ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-189/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και την αποδοχή της προσφοράς αναλήψεως υποχρεώσεως στα πλαίσια της επανεξέτασης της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές χάρτου και χαρτονίου kraft καταγωγής Αυστρίας, Καναδά, Φινλανδίας, Πορτογαλίας, Σοβιετικής Ένωσης και Σουηδίας ( ΕΕ L 64, σ. 25), επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft προϊόντων περιτυλίγματος, γνωστών με την ονομασία « kraftliner μη λευκασμένα », καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της κανονικής αξίας στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και « της καθαρής κοινοτικής τιμής “ελεύθερο στα σύνορα” του ατελώνιστου προϊόντος, ανά τόνο, όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας». Η κανονική αξία στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του προαναφερθέντος κανονισμού καθορίζεται σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών ( USD ).
2.
Η εταιρία Cartorobica SpA ( στο εξής: Cartorobica), που είναι εγκατεστημένη στο Μιλάνο, ασκεί τις δραστηριότητες της στον τομέα της βιομηχανίας χάρτου.
Τον Σεπτέμβριο του 1985 και τον Απρίλιο του 1986 εισήγαγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χαρτί και χαρτόνι kraft, χωρίς να καταβάλει τον δασμό αντιντάμπινγκ που είχε επιβληθεί με τον κανονισμό 551/83. Στις 9 Ιουνίου 1987, το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, Τελωνειακή Υπηρεσία της Savona, της κοινοποίησε διαταγή να καταβάλει ποσό 13481060 ιταλικών λιρών (LIT), από τις οποίες 11276500 LIT για το δασμό αντιντάμπινγκ και 2204560 LIT για τόκους.
Η Cartorobica άσκησε ανακοπή ενώπιον του Tribunale di Genova. Ισχυρίζεται ιδίως ότι ο εν λόγω κοινοτικός κανονισμός είναι ανίσχυρος λόγω του ότι συνδέει το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ με την αξία του δολαρίου. Καθώς το νόμισμα αυτό υπερτιμήθηκε αισθητά σε σχέση με την ιταλική λίρα την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες εισαγωγές, η Cartorobica επιβαρύνθηκε με επιπλέον ποσά και περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών με ισχυρό νόμισμα.
3.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Tribunale di Genova, πρώτο πολιτικό τμήμα, αποφάσισε, με Διάταξη της 23ης Ιουνίου 1988, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Είναι έγκυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 551/83 του Συμβουλίου, δεδομένου ότι δεν επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών να καθορίζουν ευθέως τους δασμούς αντιντάμπινγκ με αυτόματο υπολογισμό μη συναρτώμενο προς τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, αλλά αναφέρεται αντιθέτως σε μια οριστική και ενιαία τιμή κατωφλίου, που ως μέθοδος υπολογισμού δεν προβλέπεται ούτε από τον κανονισμό 3017/79 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67, ιδίως άρθρο 2, Δ, παράγραφος 9, και άρθρο 2, ΣΤ, παράγραφος 13 ), ούτε από τη Συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3, άρθρο 2, παράγραφος 6);
2)
Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 551/83, κατά το μέτρο που ορίζει το ύψος της τιμής κατωφλίου, στο οποίο στηρίζεται ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ, σε δολάρια ΗΠΑ και όχι σε Ecu, εισάγοντας έτσι, ως βάση αναφοράς, ένα νόμισμα του οποίου οι διακυμάνσεις δεν μπορούν να ελεγχθούν από τα κοινοτικά όργανα;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, σε περίπτωση δηλαδή που αναγνωρίζεται το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 551/83, έχει ο κανονισμός αυτός την έννοια ότι η αξία, εκφραζόμενη στο καθένα από τα εθνικά νομίσματα, της τιμής κατωφλίου των 333 δολαρίων, στην οποία πρέπει να στηρίζεται ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ, δεν πρέπει να μεταβάλλεται, σε συνάρτηση με τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, σε σχέση με την αξία, εκφραζόμενη πάντα στο εθνικό νόμισμα, που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ορίστηκε η τιμή αυτή; »
4.
Η Διάταξη του Tribunale di Genova πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουλίου 1988.
5.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Cartorobica, εκπροσωπούμενη από τον Fausto Capelli, δικηγόρο Μιλάνου, η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Ε. F. Jacobs, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Eugenio de March, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Erik Stein, νομικό σύμβουλο στη νομική του υπηρεσία.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Επιπλέον, έθεσε μία ερώτηση στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.
7.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
1.
Η Cartorobica υποβάλλει στο Δικαστήριο τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
α)
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Cartorobica παρατηρεί ότι, κατά την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αντιντάμπινγκ, ο καθοριζόμενος από τις κοινοτικές αρχές δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να προκύπτει από ακριβή σύγκριση μεταξύ δύο στοιχείων που προσδιορίζονται αντικειμενικά και πρέπει να εφαρμόζεται και να εισπράττεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας, Ετσι, ο κανονισμός 3017/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο « ντάμπινγκ » ή επιδοτήσεως εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67 ), στον οποίο βασίζεται ο κανονισμός 551/83, προβλέπει ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να καθορίζεται σε σχέση, αφενός, με την κανονική αξία του οικείου προϊόντος στη χώρα εξαγωγής και, αφετέρου, με την τιμή εξαγωγής προς την Κοινότητα του προϊόντος αυτού.
Η Cartorobica ισχυρίζεται ότι η κανονική μέθοδος εφαρμογής των δασμών αντιντάμπινγκ συνίσταται στον προσδιορισμό του ύψους τους επακριβώς μέσω καθορισμού του σχετικού ποσού σε Ecu. Ετσι, όλες οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών είναι σε θέση να εφαρμόζουν τον δασμό αυτό με βάση τα ίδια κριτήρια και χωρίς διακρίσεις, ανεξάρτητα από τη νομισματική κατάσταση των διαφόρων κρατών. Ειδικότερα, οι ενδεχόμενες νομισματικές διακυμάνσεις εξουδετερώνονται χάρη στο αντισταθμιστικό σύστημα που ισχύει για τις συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ του Ecu και των διαφόρων εθνικών νομισμάτων.
Κατά την Cartorobica, στην υπό κρίση περίπτωση προκρίθηκε μια μέθοδος διαφορετική από την κανονική, καθώς ο δασμός αντιντάμπινγκ δεν καθορίστηκε επακριβώς, αλλά με αναφορά σε μια τιμή κατωφλίου. Πρόκειται για μια μέθοδο:
—
η οποία έχει ελάχιστα προηγούμενα στην κοινοτική πρακτική, επιπλέον δε τα προηγούμενα αυτά δικαιολογούνταν λόγω ειδικών περιστάσεων
—
την οποία δεν επιτρέπει ρητά ούτε η γενική βασική κανονιστική ρύθμιση του προαναφερθέντος κανονισμού 3017/79, ούτε, εξάλλου, οι ρυθμίσεις που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τον εν λόγω κανονισμό. Η δε ρύθμιση αντιντάμπινγκ, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά
—
η οποία παρέχει στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών την εξαιρετική εξουσία να καθορίζουν οι ίδιες το ύψος του εφαρμοστέου δασμού για όλες τις εισαγωγές. Πράγματι, ενώ στην περίπτωση καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ σύμφωνα με την κανονική μέθοδο οι τελωνειακές αρχές όλων των κρατών μελών περιορίζονται στο να μετατρέπουν στα εθνικά τους νομίσματα το προσδιορισθέν από τις κοινοτικές αρχές ύψος του δασμού, στην περίπτωση ενός δασμού ο οποίος καθορίζεται με αναφορά σε μια τιμή κατωφλίου, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, οι τελωνειακές αρχές προσδιορίζουν οι ίδιες το ύψος του δασμού, υπολογίζοντας τη διαφορά μεταξύ ενός καθορισμένου και γνωστού ποσού (τιμή κατωφλίου) και ενός κυμαινόμενου ποσού που πρέπει να προσδιορίζεται μεμονωμένα για κάθε περίπτωση. Ο καθορισμός αυτού του δευτέρου ποσού, ο οποίος δίδεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 551/83, δηλαδή η «κοινοτική τιμή “ελεύθερο στα σύνορα” ανά τόνο », είναι τεχνικά ανακριβής και αφήνει στις τελωνειακές αρχές διακριτική εξουσία για τον καθορισμό της τιμής εισαγωγής, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η ενιαία εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ στο εσωτερικό της Κοινότητας. Συναφώς η Cartorobica προβαίνει σε σύγκριση με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), ο οποίος χρησιμοποιεί σαφείς και πλήρεις εκφράσεις για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, επιδιώκοντας να περιορίσει όσο το δυνατό περισσότερο τη διακριτική εξουσία των εθνικών τελωνειακών αρχών: αυτό συμβαίνει με το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α ) και β ), καθώς και τα άρθρα 4, 5 και 8, του κανονισμού 1224/80. Επομένως, ο καθορισμός των δασμών αντιντάμπινγκ με αναφορά σε τιμές κατωφλίου είναι παράνομος, επειδή αφήνει, στην προκειμένη περίπτωση, υπερβολικά περιθώρια εκτιμήσεως στις τελωνειακές αρχές μέσω της ασάφειας σχετικά με τον προσδιορισμό της τιμής εισαγωγής, περιθώρια εκτιμήσεως που διευρύνονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι οι αρχές αυτές οφείλουν να προβαίνουν σε υπολογισμούς σε ξένο νόμισμα, δηλαδή το δολάριο, το οποίο σημείωσε πολύ έντονες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια της υπό κρίση περιόδου.
Κατά την Cartorobica, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αναθέτει όχι στα κράτη μέλη αλλά στα κοινοτικά όργανα το έργο του καθορισμού των δασμών αντιντάμπινγκ. Επομένως, αυτοί οι δασμοί πρέπει να προσδιορίζονται με ακρίβεια από αυτά τα όργανα, οι δε τελωνειακές αρχές των κρατών μελών πρέπει να είναι σε θέση να μετατρέπουν με απλή μαθηματική πράξη, το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ στα αντίστοιχα εθνικά νομίσματα.
Η παροχή αρμοδιότητας στις τελωνειακές αρχές να καθορίζουν οι ίδιες τον δασμό αντιντάμπινγκ μέσω αναφοράς σε μια τιμή κατωφλίου δεν θα ήταν δυνατή παρά μόνο εάν η βασική κανονιστική ρύθμιση το προέβλεπε αυτό ρητά και εάν ο αναφερόμενος στον εν λόγω δασμό κανονισμός ρύθμιζε λεπτομερώς τον τρόπο ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής, τόσο ως προς την τεχνική, όσο και ως προς τη διάρκειά της. Εάν είχε συμβεί αυτό, ο κανονισμός 551/83 δεν θα είχε τόσο μεγάλη διάρκεια ισχύος (πέντε έτη) και δεν θα περιοριζόταν στη θέσπιση ενός ασαφούς και ατελούς κανόνα, ο οποίος παραβλέπει εντελώς τις αρχές περί του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
Η Cartorobica προσθέτει ότι, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όταν οι δασμοί αντιντάμπινγκ καθορίζονται με βάση μια τιμή κατωφλίου, ο εισαγωγέας υποχρεούται μόνο να καταθέσει ως εγγύηση ένα ορισμένο ποσό στις τελωνειακές αρχές ο δε οριστικός δασμός επιβάλλεται αργότερα κατόπιν πολύ προσεκτικής και ενδελεχούς εξετάσεως κάθε συναλλαγής. Επιπλέον, οι τελωνειακές αρχές δεν ενεργούν βάσει διατάξεων με τόσο μεγάλη διάρκεια ισχύος όσο εκείνη του κανονισμού 551/83, πράγμα το οποίο περιορίζει το ενδεχόμενο σφαλμάτων εξαιτίας των νομισματικών διακυμάνσεων. Εξάλλου, οι ειδήμονες της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρούν ότι αυτό το είδος συστήματος διασφαλίζει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα δικαιώματα των επιχειρηματιών, δεν προτείνουν όμως την εφαρμογή του στην Κοινότητα για τον λόγο και μόνο ότι το θεωρούν πολύ δεσμευτικό και υπερβολικά δύσκολο ως προς την εφαρμογή του.
Η Cartorobica καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, απαντώντας στο πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ανίσχυρο τον κανονισμό 551/83 διότι παρέχει στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών εξουσίες τις οποίες πρέπει να ασκούν τα ίδια τα κοινοτικά όργανα.
β)
Επί του δευτέρου ερωτήματος, η Cartorobica υπογραμμίζει ότι, καθόσον γνωρίζει, ο κανονισμός 551/83 αποτελεί τη μόνη περίπτωση στην κοινοτική πρακτική όπου γίνεται αναφορά σε μια τιμή κατωφλίου εκφραζόμενη σε άλλο νόμισμα εκτός του Ecu. Σημειώνει εξάλλου ότι η Επιτροπή, στον κανονισμό τον οποίο είχε προτείνει προς αντικατάσταση του κανονισμού 551/83, είχε περιλάβει τις τιμές κατωφλίου σε Ecu, εγκαταλείποντας την αναφορά στο δολάριο (στην πραγματικότητα ο νέος αυτός κανονισμός δεν εκδόθηκε, έτσι ώστε τα μέτρα αντιντάμπινγκ για το χαρτί και το χαρτόνι kraft έληξαν στις 10 Μαρτίου 1988 — βλέπε ανακοίνωση 88/C72/05 της Επιτροπής, JO C 72, σ. 6 ).
Η Cartorobica υπογραμμίζει ότι το Ecu, το οποίο αποτελείται από ένα « καλάθι » ευρωπαϊκών νομισμάτων, έχει το πλεονέκτημα ότι είναι σταθερό έναντι τόσο των διαφόρων ευρωπαϊκών νομισμάτων, όσο και των νομισμάτων των τρίτων κρατών και ιδιαίτερα του δολαρίου. Η σταθερότητα του Ecu καθιστά δυνατή την αποφυγή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, οι οποίες προέρχονται από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ειδικά σε βάρος των εγκατεστημένων στις χώρες με υψηλότερο πληθωρισμό, όπως η Ιταλία. Οι κοινοτικές αρχές τελούν σε πλήρη επίγνωση των ζημιών που προκαλούν οι συναλλαγματικές διακυμάνσεις, αυτός δε είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή προσπάθησε μετά από ένα ορισμένο χρονικό σημείο να χρησιμοποιεί συστηματικά το Ecu ( όπως φαίνεται από το αναφερόμενο από την Cartorobica παράδειγμα της οδηγίας περί των ασφαλειών ).
Επιπλέον, κατά την Cartorobica, από την ακολουθούμενη από τους ευρωπαίους εισαγωγείς πρακτική στον τομέα του χάρτου και του χαρτονιού kraft, προκύπτει ότι, προκειμένου για εισαγωγές, η χρησιμοποίηση ενός νομίσματος με σταθερή ισοτιμία αποτελεί ήδη αναγκαιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του γεγονότος ότι η τιμή κατωφλίου είχε καθοριστεί σε δολάρια, οι ιταλοί εισαγωγείς υπέστησαν συγχρόνως τις συνέπειες των διακυμάνσεων του δολαρίου και της υποτιμήσεως της ιταλικής λίρας. 'Ετσι αντιμετώπισαν αυξήσεις, όσον αφορά τις εισαγωγές τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ύψους 35 ο/ο. Αυτές οι αυξήσεις θα ήταν πολύ μικρότερες αν η τιμή κατωφλίου είχε καθοριστεί σε Ecu.
Επιπλέον, οι ιταλοί εισαγωγείς επλήγησαν σαφώς βαρύτερα από όλους τους άλλους ευρωπαίους επιχειρηματίες του οικείου τομέα και κατέστησαν, με τον τρόπο αυτό, αντικείμενο απαράδεκτων διακρίσεων. 'Ετσι, λόγω της ισχυρής θέσης του γερμανικού μάρκου έναντι του δολαρίου, οι αυξήσεις των επιβαρύνσεων τους που αντιμετώπισαν, για παράδειγμα, οι γερμανοί εισαγωγείς ήταν πολύ μικρότερες.
Από αυτό η Cartorobica συμπεραίνει ότι η Κοινότητα η οποία έχει το δικό της νόμισμα αναφοράς δεν μπορεί να καθορίζει ένα δασμό αντιντάμπινγκ, με ισχύ για όλες τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ο οποίος να εξαρτάται από ένα μόνο ξένο νόμισμα που παρουσιάζει διακυμάνσεις μη δυνάμενες να ελεγχθούν από τα κοινοτικά όργανα.
Η Cartorobica αναφέρει με αριθμητικό παράδειγμα προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι παρά την άνοδο του δολαρίου, θα ήταν άσκοπο γι' αυτήν να ζητήσει τη μείωση των εκφραζόμενων σε δολάρια τιμών πωλήσεως χάρτου και χαρτονιού kraft, διότι τότε θα έπρεπε να καταβάλει δασμό αντιντάμπινγκ. Αντίθετα θα μπορούσε να ζητήσει μια τέτοια μείωση και, εφόσον το επιτύγχανε, να μην καταβάλει δασμό αντιντάμπινγκ εάν αυτός είχε καθοριστεί σε σχέση με το Ecu.
Κατά την άποψη της Cartorobica, η επιβολή στους ιταλούς εισαγωγείς χάρτου και χαρτονιού kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής επιπρόσθετων επιβαρύνσεων που συνιστούν δυσμενή διάκριση σε βάρος τους είναι παράνομη, καθόσον αποτελεί το αποτέλεσμα ενός τεράστιου λάθους ( καθορισμός της τιμής κατωφλίου όχι σε Ecu αλλά σε δολάρια ), καθώς και μιας εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής (επιβολή ενός κοινοτικού δασμού βασιζόμενου σε ξένο νόμισμα, το δολάριο, το οποίο εκφεύγει πλήρως του ελέγχου των κοινοτικών αρχών ).
Επομένως, η αιτούσα της κύριας δίκης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι ο κανονισμός 551/83 είναι ανίσχυρος εν όψει της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης και στον βασικό κανονισμό 3017/79, διότι καθόρισε την τιμή κατωφλίου όχι σε Ecu αλλά σε δολάρια.
To συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τη θεωρία, όσο και από τη νομολογία. Πράγματι, στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων, και να γίνονται οι κατάλληλες διορθώσεις κάθε φορά που κάτι τέτοιο επιβάλλεται για να αποφεύγεται η επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ αυθεραίτως ή κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις. Εξάλλου, και η νομολογία έχει την τάση να θεωρεί αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη οι νομισματικές μεταβολές για όλα τα είδη των συναλλαγών ( απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, Glunz, 248/80, Συλλογή 1982, σ. 197, και απόφαση της 3ης Ιουνίου 1980, Gedelfi, 135/79, Rec. 1980, σ. 1713). Ακόμη περισσότερο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι μεταβολές για τον οριστικό καθορισμό των δασμών αντιντάμπινγκ, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1985, Gerlach ( 239/84, Συλλογή 1985, σ. 3507 ) και της 7ης Μαΐου 1987, Nachi Fujikoshi (255/84, Συλλογή 1987, σ. 1861 ).
2.
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπογραμμίζει ότι η στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που ενεργούν εντός της Κοινότητας, στην οποία αναφέρεται η Cartorobica, δεν προκύπτει από τις διακυμάνσεις του δολαρίου, αλλά από τις αλλαγές των ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων των κρατών μελών.
Καθόσον χρόνο οι ισοτιμίες μεταξύ αυτών των νομισμάτων δεν αλλάζουν μεταξύ τους, επιβαρύνονται με τον ίδιο τρόπο από τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας του δολαρίου. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η νομισματική πολιτική ανήκει κατά κύριο λόγο στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, υπό τον όρο ότι κάθε κράτος μέλος αντιμετωπίζει την πολιτική του σε θέματα συναλλαγματικών ισοτιμιών ως πρόβλημα κοινού ενδιαφέροντος (άρθρο 107 της Συν- θήκης). Πάντως είναι αναπόφευκτη η κατά περιόδους προσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αυτές δε οι περιοδικές προσαρμογές δεν είναι αντίθετες προς τη Συνθήκη. Η ολλανδική κυβέρνηση προσθέτει ότι καταβάλλει προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινοτικής πολιτικής η οποία να περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τις προσαρμογές αυτές, θεωρεί δε ότι μακροπρόθεσμα θα πρέπει να υιοθετηθεί μια ενιαία ευρωπαϊκή μονάδα.
Τέλος, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελλόμενη από την Cartorobica στρέβλωση του ανταγωνισμού και, συνεπώς, το γεγονός του καθορισμού σε δολάρια των δασμών αντιντάμπινγκ, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι δεν συμβιβάζονται προς τη Συνθήκη.
3.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπενθυμίζουν ότι ο κανονισμός 551/83 στηρίζεται στον κανονισμό 3017/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1580/82 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1982 ( ΕΕ L 178, σ. 9) και ότι αυτή η γενική κανονιστική ρύθμιση θεσπίστηκε από την Κοινότητα κατ' εφαρμογή του « κώδικα αντιντάμπινγκ », που περιέχεται στη Συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με την απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Δεκεμβρίου 1979 περί συνάψεως των πολεμικών [πολυμερών] συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973-1979 (βλέπε ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3).
Πάντως, η αναφορά του εθνικού δικαστηρίου στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 13, του κανονισμού 3017/79, καθώς και του άρθρου 2, παράγραφος 6, του « κώδικα αντιντάμπινγκ » είναι άσχετη, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, αφενός, τη διενέργεια ορθής συγκρίσεως μεταξύ της τιμής εισαγωγής και της κανονικής αξίας και, αφετέρου, την εύρεση του περιθωρίου ντάμπινγκ, χωρίς να αναφέρονται στο είδος των εφαρμοστέων μέτρων για την καταπολέμηση του ντάμπινγκ.
α)
Επ' αυτού του τελευταίου σημείου, το άρθρο 13 του κανονισμού 3017/79 προβλέπει απλώς, στην παράγραφο 2, ότι οι κανονισμοί που θεσπίζουν δασμούς αντιντάμπινγκ « αναφέρουν ιδιαιτέρως το ποσό και τον τύπο του επιβαλλομένου δασμού », αφήνοντας έτσι στα κοινοτικά όργανα την εξουσία να εκτιμήσουν το είδος του δασμού το οποίο θεωρούν ως το πλέον ενδεδειγμένο για την καταπολέμηση του προξενούντος ζημία ντάμπινγκ.
Στην πράξη, τα κοινοτικά όργανα επιλέγουν ένα από τα εξής τρία είδη δασμών:
—
τους δασμούς « κατ' αξίαν », που εφαρμόζονται σε ποσοστά επί τοις εκατό της αξίας των εμπορευμάτων,
—
τους ειδικούς δασμούς, εκφραζόμενους σε σταθερό ποσό για κάθε εισαγόμενη μονάδα,
—
στους μεταβλητούς δασμούς, που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ της τιμής εισαγωγής και ενός σταθερού ποσού ή μιας ελαχίστης τιμής,
εξυπακουομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, το ύψος του δασμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ ούτε να είναι ανώτερο από το ποσό το οποίο είναι αρκετό για να εξαλειφθεί η προκαλούμενη στην κοινοτική βιομηχανία ζημία, όπως ορίζει η παράγραφος 3 του άρθρου 13 του κανονισμού 3017/79.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν ως προς το ότι τα δύο πρώτα είδη δασμών έχουν το πλεονέκτημα να είναι εύκολη η εφαρμογή τους, δύσκολη δε ή αδύνατη η αποφυγή τους. Αντίθετα στερούνται ευκαμψίας σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων.
Το τρίτο είδος δασμών μπορεί εύκολα να καταστρατηγηθεί. 'Εχει όμως πολλά πλεονεκτήματα: είναι συχνά το καταλληλότερο για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται η κοινοτική βιομηχανία, παρακινεί τους εξαγωγείς να προσαρμόζουν τις τιμές τους προς την κανονική αξία και συρρικνώνει τον ανταγωνισμό των τιμών μεταξύ των οικείων εξαγωγέων. Η Επιτροπή τονίζει ότι η αρκετά συχνά ακολουθούμενη πρακτική, η οποία συνίσταται στην υιοθέτηση μεταβλητών δασμών, είναι σύμφωνη προς το άρθρο VI της ΓΣΔΕ ( GATT ) και του « κώδικα αντιντάμπινγκ », αφού οι μεταβλητοί δασμοί θεσπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο με το σύστημα των τιμών βάσεως, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, αυτού του κώδικα. Εξάλλου, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, εν προκειμένω, η μέθοδος των μεταβλητών δασμών προκρίθηκε «για να εξασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των εισαγωγών με διαφορετικές τιμές », όπως αναφέρεται σε μια από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2133/78 του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ για τον χάρτη και το χαρτόνι kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (GU L 247, σ. 22), τον οποίο αντικατέστησε ο κανονισμός 551/83.
β)
Όσον αφορά την επιλογή του δολαρίου ως νομίσματος αναφοράς αντί του Ecu, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν διακριτική ευχέρεια στον τομέα αυτό.
Καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ούτε ιδίως του κανονισμού 2779/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί εφαρμογής της ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ( ΕΛΜ ) στις πράξεις του τελωνειακού τομέως (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 113), δεν καθιστά υποχρεωτική τη χρησιμοποίηση του Ecu για τον καθορισμό της ελαχίστης τιμής βάσει της οποίας μπορεί να προσδιοριστεί το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ. Ναι μεν το Ecu χρησιμοποιείται συχνότατα, συμβαίνει όμως να χρησιμοποιούνται και άλλα νομίσματα και, ιδίως, όπως εν προκειμένω, το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Επομένως, ενόψει ακριβώς των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υποθέσεως τα κοινοτικά όργανα επιλέγουν το πλέον κατάλληλο νόμισμα για τον καθορισμό της ελαχίστης τιμής. Εν προκειμένω επελέγη το δολάριο, διότι όλα τα έξοδα παραγωγής των αμερικανών παραγωγών πραγματοποιούνταν σ' αυτό το νόμισμα και διότι οι τιμές εξαγωγής εκφράζονταν επίσης για πολλές συναλλαγές στο ίδιο νόμισμα. Επιπλέον, καθώς το ύψος του δασμού είχε καθοριστεί σε συνάρτηση με την κανονική αξία του προϊόντος στην αμερικανική αγορά, ήταν φυσικό να απεικονισθεί η αξία αυτή σε αμερικανικά δολάρια.
γ)
Όσον αφορά τις νομισματικές διακυμάνσεις, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι αληθεύει μεν ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να ελέγχουν τις διακυμάνσεις του δολαρίου, δεν μπορούν όμως πολύ περισσότερο να ελέγχουν ούτε την τιμή του Ecu.
Κατά τα λοιπά το Συμβούλιο αναφέρεται στην απάντηση που έδωσε το ίδιο και η Επιτροπή στη δεύτερη ερώτηση την οποία είχε υποβάλει το Δικαστήριο στις αποφάσεις 240/84, 255/84, 258/84 και 260/84 ( αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, ΝΤΝ Toyo Bearing, Συλλογή 1987, σ. 1809, Nachi Fujikoshi, Συλλογή 1987, σ. 1861, Nippon Seiko, Συλλογή 1987, σ. 1923, και Minebea, Συλλογή 1987, σ. 1975 ). Σ' αυτή την απάντηση τα κοινοτικά αυτά όργανα κατέληξαν στο ότι, γενικά, δεν υπάρχει λόγος να λαμβάνονται υπόψη οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος.
Η Επιτροπή, εξάλλου, διατείνεται ότι δεν αγνοεί το γεγονός ότι ο υπολογισμός των δασμών αντιντάμπινγκ, όπως αυτών που αναφέρονται στον κανονισμό 551/83, επηρεάζεται από τις νομισματικές διακυμάνσεις. Σημειώνει όμως ότι αυτές οι διακυμάνσεις επηρεάζουν επίσης και τους δασμούς κατ' αξίαν, καθώς και τους ειδικούς δασμούς, και ότι θα επηρέαζαν επίσης και τον μεταβλητό δασμό, ο οποίος είχε επιβληθεί στην υπό κρίση περίπτωση, έστω και αν η κατώτατη τιμή είχε καθοριστεί σε Ecu. Τέλος, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι επιπτώσεις του καθορισμού σε δολάρια και όχι σε Ecu των κατώτατων τιμών ουδόλως επηρέασε δυσμενώς τους ιταλούς εισαγωγείς σε σχέση με τους γερμανούς εισαγωγείς και, επομένως, αυτός ο καθορισμός των κατώτατων τιμών σε δολάρια στον επίμαχο κανονισμό δεν είχε ως αποτέλεσμα να τον καταστήσει γενεσιουργό δυσμενών διακρίσεων.
Τέλος η Επιτροπή και το Συμβούλιο θεωρούν ότι από την εξέταση των υποβληθέντων στο Δικαστήριο ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να επηρεάζει το κύρος του κανονισμού 551/83.
Επί τον τρίτον ερωτήματος
1.
Η Carlorobica υποστηρίζει ότι, όταν δεν προκαλείται ζημία στην κοινοτική βιομηχανία εξαιτίας προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ, η κανονιστική ρύθμιση αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να εφαρμόζεται. Διαφορετικά παραβιάζεται όχι μόνο ο βασικός κανονισμός 3017/79, αλλά επίσης και η ρύθμιση της GATT. Στη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 23ης Μαΐου 1985, Allied Corporation, 53/83, Συλλογή 1985, σ. 1621 ), γίνεται επίσης δεκτό ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ πρέπει να διατηρούνται μόνο εντός των ορίων που είναι απαραίτητα για να μπορούν αυτοί οι δασμοί να εξουδετερώνουν τα ζημιογόνα αποτελέσματα από τις πράξεις που συνιστούν ντάμπινγκ.
Όμως το Συμβούλιο δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του αναθέτοντας στις εθνικές τελωνειακές αρχές τον ακριβή καθορισμό του ύψους των δασμών αντιντάμπινγκ και αφήνοντας, λόγω του προσδιορισμού της τιμής κατωφλίου σε δολάρια, τις τεράστιες διακυμάνσεις αυτού του νομίσματος να έχουν διαφορετικές και γενεσιουργές δυσμενών διακρίσεων επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις των διαφόρων κρατών μελών.
Η Επιτροπή, εξάλλου, φέρει ακόμα βαρύτερη ευθύνη, διότι είχε ειδοποιηθεί ήδη από τον Φεβρουάριο του 1985 από την ιταλική Ένωση Κατασκευαστών Κυματοειδούς Χαρτονιού περί των σοβαρότατων αποτελεσμάτων από την άνοδο του δολαρίου και διότι περιορίστηκε να απαντήσει ότι η μεταβολή των τιμών συναλλάγματος δεν μετέβαλλε κατ' ανάγκη τα περιθώρια ντάμπινγκ που προέκυπταν από τη σύγκριση μεταξύ των τιμών που εκφράζονται σε νόμισμα της χώρας εξαγωγής. Όμως, κατά την Cartorobica, η απάντηση αυτή στερείται εννοίας, προκειμένου για δασμό αντιντάμπινγκ που καθορίζεται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών με αναφορά σε μια τιμή κατωφλίου, εκφραζόμενη σε δολάρια. Εξάλλου είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή και άλλες αιτήσεις με τις οποίες της ζητούνταν να επανεξετάσει την κατάσταση, προσέκρουσαν όμως σε κατηγορηματική άρνηση.
Η Cartorobica προσθέτει ότι ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό 551/83 δασμός αντιντάμπινγκ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, διότι τον Σεπτέμβριο του 1985η τιμή του χάρτου και του χαρτονιού kraft που η ίδια εισήγε ήταν σαφώς ανώτερη από την τιμή κατωφλίου, καθορισμένη τόσο σε Ecu όσο και σε ιταλικές λίρες την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού, και, με τον τρόπο αυτό, η τιμή την οποία κατέβαλε δεν μπορούσε να βλάψει καθόλου τα συμφέροντα της Κοινότητας. Είναι παράλογο να υποχρεώνεται να καταβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού 3017/79 « όταν ένας εισαγωγέας δύναται να αποδείξει ότι ο εισπραχθείς δασμός υπερβαίνει το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ... το υπερβάλλον ποσό επιστρέφεται ».
Συνεπώς η Cartorobica προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
« Το ύψος του εκφραζόμενου σε εθνικό νόμισμα δασμού αντιντάμπινγκ, τον οποίο επέβαλλαν οι εθνικές τελωνειακές αρχές στις εισαγωγές που πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του κανονισμού 551/83, πρέπει να είναι ίσο προς το ύψος του δασμού αυτού τη στιγμή κατά την οποία θεσπίστηκε με βάση ως αρχικό μέτρο αναφοράς τη σχέση δολαρίου ΗΠΑ/εθνικού νομίσματος, σύμφωνα με την τιμή συναλλάγματος της 10ης Μαρτίου 1983, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 551/83. »
2.
Η Επιτροπή, στις παρατηρήσεις της οποίας το Συμβούλιο δηλώνει ότι αναφέρεται, θεωρεί ότι, εφόσον δεν υφίστανται σχετικά ειδικές διατάξεις, η εφαρμοστέα για τους δασμούς αντιντάμπινγκ τιμή μετατροπής σε εθνικό νόμισμα πρέπει να είναι αυτή η οποία υφίσταται τη στιγμή που το προϊόν τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία και όχι η στιγμή της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού ο οποίος θεσπίζει τον δασμό αυτό. Πράγματι, εάν προκρινόταν η δεύτερη αυτή λύση, σε περίπτωση σημαντικής υποτιμήσεως των νομισμάτων των κρατών μελών, ο δασμός αντιντάμπινγκ θα μπορούσε να μην επαρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που προξενείται από τις εισαγωγές των προϊόντων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, λόγω των διακυμάνσεων των τιμών συναλλάγματος, ασφαλώς είναι δυνατό να επέρχονται μεταβολές υπέρ ή σε βάρος του εξαγωγέα ή του εισαγωγέα και, αντιστρόφως, της κοινοτικής βιομηχανίας. Η Επιτροπή παρατηρεί όμως ότι, κατά το άρθρο 14 του κανονισμού 3017/79, οι κανονισμοί που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ υπόκεινται, αν χρειαστεί, σε επανεξέταση. Πάντως, η Επιτροπή διατείνεται ότι ποτέ δεν έλαβε αίτηση επανεξετάσεως του κανονισμού 551/83, στηριζόμενη σε ουσιώδη μεταβολή των τιμών συναλλάγματος.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στην προκειμένη υπόθεση, οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος δεν προκάλεσαν καμία σημαντική στρέβλωση στον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων των διαφόρων κρατών μελών, όπως προκύπτει από τη σύγκριση της καταστάσεως της Cartorobica με εκείνη των εισαγωγέων των κρατών μελών που έχουν ισχυρότερο νόμισμα, για παράδειγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Επομένως, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
« Ο κανονισμός 551/83 έχει την έννοια ότι οι εκφραζόμενες σε δολάρια ΗΠΑ ελάχιστες τιμές του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού πρέπει να μετατρέπονται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής στην τιμή συναλλάγματος που ισχύει τη στιγμή της θέσεως του προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία. »
ΙΠ — Απάντηση στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
Το Δικαστήριο έθεσε στο Συμβούλιο και την Επιτροπή την ακόλουθη ερώτηση:
«Στον κανονισμό 511/78 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1978, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονιου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ( GU L 69, σ. 9 ) αναφερόταν, στην τελευταία αιτιολογική του σκέψη, ότι το ύψος του δασμού καθοριζόταν σε συνάρτηση με “τη δηλούμενη αξία των εμπορευμάτων”, στο δε άρθρο 1, παράγραφος 2, ότι έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη “η δηλούμενη αξία... σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 375/69 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1969, περί δηλώσεως των στοιχείων που αφορούν τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων”.
Στον κανονισμό 2133/78 του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1978, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ( GU L 247, σ. 22 ), γινόταν η ίδια αναφορά, όπως και προηγουμένως, στην τελευταία αιτιολογική σκέψη. Στις διατάξεις του όμως ο κανονισμός δεν αναφέρεται στη δηλούμενη αξία των εμπορευμάτων.
Ο κανονισμός 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, δεν περιλαμβάνει μια τέτοια αναφορά ούτε στις αιτιολογικές του σκέψεις, ούτε στις διατάξεις του.
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο καλούνται να αναφέρουν στο Δικαστήριο, εντός προθεσμίας ενός μηνός, τις νομικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να γίνεται ο καθορισμός της 'καθαρής κοινοτικής τιμής — ελεύθερο στα σύνορα — του ατελώνιστου προϊόντος, ανά τόνο, όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας', όπως αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, καθώς και η ενδεχομένως εφαρμοστέα στην τιμή αυτή τιμή συναλλάγματος για τη μετατροπή της στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής. »
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή έδωσαν την εξής απάντηση.
Επί του καθορισμού της « καθαρής κοινοτικής τιμής “ελεύθερο στα σύνορα” τον ατελώνιστον προϊόντος, ανά τόνο, όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή εντός τον τελωνειακού εδάφονς της Κοινότητας ».
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή σημειώνουν ότι, μέχρι την 30ή Ιουνίου 1980, η Κοινότητα εφάρμοζε, όσον αφορά τη δασμολογητέα αξία, τον κανονισμό 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( GU L 148, σ. 6 ), ο οποίος βασιζόταν άμεσα στον « ορισμό των Βρυξελλών », που είχε αποτελέσει το αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας και στηρίζονταν στην έννοια της κανονικής αξίας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο προαναφερθείς κανονισμός 1224/80 του Συμβουλίου, που αντανακλά τον κώδικα περί της δασμολογητέας αξίας, ο οποίος είχε αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της GATT και που στηρίζεται ουσιαστικά στην έννοια της συναλλαγματικής αξίας (ή της πράγματι καταβληθείσας ή καταβλητέας από τον αγοραστή τιμής ). Ετσι, η Κοινότητα εγκατέλειψε προοδευτικά, στους κανονισμούς της αντιντάμπινγκ, την αναφορά στη δασμολογητέα αξία, καταλήγοντας στην καθαρή τιμή « ελεύθερο στα σύνορα» ατελωνίστου προϊόντος. Αυτή η αλλαγή στάσεως οφειλόταν ιδίως στους εξής λόγους.
1)
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος βασικού κανονισμού 3017/79 του Συμβουλίου, το ύψος των δασμών αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ και πρέπει να είναι μικρότερο εάν ο μικρότερος αυτός δασμός αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή διευκρινίζουν ότι, ενόψει του γεγονότος ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ υπολογίζονται κατά τρόπο που να εκφράζει την εκατοστιαία αναλογία του περιθωρίου ντάμπινγκ και του κατωφλίου της ζημίας σε σχέση με την καθαρή κοινοτική τιμή « ελεύθερο στα σύνορα », είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται αυτή η έννοια για την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ.
Στον υπό κρίση κανονισμό, ειδικότερα, οι δασμοί αντιντάμπινγκ καθορίστηκαν σε σχέση με την κοινοτική τιμή « ελεύθερο στα σύνορα», διότι οι ίδιες οι κατώτατες τιμές καθορίζονταν με αναγωγή των ισχυουσών στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών κανονικών τιμών σε μια βάση cif στα κοινοτικά σύνορα ( άρθρο 2, παράγραφος 2 ).
2)
Η καθαρή κοινοτική τιμή « ελεύθερο στα σύνορα» δεν περιλαμβάνει εξ ορισμού τα έξοδα μεταφοράς μετά την εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού 1224/80, τα έξοδα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι διαχωρίζονται από την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή.
3)
Προς αποφυγή κάθε καταστρατηγήσεως, όσον αφορά την τιμή, μέσω οικονομικών συμφωνιών μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα, στο πλαίσιο του αντιντάμπινγκ, θεωρήθηκε σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη η έννοια της « καθαρής » τιμής, δηλαδή του αντιτίμου το οποίο καταβάλλεται εντός τριάντα ημερών από της λήψεως των εμπορευμάτων από τον πρώτο αγοραστή επί του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας ( βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 551/83 ).
Αυτός ο όρος καθιστά δυνατή την αύξηση ή τη μείωση του εκατοστιαίου ποσοστού αυτής της τιμής σε συνάρτηση με τις διάφορες συνθήκες καταβολής.
Αντίθετα, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων, των οποίων η τιμή δεν έχει πράγματι πληρωθεί κατά τη χρονική στιγμή που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η πληρωτέα τιμή προς εξόφληση κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή λαμβάνεται, κατά γενικό κανόνα, ως βάση για την τελωνειακή εκτίμηση (βλέπε άρθρο 2 του κανονισμού 1495/80 της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 270 ). Επιπλέον, το ποσό των τόκων που καταβάλλονται βάσει συμφωνίας χρηματοδοτήσεως που συνάπτει ο αγοραστής, δεν πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτή την αξία [ βλέπε άρθρο 3, στοιχείο γ ), του κανονισμού 1495/80].
Επί του καθορισμού της τιμής βνναλλάγματος
Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, δεν υφίσταται ειδική διάταξη στον κανονισμό 551/83 και, συνεπώς, εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις περί δασμών (βλέπε άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 551/83 ).
Όταν είναι αναγκαία η μετατροπή ενός νομίσματος για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος καθορίζεται με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 9 του κανονισμού 1224/80.
Το άρθρο 9 του κανονισμού 1224/80 συγκεκριμενοποιήθηκε με τον κανονισμό 1766/85 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1985, για τις τιμές συναλλάγματος που εφαρμόζονται κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας ( ΕΕ L 168, σ. 21 ).
Η χρονική στιγμή που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι, κατά κανόνα, όσον αφορά τα εμπορεύματα τα δηλούμενα για τη θέση σε άμεση ελεύθερη κυκλοφορία, η ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή υπηρεσία αποδέχεται την πράξη με την οποία ο δηλών εκδηλώνει τη βούληση του να προβεί στη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αυτών [βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ), του κανονισμού 1224/80].
F. Gravisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 27ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-189/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale di Genova (πρώτο πολιτικό τμήμα) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, μεταξύ
Cartorobica SpA
και
Ministero delle Finanze dello Stato,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος και την ερμηνεία του κανονισμού 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και την αποδοχή της προσφοράς αναλήψεως υποχρεώσεως στα πλαίσια της επανεξέτασης της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές χάρτου και χαρτονίου kraft καταγωγής Αυστρίας, Καναδά, Φινλανδίας, Πορτογαλίας, Σοβιετικής Ενωσης και Σουηδίας ( ΕΕ 1983, L 64, σ. 25 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C Moitinho de Almeida και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Cartorobica, εκπροσωπούμενη από τον Fausto Capelli, δικηγόρο Μιλάνου,
—
η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον F. G. Jacobs, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Erik Stein, νομικό σύμβουλο,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Eugenio de March, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον R. Wagner, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη νομική της υπηρεσία,
την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Cartorobica, του Συμβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον Erik Srein, επικουρούμενο από τον Τ. Gallas, μέλος της νομικής υπηρεσίας, της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από) τον Eugenio de March, επικουρούμενο από τον R. Wagner και τον Μ. Civiletti, εμπειρογνώμονα, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 23ης Ιουνίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 1988, το Tribunale di Genova ( πρώτο πολιτικό τμήμα ) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος και την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονιού kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και την αποδοχή της προσφοράς αναλήψεως υποχρεώσεως στα πλαίσια της επανεξέτασης της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές χάρτου και χαρτονιου kraft καταγωγής Αυστρίας, Καναδά, Φινλανδίας, Πορτογαλίας, Σοβιετικής Ενωσης και Σουηδίας ( ΕΕ 1983 L 64, σ. 25 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Cartorobica SpA (στο εξής: Cartorobica), αιτούσας της κύριας δίκης, και του Ministero delle Finanze dello Stato ( ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών ).
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Cartorobica εισήγαγε, τον Νοέμβριο του 1985 και τον Απρίλιο του 1986, από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χαρτί και χαρτόνι kraft, χωρίς να καταβάλει τους δασμούς αντιντάμπινγκ που είχαν θεσπισθεί με τον προαναφερθέντα κανονισμό 551/83.
4
Στις 19 Ιουνίου 1987 το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών ( υπηρεσία τελωνείου ) κοινοποίησε στην εταιρία διαταγή ( ingiunzione ), υποχρεώνοντας την να καταβάλει τους εν λόγω δασμούς, ύψους 11276500 λιρών Ιταλίας ( LIT ), καθώς και τους αναλογούντες τόκους ύψους 2204560 LIT.
5
Η Cartorobica άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής αυτής ενώπιον του Tribunale di Genova, επικαλούμενη ιδίως το ανίσχυρο του κανονισμού 551/83, βάσει του οποίου ζητούνταν οι επίδικοι δασμοί αντιντάμπινγκ.
6
Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες το Tribunale di Genova ( πρώτο πολιτικό τμήμα ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
« 1)
Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 551/83 του Συμβουλίου, δεδομένου ότι δεν επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών να καθορίζουν ευθέως τους δασμούς αντιντάμπινγκ με αυτόματο υπολογισμό μη συναρτώμενο προς τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, αλλά αναφέρεται αντιθέτως σε μια οριστική και ενιαία τιμή κατωφλίου, που ως μέθοδος υπολογισμού δεν προβλέπεται ούτε από τον κανονισμό 3017/79 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67, ιδίως άρθρο 2, Δ, παράγραφος 9, και άρθρο 2, ΣΤ, παράγραφος 13 ), ούτε από τη Συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3, άρθρο 2, παράγραφος 6 );
2)
Είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 551/83, κατά το μέτρο που ορίζει το ύψος της τιμής κατωφλίου, στο οποίο στηρίζεται ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ, σε δολάρια ΗΠΑ και όχι σε Ecu, εισάγοντας έτσι, ως βάση αναφοράς, ένα νόμισμα του οποίου οι διακυμάνσεις δεν μπορούν να ελεγχθούν από τα κοινοτικά όργανα;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, σε περίπτωση δηλαδή που αναγνωρίζεται το κύρος του κανονισμού ( ΕΟΚ) 551/83, έχει ο κανονισμός αυτός την έννοια ότι η αξία, εκφραζόμενη στο καθένα από τα εθνικά νομίσματα, της τιμής κατωφλίου των 333 δολαρίων, στην οποία πρέπει να στηρίζεται ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ, δεν πρέπει να μεταβάλλεται, σε συνάρτηση με τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις, σε σχέση με την αξία, εκφραζόμενη πάντα στο εθνικό νόμισμα, που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο ορίστηκε η τιμή αυτή; »
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Είναι προφανές ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του επίμαχου κανονισμού εξαρτάται μερικώς από την ερμηνεία του κανονισμού αυτού, την οποία αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι, οι αμφιβολίες που διατυπώνει το εθνικό δικαστήριο ως προς το κύρος του στηρίζονται ιδίως στην ερμηνεία του κανονισμού κατά την οποία το ύψος της τιμής κατωφλίου, καθώς εκφράζεται σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών, επηρεάζεται από τις μεταβολές των τιμών συναλλάγματος μεταξύ του δολαρίου και των νομισμάτων των κρατών μελών, ενώ με το τρίτο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί κατ' ουσίαν αν ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί κατ' αυτό τον τρόπο. Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα παρά μόνο αφού πρώτα δοθεί απάντηση στο τρίτο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
9
Με το ερώτημα αυτό το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, έχει την έννοια ότι η τιμή συναλλάγματος η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μετατροπή στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής της καθοριζόμενης στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού τιμής κατωφλίου εξακολουθεί να είναι εκείνη που ισχύει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, όποια κι αν είναι η ημερομηνία εισαγωγής των εμπορευμάτων.
10
Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 551/83, ο δασμός αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονιού kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι ίσος προς τη διαφορά μεταξύ, αφενός, της κανονικής αξίας στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, που έχει αναχθεί σε βάση CIF στα κοινοτικά σύνορα, και, αφετέρου, της καθαρής κοινοτικής τιμής « ελεύθερο στα σύνορα » του ατελωνιστου προϊόντος ανά τόνο, όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Το καθοριζόμενο στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ύψος της κανονικής αξίας εκφράζεται σε δολάρια. Αποτέλεσμα αυτής της μεθόδου υπολογισμού του δασμού είναι ότι οι επιχειρηματίες της Κοινότητας οφείλουν να καταβάλουν, για κάθε εισαγωγή χαρτιού και χαρτονιού kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, μια τιμή η οποία, λαμβανομένου υπόψη ενδεχομένως του δασμού αντιντάμπινγκ, είναι τουλάχιστον ίση προς μια σταθερή τιμή κατωφλίου εκπεφρασμένη σε δολάρια.
11
Επομένως, για τον προσδιορισμό του δασμού αντιντάμπινγκ είναι απαραίτητο η αξία κάθε ενός από τα δύο στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτό, ήτοι της τιμής κατωφλίου και « της τιμής... όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή », να μετατρέπεται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής σύμφωνα με την τιμή συναλλάγματος που ισχύει την ίδια ημερομηνία.
12
Ο κανονισμός 551/83 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετικά με την τιμή συναλλάγματος, βάσει της οποίας να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή η ημερομηνία πρέπει να είναι ο χρόνος ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού ή η ημερομηνία κατά την οποία διενεργείται η εισαγωγή.
13
Εντούτοις, ο κανονισμός διευκρινίζει στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 ότι εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις για τους τελωνειακούς δασμούς.
14
Όμως, οι διατάξεις αυτές, και ειδικότερα των άρθρων 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ), και 9, του κανονισμού, ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ), ορίζουν ότι η « τιμή ... όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή » πρέπει να μετατρέπεται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής σύμφωνα με την τιμή συναλλάγματος που ισχύει κατά την ημερομηνία η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
15
Άρα, αφού αυτή η ημερομηνία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της τιμής συναλλάγματος βάσει της οποίας γίνεται η μετατροπή της « τιμής... όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή », πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη η ίδια αυτή ημερομηνία για τον καθορισμό της εφαρμοστέας ισοτιμίας για τη μετατροπή της τιμής κατωφλίου.
16
Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η επιβολή ενός δασμού αντιντάμπινγκ επ' ευκαιρία μιας συγκεκριμένης εισαγωγής προϋποθέτει ότι λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση που υφίσταται κατά τον χρόνο αυτής της εισαγωγής.
17
Επομένως στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, έχει την έννοια ότι η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται για να μετατρέπεται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής η τιμή κατωφλίου που ορίζεται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού είναι η ισχύουσα όχι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του κανονισμού, αλλά κατά τον χρόνο προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
18
Με τα δύο αυτά ερωτήματα το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους του κανονισμού 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983.
19
Πρέπει να υπομνησθεί προκαταρκτικά ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 3017/79 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο « ντάμπινγκ » ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67 ). Αυτός δε ο τελευταίος κανονισμός εκδόθηκε για να συμμορφωθεί η Κοινότητα προς τις διεθνείς της υποχρεώσεις που απορρέουν ιδίως από τη Συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: κώδικας αντιντάμπινγκ ), η οποία εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως των πολεμικών [ πολυμερών ] συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973-1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3 ).
20
Από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο ανακύπτει ζήτημα κύρους του κανονισμού 551/83, καθόσον με αυτό θεσπίζεται δασμός αντιντάμπινγκ ο οποίος:
—
καθορίζεται σε συνάρτηση με μια τιμή κατωφλίου·
—
πρέπει να προσδιορίζεται από τις εθνικές τελωνειακές αρχές·
—
εξαρτάται από μια τιμή κατωφλίου που εκφράζεται σε δολάρια και όχι σε Ecu·
—
επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Επί του καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ σε συνάρτηση με μια τιμή κατωφλίου
21
Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι το εθνικό δικαστήριο αλυσιτελώς αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 13, του βασικού κανονισμού 3017/79 και του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ, παρατηρώντας ότι καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει την προκριθείσα εν προκειμένω μέθοδο υπολογισμού.
22
Πράγματι, οι διατάξεις του κανονισμού 3017/79 στις οποίες αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο αφορούν τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει, προς τον σκοπό αυτό, η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής των προϊόντων. Επομένως δεν μπορεί να γίνει επωφελώς αναφορά σ' αυτές για την εκτίμηση του κύρους των μεθόδων υπολογισμού ενός δασμού αντιντάμπινγκ.
23
Το ίδιο ισχύει, όσον αφορά τις διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ, στις οποίες επίσης αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο. Χωρίς καν να είναι απαραίτητο να εξεταστεί το ζήτημα αν οι πολίτες μπορούν να τις επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων, αρκεί η διαπίστωση ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν τον τρόπο καθορισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ και όχι του δασμού αντιντάμπινγκ.
24
Δεύτερον, πρέπει να τονισθεί ότι ο τρόπος καθορισμού των δασμών αντιντάμπινγκ διέπεται από το άρθρο 13 του κανονισμού 3017/79, το οποίο ορίζει ιδίως ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ θεσπίζονται με κανονισμό και ότι « οι κανονισμοί αυτοί αναφέρουν ιδιαιτέρως το ποσό και τον τύπο του επιβαλλόμενου δασμού ».
25
Οι διατάξεις αυτές παρέχουν στα κοινοτικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προς καθορισμό, σε κάθε περίπτωση, του « τύπου του δασμού » με τον οποίο εξασφαλίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα η άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
26
Στην υπό κρίση υπόθεση το Συμβούλιο δεν υπερέβη αυτή την εξουσία εκτιμήσεως θεσπίζοντας ένα δασμό αντιντάμπινγκ καθοριζόμενο σε συνάρτηση με μια τιμή κατωφλίου, η οποία αντιστοιχεί στην κανονική αξία των εμπορευμάτων στην βορειοαμερικανική αγορά που έχει αναχθεί σε βάση CIF στα κοινοτικά σύνορα και η οποία κυμαίνεται ανάλογα με την τιμή που καταβάλλεται κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων στην Κοινότητα.
27
Μια τέτοια μέθοδος υπολογισμού ήταν όντως η πλέον πρόσφορη προς αντιστάθμιση του περιθωρίου ντάμπινγκ και « προς εξασφάλιση δίκαιης μεταχειρίσεως των εισαγωγών που πραγματοποιούνται σε διαφορετικές τιμές », κατά την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2133/78 του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ( GU L 247, σ. 22 ), κανονισμού τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός 551/83.
Επί του καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ από τις εθνικές τελωνειακές αρχές των κρατών μελών
28
Στις παρατηρήσεις της που κατέθεσε στο Δικαστήριο η Cartorobica υποστηρίζει ότι η τιμή εισαγωγής στην Κοινότητα, η οποία αποτελεί το ένα από τα δύο στοιχεία, ενώ το άλλο είναι η τιμή κατωφλίου, που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του θεσπισθέντος με τον κανονισμό 551/83 δασμού αντιντάμπινγκ, δεν καθορίζεται επακριβώς με τον κανονισμό αυτό. Με τον τρόπο αυτό οι εθνικές τελωνειακές αρχές διαθέτουν υπερβολικά περιθώρια εκτιμήσεως για τον υπολογισμό αυτής της τιμής εισαγωγής και, επομένως, για τον καθορισμό του ύψους του δασμού αντιντάμπινγκ, πράγμα το οποίο μπορεί να έχει ως συνέπεια τη μη ενιαία εφαρμογή του δασμού σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
29
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αντίθετα από τους ισχυρισμούς αυτούς, η τιμή εισαγωγής, την οποία καθορίζει ο κανονισμός 551/83 ως την καθαρή κοινοτική τιμή « ελεύθερο στα σύνορα » του ατελώνιστου προϊόντος, όπως διαμορφώνεται προς τον πρώτο αγοραστή εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια και βεβαιότητα από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών.
30
Η τιμή αυτή αντιστοιχεί στην πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή κατά την συγκεκριμένη εισαγωγή, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων τα οποία προέκυψαν μέχρι τον τόπο εισαγωγής των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μη συμπεριλαμβανομένων όμως των δασμών και φόρων που καθίστανται απαιτητοί σ' αυτό το έδαφος.
Επί του καθορισμού της τιμής κατωφλίου σε δολάρια και όχι σε Ecu
31
Στις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου η Cartorobica διατείνεται ότι ο προοριζόμενος να εφαρμοστεί σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας δασμός αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να εξαρτάται από μια τιμή κατωφλίου εκπεφρασμένη σε νόμισμα τρίτου κράτους και ότι η τιμή αυτή έπρεπε να καθοριστεί σε Ecu.
32
Πρέπει να σημειωθεί ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2779/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, περί εφαρμογής της ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδας ( ΕΛΜ ) στις πράξεις του τελωνειακού τομέως (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 113), ή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3308/80 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1980, περί αντικαταστάσεως της ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδας με την ΕΝΜ στις κοινοτικές πράξεις ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/003, σ. 7 ), δεν επέβαλλαν τη χρησιμοποίηση του Ecu για τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου η οποία χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό του εν λόγω δασμού αντιντάμπινγκ.
33
Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Συμβούλιο δεν υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως την οποία διέθετε στον τομέα αυτό, αποφασίζοντας να καθορίσει σε δολάρια την τιμή κατωφλίου, με σκοπό να ληφθεί υπόψη ιδίως το γεγονός ότι η τιμή αυτή αντιστοιχούσε στην κανονική αξία των αποτελούντων το αντικείμενο του ντάμπινγκ εμπορευμάτων στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Επί του γεγονότος ότι το ύψος του δασμού επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος
34
Η Cartorobica ισχυρίζεται ότι, μετατρεπόμενο στα νομίσματα των κρατών μελών, το ύψος της τιμής κατωφλίου, και επομένως το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ, επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις της τιμής συναλλάγματος του δολαρίου. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι, λόγω της πολύ έντονης ανατιμήσεως του δολαρίου έναντι της λίρας Ιταλίας μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως του κανονισμού 551/83 και αυτής των επίμαχων στη διαφορά της κύριας δίκης εισαγωγών, δημιουργήθηκαν πρόσθετες επιβαρύνσεις σε βάρος των ιταλών εισαγωγέων, οι οποίες συνιστούσαν δυσμενή διάκριση σε σχέση με τις επιβαρύνσεις των ανταγωνιστών τους στα κράτη με ισχυρό νόμισμα, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Αυτή η κατάσταση δεν θα δημιουργούνταν, αν η τιμή κατωφλίου είχε καθοριστεί σε Ecu.
35
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός ότι το ύψος του δασμού που οφείλουν να καταβάλουν οι εισαγωγείς εξαρτάται ιδίως από μια παράμετρο, εκφραζόμενη σε νόμισμα που υπόκειται σε διακυμάνσεις οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν από τα κοινοτικά όργανα, δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να κηρυχθεί ανίσχυρος ο κανονισμός 551/83.
36
Πράγματι, κάθε δασμός αντιντάμπινγκ, ανεξάρτητα από το είδος του και από το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται ή στο οποίο αναφέρεται, μπορεί να επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος.
37
Εξάλλου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να ελέγχουν ούτε τις διακυμάνσεις του Ecu ούτε τις διακυμάνσεις οποιουδήποτε άλλου νομίσματος.
38
Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν το κύρος του επίδικου κανονισμού ενδέχεται να επηρεάζεται από το, αν υποτεθεί αληθές, γεγονός ότι ύστερα από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος είχαν ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της καθοριζόμενης στον κανονισμό αυτό τιμής κατωφλίου, κατόπιν μετατροπής της στα εθνικά νομίσματα των κρατών μελών εισαγωγής, υπό τέτοιες συνθήκες ώστε σε μια δεδομένη στιγμή να μην δικαιολογείται πλέον η ύπαρξη δασμού αντιντάμπινγκ ή το ύψος του δασμού αυτού.
39
Συναφώς πρέπει να παρατηρηθεί ότι η βασική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των δασμών αντιντάμπινγκ παρέχει στους επιχειρηματίες τα μέσα προς αμφισβήτηση των δασμών που δεν δικαιολογούνται πλέον στο σύνολό τους ή εν μέρει.
40
Πράγματι, οι εν λόγω επιχειρηματίες μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή την επανεξέταση των κανονισμών με τους οποίους θεσπίζονται οι δασμοί αυτοί και να επιτύχουν, ενδεχομένως, την τροποποίηση, την κατάργηση ή την ακύρωση των μέτρων που θεσπίζονται με τους κανονισμούς αυτούς.
41
Επιπλέον, οι εισαγωγείς μπορούν να ζητήσουν τη μερική ή ολική επιστροφή των δασμών τους οποίους κατέβαλαν, εφόσον είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι δασμοί αυτοί υπερβαίνουν το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ.
42
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι από την εξέταση των δύο πρώτων ερωτημάτων που υπέβαλε το Tribunale di Genova δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunale di Genova ( πρώτο πολιτικό τμήμα ), με Διάταξη της 23ης Ιουνίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί του χάρτου και του χαρτονίου kraft καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και την αποδοχή της προσφοράς αναλήψεως υποχρεώσεως στα πλαίσια της επανεξέτασης της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές χάρτου και χαρτονίου kraft καταγωγής Αυστρίας, Καναδά, Φινλανδίας, Πορτογαλίας, Σοβιετικής Ενωσης και Σουηδίας, έχει την έννοια ότι η τιμή συναλλάγματος που πρέπει να χρησιμοποιείται για να μετατρέπεται στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής η τιμή κατωφλίου που ορίζεται στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού είναι η ισχύουσα όχι κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, αλλά κατά την ημερομηνία που πρέπει να λαβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
2)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 551/83 του Συμβουλίου, της 8ης Μαρτίου 1983.
Zuleeg
Moitinho de Almeida
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-C. Giraud
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Μ. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy