ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-137/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Οι προσφεύγοντες, υπάλληλοι της Επιτροπής, κατέβαλαν εισφορές, πριν αναλάβουν υπηρεσία στο εν λόγω θεσμικό όργανο, σε βελγικό ταμείο συντάξεων για μισθωτούς και/ή αυτοαπασχολούμενους.
2.
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως):
« Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία μιας από τις Κοινότητες, μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, έχει την ευχέρεια, κατά τον χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να καταβάλει στην Κοινότητα στην οποία υπάγεται:
—
είτε το στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων επί της συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση, όπου υπαγόταν,
—
είτε το κατ' αποκοπήν ποσόν της εξαγοράς που του οφείλεται από το ταμείο συντάξεως αυτής της διοικήσεως, του οργανισμού ή της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του.
Σε παρόμοια περίπτωση, το όργανο, στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό μονιμοποιήσεως, τον αριθμό των συνταξίμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει, δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας βάσει του ποσού του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού της εξαγοράς. »
3.
Με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981, Επιτροπή κατά Βελγίου ( 137/80, Συλλογή 1981, σ. 2393 ), το Δικαστήριο έκρινε: « Το Βασίλειο του Βελγίου, αρνούμενο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς των αποκτηθέντων υπό το βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιωμάτων συντάξεως αρχαιότητος [γήρατος] στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις του εκ της Συνθήκης ΕΟΚ. »
4.
Λόγω της αρνήσεως των βελγικών αρχών να εκτελέσουν την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου νέα προσφυγή ( υπόθεση 383/85 ) με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βέλγιο δεν εξετέλεσε την προαναφερθείσα απόφαση, παραβαίνοντας έτσι τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5.
Ένας πρώην υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Michel, προσέφυγε στα εθνικά δικαστήρια κατά του βελγικού Δημοσίου προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε στο πλαίσιο του εθνικού φορέα. Η Επιτροπή παρέσχε οικονομική και τεχνική αρωγή στον πρώην αυτόν υπάλληλο.
6.
Λόγω της εμμονής του βελγικού Δημοσίου να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, περισσότεροι από 800 υπάλληλοι και συνταξιούχοι υπέβαλαν, κατά τις αρχές του έτους 1987, αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, για « τεχνική και οικονομική αρωγή προκειμένου να προσφύγουν ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζητώντας να ρυθμιστεί το πρόβλημα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων... που απέκτησαν στο πλαίσιο του βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος ».
7.
Με απόφαση της 13ης Ιουλίου 1987, η οποία κοινοποιήθηκε ατομικά σε όλους τους ενδιαφερομένους, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε τις αιτήσεις αυτές. Στις 14 Οκτωβρίου 1987, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διοικητική ένσταση κατά της προαναφερθείσας απορριπτικής απόφασης. Η Επιτροπή απέρριψε τις διοικητικές αυτές ενστάσεις με ρητή απόφαση που κοινοποιήθηκε στους προσφεύγοντες στις 4 Μαΐου 1988.
8.
Κατόπιν αυτών, οι προσφεύγοντες άσκησαν την παρούσα προσφυγή κατά της αποφάσεως της 13ης Ιουλίου 1987 και της ρητής αποφάσεως της 4ης Μαΐου 1988.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Schneemann και των λοιπών πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 1988.
2.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, 66 προσφεύγοντες παραιτήθηκαν από την προσφυγή τους. Το Δικαστήριο ( δεύτερο τμήμα ), με Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1989, διέγραψε τα ονόματα των προσφευγόντων αυτών από τον κατάλογο των προσφευγόντων της υποθέσεως C-137/88.
3.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Εξάλλου, υπέβαλε ερωτήματα στην Επιτροπή και στο Βασίλειο του Βελγίου. Οι απαντήσεις δόθηκαν εντός των προθεσμιών που είχαν ταχθεί.
4.
Οι προοφείψοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει την παρούσα προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη ·
β)
κατά συνέπεια, να ακυρώσει:
—
την απορριπτική απόφαση της διοικήσεως επί της αιτήσεως που είχαν υποβάλει βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία ζητούσαν την οικονομική και τεχνική αρωγή της Επιτροπής στη διαφορά τους με το βελγικό Δημόσιο τη σχετική με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν στο πλαίσιο του βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος·
—
καθόσον κριθεί αναγκαίο, τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλαν ατομικώς, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως·
γ)
να υποχρεώσει την καθής να παράσχει στους προσφεύγοντες την τεχνική και οικονομική αρωγή που ζητούν προκειμένου να προσφύγουν ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζητώντας τη ρύθμιση του προβλήματος της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων από το βελγικό σύστημα στο κοινοτικό σύστημα·
δ)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα, είτε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, είτε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, ιδίως, τα έξοδα αντικλήτου, μετακινήσεως, διαμονής και αμοιβής των δικηγόρων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 73, στοιχείο β), του εν λόγω κανονισμού.
5.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να κρίνει την προσφυγή αβάσιμη ·
β)
να αποφανθεί κατά νόμο ως προς τα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων
Προς στήριξη των προσφυγών τους οι προσφεύγοντες προβάλλουν δύο λόγους που αναφέρονται:
—
στη μη τήρηση, εκ μέρους της Επιτροπής, της υποχρεώσεως αρωγής που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως·
—
στην παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων.
Επί τον πρώτον λόγον, πον αναφέρεται στψ παράβαση τον άρθρον 24 τον κανονισμού υπη ρεοιακής καταστάσεως
1.
Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Υφίστανται, εκ μέρους του βελγικού Δημοσίου, « λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων τους», κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων που τους παρέχει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επικαλούνται το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου, της 20ής Οκτωβρίου 1981, που αναγνωρίζει τα δικαιώματα που παρέχει στους υπαλλήλους η διάταξη αυτή, καθώς και την αντίστοιχη υποχρέωση όλων των κρατών μελών να λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της. Και η απλή διαπίστωση της κατάφωρης παραβιάσεως του νόμου της οποίας είναι θύματα αρκεί να θεμελιώσει το άμεσο και ενε-στώς ενδιαφέρον τους για τη συμμόρφωση του βελγικού Δημοσίου προς τις απαιτήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η επίμονη παράλειψη του βελγικού Δημοσίου — παρά την πρώτη καταδίκη του λόγω παραβάσεως, στις 20 Οκτωβρίου 1981, και την άσκηση, λόγω μη εκτελέσεως εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου της αποφάσεως αυτής, νέας προσφυγής, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, και παρά το σύνολο των διαβημάτων της Επιτροπής για φιλικό διακανονισμό — αποδεικνύει ότι μόνο η έκδοση εκτελεστού τίτλου εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων μπορεί να εξασφαλίσει τη μεταφορά των λόγω γήρατος συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα.
Οι ενέργειες στις οποίες προέβη η Επιτροπή σε διάστημα δεκαεννέα και πλέον ετών ( δηλαδή από τότε που δημοσιεύτηκαν οι γενικές διατάξεις για την εκτέλεση του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) αποδείχθηκαν εντελώς ατελέσφορες. Μόνο η προσφυγή στα βελγικά δικαστήρια θα μπορούσε να εξασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων των προσφευγόντων.
3.
Οι προσφεύγοντες επικαλούνται τη θεωρία του αμέσου αποτελέσματος, προκειμένου να υπογραμμίσουν το δικαίωμα και την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Τα βελγικά δικαστήρια, επιλαμβανόμενα αιτήματος για την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν πρέπει να παρεμποδίζονται στην εκπλήρωση της αποστολής τους από τις παραλείψεις του νομοθέτη.
Προκειμένου να στηρίξουν την άποψη τους, οι προσφεύγοντες τονίζουν τις εξουσίες των δικαστηρίων έναντι των διαφόρων εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες να παρεμβαίνουν για την εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης.
Στο πλαίσιο αυτό οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν, καταρχάς, ότι τα βελγικά δικαστήρια έχουν καθήκον να υποχρεώνουν τους οικείους εθνικούς συνταξιοδοτικούς φορείς να καταβάλλουν στις Κοινότητες είτε το στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων είτε το κατ' αποκοπήν ποσό εξαγοράς, επιβάλλοντας ενδεχομένως και πρόστιμο. Η μη τήρηση των κοινοτικών κανόνων εκ μέρους των οργάνων των εθνικών αυτών φορέων συνεπάγεται την προσωπική τους ευθύνη η οποία θα μπορούσε να επεκταθεί και στα προσωπικά τους περιουσιακά στοιχεία. Εξάλλου, οι εν λόγω φορείς είναι πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, χωρεί κατ' αυτών αναγκαστική εκτέλεση.
Εξάλλου, και εφόσον η παράλειψη που εμποδίζει την εκτέλεση της κοινοτικής διατάξεως οφείλεται στον νομοθέτη, οι προσφεύγοντες επικαλούνται απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1976 ( De Wilde κατά Βελγικού Δημοσίου, που παρατίθεται στο Journal des tribunaux, 1978, σ. 328 ), με την οποία το Πρωτοδικείο των Βρυξελλών δέχθηκε ότι ο νομοθέτης ευθύνεται για τη διατήρηση μιας νομικής καταστάσεως αντίθετης προς διεθνή σύμβαση ( τη σύμβαση για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Η συμμόρφωση του νομοθέτη προς τις κοινοτικές διατάξεις επιβάλλεται ακόμη περισσότερο μετά την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης της 20ής Οκτωβρίου 1981.
Τέλος, οι προσφεύγοντες τονίζουν, κατ' ουσίαν, ότι ενόψει του συστήματος κατά το οποίο καταρτίζονται οι νόμοι στο Βέλγιο η παράλειψη του Δημοσίου δεν οφείλεται αποκλειστικά στον νομοθέτη, αλλά προκύπτει επίσης από παράλειψη των οργάνων που έχουν την εξουσία να εκδίδουν κανονιστικές διατάξεις, καθώς και από παράλειψη της διοικήσεως. Κατά το βελγικό δίκαιο είναι δυνατόν να υποχρεωθεί η διοίκηση να αποκαταστήσει την προκληθείσα ζημία και να καταβάλει αποζημιώσεις.
Ως προς το κώλυμα που αφορά την αδυναμία αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του βελγικού Δημοσίου, το αρμόδιο για τις κατασχέσεις δικαστήριο των Βρυξελλών έχει επανειλημμένως δεχθεί τη νομιμότητα των κατασχέσεων εις βάρος του Δημοσίου. Το Δικαστήριο δε έχει σιωπηρώς αναγνωρίσει, με τη Διάταξη της 17ης Ιουνίου 1987, τη νομιμότητα κατασχέσεως εις χείρας της Επιτροπής κατά του βελγικού Δημοσίου (Universe Tankship κατά Επιτροπής, 1/87 SA, Συλλογή 1987, σ. 2807 ).
4.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, εξάλλου, ότι έχουν συμφέρον αμέσου προσφυγής ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων, προκειμένου να κατοχυρωθούν κατά του περιορισμού των δικαιωμάτων τους. Επικαλούνται, σχετικώς, την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Blaizot ( 24/86, Συλλογή 1988, σ. 379 ).
5.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι ο ενε-στώς χαρακτήρας του συμφέροντός τους δεν έχει σχέση με την προσέγγιση της επίσημης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 9, 10 και 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
6.
Η καθής υπογραμμίζει, καταρχάς, ότι η φύση και η έκταση του καθήκοντος αρωγής, δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προσδίδει στην υποχρέωση αρωγής τον χαρακτήρα υποχρεώσεως μέσου και όχι υποχρεώσεως αποτελέσματος. Στην παρούσα περίπτωση, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή η έκδοση τυπικού νόμου περί μεταφοράς των κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, δεν εμπίπτει, προφανώς, στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Η καθής διακρίνει την έννοια της αρωγής από την αστική έννοια της αλληλεγγύης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή δεν είναι ισοδύναμη με την υποχρέωση που υπέχει το βελγικό Δημόσιο. Εξάλλου, η επιλογή των « ενδεικνυομένων » μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς εκπλήρωση του καθήκοντος αρωγής ανάγεται, κατά πάγια νομολογία, στην ελεύθερη εκτίμηση της Επιτροπής (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1976, Μ. Ν. κατά Επιτροπής, 128/75, Rec. 1976, σ. 1567· απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Guillot κατά Επιτροπής, 53/72, Rec. 1974, σ. 791 ).
7.
Η Επιτροπή εκθέτει, κατόπιν, τα διαβήματα στα οποία προέβη προς τις βελγικές αρχές — κυρίως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ — καθώς και τις ενέργειες της, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπό μορφή τεχνικής και οικονομικής αρωγής, στο πλαίσιο ατομικής προσφυγής που άσκησε πρώην υπάλληλος ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων. Παρά την επίμονη παράλειψη του βελγικού Δημοσίου, οι ενέργειες αυτές δεν παρέμειναν ατελέσφορες, όπως προκύπτει από το προσχέδιο νόμου « περί μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπέρ υπαλλήλων που υπηρετούν σε οργανισμούς του δημοσίου διεθνούς δικαίου ». Το σχέδιο αυτό λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή επί ενός πρώτου σχεδίου νόμου. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι εξακολούθησε, παράλληλα, να εκπληρώνει την αποστολή της ως « φύλακας των Συνθηκών », κατά το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ.
8.
Η Επιτροπή διατυπώνει αμφιβολίες για το κατά πόσον η έκδοση εκτελεστού τίτλου από τα εθνικά δικαστήρια μπορεί να αποκαταστήσει τη νομιμότητα καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά προς τις Κοινότητες δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος.
Ως προς το θέμα αυτό η Επιτροπή επικαλείται, καταρχάς, «τα εύλογα όρια» που έταξε στο καθήκον αρωγής η νομολογία του Δικαστηρίου (π. χ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, Leonardini κατά Επιτροπής, 115/76, Rec. 1978, σ. 735, και απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1978, Verhaff κατά Επιτροπής, 140/77, Rec. 1978, σ. 2117) προκειμένου να θεμελιώσει την άποψη ότι ευλόγως, στην παρούσα υπόθεση, έκρινε ότι δεν χρειάζεται να παράσχει την αρωγή της για νέες ατομικές ενέργειες, ενόψει ιδίως του γεγονότος ότι η διοίκηση συνέδραμε ήδη τον Michel στις ενέργειες του. Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι το βελγικό Δημόσιο υποχρεούται ήδη, δυνάμει του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την άρση της παραβάσεως που διαπίστωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση του της 20ής Οκτωβρίου 1981.
9.
Καίτοι, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, μια απόφαση περί αναγνωρίσεως παραβάσεως μπορεί να θεμελιώσει την εσωτερική ευθύνη του οικείου κράτους μέλους έναντι, ιδίως, των ιδιωτών (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 39/72, Rec. 1973, σ. 101 ), ωστόσο, δικαιολογούνται αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα της σε εσωτερικό επίπεδο συναγωγής των συνεπειών της παραλείψεως των βελγικών αρχών. Πράγματι, οι απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν είναι « self-sufficient », εξ ου και η ανάγκη λήψεως μέτρων εκτελέσεως και η αδυναμία των συνταξιοδοτικών φορέων και της διοικήσεως να υποκαταστήσουν τον νομοθέτη, μόνο αρμόδιο για τη λήψη των μέτρων που απαιτούνται για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά την ευθύνη του νομοθέτη, η απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1976, την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες, παρέμεινε μεμονωμένη περίπτωση.
Η εξουσία των βελγικών δικαστηρίων να εκδίδουν διατάξεις και απαγορεύσεις, ενδεχομένως υπό την απειλή επιβολής προστίμου, δεν εκτείνεται και έναντι του νομοθέτη.
Εξάλλου, δικαστική απόφαση εκδιδόμενη εις βάρος προσώπου δημοσίου δικαίου δεν μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικώς.
10.
Η καθής αποκρούει, κατόπιν, το επιχείρημα που στηρίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, τονίζοντας ότι η προαναφερθείσα απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 διευκρινίζει μία νομική κατάσταση εξ υπαρχής, η οποία αναπτύσσει έναντι του βελγικού δημοσίου όλες τις συνέπειες της αναδρομικότητας.
11.
Τέλος, και εφόσον το Δικαστήριο κρίνει την προσφυγή βάσιμη, η Επιτροπή υπογραμμίζει την ανάγκη εξακριβώσεως της υπάρξεως βεβαίας ζημίας, μιας ορισμένης βαρύτητας, σε σχέση με την ηλικία των προσφευγόντων.
Επί του δευτέρου λόγου που αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της ισότητας των υπαλλήλων
1.
Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η Επιτροπή θα παραβιάσει τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων αν δεν τους παράσχει την αρωγή που παρέσχε στον Michel όταν προσέφυγε ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων.
2.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η κατάσταση του Michel όταν το 1985 ζήτησε την αρωγή της διαφέρει από την κατάσταση των προσφευγόντων το έτος 1987. Πράγματι, η οικονομική αρωγή που παρέσχε η διοίκηση σε έναν πρώην υπάλληλο, στο πλαίσιο προσφυγής του κατά του βελγικού Δημοσίου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, απέβλεπε κυρίως στο να ενισχύσει την πίεση επί των εθνικών αρχών. Το γεγονός αυτό καθιστά εντελώς περιττή την κίνηση μιας νέας δίκης εκ μέρους άλλων υπαλλήλων με το ίδιο αντικείμενο. Αυτή η διαφορά μεταξύ της καταστάσεως των προσφευγόντων και της καταστάσεως του Michel εξηγεί την απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής του αιτήματος των προσφευγόντων.
IV — Απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο
1.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) υπέβαλε στο Βασίλειο του Βελγίου και στην Επιτροπή το ακόλουθο ερώτημα:
« Θα μπορούσαν ίσως να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες στο Βέλγιο μέθοδοι υπολογισμού για τη μεταφορά δικαιωμάτων από βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα σε άλλο επίσης βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα — και εν αναμονή της θέσεως σε ισχύ της υπό κατάρτιση νομοθετικής ρυθμίσεως — στη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων προς τις Κοινότητες, είτε εκ μέρους των συνταξιοδοτικών φορέων είτε εκ μέρους των δικαστηρίων, που θα μπορούσαν με τον τρόπο αυτό να υπολογίσουν το ύψος των αποζημιώσεων σε σχέση με τα κεκτημένα δικαιώματα; »
2.
Το Βασίλειο του Βελγίου έδωσε την ακόλουθη απάντηση:
« Λόγω της κλιμακώσεως της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και της σημαντικής διαφοράς του κατά συνέπεια οφειλόμενου συνολικού ποσού, σε σχέση με το ποσό που προβλέπουν οι ισχύουσες βελγικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι εν λόγω μέθοδοι υπολογισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν από τους συνταξιοδοτικούς φορείς. Η βελγική κυβέρνηση δεν μπορεί να προδικάσει τη στάση που θα ακολουθήσουν τα βελγικά δικαστήρια επί του προβλήματος αυτού. »
3.
Η Επιτροπή έδωσε την ακόλουθη απάντηση:
« Καθόσον γνωρίζει η Επιτροπή, δεν υφίσταται κατά τη βελγική νομοθεσία παρά μία μόνο περίπτωση μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί στο πλαίσιο ενός συστήματος προς ένα άλλο εθνικό σύστημα: είναι η περίπτωση που ρυθμίζει ο νόμος της 5ης Αυγούστου 1968 που καθορίζει ορισμένες σχέσεις μεταξύ των συνταξιοδοτικών συστημάτων του δημόσιου τομέα και των συνταξιοδοτικών συστημάτων του ιδιωτικού τομέα ( Moniteur belge της 5ης Αυγούστου 1968 ).
Γενικότερα,
—
σε περίπτωση προσλήψεως σε δημόσια υπηρεσία εργαζομένου που ήταν προηγουμένως ασφαλισμένος στο γενικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων, οι φορείς που διαχειρίζονται το τελευταίο αυτό σύστημα υποχρεούνται να καταβάλουν στον φορέα που διαχειρίζεται το σύστημα συντάξεων επιζώντος του δημόσιου τομέα τα μαθηματικά αποθέματα των συντάξεων και προσόδων, καθώς και τις εισφορές που προβλέπει το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου·
—
αντιθέτως, όταν πρώην υπάλληλος δεν έχει πλέον δικαίωμα για σύνταξη αποχωρήσεως από την υπηρεσία, λογίζεται ότι ήταν ασφαλισμένος στο σύστημα συντάξεων των μισθωτών εργαζομένων “ καθόσον διάστημα προσέφερε αμειβόμενες υπηρεσίες λαμβανόμενες υπόψη για τη σύνταξη αποχωρήσεως από την υπηρεσία στο πλαίσιο του συστήματος στο οποίο υπαγόταν ”.
Δεν προβλέπεται μεταφορά δικαιωμάτων σε περίπτωση αλλαγής επαγγελματικής δραστηριότητας εντός του ιδιωτικού τομέα: προβλέπονται συντονιστικοί μηχανισμοί στο πλαίσιο του γενικού συστήματος συντάξεων που καλύπτει τους μισθωτούς εργαζομένους, μεταξύ των κανόνων υπολογισμού της συντάξεως, οι οποίοι μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το αν ο εργαζόμενος ασκούσε καθήκοντα υπαλλήλου, ναυτικού ή εργάτη ορυχείου (βλέπε βασιλικό διάταγμα υπ' αριθ. 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967, ιδίως άρθρο 10 αυτού ), αλλά δεν προβλέπεται μεταφορά δικαιωμάτων. Εξάλλου, σε περίπτωση συμπληρώσεως ασφαλιστικών περιόδων υπό το σύστημα των μισθωτών εργαζομένων, καθώς και υπό το σύστημα των αυτοαπασχολουμένων, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα γεννώνται και εκκαθαρίζονται στο πλαίσιο καθενός από τα συστήματα αυτά χωρίς μεταφορά δικαιωμάτων.
Είναι παρακινδυνευμένο να θεωρηθεί, για τους εκτιθέμενους στα υπομνήματα της Επιτροπής λόγους (υπόμνημα αντικρούσεως, σσ. 9 και 10· υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 4), ότι βελγικό δικαστήριο, υποκαθιστώντας τον νομοθέτη, θα μπορούσε να εφαρμόσει συγκεκριμένα μέτρα που θα επέτρεπαν την άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται στους υπαλλήλους να μεταφέρουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, εφαρμόζοντας κατ' αναλογίαν τις διατάξεις του νόμου της 5ης Αυγούστου 1968.
Εξάλλου, από την απλή σύγκριση των τελευταίων αυτών διατάξεων και των διατάξεων του προσχεδίου νόμου που πρόκειται να ρυθμίσει τη μεταφορά δικαιωμάτων, το οποίο επισυνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, προκύπτει η ουσιαστική αδυναμία στηρίξεως στον νόμο του 1968 για την πραγματοποίηση της μεταφοράς των δικαιωμάτων. »
4.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) υπέβαλε ακόμα στο Βασίλειο του Βελγίου το ακόλουθο ερώτημα:
« Το Βασίλειο του Βελγίου καλείται να ενημερώσει το Δικαστήριο ως προς το στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας στην οποία βρίσκεται το σχέδιο νόμου περί μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων που εργάζονται σε οργανισμό του δημοσίου διεθνούς δικαίου. »
5.
Το Βασίλειο του Βελγίου έδωσε την ακόλουθη απάντηση:
« Η υπό κατάρτιση νομοθετική ρύθμιση της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί υπό τη βελγική νομοθεσία προς τις Κοινότητες θα αφορά:
1)
τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως και τις συντάξεις επιζώντος που βαρύνουν το Δημόσιο ή μία από τις δημόσιες υπηρεσίες ή οργανισμούς επί των οποίων εφαρμόζεται ο νόμος της 14ης Απριλίου 1965 που καθορίζει ορισμένες σχέσεις μεταξύ των διαφόρων συνταξιοδοτικών συστημάτων του δημόσιου τομέα·
2)
τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία που χορηγούνται σε πρόσωπα τα οποία, λόγω της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπόκειντο σε συνταξιοδοτικό σύστημα δημοσίου οργανισμού, μη αναφερόμενου στο σημείο 1, καθώς και τις συντάξεις επιζώντος που χορηγούνται στους έλκοντες δικαιώματα εκ των προσώπων αυτών
3)
τις συντάξεις λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία και τις συντάξεις επιζώντος που βαρύνουν το συνταξιοδοτικό σύστημα των μισθωτών εργαζομένων
4)
τις προσόδους λόγω γήρατος και χηρείας που χορηγούνται δυνάμει του κεφαλαίου 1 του νόμου της 28ης Μαΐου 1971 περί ενοποιήσεως και εναρμονίσεως των συστημάτων κεφαλαιοποιήσεως που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο των νόμων που προβλέπουν την ασφάλιση λόγω γήρατος και προώρου θανάτου·
5)
τις νόμιμες παροχές λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία και επιζώντος που καταβάλλονται από τον υπερπόντιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Τα συνταξιοδοτικά αυτά συστήματα διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, τόσο ως προς τη γένεση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων και τους προβλεπόμενους για την ικανοποίηση τους πόρους όσο και ως προς τις ενδεχόμενες δυνατότητες μεταφοράς των δικαιωμάτων από βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα σε άλλο επίσης βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Ανάλογα με τις ιδιομορφίες του κάθε συστήματος, η μεταφορά αυτή πραγματοποιείται είτε βάσει των μαθηματικών αποθεμάτων των παροχών είτε βάσει του ύψους των ατομικών και εργοδοτικών εισφορών που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο του αντιστοίχου συστήματος.
Οι ιδιομορφίες αυτές απετέλεσαν σημαντικό εμπόδιο κατά την κατάρτιση του προσχεδίου νόμου αφενός μεν, διότι είναι ασυμβίβαστες με τις διατάξεις του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφετέρου δε, διότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν να προβλέπει η βελγική νομοθεσία σύστημα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ενιαίο και ομοιόμορφο για όλα τα βελγικά ασφαλιστικά συστήματα.
Για τους λόγους αυτούς, αποφασίστηκε με κοινή συμφωνία η περιοδική μεταφορά όλων των ληξιπροθέσμων παροχών που έχουν υπολογιστεί ανάλογα με τον αριθμό των περιόδων που λαμβάνονται υπόψη προς το σκοπό αυτό.
Πραγματοποιήθηκε σειρά επαφών μεταξύ των υπαλλήλων που εκπροσωπούσαν την Επιτροπή και των εκπροσώπων του βέλγου Υπουργού Συντάξεων με αντικείμενο την εξέταση των προβλημάτων κάι τη διατύπωση των αρχών βάσει των οποίων θα έπρεπε να καταρτιστεί ένα νέο σχέδιο νόμου.
Το προσχέδιο αυτό, ενιαίο για όλα τα εμπλεκόμενα βελγικά συνταξιοδοτικά συστήματα, υποβλήθηκε προς εξέταση σε όλες τις αρμόδιες βελγικές διοικητικές αρχές.
Βάσει των παρατηρήσεων και υποδείξεων που διατύπωσαν οι εν λόγω υπηρεσίες κρίθηκε αναγκαίο να εγκαταλειφθεί η ιδέα μιας ενιαίας ρυθμίσεως κοινής για όλα τα συνταξιοδοτικά συστήματα και να προτιμηθεί η κατάρτιση ειδικών διατάξεων για καθένα από αυτά, ώστε να αποφευχθούν οι διαφορετικές ερμηνείες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χρησιμοποίηση ορολογίας μη ανταποκρινόμενης στην εφαρμοστέα βελγική νομοθεσία.
Συνεχίζονται επί του παρόντος οι εργασίες προσαρμογής των διατάξεων αυτών, χωρίς απόκλιση από την αρχή ενός ενιαίου συστήματος μεταφοράς.
Προβλέπεται ότι το σύστημα θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1990. »
6.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) υπέβαλε, επίσης, στην Επιτροπή το ακόλουθο ερώτημα:
« Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εκδίκαση της προσφυγής που άσκησε ο R. Michel, πρώην υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά των βελγικών αρχών με αντικείμενο τη μεταφορά στις Κοινότητες των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος; »
7.
Η Επιτροπή έδωσε την ακόλουθη απάντηση:
« Κατά πληροφορίες που παρέσχε ο J.-N. Louis, συνήγορος των προσφευγόντων και του Michel, στη διαφορά του με το βελγικό Δημόσιο, οι διάδικοι αναμένουν τον καθορισμό δικασίμου. »
G. F. Mancini
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-137/88,
Marijke Schneemann και 408 άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον δικηγόρο Βρυξελλών Jean-Noël Louis, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Yvette Hamilius, 10, boulevard Royal,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Sean Van Raepenbusch, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παράσχει στους προσφεύγοντες την οικονομική και τεχνική της αρωγή στη διαφορά τους με το βελγικό Δημόσιο, τη σχετική με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει στο πλαίσιο βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, ασκούντα καθήκοντα προέδρου τμήματος, F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος και G. F. Mancini, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Σεπτεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1988 η Marijke Schneemann, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: Επιτροπή), και 408 άλλοι υπάλληλοι της Επιτροπής ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως), την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1987, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά τους στηριζόμενο στο άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για χορήγηση εκ μέρους της Επιτροπής «τεχνικής και οικονομικής αρωγής προκειμένου να προσφύγουν ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προς ρύθμιση του προβλήματος μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί στο πλαίσιο βελγικού συνταξιοδοτικού συστήματος ».
2
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέβη, αφενός μεν, το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αφετέρου δε, τη γενική αρχή της ισότητας των υπαλλήλων. Ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να υποχρεώσει την Επιτροπή να τους παράσχει την αιτούμενη αρωγή.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Πρέπει, καταρχάς, να τονισθεί ότι με την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 (Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, 137/80, Συλλογή 1981, σ. 2393), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, αρνούμενο να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για τη μεταφορά του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ' αποκοπήν ποσού εξαγοράς των κτηθέντων υπό το βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιωμάτων συντάξεως γήρατος στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1989 ( Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, 383/85, Συλλογή 1989, σ. 3069 ), ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ επειδή δεν προέβη στην εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 20ής Οκτωβρίου 1981.
5
Σχετικά με τον λόγο που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου και ότι, λόγω της παρατεινόμενης παραλείψεως του βελγικού Δημοσίου, μόνο η προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων θα μπορούσε να το υποχρεώσει να εφαρμόσει τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, ο οποίος παράγοντας, όπως κάθε κανονισμός, με άμεσα αποτελέσματα στην εθνική έννομη τάξη τους παρέχει τη δυνατότητα να επιτύχουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων.
6
Η Επιτροπή κρίνει, καταρχάς, ότι η υποχρέωση αρωγής που της επιβάλλει το άρθρο 24, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι μια υποχρέωση μέσων και ότι η επιλογή των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αρωγής ανάγεται στην ελεύθερη εκτίμηση της.
7
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επίσης, ότι δεν παραβιάστηκε το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αναφέρει σχετικώς, πρώτον μεν, ότι άσκησε, δυνάμει των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγές κατά του Βασιλείου του Βελγίου εκπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την αποστολή εποπτείας που της αναθέτει το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεύτερον δε, ότι παρέσχε οικονομική και τεχνική αρωγή σε πρώην υπάλληλο των Κοινοτήτων ο οποίος προσέφυγε στη βελγική δικαιοσύνη ζητώντας τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Τέλος, η Επιτροπή διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το αν η έκδοση εκτελεστού τίτλου από τα βελγικά δικαστήρια μπορεί να εξασφαλίσει την επιδιωκόμενη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
8
Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, γεγονός, εξάλλου, που δεν αμφισβητεί η Επιτροπή. Πράγματι, οι αιτήσεις μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τις οποίες αρνούνται να ικανοποιήσουν οι βελγικές αρχές, στηρίζονται στο γεγονός ότι οι προσφεύγοντες φέρουν την ιδιότητα του υπαλλήλου.
9
Πρέπει, επίσης, να τονισθεί ότι καίτοι οι διοικητικές υπηρεσίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαθέτουν, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αρωγής που υπέχουν, διακριτική εξουσία, υποκείμενη στον έλεγχο του Δικαστηρίου, κατά την επιλογή των μέτρων και των μέσων, ωστόσο στην παρούσα υπόθεση η υποχρέωση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθόσον, αφενός μεν, η Επιτροπή γνωρίζει, από μακρού ήδη, τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αρωγή, αφετέρου δε, οι διαφορές οι σχετικές με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι ιδιαιτέρως περίπλοκες. Είναι, πράγματι, απαραίτητος ο υπολογισμός στατιστικών ισοδυνάμων, εργασία που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ατομικώς ένας υπάλληλος ο οποίος δεν διαθέτει τα στοιχεία και τα απαραίτητα μέσα για να προβεί στους υπολογισμούς αυτούς και να εκτιμήσει, κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα που πρέπει να λάβει υπόψη του.
10
Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι εξεπλήρωσε την αποστολή που της αναθέτει το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την άσκηση προσφυγών κατά του Βασιλείου του Βελγίου, βάσει των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης, επιβάλλεται να τονισθεί ότι, στο πλαίσιο προσφυγής που έχουν ασκήσει υπάλληλοι, δυνάμει του άρθρου 179 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν η Επιτροπή έχει ορθώς εκπληρώσει την αποστολή εποπτείας που της αναθέτει, ιδίως, το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ (απόφαση της 15ης Μαρτίου 1984, S. Forcheri κατά Επιτροπής, 28/83, Συλλογή 1984, σ. 1425, σκέψη 12).
11
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά ειδικότερα το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο του λόγου που αναφέρεται στην παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προσφυγές λόγω παραβάσεως που άσκησε κατά του Βασιλείου του Βελγίου, πρέπει να τονισθεί ότι η Συνθήκη αναθέτει στην Επιτροπή, κατ' αποκλεισμόν των άλλων κοινοτικών οργάνων, το δικαίωμα ασκήσεως της προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αν γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής το αποτέλεσμα θα είναι να αναγνωρισθεί ότι το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προσλαμβάνει διαφορετικό περιεχόμενο επί ομοίων αιτήσεων αρωγής, ανάλογα με το αν οι αιτήσεις προέρχονται από υπαλλήλους που υπηρετούν στην Επιτροπή ή από υπαλλήλους που υπηρετούν σε θεσμικό όργανο που δεν διαθέτει την εξουσία ασκήσεως της προσφυγής του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αποτέλεσμα όπως αυτό θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων και, κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
12
Ως προς το επιχείρημα κατά το οποίο η Επιτροπή εξεπλήρωσε την υποχρέωση αρωγής που υπέχει από το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθόσον παρέσχε οικονομική και τεχνική αρωγή σε πρώην υπάλληλο, πρέπει να τονισθεί, αφενός μεν, ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου που ενδεχομένως επιτύχει υπέρ αυτού ο πρώην υπάλληλος, επικουρούμενος από την Επιτροπή, θα αφορά μόνο τους διαδίκους της συγκεκριμένης διαφοράς και δεν μπορεί να αποβεί εις όφελος των άλλων υπαλλήλων, αφετέρου δε, οι υπολογισμοί των στατιστικών ισοδυνάμων των σχετικών με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που πρόκειται, ενδεχομένως, να γίνουν στο πλαίσιο της αρωγής που παρασχέθηκε στον εν λόγω πρώην υπάλληλο δεν μπορούν να γενικευθούν και να εφαρμοστούν αδιακρίτως σε όλους όσους δικαιούνται μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Εξάλλου, οι ιδιαίτερα περίπλοκοι αυτοί υπολογισμοί απαιτούν την ενεργό συνεργασία των ειδικευμένων υπηρεσιών της κοινοτικής διοικήσεως, ώστε να μπορέσουν οι υπάλληλοι να αποφασίσουν αν έχουν συμφέρον να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.
13
Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής που αναφέρεται στην αβέβαιη έκβαση των δικών που ενδεχομένως κινήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων οι προσφεύγοντες υπάλληλοι και στις δυσχέρειες πού θα αντιμετωπίσουν οι προσφεύγοντες για την εκτέλεση των ευνοϊκών γι' αυτούς δικαστικών αποφάσεων, αρκεί να τονισθεί ότι η υποχρέωση αρωγής που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από υποθέσεις ως προς την έκβαση ενδεχομένης προσφυγής στη δικαιοσύνη. Πρέπει, εξάλλου, να τονισθεί, σχετικώς, ότι η Επιτροπή παρέσχε τεχνική και οικονομική αρωγή σε πρώην υπάλληλο χωρίς, ωστόσο, να είναι βεβαία ως προς την έκβαση της σχετικής δίκης.
14
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προκειμένου να στηρίξει την άρνηση της να παράσχει στους προσφεύγοντες τεχνική και οικονομική αρωγή δεν είναι βάσιμο και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της αιτήσεως που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες για την παροχή της αρωγής της Επιτροπής κατά το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
15
Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος που προέβαλαν οι προσφεύγοντες προς στήριξη της προσφυγής τους καθίσταται άνευ αντικειμένου.
16
Πρέπει, τέλος, να διευκρινιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του ( βλέπε προσφάτως την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, Oyowe και Traore κατά Επιτροπής, 100/88, Συλλογή 1989, σ. 4285 ), το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές προς τη διοίκηση στο πλαίσιο του στηριζόμενου στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ελέγχου νομιμότητας και ότι οι υποχρεώσεις που υπέχει η διοίκηση προκύπτουν μόνο από την ακύρωση μιας πράξεώς της, κατά το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα αιτήματα με τα οποία ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει την Επιτροπή να παράσχει την αιτούμενη αρωγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εάν υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1987, περί απορρίψεως της αιτήσεως των προσφευγόντων για παροχή της αρωγής της Επιτροπής κατά το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Due
Schockweiler
Mancini
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Φεβρουαρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος ασκών καθήκοντα προέδρου του δευτέρου τμήματος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy