ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-159/88 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Τον Ιούλιο του 1987, η επιχείρηση Van Sillevoldt εισήγαγε στις Κάτω Χώρες μια παρτίδα 1000 κιλών όρυζας καταγωγής Ταϋλάνδης που έφερε την ένδειξη « thai white broken rice » (θραύσματα λευκανθείσας όρυζας καταγωγής Ταϋλάνδης). Για λόγους οφειλόμενους στη χρησιμοποιηθείσα τεχνική για τον διαχωρισμό των ολόκληρων κόκκων από τα θραύσματα, η παρτίδα αυτή περιείχε επίσης ορισμένο ποσοστό ολόκληρων κόκκων ατελούς ωριμάνσεως.
Από της θεσπίσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς όρυζας το 1967, οι εισαγωγές όρυζας καταγωγής τρίτης χώρας υπόκεινται σε εισφορά. Η εισφορά που επιβάλλεται στα θραύσματα όρυζας είναι μικρότερη από την επιβαλλόμενη στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους διότι τα θραύσματα όρυζας έχουν μικρότερο κόστος από την όρυζα σε ολόκληρους κόκκους.
Εν προκειμένω, το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten επέβαλε στην παρτίδα της εισαχθείσας όρυζας την εισφορά που εφαρμόζεται στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μείγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 175, στο εξής: κανονισμός περί των εισφορών ). Κατά τη διάταξη αυτή, η εισφορά που επιβάλλεται στα μείγματα που αποτελούνται από όρυζα και θραύσματα όρυζας είναι η εισφορά που επιβάλλεται στο συνθετικό που υπόκειται στην υψηλότερη εισφορά, αν κανένα από τα συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 ο/ο του βάρους του μείγματος.
Σύμφωνα με ανάλυση που διενήργησαν οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές, τα θραύσματα όρυζας αντιπροσώπευαν 83 % και οι ολόκληροι κόκκοι 17 ο/ο του βάρους της σχετικής παρτίδας όρυζας. Οι τελωνειακές αρχές κατέληξαν στο ποσοστό 83 % θραυσμάτων όρυζας εφαρμόζοντας τις διατάξεις του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127, στο εξής: βασικός κανονισμός ). Κατά το σημείο 3 του παραρτήματος αυτού, θραύσματα όρυζας θεωρούνται μόνον τα τεμάχια κόκκων, των οποίων το μήκος είναι ίσο ή κατώτερο των τριών τετάρτων του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου.
Προκειμένου να προσδιορίσουν αυτό το μέσο μήκος, οι τελωνειακές αρχές, κατ' εφαρμογήν του σημείου 2, στοιχείο γ ), του ίδιου παραρτήματος, μέτρησαν το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας. Λόγω της ατελούς ωριμάνσεώς τους, το μήκος των κόκκων αυτών ήταν μειωμένο. Κατά συνέπεια, μέρος των θραυσμάτων όρυζας που περιλαμβάνονταν στη σχετική παρτίδα υπερέβαινε τα τρία τέταρτα του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων και, επομένως, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως θραύσματα όρυζας κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος.
Στηριζόμενο στη ανάλυση των τελωνειακών αρχών, το Hoofdproduktschap, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών, επέβαλε την υψηλότερη εισφορά που προβλέπεται για τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους. Η Van Sillevoldt προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης.
Κατά την Van Sillevoldt, οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να λάβουν υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της σχετικής ποικιλίας όρυζας, δηλαδή τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους καταγωγής Ταϋλάνδης. Οι αρχές της Ταϋλάνδης πιστοποίησαν ότι το μήκος αυτό ανέρχεται σε 7 χιλιοστόμετρα. Οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές έλαβαν υπόψη μέσο μήκος 5,7 χιλιοστομέτρων, διότι αυτό αντιστοιχούσε στο μέσο μήκος των. ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν στο αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας.
Η Van Sillevoldt παρατηρεί ότι, αν οι τελωνειακές αρχές είχαν λάβει υπόψη το μέσο μήκος των 7 χιλιοστομέτρων, 97 Vo των θραυσμάτων όρυζας της σχετικής παρτίδας δεν θα υπερέβαιναν τα τρία τέταρτα του μήκους αυτού και θα είχαν θεωρηθεί ως θραύσματα όρυζας κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος. Εφόσον τα θραύσματα αποτελούσαν περισσότερο από 90 % του βάρους της εισαχθείσας παρτίδας, το Hoofdproduktschap έπρεπε να επιβάλει τη μειωμένη εισφορά που προβλέπεται για τα θραύσματα.
Το Hoofdproduktschap δήλωσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι το 1986 υπέβαλε ερώτημα στον πρόεδρο της επιτροπής διαχειρίσεως σιτηρών και όρυζας παρά τη Επιτροπή επί του ζητήματος μετρήσεως των ολόκληρων κόκκων. Αυτός απάντησε ότι έπρεπε να μετρώνται οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται στην εισαχθείσα παρτίδα όρυζας για τον υπολογισμό του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού. Τα ερωτήματα είναι διατυπωμένα ως εξής:
« 1)
Πρέπει το σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων πόυ θεσπίζει, το “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” νοείται ως το μέσο μήκος τού ολόκληρου κόκκου που περιλαμβάνεται στο οικείο δείγμα ή στην οικεία παρτίδα, περιλαμβανομένων και των ολόκληρων κόκκων ατελούς ωριμάνσεως;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μήπως πρέπει η εν λόγω διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι ελεύθερες να θεωρούν ως “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο αναφοράς που ασκεί επιρροή και, αν ναι, μέχρι ποιου σημείου οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, όταν προβαίνουν στην επιλογή τους, τις τυποποιημένες μετρήσεις που γίνονται δεκτές στις διεθνείς συναλλαγές;
3)
Σε περίπτωση απαντήσεως πλήρως ή εν μέρει καταφατικής στο πρώτο ερώτημα, η αναφερόμενη σ' αυτό διάταξη συμβιβάζεται με το σύστημα εισφοράς που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1418/76 και με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και/ή με την αρχή της ισότητας; »
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις 24 Αυγούστου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Fischer στις 29 Αυγούστου 1988, το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwproducten, εκπροσωπούμενο από τον πρόεδρο του Kleijwegf στις 2 Σεπτεμβρίου 1988, οι εταιρίες Van Sillevoldt, Euryza και De Erven de Weduwe J. Van Nelle, εκπροσωπούμενες από τους Braakman και Glazener, δικηγόρους Ρόττερνταμ· στις 8 Σεπτεμβρίου 1988, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Favaro, avvocato dello Stato.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Επί του προσήκοντος των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό όικαστήριο
Η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι τα θραύσματα όρυζας προορίζονται κανονικά για βιομηχανική χρήση, αλλά στις Κάτω Χώρες τα θραύσματα όρυζας υψηλής ποιότητας, δηλαδή αυτά που υπερβαίνουν ορισμένο μήκος, εισάγονται επίσης με σκοπό την ανθρώπινη κατανάλωση. Εν προκειμένω, η Van Sillevoldt εισήγαγε μείγμα θραυσμάτων και ολόκληρων κόκκων όρυζας. To Hoofdproduktschap ορθώς της επέβαλε την υψηλότερη εισφορά που επιβάλλεται στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους. Ο κανόνας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών συνιστά ακριβώς κανόνα « κατά της αποφυγής της εισφοράς »: έχει ως σκοπό να αποκλείει όπως μείγματα όρυζας προοριζόμενα για την ανθρώπινη κατανάλωση επιβαρύνονται με τη μειωμένη εισφορά που εφαρμόζεται στα θραύσματα. Μόνο για τον κανόνα αυτόν μπορεί να γίνεται λόγος εν προκειμένω. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού δεν είναι προφανώς τα προσήκοντα για την επίλυση της διαφοράς. Μπορεί να γίνει λόγος για τον κανόνα των « τριών τετάρτων του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου », που αναφέρεται στο σημείο αυτό, μόνον όταν η παρτίδα περιλαμβάνει αποκλειστικώς θραύσματα.
Β — Επί του πρώτου ερωτήματος
Η Van Sillevoldt αμφισβητεί ότι το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου, για το οποίο γίνεται λόγος στο σημείο 3 του παραρτήματος Α, είναι το μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 2, στοιχείο γ), του ίδιου αυτού παραρτήματος. Αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να επιβάλει τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), προκειμένου να προσδιοριστεί αν τα θραύσματα όρυζας είναι θραύσματα υπό την έννοια του σημείου 3, θα μεριμνούσε ώστε αυτό να προκύπτει σαφέστερα.
To Hoofdproduktschap δέχεται ότι η διατύπωση του παραρτήματος Α δεν είναι πολύ σαφής. Υπενθυμίζει ότι με το τηλετύπημα της Επιτροπής το 1986 παραμερίστηκαν οι αμφιβολίες του όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να εφαρμόσει το σημείο 3 του παραρτήματος αυτού. Κατά το τηλετύπημα αυτό, πρέπει να εφαρμόζεται η μέθοδος μετρήσεως η οποία προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), του παραρτήματος, προκειμένου να προσδιοριστεί αν τα θραύσματα όρυζας είναι θραύσματα του σημείου 3 του ίδιου παραρτήματος.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ορθώς έκανε τη διευκρίνιση αυτή με το τηλετύπημα το 1986. Η μέθοδος μετρήσεως που προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), η οποία επιβάλλει τη λήψη αντιπροσωπευτικού δείγματος της σχετικής παρτίδας, είναι η μόνη αξιόπιστη μέθοδος.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι μόνον οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται στη σχετική παρτίδα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση αναφοράς προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσοστό θραυσμάτων της ίδιας αυτής παρτίδας. Δέχεται ότι θα ήταν προτιμότερο το σημείο 3 να παραπέμπει ρητά στο σημείο 2, στοιχείο γ ), αλλά η έλλειψη της παραπομπής αυτής εξηγείται από το γεγονός ότι το Συμβούλιο θεώρησε τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών σημείων ως προφανή.
Το επιχείρημα ότι ο εισαγωγέας μπορεί ελεύθερα να επιλέξει άλλη βάση αναφοράς από την περιλαμβανόμενη στο σημείο 2, στοιχείο γ), δεν έχει κανένα έρεισμα στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Εν πάση περιπτώσει, αν ο εισαγωγέας μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα άλλη βάση, όπως το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της ποικιλίας της όρυζας για την οποία γίνεται λόγος, θα ήταν αναγκαίο να θεσπιστούν κοινοτικοί κανόνες που επιτρέπουν να εξακριβώνεται η ακρίβεια των στοιχείων τα οποία παρέχουν οι αρχές των χωρών καταγωγής των σχετικών παρτίδων όρυζας.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α, υπάρχει κίνδυνος ορισμένες παρτίδες θραυσμάτων όρυζας που περιέχουν ολόκληρους κόκκους ατελούς ωριμάνσεως να θεωρηθούν ως παρτίδες ολόκληρης όρυζας. Πάντως, ο εισαγωγέας μπορεί να προστατευθεί κατά του κινδύνου αυτού μεταθέτοντας τον στον αλλοδαπό προμηθευτή του με τις κατάλληλες συμβατικές ρήτρες. Επίσης, θα μπορούσε να ζητήσει όπως οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως διαχωριστούν από τους άλλους ολόκληρους κόκκους σε στάδιο μεταγενέστερο από αυτό της διαλογής με την οποία οι ολόκληροι κόκκοι διαχωρίζονται από τα θραύσματα.
Γ — Επί του όεΰτερου ερωτήματος
Η Van Sillevoldt υποστηρίζει ότι το σημείο 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί αφού ληφθεί υπόψη η ισχύουσα πρακτική στο διεθνές εμπόριο. Το ίδιο το Συμβούλιο αναγνώρισε κάτι τέτοιο. Κατά την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1553/71, της 19ης Ιουλίου 1971, που τροποποίησε τον κανονισμό 359/67/ΕΟΚ, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας ( JO L 164, σ. 5 ), « είναι σκόπιμο να αναθεωρηθούν οι ορισμοί σχετικά με την όρυζα, ώστε να πλησιάζουν κατά το δυνατό ... τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται στο διεθνές εμπόριο ».
Η Van Sillevoldt αναφέρεται στην ύπαρξη σχεδίου του διεθνούς προτύπου που ανέπτυξε ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποιήσεως ( ISO ), καθώς και στα ταϋλανδέζικα και αμερικάνικα πρότυπα τα οποία καθορίζουν όλα την έννοια των θραυσμάτων σε σχέση με το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της σχετικής ποικιλίας της όρυζας και όχι σε σχέση με το μέσο μήκος των κόκκων της οικείας παρτίδας θραυσμάτων.
Για το Hoofdproduktschap, την ιταλική κνβέρνηοη και την Επιτροπή, που θεωρούν ότι ο κανόνας μετρήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α έχει εφαρμογή, το δεύτερο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου.
Δ — Επί τον τρίτον ερωτήματος
— Το σύστημα εισφοράς που θεσπίζεται με τον βασικό κανονισμό
Η Van Sillevoldt θεωρεί ότι η επιβολή της εισφοράς για την ολόκληρη όρυζα στις εισαχθείσες από αυτήν παρτίδες θραυσμάτων όρυζας είναι αντίθετη προς το σύστημα εισφοράς που θεσπίζεται με τον βασικό κανονισμό. Παρατηρεί ότι στη σχετική παρτίδα όρυζας είχε αναγραφεί — στην Ταϋλάνδη — η ένδειξη « thai white broken rice ». Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η επιβαλλόμενη εισφορά δεν καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της διεθνούς τιμής και της κοινοτικής τιμής των θραυσμάτων όρυζας, αλλά τη διαφορά μεταξύ της διεθνούς τιμής των θραυσμάτων όρυζας και της κοινοτικής τιμής της ολόκληρης όρυζας.
Το Hoofdproduktschap συμμερίζεται την άποψη της Van Sillevoldt. Παρατηρεί ότι η επιβολή της υψηλότερης εισφοράς στην εισαγωγή θραυσμάτων όρυζας υψηλής ποιότητας περιέχει ακόμη τον κίνδυνο να εξαφανιστούν οι εισαγωγές αυτές.
Κατά την Επιτροπή, δεν έχει σημασία αν η οικεία παρτίδα χαρακτηρίστηκε ως θραύσματα όρυζας στο διεθνές εμπόριο. Πράγματι, από την ανάλυση που πραγματοποίησαν οι τελωνειακές αρχές προκύπτει ότι τα θραύσματα όρυζας που περιείχε η παρτίδα αυτή ανέρχονταν τουλάχιστον σε 90 ο/ο. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών ορίζει ότι επιβάλλεται εισφορά η οποία προβλέπεται για την ολόκληρη όρυζα.
— Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου
Η Van Sillevoldt αναφέρει ότι η ακολουθούμενη από το Hoofdproduktschap πρακτική διατηρεί μέχρι τον χρόνο εισαγωγής την αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα ποια εισφορά πρόκειται να επιβληθεί. Η αβεβαιότητα αυτή αυξάνεται ακόμη από το γεγονός ότι το μήκος των ολόκληρων κόκκων μπορεί να διαφέρει σημαντικά από μια παρτίδα όρυζας σε άλλη.
To Hoofdproduktschap δέχεται ότι η πρακτική του περιέχει τον κίνδυνο δημιουργίας απρόβλεπτων αποτελεσμάτων. Έτσι, η εξέταση δύο δειγμάτων της ίδιας παρτίδας όρυζας μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα.
Η ιταλική κνβέρνηοη ισχυρίζεται ότι τα αποτελέσματα της χρησιμοποιούμενης μεθόδου υπολογισμού δεν είναι καθόλου απρόβλεπτα.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο εισαγωγέας πρέπει να μεριμνά ώστε η λήψη υπόψη των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονται στις παρτίδες όρυζας να μην οδηγεί σε απρόβλεπτα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε να επιβάλλει όρους στον προμηθευτή του όσον αφορά τη σύνθεση των παρτίδων αυτών.
— Η αρχή της ισότητας
Η Van Sillevoldt ισχυρίζεται ότι δυο παρτίδες θραυσμάτων που περιλαμβάνουν τεμάχια όρυζας του ίδιου μήκους μπορεί, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α, να υπόκεινται σε διαφορετικές εισφορές διότι οι ολόκληροι κόκκοι που περιέχονται στην πρώτη παρτίδα δεν έχουν κατ' ανάγκη το ίδιο μέσο μήκος με αυτούς της δεύτερης παρτίδας.
To Hoofdproduktschap συμμερίζεται την άποψη αυτή.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να προβληθεί σοβαρά καμιά δυσμενής διάκριση μεταξύ παραγωγών.
Κατά την Επιτροπή, η διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρει σαφώς πώς, κατά τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Δεν αμφισβητεί ότι δύο παρτίδες όρυζας, χαρακτηριζόμενες ως θραύσματα όρυζας στο διεθνές εμπόριο, μπορεί να υπόκεινται σε διαφορετικές εισφορές. Πάντως, η έννοια των θραυσμάτων όρυζας — κατά το σημείο 3 του παραρτήματος Α — πρέπει να καθορίζεται όχι σε σχέση με τους χαρακτηρισμούς που εφαρμόζονται στο διεθνές εμπόριο, αλλά σε σχέση με το σημείο 2, στοιχείο γ ), του ίδιου αυτού παραρτήματος.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ολλανδοί εισαγωγείς θραυσμάτων όρυζας που πωλούνται προς ανθρώπινη κατανάλωση απολαύουν ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τους πωλητές της ολόκληρης όρυζας όταν τα θραύσματα όρυζας τα οποία αυτοί εισάγουν πληρούν τις προϋποθέσεις για την επιβολή της χαμηλότερης εισφοράς. Είναι αληθές ότι οι ολλανδοί εισαγωγείς χάνουν το ανταγωνιστικό αυτό πλεονέκτημα όταν τα εν λόγω θραύσματα όρυζας δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Ωστόσο, δεν είναι θύματα δυσμενούς διακρίσεως.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-159/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης ( Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ
Van Sillevoldt BV και λοιπών
και
Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
οι εταιρίες Van Sillevoldt, Euryza και De Erven de Weduwe J. Van Nelle, εκπροσωπούμενες από τους Α. J. Braakman και Ρ. Glazener, δικηγόρους Ρόττερνταμ,
—
το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwbrodukten, εκπροσωπούμενο από τον πρόεδρο του Ε. R. Kleijwegt,
—
η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Favara, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Fischer,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 9ης Νοεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 11ης Μαΐου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιουνίου 1988, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127, στο εξής: βασικός κανονισμός ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ τριών ολλανδών εισαγωγέων όρυζας και του Hoofdproduktschap σχετικά με το ύψος της εισφοράς που οι εισαγωγείς αυτοί (στο εξής: προσφεύγοντες της κύριας δίκης) όφειλαν να καταβάλουν επί μιας παρτίδας θραυσμάτων λευκανθείσας όρυζας σε μακρούς κόκκους προελεύσεως Ταϋλάνδης. Για λόγους οφειλόμενους στη χρησιμοποιηθείσα τεχνική διαλογής στη χώρα καταγωγής, η παρτίδα αυτή περιείχε όχι μόνον θραυσμένους κόκκους, αλλά και ολόκληρους κόκκους ατελούς ωριμάνσεως.
3
Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μείγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 175, στο εξής: κανονισμός περί εισφορών), η εισφορά που επιβάλλεται στα μείγματα όρυζας και θραυσμάτων όρυζας είναι εισφορά που προβλέπεται για το κύριο συνθετικό σε βάρος, αν αυτό αντιπροσωπεύει τουλάχιστον 90 ο/ο του βάρους του μείγματος. Αντίθετα, αν κανένα από τα συνθετικά δεν ανέρχεται στο ποσοστό αυτό, βάσει της δεύτερης περιπτώσεως της ίδιας διατάξεως επιβάλλεται η υψηλότερη εισφορά.
4
Από το σύστημα τιμών που καθιερώθηκε με τον βασικό κανονισμό προκύπτει ότι η προβλεπόμενη εισφορά για τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους είναι υψηλότερη από την προβλεπόμενη για τα θραύσματα. Πράγματι, από το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι οι εισφορές αυτές συμψηφίζουν, τόσο για τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους όσο και για τα θραύσματα όρυζας, τη διαφορά μεταξύ της διεθνούς τιμής και της κοινοτικής τιμής κατωφλίου. Βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού αυτού, η τιμή κατωφλίου των θραυσμάτων, τα οποία προορίζονται ουσιαστικά για βιομηχανικές χρήσεις — όπως στη μεταποίηση ζωοτροφών —, υπολογίζεται σε συνάρτηση με την τιμή κατωφλίου του αραβοσίτου του οποίου υφίστανται τον ανταγωνισμό. Η τιμή αυτή είναι σαφώς χαμηλότερη από την τιμή κατωφλίου της λευκαν-θείσας όρυζας σε μακρούς κόκκους, τιμή που υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου κανονισμού, σε συνάρτηση με την τιμή κατωφλίου της αποφλοιωμένης όρυζας σε μακρούς κόκκους.
5
Από το σημείο 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι θεωρούνται ως θραύσματα μόνον τα τεμάχια κόκκων, των οποίων το μήκος δεν υπερβαίνει τα τρία τέταρτα του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου. Του σημείου τρία προηγείται το σημείο 2 το οποίο περιλαμβάνει, στις υποπαραγράφους α ) και β ), ορισμό της όρυζας σε στρογγυλούς κόκκους και, στην υποπαράγραφο γ), μέθοδο μετρήσεως των κόκκων αυτών. Η μέτρηση αυτή πρέπει να γίνεται επί των κόκκων που περιέχονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της οικείας παρτίδας όρυζας.
6
Προκειμένου να προσδιορίσουν το ποσοστό των θραυσμάτων στην επίμαχη παρτίδα όρυζας, οι τελωνειακές αρχές εφάρμοσαν την αποκαλούμενη « εσωτερική μέθοδο μετρήσεως»: θεώρησαν ως μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου, κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α, το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν σε δείγμα της ίδιας αυτής παρτίδας. Στη μέθοδο αυτή αντιτάσσεται η αποκαλούμενη « εξωτερική » μέθοδος η οποία συνεπάγεται ότι λαμβάνεται υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων όπως αυτό πιστοποιείται, για την οικεία ποικιλία όρυζας, από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής.
7
Οι τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν τότε ότι το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν στην οικεία παρτίδα ανερχόταν σε 5,7 χιλιοστόμετρα και ότι 83 0/0 των τεμαχίων όρυζας που περιλαμβάνονταν στην ίδια αυτή παρτίδα δεν υπερέβαιναν τα τρία τέταρτα του μήκους αυτού και έπρεπε, επομένως, να θεωρηθούν ως θραύσματα. Επειδή, κατά την ανάλυση αυτή, τα θραύσματα δεν αντιπροσώπευαν 90% του βάρους του μείγματος, το Hoofdproduktschap, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών, επέβαλε την υψηλότερη εισφορά η οποία προβλέπεται για την όρυζα.
8
Κατά της αποφάσεως αυτής οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως. Προβάλλουν ότι, ως μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου, κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α, πρέπει να νοείται το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της ποικιλίας της όρυζας στη οποία ανήκουν τα τεμάχια όρυζας που περιλαμβάνονται στην παρτίδα. Σύμφωνα με πιστοποιητικό που εξέδωσαν οι αρχές της Ταϋλάνδης, το μέσο μήκος των κόκκων της ποικιλίας της όρυζας για την οποία γίνεται λόγος εν προκειμένω, δηλαδή της λευκανθείσας όρυζας σε μακρούς κόκκους, είναι 7 χιλιοστόμετρα. Αν οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές είχαν λάβει υπόψη το μήκος αυτό, θα κατέληγαν σε ποσοστό θραυσμάτων το οποίο θα υπερέβαινε το 90 % του βάρους της παρτίδας. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αναφέρονται σε ανάλυση την οποία αυτοί οι ίδιοι ζήτησαν να διενεργηθεί από ιδιωτικό ερευνητικό ινστιτούτο και κατά την οποία 97,7 ο/ο των τεμαχίων όρυζας δεν υπερέβαιναν τα τρία τέταρτα του πιστοποιημένου μέσου μήκους των 7 χιλιοστομέτρων. Από αυτό συνάγουν ότι, εν προκειμένω, έπρεπε να επιβληθεί η εισφορά που προβλέπεται για τα θραύσματα.
9
Με τη Διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι άκουσε πραγματογνώμονες. Αυτοί υπογράμμισαν ότι, εν προκειμένω, ο τρόπος με τον οποίο οι τελωνειακές αρχές εφάρμοσαν την εσωτερική μέθοδο μετρήσεως κατέληγε στο ότι το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν στην παρτίδα όρυζας δεν αντιστοιχούσε πλέον στο τυποποιημένο μήκος της οικείας ποικιλίας της όρυζας. Όσον αφορά την αποκαλούμενη « εξωτερική » μέθοδο, διευκρίνισαν ότι τα πιστοποιητικά των αρχών του κράτους καταγωγής, τα οποία πιστοποιούν το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της εν λόγω ποικιλίας, είναι καθολικώς αναγνωρισμένα στις διεθνείς συναλλαγές.
10
Υπό τις συνθήκες αυτές το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως εξής:
« 1)
Πρέπει το σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων που θεσπίζει, το “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” νοείται ως το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου που περιλαμβάνεται στο οικείο δείγμα ή στην οικεία παρτίδα, περιλαμβανομένων και των ολόκληρων κόκκων ατελούς ωριμάνσεως;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μήπως πρέπει η εν λόγω διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι ελεύθερες να θεωρούν ως “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο αναφοράς που ασκεί επιρροή και, αν ναι, μέχρι ποιου σημείου οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, όταν προβαίνουν στην επιλογή τους, τις τυποποιημένες μετρήσεις που γίνονται δεκτές στις διεθνείς συναλλαγές;
3)
Σε περίπτωση απαντήσεως πλήρως ή εν μέρει καταφατικής στο πρώτο ερώτημα, η αναφερόμενη σ' αυτό διάταξη συμβιβάζεται με το σύστημα εισφοράς που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ.) 1418/76 και με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και/ή με την αρχή της ισότητας; »
11
Στη έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά και η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου και δεύτερου ερωτήματος
12
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί καταρχάς, αν για τον καθορισμό του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού που αφορά την όρυζα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονται σε δείγμα της εισαχθείσας παρτίδας όρυζας ή το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της οικείας ποικιλίας της όρυζας, όπως το μήκος αυτό πιστοποιείται από πιστοποιητικά των αρχών της χώρας καταγωγής, τα οποία αναγνωρίζονται στις διεθνείς συναλλαγές, εν συνεχεία δε, αν υποτεθεί ότι πρέπει να εφαρμοστεί η πρώτη μέθοδος, αν πρέπει να αποκλειστούν οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως.
13
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι το σημείο 2 του παραρτήματος Α διευκρινίζει τη μέθοδο μετρήσεως που πρέπει να εφαρμόζεται προκειμένου να προσδιοριστεί αν οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται σε παρτίδα όρυζας πρέπει να θεωρούνται ως στρογγυλοί κόκκοι ή μακροί κόκκοι κατά την έννοια των υποπαραγράφων α ) και β ) του σημείου αυτού. Σχετικώς, η διάταξη αυτή διευκρινίζει, στην υποπαράγραφο γ ), ότι πρέπει να μετριέται το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της οικείας παρτίδας της όρυζας. Το σημείο 2 του παραρτήματος Α αποκλείει έτσι τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη τα πιστοποιητικά των αρχών της χώρας καταγωγής της οικείας παρτίδας της όρυζας προκειμένου να πιστοποιηθεί το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της ποικιλίας της όρυζας για την οποία γίνεται λόγος.
14
Απ' αυτό πρέπει να συναχθεί ότι, ορίζοντας ως θραύσματα τα τεμάχια όρυζας των οποίων το μήκος δεν υπερβαίνει τα τρία τέταρτα του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου, το σημείο 3 του παραρτήματος Α κάνει αναφορά μόνον στο μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται στην εισαχθείσα παρτίδα όρυζας, για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 2, και απέκλεισε την εφαρμογή οποιουδήποτε εξωτερικού κανόνα.
15
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι οι ολόκληροι κόκκοι, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο μετρήσεως, πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικοί της ποικιλίας της όρυζας στην οποία ανήκουν τα τεμάχια όρυζας για τα οποία γίνεται λόγος. Επομένως, δεν μπορεί να λαμβάνονται υπόψη οι ολόκληροι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως, το μήκος των οποίων είναι σχετικά μειωμένο και η παρουσία τους στην παρτίδα είναι μάλλον τυχαία.
16
Τα αποτελέσματα της μετρήσεως του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου θα καθίσταντο, εξάλλου, απρόβλεπτα αν οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως λαμβάνονταν υπόψη. Πράγματι, όπως αναφέρει το εθνικό δικαστήριο στη Διάταξη του, το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων μπορεί τότε να ποικίλλει όχι μόνον από μια παρτίδα όρυζας σε άλλη, αλλά και από δείγμα σε δείγμα της ίδιας παρτίδας όρυζας. Το ποσοστό των θραυσμάτων, το οποίο θα υπολογιστεί ανάλογα με το μήκος αυτό, θα διαφέρει επίσης, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να αφήνει τον εισαγωγέα σε αβεβαιότητα ως προς την εισφορά που θα του επιβληθεί, μέχρι τη στιγμή της εισαγωγής της οικείας παρτίδας.
17
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι, για τον καθορισμό του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου κατά τη έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού σχετικά με την όρυζα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων πού περιέχονται σε δείγμα της εισαγόμενης παρτίδας όρυζας, αποκλειομένων των κόκκων ατελούς ωριμάνσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
18
Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν το σημείο 3 του παραρτήματος Α, νοούμενο ως επιβάλλον να λαμβάνονται υπόψη οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται σε δείγμα της εισαχθείσας παρτίδας όρυζας, αποκλειομένων των κόκκων ατελούς ωριμάνσεως, δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου ή προς την αρχή της ισότητας.
19
Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται σε εισαχθείσες παρτίδες όρυζας μπορεί ασφαλώς να ποικίλλει από μια παρτίδα σε άλλη και απ' αυτό να προκύψουν αβεβαιότητες για τον εισαγωγέα ως προς το μέσο μήκος των κόκκων αυτών και, κατά συνέπεια, ως προς το ποσοστό των θραυσμάτων τα οποία περιέχονται στις εν λόγω παρτίδες. Ωστόσο, οι αβεβαιότητες αυτές δεν θίγουν την αρχή της ασφάλειας του δικαίου εφόσον ο εισαγωγέας είναι ενήμερος της μεθόδου μετρήσεως πριν από την εισαγωγή της σχετικής παρτίδας. Εξάλλου, οι εν λόγω αβεβαιότητες μειώνονται κατά το μέτρο που οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως αποκλείονται από τη μέτρηση.
20
Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αρχή της ισότητας μπορούσε να παραβιάζεται αν οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως αποκλείονταν από τη μέτρηση. Τα θραύσματα θα μπορούσαν τότε να φτάσουν ευκολότερα το ποσοστό 90 ο/ο του βάρους της οικείας παρτίδας της όρυζας, πράγμα που θα συνεπαγόταν την εφαρμογή της εισφοράς που προβλέπεται για τα θραύσματα. Οι ολλανδοί εισαγωγείς οι οποίοι, όπως εν προκειμένω, θα πωλούσαν τα θραύσματα όχι με σκοπό τη βιομηχανική χρήση, αλλά με σκοπό την ανθρώπινη κατανάλωση, θα ετύγχαναν τότε ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τους εισαγωγείς της ολόκληρης όρυζας.
21
Επί του σημείου αυτού, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών, η εισφορά η οποία προβλέπεται για τα θραύσματα εφαρμόζεται σε παρτίδα εισαχθείσας όρυζας εφόσον η παρτίδα αυτή περιλαμβάνει, σε ποσοστό 90 ο/ο του βάρους, θραύσματα όρυζας κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού. Το ζήτημα αν τα θραύσματα αυτά πωληθούν εν συνεχεία για σκοπούς άλλους πλην εκείνων για τους οποίους πωλούνται κατά παράδοση δεν είναι, επομένως, ουσιώδες.
22
Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το σημείο 3 του εν λόγω παραρτήματος Α, ερμηνευόμενο ως επιβάλλον τη λήψη υπόψη των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται σε δείγμα της παρτίδας της εισαγόμενης όρυζας, αποκλειομένων των κόκκων ατελούς ωριμάνσεως, δεν δημιουργεί ανισότητα ούτε ανασφάλεια στην εφαρμογή του συστήματος εισφοράς που να το καθιστά ασυμβίβαστο προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Eni των δικαστικών εξόδων
23
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης, με Διάταξη της 11ης Μαΐου 1988, αποφαίνεται:
1)
Για τον καθορισμό του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιέχεται σε δείγμα της εισαγόμενης παρτίδας όρυζας, αποκλειομένων των κόκκων ατελούς ωριμάνσεως.
2)
Το σημείο 3 αυτού του παραρτήματος Α, ερμηνευόμενο ως επιβάλλον τη λήψη υπόψη των ολόκληρων κόκκων που περιέχονται σε δείγμα εισαγόμενης παρτίδας όρυζας, αποκλειομένων των κόκκων ατελούς ωριμάνσεως, δεν δημιουργεί ανισότητα ή ανασφάλεια στην εφαρμογή του συστήματος εισφοράς, που να το καθιστά ασυμβίβαστο προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Slynn
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Ιουνίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Gordon Slynn
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy