Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Απόφαση σε βάρος υπαλλήλου - Υποχρέωση αιτιολογήσεως - Αντικείμενο - 'Εκταση
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδάφιο 2)
2. Υπάλληλοι - Κοινωνική ασφάλιση - 'Εξοδα λόγω ασθενείας - Επιστροφή - 'Εννοια των φαρμακευτικών προϊόντων - 'Εκταση
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72 ρύθμιση για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας, παράρτημα Ι, ψηφίο V οδηγία 65/65 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Επειδή η υποχρέωση αιτιολογήσεως έχει ως σκοπό συγχρόνως να επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο να εκτιμήσει αν η απόφαση είναι πλημμελής, ώστε να μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της και να καταστήσει εφικτό τον δικαστικό έλεγχο, η έκταση της υποχρέωσης αυτής πρέπει σε κάθε περίπτωση να κρίνεται βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού, εκπληρούται εφόσον οι περιστάσεις υπό τις οποίες η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο, καθώς και τα υπηρεσιακά σημειώματα και οι άλλες ανακοινώσεις που την συνοδεύουν, επιτρέπουν τη γνώση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφασή της.
2. Η έννοια των φαρμακευτικών προϊόντων του ψηφίου V, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος Ι της ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει, ελλείψει ορισμού στο κείμενο αυτό, να καθοριστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 65/65 περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα.
Βάσει των διατάξεων της οδηγίας αυτής, ένα οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα, που παρουσιάζει ιδιότητες θεραπευτικές για τις ασθένειες των ανθρώπων, χορηγείται με ιατρική συνταγή και αγοράζεται σε φαρμακείο, πρέπει να θεωρείται ως φαρμακευτικό προϊόν. Το κόστος του πρέπει να επιστρέφεται από το κοινό καθεστώς υγειονομικής ασφαλίσεως διότι το παρασκεύασμα αυτό δεν αναφέρεται στον κατάλογο των προϊόντων που υπάγονται στην κατηγορία των προϊόντων αισθητικού χαρακτήρα ή, όπως αποκαλούνται, ευεξίας, που δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα και επομένως αποκλείονται της επιστροφής, κατάλογο ο οποίος περιέχεται στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της προαναφερθείσας ρυθμίσεως, και δεν μπορεί, λόγω των χαρακτηριστικών του, να θεωρηθεί ως παρόμοιο με αυτά προϊόν.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-169/88,
Maurice Prelle, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, εκπροσωπούμενος από τον Guy Harles, δικηγόρο στο Cour superieure του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, 4, avenue Marie-Therese, ο οποίος είναι και ο αντίκλητός του,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Sean Van Raepenbusch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της σιωπηρής απορρίψεως από την ΑΔΑ της ενστάσεως που υποβλήθηκε στις αρχές Νοεμβρίου 1987 κατά αποφάσεως του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών του κοινού καθεστώτος υγειονομικής ασφαλίσεως με την οποία αρνήθηκε να αναλάβει τη δαπάνη φαρμακευτικού παρασκευάσματος που χορήγησε με συνταγή ο ιατρός Jourdan στη σύζυγο του Prelle και το οποίο παρασκευάστηκε στο φαρμακευτικό εργαστήριο του Jeannes,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Sir Gordon Slynn, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 27ης Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1988 ο Prelle, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή, ζητώντας, αφενός, να ακυρωθεί η σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως που είχε υποβάλει, στις 4 Νοεμβρίου 1987, κατά αποφάσεως του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών του κοινού καθεστώτος υγειονομικής ασφαλίσεως, με την οποία αρνήθηκε να αναλάβει τη δαπάνη ενός παρασκευάσματος και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει 8 000 βελγικά φράγκα (ΒFR) ως αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και της χρηματικής ζημίας που του προκάλεσε υποχρεώνοντάς τον να ασκήσει προσφυγή λόγω της λήψεως της αποφάσεως αυτής.
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 14 Ιουλίου 1987 ο προσφεύγων υπέβαλε στο Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών των Βρυξελλών αίτηση επιστροφής ποσού 400 γαλλικών φράγκων (FF) για ένα οργανοθεραπευτικό προϊόν. Το προϊόν αυτό για την αντιμετώπιση των ρευματισμών των αρθρώσεων χορηγήθηκε στη σύζυγό του με συνταγή γάλλου ιατρού και παρασκευάστηκε σε φαρμακευτικό εργαστήριο. Με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1987 το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών αρνήθηκε την επιστροφή των εξόδων για το προϊόν αυτό.
3 Κατόπιν επιστολής του της 28ης Σεπτεμβρίου 1987, με την οποία ζητούσε από το κοινό καθεστώς υγειονομικής ασφαλίσεως (στο εξής: ΚΚΥΑ) να του προσδιορίσει τους λόγους της αρνήσεως αυτής, ο προσφεύγων έλαβε, στις 26 Οκτωβρίου 1987, αντίγραφο της γνωματεύσεως του ιατρού-συμβούλου του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1987, στην οποία αναφερόταν "αλοιφή το κόστος της οποίας δεν αποδίδεται (οργανοθεραπεία)".
4 Στις 4 Νοεμβρίου 1987 ο Prelle άσκησε διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στις 7 Δεκεμβρίου 1987 έγραψε στην επιτροπή διαχειρίσεως του ΚΚΥΑ για να επιστήσει την προσοχή της στη σύγχυση του ιατρού-συμβούλου, ο οποίος χαρακτήρισε το εν λόγω προϊόν ως αλοιφή, το κόστος της οποίας είχε μάλιστα επιστραφεί, ενώ επρόκειτο για προϊόν που χορηγείται με ένεση.
5 Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 1988 η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση λόγω του ότι το οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί φαρμακευτικό προϊόν και, επομένως, δεν δικαιολογούσε επιστροφή της δαπάνης, δυνάμει του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 24 Ιουνίου 1988. Πριν από την κοινοποίηση αυτής της καθυστερημένης απαντήσεως στην ένστασή του, ο Prelle άσκησε την παρούσα προσφυγή.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς και η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται, αφενός, στην παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, αφετέρου, στην παράβαση του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της κοινοτικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επί του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται στην ανεπάρκεια αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως
8 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που προβλέπει ότι κάθε βλαπτική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, η απόφαση του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών της 2ας Σεπτεμβρίου 1987 στερείται κάθε αιτιολογίας σχετικά με την άρνηση αποδόσεως της δαπάνης, στο μέτρο που περιοριζόταν να κάνει λόγο για "παροχές το κόστος των οποίων δεν επιστρέφεται". Υπογραμμίζει σχετικά ότι λόγω της συγχύσεως του ιατρού-συμβούλου μεταξύ αλοιφής και προϊόντος που χορηγείται με ένεση η αιτιολογία που περιέχεται στη γνωμάτευσή του της 19ης Ιουλίου 1987 δεν αναφέρεται στο εν λόγω προϊόν, δηλαδή το προϊόν που χορηγείται με ένεση, ήταν δε τόσο συνοπτική ώστε δεν του επέτρεπε να συναγάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την προαναφερθείσα ερμηνεία του ψηφίου V του παραρτήματος Ι, στο οποίο στηρίζεται η άρνηση.
9 Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, ιδίως στην απόφαση της 21ης Ιουνίου 1984, Lux (69/83, Συλλογή 1984, σ. 2447), για να κριθεί αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο η επίδικη απόφαση, αλλ' επίσης και οι συμπαρομαρτούσες περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη. Επειδή η υποχρέωση αιτιολογίας έχει ως σκοπό συγχρόνως να επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο να εκτιμήσει αν η απόφαση είναι πλημμελής, ώστε να μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της και να καταστήσει εφικτό τον δικαστικό έλεγχο, η έκταση της υποχρέωσης αυτής πρέπει σε κάθε περίπτωση να κρίνεται βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών.
10 Εξάλλου το Δικαστήριο αποφάνθηκε, ιδίως στις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1977, Geist (61/76, Rec. 1977, σ. 1419), και της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Demont (791/79, Συλλογή 1981, σ. 3105), ότι η υποχρέωση αιτιολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού, εκπληρούται εφόσον οι περιστάσεις υπό τις οποίες η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους, καθώς και τα υπηρεσιακά σημειώματα και οι άλλες ανακοινώσεις που την συνοδεύουν, επιτρέπουν τη γνώση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφασή της.
11 Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι από τη σύγκριση της αποφάσεως του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών της 2ας Σεπτεμβρίου 1987, που αναφέρεται σε "παροχές το κόστος των οποίων δεν επιστρέφεται" και της γνωματεύσεως του ιατρού-συμβούλου της 19ης Ιουλίου 1987, στην οποία γίνεται λόγος για "αλοιφή το κόστος της οποίας δεν επιστρέφεται (οργανοθεραπεία)", προκύπτει, παρά τη σύγχυση του ιατρού-συμβούλου ως προς τα προϊόντα, κατά τρόπο λακωνικό αλλά αρκετά σαφή ότι ο λόγος απορρίψεως του αιτήματος του προσφεύγοντος είναι ο μη φαρμακευτικός χαρακτήρας του εν λόγω προϊόντος, κατά την έννοια του προαναφερθέντος ψηφίου V του παραρτήματος Ι.
12 Στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων γνώριζε αυτή την αιτιολογία, διότι, τόσο στην ένστασή του της 4ης Νοεμβρίου 1987, όσο και στην προσφυγή του της 17ης Ιουνίου 1988 υποστήριξε ότι η ερμηνεία της Επιτροπής σχετικά με το ψηφίο V του παραρτήματος Ι είναι εσφαλμένη.
13 Ενόψει των στοιχείων αυτών, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται στην παράβαση του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της κοινοτικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
14 Κατά το πρώτο εδάφιο του ψηφίου V του παραρτήματος Ι, "το κόστος των φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγεί με συνταγή ο ιατρός επιστρέφεται κατά 85% ...". Το δεύτερο όμως εδάφιο διευκρινίζει ότι "τα μεταλλικά νερά, τα τονωτικά κρασιά και ποτά, οι παιδικές τροφές, τα προϊόντα περιποίησης των μαλλιών, τα καλλυντικά, τα διαιτητικά φαγητά, τα είδη ατομικής υγιεινής, τα κλύσματα, τα θερμόμετρα, τα αφεψήματα, τα βοτανοθεραπευτικά προϊόντα και τα παρόμοια όργανα και προϊόντα δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα".
15 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, όταν ένα προϊόν χορηγείται με ιατρική συνταγή και παρασκευάζεται από φαρμακοποιό, το πρώτο εδάφιο του ψηφίου V υποχρεώνει το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών να επιστρέψει το κόστος του προϊόντος αυτού κατά 85%, εφόσον το προϊόν δεν αναφέρεται ρητά στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου αυτού που περιέχει αποκλειστική απαρίθμηση των προϊόντων που θεωρούνται ως μη φαρμακευτικά. Εφόσον τα οργανοθεραπευτικά προϊόντα δεν περιέχονται στον κατάλογο αυτό, πρέπει κατά συνέπεια να θεωρούνται ως φαρμακευτικά προϊόντα που εμπίπτουν στην επιστροφή που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο.
16 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι το εν λόγω προϊόν δεν αποτελεί φαρμακευτικό προϊόν κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως, δεδομένου ότι δεν παρουσιάζει θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες ή τουλάχιστον σε επαρκή βαθμό θεραπευτικό ενδιαφέρον, διαπιστούμενο σύμφωνα με τους σύγχρονους επιστημονικούς κανόνες, και ότι επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επιστροφής δυνάμει της διατάξεως αυτής. Υπογραμμίζει δε ότι οι συντάκτες της κοινοτικής ρυθμίσεως περιορίστηκαν να απαριθμήσουν ενδεικτικά στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου V, ορισμένα προϊόντα που, προφανώς, δεν είναι φαρμακευτικά προϊόντα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ιατρός-σύμβουλος του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών στερείται κάθε αρμοδιότητας, όσον αφορά την εκτίμηση της δυνατότητας επιστροφής του κόστους κάθε άλλου προϊόντος που χορηγείται με ιατρική συνταγή και στη συνέχεια παρασκευάζεται και πωλείται σε φαρμακείο.
17 Πρέπει προκαταρκτικά να καθοριστεί αν τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα καλύπτονται από την έννοια των φαρμακευτικών προϊόντων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του ψηφίου V και, σε καταφατική περίπτωση, αν μπορούν να εξομοιωθούν με τα προϊόντα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και, επομένως, να αποκλεισθούν από την επιστροφή.
18 Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι η προαναφερθείσα κοινοτική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας των φαρμακευτικών προϊόντων. Επομένως, για να καθοριστεί το περιεχόμενό της κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του ψηφίου V πρέπει να γίνει αναφορά στην οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25), που περιλαμβάνει ορισμένα χρήσιμα στοιχεία εκτιμήσεως, έστω κι αν θεσπίστηκε σε διαφορετικό πλαίσιο από αυτό της κοινοτικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
19 Για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής πρέπει να νοείται ως φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, "κάθε φάρμακο παρασκευασμένο εκ των προτέρων, που τίθεται στην κυκλοφορία υπό ειδική ονομασία και σε ειδική συσκευασία". Κατά συνέπεια, η οδηγία δεν αφορά ιδιοσκευάσματα παρασκευαζόμενα βάσει συνταγής ιατρού, όπως το εν λόγω οργανοθεραπευτικό προϊόν.
20 Εξαιρουμένων όμως του τρόπου παρασκευής και του τύπου της συσκευασίας, τα κύρια χαρακτηριστικά του φαρμακευτικού προϊόντος αναφέρονται στους ορισμούς των εννοιών του "φαρμάκου" και της "ουσίας" που περιέχονται στο άρθρο 1 της οδηγίας.
21 Κατά το άρθρο 1, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας φάρμακο αποτελεί "κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων". Το σημείο 3 της διατάξεως αυτής διευκρινίζει ότι η έννοια της ουσίας" περιλαμβάνει "κάθε ουσία, ανεξαρτήτως προελεύσεως, που μπορεί να είναι ... ζωική, όπως ... τμήματα οργάνων".
22 Βάσει των ορισμών αυτών, ένα οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα, που παρουσιάζει ιδιότητες θεραπευτικές για τις ασθένειες των ανθρώπων πρέπει να θεωρείται ως φαρμακευτικό προϊόν κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του ψηφίου V του παραρτήματος Ι, εφόσον χορηγείται με ιατρική συνταγή και αγοράζεται σε φαρμακείο.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει εντούτοις να εξακριβωθεί αν ένα τέτοιο οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα εμπίπτει στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της κανονιστικής ρυθμίσεως περί του κοινού καθεστώτος υγειονομικής ασφαλίσεως που αναφέρει ορισμένα προϊόντα που θεωρούνται ως μη φαρμακευτικά προϊόντα και για τα οποία επομένως δεν χωρεί επιστροφή των εξόδων.
24 Πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί εν προκειμένω ότι ο κατάλογος των προϊόντων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο έχει ενδεικτικό χαρακτήρα. Πράγματι, το ίδιο το κείμενο της διατάξεως αυτής αναφέρεται, εκτός από ορισμένο αριθμό προϊόντων που αναγράφονται ειδικά, στα παρόμοια όργανα και προϊόντα.
25 Τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα δεν αναφέρονται ειδικά στον κατάλογο αυτό. Δεν μπορούν δε να θεωρηθούν ούτε ως προϊόντα παρόμοια με αυτά που αναφέρονται ειδικά στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου V του παραρτήματος Ι, όπως, για παράδειγμα, τα μεταλλικά νερά, τα τονωτικά κρασιά και ποτά, οι παιδικές τροφές, τα προϊόντα περιποίησης των μαλλιών, τα καλλυντικά, τα διαιτητικά φαγητά, τα είδη ατομικής υγιεινής, τα βοτανοθεραπευτικά προϊόντα. Πράγματι, σε αντίθεση με τα οργανοθεραπευτικά προϊόντα, τα προϊόντα που απαριθμούνται στο εδάφιο αυτό δεν είναι προϊόντα προοριζόμενα για τη θεραπεία ειδικής ασθένειας, αλλά πρέπει μάλλον να θεωρηθούν, γενικά, ως προϊόντα αισθητικού χαρακτήρα ή, όπως αποκαλούνται, ευεξίας. Επομένως η μη κάλυψη της δαπάνης των προϊόντων αυτών φαίνεται ότι συνδέεται με αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και όχι με την έλλειψη αποδεδειγμένης θεραπευτικής αποτελεσματικότητάς τους.
26 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το κόστος των οργανοθεραπευτικών παρασκευασμάτων που χορηγούνται με ιατρική συνταγή και αγοράζονται σε φαρμακείο επιστρέφεται κατά 85%, δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά πρέπει να θεωρούνται ως φαρμακευτικά προϊόντα και δεν εμπίπτουν στην προαναφερθείσα κατηγορία των παρόμοιων προϊόντων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του ψηφίου V του παραρτήματος Ι.
27 Πρέπει επιπλέον να τονισθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η επίκληση του ψηφίου ΧV, παράγραφος 2, του παραρτήματος Ι από την Επιτροπή, για να δικαιολογηθεί ή μη επιστροφή της δαπάνης του οργανοθεραπευτικού προϊόντος. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την οποία τα έξοδα των θεραπειών που το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών, μετά από γνωμάτευση του ιατρού-συμβούλου, θεωρεί μη λειτουργικές, υπερβολικές ή μη απαραίτητες δεν επιστρέφονται, δεν αποτελεί, πράγματι, το έρεισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως η δε Επιτροπή την επικαλέστηκε μόλις με το υπόμνημα αντικρούσεώς της.
28 Πρέπει τέλος να υπογραμμιστεί ότι αν, ενόψει της τωρινής διατυπώσεως του ψηφίου V του παραρτήματος Ι, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί την κάλυψη της δαπάνης των οργανοθεραπευτικών παρασκευασμάτων, ο ενδεικτικός χαρακτήρας του καταλόγου των προϊόντων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής προσφέρει στους συντάκτες της κοινοτικής ρυθμίσεως τη δυνατότητα να τροποποιήσουν το εδάφιο αυτό κατά τρόπο ώστε να συμπεριληφθούν ρητώς τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα στα προϊόντα που δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα.
29 Κάθε άλλη ερμηνεία του ψηφίου V του παραρτήματος Ι με την τωρινή μορφή του θα εξέθετε κατά παράλογο τρόπο τους ασφαλισμένους στον δύσκολα δυνάμενο να προβλεφθεί κίνδυνο αρνήσεως καλύψεως της δαπάνης, ακόμη και στην περίπτωση προϊόντος που χορηγείται με ιατρική συνταγή και αγοράζεται σε φαρμακείο, ενώ, μη όντας ειδικοί στη φαρμακολογία, οι ασφαλισμένοι μπορούν δικαιολογημένα να προσδοκούν, ενόψει του ψηφίου V, ότι το ποσό που κατέβαλαν για την αγορά του προϊόντος αυτού θα τους επιστραφεί.
30 Κατά συνέπεια, ενόψει των στοιχείων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
31 Πρέπει επομένως να κριθεί βάσιμη η προσφυγή και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της ενστάσεως του προσφεύγοντος της 4ης Νοεμβρίου 1987. Κατά το άρθρο 176, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή υποχρεούται να συναγάγει από την ακύρωση αυτή τα αναγκαία συμπεράσματα και να επιστρέψει στον προσφεύγοντα το αντίτιμο, σε βελγικά φράγκα, του 85% του ποσού των 400 FF, προσαυξημένου με τους νόμιμους τόκους από 11ης Νοεμβρίου 1987, δηλαδή από της επομένης της ημερομηνίας που φέρει το αποδεικτικό παραλαβής της ενστάσεως.
32 Το αίτημα σχετικά με αποζημίωση ύψους 8 000 ΒFR, που διατύπωσε ο προσφεύγων, ζητώντας την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και αποκατάσταση της χρηματικής ζημίας που υπέστη λόγω της επιδίκου αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι ο ενδιαφερόμενος δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τη ζημία. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι εν πάση περιπτώσει η παρούσα απόφαση αποτελεί πρόσφορη ικανοποίηση κάθε ενδεχόμενης ηθικής βλάβης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Ακυρώνει τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της ενστάσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 4 Νοεμβρίου 1987 καθώς και την απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1987, με την οποία το γραφείο εκκαθαρίσεως του κοινού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας αρνήθηκε να καλύψει, σε ποσοστό 85%, τη δαπάνη οργανοθεραπευτικού παρασκευάσματος.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy