ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-158/88 ( *1 )
Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
1. Νομικό πλούσιο
1.1 Η κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17, στο εξής: οδηγία), συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από σειρά μεταγενέστερων οδηγιών, τελευταία των οποίων είναι η οδηγία 89/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 92, σ. 15). Η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 85/348/ΕΟΚ, της 8ης Ιουλίου 1985 (ΕΕ L 183, σ. 24), ότι απαλλάσσονται του φόρου κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως, που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, τα εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 9 και 10 της Συνθήκης και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρος και η συνολική αξία των εμπορευμάτων αυτών δεν υπερβαίνει τα 350 ECU κατά άτομο. Για τους ταξιδιώτες που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος, η απαλλαγή ανέρχεται σε 90 ECU ( παράγραφος 2 ).
Με την προαναφερθείσα οδηγία 85/348, επετράπη στην Ιρλανδία να αποκλείει από τη φορολογική απαλλαγή τα εμπορεύματα των οποίων η κατά μονάδα αξία είναι μεγαλύτερη από 77 ECU για όλους τους ταξιδιώτες, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το άρθρο 5 της οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να μειώνουν την αξία και — ή τις ποσότητες των ατελώς εισαγομένων εμπορευμάτων όταν αυτά εισάγονται: α ) στο πλαίσιο της παραμεθορίου κυκλοφορίας· β) από το προσωπικό των συγκοινωνιακών μέσων, τα οποία χρησιμοποιούνται στη διεθνή κυκλοφορία' και γ ) από τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους μέλους, που σταθμεύουν σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού προσωπικού, καθώς και από τις συζύγους και τέκνα που συντηρούν.
Για την εφαρμογή της οδηγίας, το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει: « θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρος οι εισαγωγές οι οποίες: α) παρουσιάζουν ευκαιριακό χαρακτήρα και β) αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητα τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον ».
Το άρθρο 4 της οδηγίας θεσπίζει ποσοτικά όρια για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων.
1.2. Η εθνική ρύθμιση
Με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, European Communities ( Customs and Excise ) Regulations 1987, η Ιρλανδία έλαβε νέα μέτρα όσον αφορά τις απαλλαγές για τους ταξιδιώτες, με ισχύ από 1ης Απριλίου 1987.
Το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι για τη χορήγηση των απαλλαγών που αναφέρονται στα άρθρα 1, 2 και 4 της οδηγίας, ως ταξιδιώτης νοείται το πρόσωπο που: α) για την περίοδο των 48 ωρών που προηγούνται αμέσως της αφίξεώς του στο έδαφος δικαιοδοσίας του κράτους βρισκόταν εκτός του εδάφους αυτού και β) αν ερωτηθεί από τελωνειακό υπάλληλο, πείσει τον υπάλληλο αυτό ότι βρισκόταν εκτός του εδάφους αυτού κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας περιόδου.
Η Ιρλανδία διακρίνει έτσι μεταξύ αυτών που θεωρεί ως « αυθεντικούς » ταξιδιώτες ( δηλαδή αυτούς που παρέμειναν περισσότερο από 48 ώρες σε άλλη χώρα ) και των « φορολογικών » ταξιδιωτών. Οι « αυθεντικοί » ταξιδιώτες εξακολουθούν να χαίρουν της απαλλαγής που χορηγούν τα άρθρα 1, 2 και 4 της οδηγίας. Αντίθετα, οι « φορολογικοί » ταξιδιώτες δεν χαίρουν απαλλαγής.
2. Το ιστορικό της οιαφοράς
Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1987, η Επιτροπή κάλεσε την ιρλανδική κυβέρνηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να της υποβάλει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, τις παρατηρήσεις της σχετικά με το ασυμβίβαστο του φορολογικού συστήματος που καθιέρωσε η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου.
Στις 15 Μαΐου 1987, η Ιρλανδία ζήτησε παράταση της προθεσμίας υποβολής παρατηρήσεων που καθόρισε η Επιτροπή με το έγγραφο οχλήσεως της μέχρι τα μέσα Ιουνίου.
Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1987 η ιρλανδική κυβέρνηση υπέβαλε παρατηρήσεις και πληροφορίες προς υπεράσπιση της.
Με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 1987 η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Στη γνώμη αυτή διευκρίνισε ότι η ιρλανδική κυβέρνηση, μη συμμορφούμενη προς την προαναφερθείσα οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 1987 η ιρλανδική κυβέρνηση ζήτησε παράταση της προθεσμίας απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι δεν υπήρχε λόγος να δεχθεί το αίτημα αυτό, αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο.
Η — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Ιουνίου 1988.
Με Διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 1988, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, περιορίζοντας την απαλλαγή από τον φόρο κύκλου εργασιών και τον ειδικό φόρο καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, σε ποσό χαμηλότερο από αυτό που ορίζεται στα άρθρα 1, 2 και 4 της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
β)
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Η ιρλανδική κυβέρνηση, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή·
β)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι της προσφυγής και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Rewę II, 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721 ), τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ρυθμίζουν ελεύθερα τον τομέα που αφορά η οδηγία. Δεν τους απομένει παρά η περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζεται από την οδηγία να χορηγούν απαλλαγές διαφορετικές από τις αναφερόμενες στην οδηγία ( όπως τροποποιήθηκε). Δεδομένου ότι η οδηγία δεν διακρίνει μεταξύ των ταξιδιωτών και δεν προβλέπει περιορισμό βάσει της διάρκειας της παραμονής εκτός της δικαιοδοσίας του κράτους, η ιρλανδική κυβέρνηση δεν μπορεί να αρνηθεί να εφαρμόσει τις απαλλαγές που προβλέπουν τα άρθρα 1, 2 και 4 της οδηγίας σε όλους τους ταξιδιώτες που πληρούν τις προϋποθέσεις που η οδηγία αυτή καθορίζει.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η οδηγία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο εκτροπής του εμπορίου μόνον όσον αφορά το εμπόριο των παραμεθορίων περιοχών ( άρθρο 5, παράγραφοι 1, 4 και 5 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 72/230/ΕΟΚ, της 12ης Ιουνίου 1972, ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 30). Η ιρλανδική όμως ρύθμιση εφαρμόζεται σε όλους τους ιρλανδούς υπηκόους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν κατοικούν κοντά στα σύνορα, εντός των ορίων που ορίζει η οδηγία.
Η Επιτροπή παρατηρεί, εξάλλου, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις γερμανικές « κρουαζιέρες βουτύρου », την οποία επικαλέστηκε η ιρλανδική κυβέρνηση, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα επίδικα μέτρα. Πράγματι, στις αποφάσεις αυτές, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των απαλλαγών που προβλέπει η οδηγία, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.
Εξάλλου, σε μία από τις αποφάσεις αυτές ( της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Rewę Π, 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721 ) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο « ταξιδιώτης » είναι κάποιος που εισέρχεται από ένα κράτος μέλος σε άλλο, αφού είχε πράγματι τη δυνατότητα να προβεί σε αγορές στο κράτος μέλος αναχωρήσεως. Απ' αυτό προκύπτει ότι είναι απαράδεκτα άλλα κριτήρια, και συγκεκριμένα αυτό που υιοθέτησε η Ιρλανδία.
Όσον αφορά τις οικονομικές δυσκολίες που επικαλέστηκε η ιρλανδική κυβέρνηση και οι οποίες οφείλονται στις αγορές ιρλανδών υπηκόων στη Βόρεια Ιρλανδία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εμπορικά ρεύματα, οφειλόμενα στους διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ, υπάρχουν μεταξύ του Λουξεμβούργου και των γειτονικών κρατών μελών, ή μεταξύ της Γερμανίας και του Βελγίου, οφειλόμενα στις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, χωρίς τα οικεία κράτη να έχουν λάβει μέτρα με σκοπό να θέσουν τέρμα στις καταστάσεις αυτές.
Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η ιρλανδική κυβέρνηση από την επιδείνωση των οικονομικών συνεπειών των ταξιδιών με φορολογικό σκοπό, που οφείλεται στις διακυμάνσεις της αγγλικής λίρας ( UKL ), η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να προσχωρήσουν στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα και ότι η ιρλανδική νομοθεσία δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στις συναλλαγές μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πράγματι το Συμβούλιο της ζήτησε να συντάξει έκθεση επί του προβλήματος της εφαρμογής της οδηγίας στην Ιρλανδία, η έκθεση αυτή όμως έπρεπε να υποβληθεί στο τέλος του 1987. Δεδομένου ότι η ιρλανδική νομοθεσία θεσπίστηκε στις 31 Μαρτίου 1987, είναι προφανές ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν υποχρεώθηκαν να θεσπίσουν τη νομοθεσία αυτή λόγω παραλείψεως της Επιτροπής. Εξάλλου, αν υπήρχε παράλειψη, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είχε στη διάθεση του τα ένδικα μέσα για να την αντιμετωπίσει ( άρθρο 177 της Συνθήκης ) αντί να τροποποιήσει μονομερώς το κοινοτικό δίκαιο.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας προκύπτει ότι οι απαλλαγές χορηγήθηκαν για να επιτευχθούν οι ακόλουθοι στόχοι, πριν από την εναρμόνιση των εμμέσων φόρων στο εσωτερικό της Κοινότητας:
1)
να καταστεί περισσότερο ελεύθερο το σύστημα φορολογιών των εισαγωγών κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών·
2)
να γίνει ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση του αμοιβαίου ανοίγματος των αγορών των κρατών μελών·
3)
να δημιουργηθούν συνθήκες ανάλογες με αυτές μιας εσωτερικής αγοράς·
4)
να αποτραπεί η διπλή φορολογία των μη εμπορικού χαρακτήρος εισαγωγών εμπορευμάτων, οι οποίες πραγματοποιούνται από ταξιδιώτες, χωρίς αυτό να έχει ως συνέπεια την έλλειψη φορολογίας.
Οι διαδοχικές τροποποιήσεις της οδηγίας αποσκοπούν στη διευκόλυνση των στόχων αυτών και στην αντιμετώπιση των διαστρεβλώσεων του εμπορίου που μπορεί να προκύψουν από τα νέα μέτρα. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του καθεστώτος των εργαζομένων των παραμεθορίων περιοχών, που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας (όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 72/230, της 12ης Ιουνίου 1972, ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 30). Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για τον ίδιο σκοπό, να θεσπίσουν άλλους περιορισμούς στην εφαρμογή των απαλλαγών.
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, τα επίδικα μέτρα απετέλεσαν την κύρια αιτία μειώσεως των αγορών των κατοίκων της Ιρλανδίας εκτός των συνόρων ( 58 ο/ο το 1987 ). Στις διακυμάνσεις των τιμών, στις τιμές συναλλάγματος και στους δασμούς στην Ιρλανδία σε σχέση με τη Βόρειο Ιρλανδία δεν οφείλεται, κατά την άποψη της κυβερνήσεως, παρά ένα μικρό τμήμα της μειώσεως αυτής.
Η ιρΑανάική κυβέρνηση επικαλείται καταρχάς την οικονομική κατάσταση που την οδήγησε στη λήψη των επιδίκων μέτρων. Ο αριθμός των ταξιδιών των ιρλανδών υπηκόων που μεταβαίνουν στη Βόρεια Ιρλανδία για να επωφεληθούν των διαφορών του συντελεστή ΦΠΑ αυξήθηκε από το 1978. Έτσι για παράδειγμα τον Δεκέμβριο του 1985, στη διάρκεια μίας μόνο ημέρας, 18500 άτομα πέρασαν από τον τελωνειακό σταθμό του Carrickarnan, ενώ το προηγούμενο έτος, σε αντίστοιχη ημέρα τον ίδιο μήνα, ο αριθμός αυτός ήταν μόνο 10500.
Κατά συνέπεια εκτιμάται ότι, μόνο κατά το έτος 1986, 3,6 εκατ. ταξίδια πραγματοποιήθηκαν για τέτοιου είδους αγορές στη Βόρειο Ιρλανδία, με σημαντικές συνέπειες για την ιρλανδική οικονομία. Για τις αγορές αυτές δαπανήθηκαν 300 εκατ. ιρλανδικές λίρες (IRL), ποσό που αντιστοιχεί στο:
—
1,9 % του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος·
—
2,8 % του συνόλου των δαπανών των νοικοκυριών για εμπορεύματα και υπηρεσίες·
—
12,9 % των εισαγωγών ετοίμων προς χρήση καταναλωτικών αγαθών και
—
91,2 0/0 του ελλείματος εκ των τρεχουσών πράξεων του ισοζυγίου διεθνών πληρωμών.
Η ζημία που υπέστη για το 1986 το ιρλανδικό Δημόσιο Ταμείο υπολογίζεται σε 40 εκατ. IRL.
Κατόπιν των μέτρων που ελήφθησαν, τα ταξίδια στη Βόρεια Ιρλανδία μειώθηκαν αισθητά ( τον Δεκέμβριο του 1987, ο αριθμός των ατόμων που πέρασαν κατά τη διάρκεια μιας ημέρας από το τελωνείο του Carrickarnan ήταν μόνο 4000), πράγμα που — κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβερνήσεως — αποδεικνύει ποιος ήταν ο σκοπός της πλειοψηφίας των ταξιδιών πριν τεθεί σε ισχύ η προϋπόθεση των 48 ωρών.
Κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβερνήσεως είναι έργο των κρατών μελών να άρουν τα αποτελέσματα των καταχρήσεων στις οποίες οδηγεί η εφαρμογή της οδηγίας, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981, Rewę Ι ( 158/80, Συλλογή 1981, σ. 1805 ), και της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Rewę II (278/82, Συλλογή 1984, σ. 721 ), και Επιτροπή κατά Γερμανίας (325/82, Συλλογή 1984, σ. 777, 796 ). Σ' αυτές τις δύο τελευταίες αποφάσεις το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που προβλέπει η οδηγία δεν μπορούν να χορηγηθούν στην περίπτωση που η παραμονή στο κράτος μέλος διελεύσεως έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν παρέχει πράγματι τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως αγορών.
Η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η έκταση και το μέγεθος των καταχρήσεων που διαπιστώθηκαν όσον αφορά τα ταξίδια στη Βόρειο Ιρλανδία δημιούργησαν κατάσταση που είναι ακριβώς αντίθετη από αυτή που προβλέπει η οδηγία. Η εναρμόνιση των απαλλαγών από τους φόρους εισαγωγής που χορηγούνταν στους ιδιώτες στηρίζεται στην αρχή της επιβολής του φόρου στη χώρα καταγωγής, με παράλληλη έκπτωση του φόρου στη χώρα προορισμού. Δεδομένου του όγκου των συναλλαγών, ήταν αναμενόμενο ότι η εξαίρεση αυτή θα γινόταν κανόνας.
Στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985, Paul ( 54/84, Συλλογή 1985, σ. 915 ), το Δικαστήριο ερμήνευσε την έννοια της « παραμεθορίου ζώνης » της παραγράφου 5 του άρθρου 5 της οδηγίας και θεώρησε ότι οι περιορισμοί των απαλλαγών που προκύπτουν από τις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις αγορές που πραγματοποιούνται εντός ακτίνας 15 χμ. με κέντρο τον πιο κοντινό τελωνειακό σταθμό διελεύσεως. Η ιρλανδική κυβέρνηση θεωρεί ότι η κατάσταση στην Ιρλανδία παρουσιάζει προβλήματα που δεν υπήρχαν στην προαναφερθείσα υπόθεση και, επομένως, η απόφαση θα πρέπει να είναι διαφορετική.
Κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβερνήσεως η τότε πείρα κατέδειξε ότι το τεκμήριο καταστρατηγήσεως του συστήματος, το οποίο περιορίζεται στα πρόσωπα που κατοικούν στην παραμεθόριο ζώνη δεν εφαρμοζόταν στην προκειμένη περίπτωση, διότι οι τελωνειακές αρχές κατέγραψαν τη διέλευση λεωφορείων που είχαν διατρέξει έως 400 χμ. προς τις δύο κατευθύνσεις για να κάνουν καθαρά συμβολικό σταθμό με σκοπό την αγορά εμπορευμάτων μέχρι του μεγίστου ορίου της απαλλαγής.
Κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβερνήσεως, η εφαρμογή της οδηγίας σε μία τέτοια κατάσταση είναι αντίθετη προς τους στόχους της. Η ιρλανδική κυβέρνηση αναφέρει σχετικά την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1986, Irish Grain Board ( Training ) ( 254/85, Συλλογή 1986, σ. 3309 ) όπου, έναντι της διαπιστωθείσας καταχρήσεως, αναγνωρίστηκε ότι η αρμόδια αρχή μπορούσε να μην περιοριστεί στην απαίτηση του κατάλληλου πιστοποιητικού που περιλαμβάνεται στα τελωνειακά έγγραφα.
Τέλος, η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στην πρόσκληση του Συμβουλίου να « μελετήσει τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα διακρίσεως μεταξύ των “ αυθεντικών ” ταξιδιών και αυτών που πραγματοποιούνται για καθαρά φορολογικούς σκοπούς και να του υποβάλει πριν το πέρας του 1987 έκθεση, συνοδευόμενη ενδεχομένως από πρόταση, αν το πρόβλημα υφίσταται ακόμη κατά την ημερομηνία αυτή » (δήλωση που περιέχεται στα πρακτικά της συνόδου του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια της οποίας εκδόθηκε, στις 8 Ιουλίου 1985, η οδηγία του Συμβουλίου 85/348 που τροποποιεί την οδηγία ).
Αυτή η δήλωση του Συμβουλίου και το πώς την παραμέλησε η Επιτροπή αποτελούν, κατά την άποψη της ιρλανδικής κυβερνήσεως, στοιχεία που πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την κρίση της παρούσης υποθέσεως.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-158/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον David Grant Lawrence, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον John Collins, του Treasury Solicitor's Department, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον Louis Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον δικηγόρο James Ο' Reilly, barrister-at-Law, του δικηγορικού συλλόγου Ιρλανδίας, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, περιορίζοντας την εφαρμογή των απαλλαγών της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών, και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985 ( ΕΕ L 183, σ. 24 ), στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που παρουσιάζονται στα σύνορα της έχοντας παραμείνει εκτός του εδάφους της επί 48 ώρες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliét, T. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των εκπροσώπων των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1 Ιουνίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, περιορίζοντας την εφαρμογή των απαλλαγών της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985 ( EE L 183, σ. 24), στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που παρουσιάζονται στα σύνορα της έχοντας παραμείνει εκτός του εδάφους της επί 48 ώρες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Η παρούσα προσφυγή οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ιρλανδία, με τις European Communities ( Customs and Excise ) Regulations ( απόφαση περί των κοινοτικών δασμολογίων) της 31ης Μαρτίου 1987 (Statutory Instruments αριθ. 98, 1987 ), περιόρισε τη χορήγηση των απαλλαγών των άρθρων 1, 2 και 4 της οδηγίας 69/169 στα πρόσωπα που παρουσιάζονται στα σύνορα της μετά παραμονή εκτός του εδάφους της επί 48 ώρες.
3
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι αυτό το μέτρο είναι αντίθετο προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας, που δεν διακρίνουν μεταξύ των ταξιδιωτών και δεν προβλέπουν περιορισμό βάσει της διάρκειας της παραμονής εκτός του εδάφους κράτους μέλους, απηύθυνε στην ιρλανδική κυβέρνηση, κατ' εφαρμογήν του πρώτου εδαφίου του άρθρου 169 της Συνθήκης, έγγραφο οχλήσεως με ημερομηνία 15 Απριλίου 1987. Δεδομένου ότι από τις παρατηρήσεις της ιρλανδικής κυβερνήσεως δεν κατέστη δυνατό να μεταβληθεί η άποψη της, η Επιτροπή, με αιτιολογημένη γνώμη της 16ης Οκτωβρίου 1987, κάλεσε την Ιρλανδία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της.
4
Επειδή η Ιρλανδία δεν έλαβε τα μέτρα αυτά, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
5
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6
Η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει καταρχάς ότι οι απαλλαγές που προβλέπει η οδηγία 69/169 ισχύουν μόνο για τους καλούμενους « αυθεντικούς » ταξιδιώτες. Φαίνεται όμως ότι οι ιρλανδοί υπήκοοι προέβαιναν σε αναρίθμητα ταξίδια μιας ημέρας στη Βόρειο Ιρλανδία για να πραγματοποιήσουν εκεί αγορές, εκμεταλλευόμενοι τους χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ που ισχύουν εκεί καθώς και τις συμφέρουσες τιμές συναλλάγματος ( καλούμενοι « φορολογικοί » ταξιδιώτες ). Η κατάσταση αυτή προκάλεσε σημαντική ζημία στην ιρλανδική οικονομία. Η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν αναγκαία και, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, επιτρεπόμενη για να αρθούν τα αποτελέσματα της καταχρήσεως στην οποία οδήγησε η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
7
Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Rewę, 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721, σκέψη 31 ) προκύπτει ότι στον τομέα αυτό τα κράτη μέλη διατηρούν μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζεται από τις ίδιες τις διατάξεις των εν λόγω οδηγιών. Οι οδηγίες όμως αυτές δεν προβλέπουν καμιά δυνατότητα παρεκκλίσεως όσον αφορά τη διάρκεια των ταξιδιών.
8
Πρέπει να προστεθεί ότι στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας, το πλεονέκτημα των φορολογικών απαλλαγών που ισχύουν, σε ένα κράτος μέλος, για τα εμπορεύματα τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών χορηγείται εφόσον οι εν λόγω ταξιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να προβούν πράγματι σε αγορές σε άλλο κράτος μέλος ( απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 278/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 45 ). Απ' αυτό προκύπτει ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η εν λόγω απόφαση, μεταξύ « αυθεντικών » ταξιδιωτών και « φορολογικών » ταξιδιωτών, για να αρνηθεί στους τελευταίους το πλεονέκτημα των απαλλαγών που προβλέπει η οδηγία, δεν συμβιβάζεται με την οδηγία.
9
Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι, όταν λόγω της οικονομικής καταστάσεως ενός κράτους μέλους καθίσταται αναγκαία η θέσπιση εξαιρετικών διατάξεων, που εξαρτούν τη χορήγηση του πλεονεκτήματος των απαλλαγών από την ορισμένης διάρκειας παραμονή εκτός του εθνικού εδάφους, τέτοιες διατάξεις μπορούν να θεσπιστούν μόνο δυνάμει οδηγίας παρεκκλίνουσας από την οδηγία 69/169, όπως συνέβη για τη Δανία με την οδηγία 84/231/ΕΟΚ. του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1984 (ΕΕ L 117, σ. 42 ), ή δυνάμει μέτρου διασφαλίσεως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 108 και 109 της Συνθήκης. Η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 δεν εκδόθηκε δυνάμει καμιάς κοινοτικής οδηγίας ή μέτρου διασφαλίσεως προβλεπόμενου από τη Συνθήκη.
10
Η ιρλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι το επίδικο μέτρο είναι δικαιολογημένο διότι η Επιτροπή δεν έδωσε συνέχεια στην πρόσκληση του Συμβουλίου να « μελετήσει τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα διακρίσεως μεταξύ των «αυθεντικών» ταξιδιών και αυτών που πραγματοποιούνται για καθαρά φορολογικούς σκοπούς και να του υποβάλει, πριν από το τέλος του 1987, έκθεση, συνοδευόμενη ενδεχομένως από πρόταση περί του αν το πρόβλημα υφίσταται ακόμη κατά την ημερομηνία αυτή » ( δήλωση που περιέχεται στα πρακτικά της συνόδου του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια της οποίας εκδόθηκε η οδηγία 85/348 που τροποποιεί την οδηγία 69/169 ).
11
Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, το επίδικο μέτρο ελήφθη στις 31 Μαρτίου 1987, πολύ πριν από την οριακή ημερομηνία που είχε οριστεί για την υποβολή της προαναφερθείσας έκθεσης, και, εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο μονομερές μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από ενδεχόμενη παράλειψη της Επιτροπής.
12
Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, περιορίζοντας την εφαρμογή των απαλλαγών της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 85/348 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που παρουσιάζονται στα σύνορα της έχοντας παραμείνει εκτός του εδάφους της επί 48 ώρες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η καθης ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του παρεμβαίνοντος.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιρλανδία, περιορίζοντας την εφαρμογή των απαλλαγών της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ τον Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών που παρουσιάζονται στα σύνορα της έχοντας παραμείνει εκτός του εδάφους της επί 48 ώρες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του παρεμβαίνοντος.
Due
Schockweiler
Mancini
Joliét
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
O. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy