορά τη δεύτερη κλίμακα, αυτή περιλαμβάνει τόσο αυτοκίνητα κατασκευαζόμενα στο εξωτερικό, όσο και αυτοκίνητα ελληνικής κατασκευής . Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέδειξε κατά ποιον τρόπο το εν λόγω σύστημα φορολογήσεως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το να ευνοεί αυτοκίνητα ελληνικής κατασκευής .
21 Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 . Απορρίπτει την προσφυγή .
2 . Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy