Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Καθορισμός των ποσοτήτων αναφοράς που απαλλάσσονται της εισφοράς - Ιδιαίτερη ρύθμιση υπέρ των παραγωγών που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής - Χορήγηση ενιαίας κατ' αποκοπή ποσότητας - Δεν επιτρέπεται - Αποκλεισμός των παραγωγών των οποίων οι παραδόσεις υπερέβησαν ορισμένο όριο - Επιτρέπεται
(Κανονισμός του Συμβουλίου 857/84, άρθρο 3, σημείο 1)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Επιλογή της εναλλακτικής λύσεως Β - Παραγωγοί που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής - Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς - Επαναχορήγηση από τον αγοραστή σε ορισμένους από τους παραγωγούς με τους οποίους συνδέεται των ποσοτήτων που ελευθερώνονται από άλλους - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2? κανονισμός του Συμβουλίου 857/84, άρθρο 3, σημείο 1)
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Καθορισμός των ποσοτήτων αναφοράς που απαλλάσσονται της εισφοράς - Παραγωγοί που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής - Υπαγωγή σε γενική μείωση των ποσοτήτων αναφοράς - Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Δεν συντρέχει
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 856 και 857/84)
Περίληψη
1. Το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, που επιτρέπει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς απαλλαγμένης από τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα τη διάταξη αυτή κατά τρόπο ώστε σε όλους τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή παραγωγούς να χορηγείται ενιαία κατ' αποκοπή ποσότητα, ανεξαρτήτως των παραγωγικών στόχων του ατομικού τους σχεδίου.
Η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται πάντως σε εθνική ρύθμιση, κατά την οποία μια ειδική ποσότητα αναφοράς μπορεί να χορηγηθεί μόνο στους παραγωγούς των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος δεν υπερβαίνουν ορισμένο όριο.
2. Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, περί της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ερμηνευόμενος υπό το φως της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα στους αγοραστές, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β, την προσωρινή μερική ή ολική επαναχορήγηση σε ορισμένους από τους παραγωγούς με τους οποίους συνδέονται των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από άλλους παραγωγούς, υπό την επιφύλαξη ότι οι επαναχορηγούμενες αυτές ποσότητες προσαρμόζονται, κατά περίπτωση, εκ των υστέρων, έτσι ώστε να εξουδετερώνονται ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών που συνδέονται με διαφορετικούς αγοραστές.
3. Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος κατά τρόπο ώστε στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής, που εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το σύστημα της εισφοράς, να χορηγηθούν για το δεύτερο έτος εφαρμογής του συστήματος μικρότερες ποσότητες αναφοράς από εκείνες της προηγουμένης περιόδου, εκτός αν οι πραγματοποιηθείσες μειώσεις αφορούν ειδικά τις ποσότητες αναφοράς των κατόχων τέτοιων σχεδίων.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 196/88 έως 198/88,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Cour d' appel de Rennes προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Daniel Cornee
και
Cooperative agricole laitiere de Loudeac "Copall" (υπόθεση 196/88)
και μεταξύ
1) Jean-Claude Ollivier
2) Jean-Francois Buan
3) Louis Theodore Loutrage
και
Laiterie cooperative du Trieux (υπόθεση 197/88),
καθώς και μεταξύ
1) Jean-Francois Seger
2) Guy Yves Marie Boulbin
3) Monique Helene Marie Connan
4) Jean Yves Marie Daniel
5). Jean Francois Duigou
6) Francois Guegan
7) Gildas Guyomard
8) Dominique Larvor
9) Roland Yves Le Scrour
10) Claude και Ρatrice Robin
11) Jean Francois Toudic
και
Laiterie cooperative du Trieux (υπόθεση 198/88),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης και του άρθρου 3 του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ΕΟΚ 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, ασκούντα καθήκοντα προέδρου τμήματος, J. C. Μoitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Η. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι εφεσείοντες, εκπροσωπούμενοι από τους Ρitois-Sillard, Olive, Cabot και Dohollou, δικηγόρους του δικηγορικού συλλόγου της Rennes,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Ε. Βelliard και τον Geraud de Bergues, επικουρούμενους κατά την προφορική διαδικασία από τους Giacomini και Υ. Riou, του Υπουργείου Γεωργίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Lawrence και Ρ. Ηetsch, μέλη της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Απριλίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαΐου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1988, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 20 Ιουλίου 1988, το Cour d' appel της Rennes υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα, πανομοιότυπα και στις τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης και του άρθρου 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ 15 παραγωγών γάλακτος του διοικητικού διαμερίσματος Cotes du Nord και της Cooperative agricole laitiere de Loudeac "Copall" (υπόθεση 196/88) και της Laiterie cooperative du Trieux (υποθέσεις 197 και 198/88) αντιστοίχως, σχετικά με τις εισφορές που οι τελευταίες εφάρμοσαν έναντι των εν λόγω παραγωγών δυνάμει του κοινοτικού καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
3 Πρέπει να υπενθυμιστεί προκαταρκτικά ότι με τον κανονισμό 856/84, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), το Συμβούλιο καθιέρωσε συμπληρωματική εισφορά που επιβάλλεται επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν και υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί? η εισφορά αυτή οφείλεται είτε από τους παραγωγούς γάλακτος (εναλλακτική λύση Α) είτε από τους αγοραστές γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που τη μετακυλίουν στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους αναλόγως της συμβολής τους στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή (εναλλακτική λύση Β).
4 Οι λεπτομέρειες του υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς, δηλαδή των ποσοτήτων που απαλλάσσονται της συμπληρωματικής εισφοράς, καθορίστηκαν με τον προαναφερθέντα κανονισμό 857/84 του Συμβουλίου. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογικαό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1%. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα του οικείου κράτους μέλους.
5 Στα άρθρα 3, 4 και 4α του ίδιου κανονισμού προβλέπονται παρεκκλίσεις από τους κανόνες αυτούς για ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει, να χορηγούν ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής βάσει της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, περί του εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (JΟ L 96, σ. 1).
6 Η γαλλική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή το κοινοτικό καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος επιλέγοντας το έτος 1983 στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β (εναλλακτική λύση του αγοραστή). Η ποσότητα αναφοράς των αγοραστών που είναι εγκατεστημένοι στο γαλλικό έδαφος ήταν, κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του συστήματος (2 Απριλίου 1984 έως 31 Μαρτίου 1985), ίση προς την ποσότητα γάλακτος που συγκεντρώθηκε από το συγκεκριμένο αγοραστή κατά το έτος 1983, μειωμένη κατά 2% (1% στις ορεινές περιοχές)? κατά το δεύτερο έτος εφαρμογής του συστήματος (1η Απριλίου 1985 έως 31 Μαρτίου 1986) η ποσότητα αυτή μειώθηκε κατά 1% (εξαιρουμένων των ορεινών περιοχών). Οσον αφορά τους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, η γαλλική ρύθμιση προβλέπει στην ουσία ότι οι αγοραστές με τους οποίους συνδέονται οι παραγωγοί αυτοί χορηγούν στους τελευταίους εντός των ορίων της δικής τους ποσότητας αναφοράς, κατ' αποκοπή ποσότητα 9 500 λίτρων, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι αποκλείονται από το ευεργέτημα αυτό εκείνοι από τους παραγωγούς αυτούς που πραγματοποίησαν κατά το έτος 1983 παραδόσεις γάλακτος ανώτερες από 200 000 λίτρα.
7 Οι παραγωγοί γάλακτος που είναι διάδικοι στην κύρια δίκη πραγματοποίησαν σχέδια αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής βάσει της προαναφερθείσας οδηγίας 72/159/ΕΟΚ. Με τις προσφυγές τους αμφισβητούν τις εισφορές που τους επιβλήθηκαν, λόγω του ότι κατά τον καθορισμό της ατομικής τους ποσότητας αναφοράς δεν ελήφθησαν υπόψη τα σχέδια αναπτύξεως τους. Υποστηρίζουν εν προκειμένω ότι η προαναφερθείσα γαλλική ρύθμιση θεσπίστηκε κατά παράβαση τόσο των κοινοτικών κανόνων περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, όσο και των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
8 Για να μπορέσει να εκτιμήσει τα επιχειρήματα αυτά το Cour d' appel de Rennes ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1) Επιτρέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου στα κράτη μέλη να χορηγούν ποσότητα κατ' αποκοπή σε όλους τους κατόχους σχεδίων αναπτύξεως που βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της εκτελέσεως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι κάθε σχεδίου, και να επιλέξουν το έτος 1983 ως το μόνο έτος αναφοράς, χωρίς να προβλέπεται παρέκκλιση για τους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο περατώθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 1981 και 1982;
2) Αντιτίθεται το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στη θέσπιση, με τις υπουργικές αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 1984 και 10ης Ιουλίου 1985, σειράς προτεραιότητας για τις χορηγήσεις συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς, σε συνάρτηση με τις ελευθερωθείσες ποσότητες, σε κάθε μία επιχείρηση, ενώ το χορηγούμενο πλεονέκτημα εξαρτάται έτσι από τις διαθέσιμες ποσότητες του αγοραστή;
3) Υφίσταται εκ μέρους της εθνικής αρχής, με την έκδοση ιδίως της υπουργικής αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985 που περιόρισε τη δυνατότητα αυξήσεως για την περίοδο εμπορίας 1985/1986 στο 1% της προηγούμενης περιόδου εμπορίας, προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι οι κάτοχοι σχεδίου μπορούσαν να υπολογίζουν στη σταθερότητα των αναληφθεισών προηγουμένως υποχρεώσεων για την αύξηση της παραγωγικότητας της επιχειρήσεώς τους;"
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων στην κύρια δίκη, οι επίμαχες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθησαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Το πρώτο ερώτημα αναλύεται σε δύο σκέλη.
11 Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς στην κύρια δίκη το πρώτο σκέλος πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά το αν το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα τη διάταξη αυτή κατά τρόπον ώστε μόνον οι παραγωγοί που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος δεν υπερβαίνουν ένα ορισμένο ανώτατο όριο μπορούν να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς, όλοι δε οι παραγωγοί αυτοί λαμβάνουν ενιαία κατ' αποκοπή ποσότητα.
12 Κατά το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, οι " παραγωγοί που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής με βάση την οδηγία 72/159/ΕΟΚ, το οποίο κατατέθηκε πριν από την 1η Μαρτίου 1984, μπορούν να επιτύχουν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, ... εάν το σχέδιο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προβλέπει το σχέδιο ανάπτυξης". Η διάταξη αυτή εγγυάται ότι οι παραγωγοί που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, που εγκρίθηκε σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η οδηγία 72/159/ΕΟΚ, μπορούν να αποκομίσουν τα οφέλη των επενδύσεων που πραγματοποίησαν κατά την εκτέλεση ενός τέτοιου σχεδίου.
13 Από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως που προαναφέρθηκε προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται στα κράτη μέλη εξουσία εκτιμήσεως για να προβλέψουν ή όχι τη χορήγηση ειδικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και για να καθορίσουν, ενδεχομένως, το ποσό των χορηγήσεων αυτών.
14 Εντούτοις η εν λόγω διάταξη επιβάλλει, όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να κάνει χρήση της δυνατότητας χορηγήσεως ειδικών ποσοτήτων αναφοράς δυνάμει της διατάξεως αυτής, οι χορηγήσεις αυτές να "λαμβάνουν υπόψη" την παραγωγή που το εν λόγω σχέδιο αναπτύξεως θέτει ως στόχο, δηλαδή να υπάρχει σχέση μεταξύ της ειδικής ποσότητας αναφοράς, για την οποία πρόκειται, και της παραγωγής που έχει τεθεί ως στόχος. Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται στην υποχρέωση των κρατών μελών να τηρούν, κατά τη θέση σε εφαρμογή μίας κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας που καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
15 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι δεν συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή μία εθνική ρύθμιση που θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84 κατά τρόπο ώστε να προβλέπει τη χορήγηση ενιαίας κατ' αποκοπή συμπληρωματικής ποσότητας σε όλους τους παραγωγούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, όποιοι κι αν είναι οι στόχοι του σχεδίου αναπτύξεώς τους.
16 Δεν συμβαίνει το ίδιο, όσον αφορά μία εθνική ρύθμιση που αποκλείει από το ευεργέτημα των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς τους παραγωγούς των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλεγεί υπερβαίνουν ορισμένο ανώτατο όριο. Πράγματι, η απαίτηση να "λαμβάνονται υπόψη" οι στόχοι του σχεδίου αναπτύξεως δεν επιβάλλει την τήρηση σχέσεως απόλυτης αναλογίας μεταξύ των στόχων αυτών και των χορηγουμένων ειδικών ποσοτήτων αναφοράς. Τα κράτη μέλη μπορούν επομένως, δεχόμενα ως κύριο συνδετικό κριτήριο τους στόχους του σχεδίου αναπτύξεως, να λάβουν υπόψη τους και άλλα αντικειμενικά κριτήρια, ιδίως κοινωνικής φύσεως, για να εξασφαλίσουν, για παράδειγμα, ορισμένη προτεραιότητα στους μικρούς παραγωγούς. Μία εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι μόνο οι παραγωγοί των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος δεν υπερβαίνουν ορισμένο όριο μπορούν να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς, ώστε να μπορέσουν να χορηγηθούν σημαντικότερες συμπληρωματικές ποσότητες στους μικρούς παραγωγούς, ανταποκρίνεται σε τέτοια αντικειμενικά κριτήρια. Κατά συνέπεια, η ρύθμιση αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84.
17 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα τη διάταξη αυτή κατά τρόπο ώστε σε όλους τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή παραγωγούς να χορηγείται ενιαία κατ' αποκοπή ποσότητα. Η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται πάντως σε εθνική ρύθμιση, κατά την οποία μια ειδική ποσότητα αναφοράς μπορεί να χορηγηθεί μόνο στους παραγωγούς των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος δεν υπερβαίνουν ορισμένο όριο.
18 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3, σημείο 1, δεύτερη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεωρήσουν ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών που αναφέρονται στη διάταξη αυτή το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου περατώθηκε το σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής, ακόμη κι αν το έτος αυτό προηγείται του έτους αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος κατά γενική εφαρμογή.
19 Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι κανείς από τους παραγωγούς που είναι διάδικοι στην κύρια δίκη δεν περάτωσε το σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής του παραγωγής κατά τη διάρκεια έτους προηγουμένου του 1983, το οποίο επέλεξε η Γαλλική Δημοκρατία ως έτος αναφοράς κατά γενική εφαρμογή. Υπό τις συνθήκες αυτές παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται στην ουσία αν ο προαναφερθείς κανονισμός 857/84, ερμηνευόμενος υπό το φως της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα στους αγοραστές, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β, να επαναχορηγήσουν, βάσει του άρθρου 3, σημείο 1, του κανονισμού αυτού, τις ατομικές ποσότητες αναφοράς που ελευθερώνονται από τους συνδεόμενους με αυτούς παραγωγούς προς άλλους παραγωγούς συνδεόμενους με τον ίδιο αγοραστή.
21 Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986 (Κlensch και λοιποί, 201 και 202/85, Συλλογή 1986, σ. 3477, ιδίως σ. 3503), έκρινε ότι από την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης επιβάλλεται η ερμηνεία ότι ο κανονισμός 857/84 δεν επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος που έχει επιλέξει την εναλλακτική λύση Β να υπολογίσει την ατομική ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού που έχει σταματήσει τη δραστηριότητά του στην ποσότητα αναφοράς του αγοραστή, στον οποίο ο εν λόγω παραγωγός παρέδιδε γάλα κατά το χρονικό σημείο που σταμάτησε τη δραστηριότητά του, αντί να υπολογίσει την ποσότητα αυτή στην εθνική εφεδρική ποσότητα. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, εν προκειμένω, ιδίως ότι η αντίθετη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να μπορεί ο αγοραστής να χορηγήσει εκ νέου την ποσότητα αυτή στους παραγωγούς με τους οποίους συνδέεται, ευνοώντας έτσι αδικαιολόγητα τους τελευταίους σε σχέση με τους παραγωγούς που συνδέονται με άλλους αγοραστές.
22 Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι η εθνική ρύθμιση, που θα εξαρτούσε τη χορήγηση ειδικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που αναφέρονται στο άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 από τον όγκο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από άλλους παραγωγούς συνδεόμενους με τον ίδιο αγοραστή, είναι καταρχήν ασυμβίβαστη με τον κανονισμό αυτό, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
23 Πρέπει εντούτοις να διευκρινιστεί ότι δεν μπορεί να απαγορευθεί στα κράτη μέλη, που είναι επιφορτισμένα με την εξασφάλιση της εφαρμογής του κοινοτικού συστήματος σε διοικητικό επίπεδο, να προβλέπουν αποκεντρωμένη διαχείριση της εισφοράς, βασισμένη στη συνεργασία των αγοραστών. Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί αντίθετη προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου η εθνική ρύθμιση κατά την οποία, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β, οι αγοραστές διατηρούν προσωρινώς το σύνολο ή τμήμα των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από τους συνδεόμενους με αυτούς παραγωγούς, για να χορηγήσουν εκ νέου τις ποσότητες αυτές προς άλλους παραγωγούς συνδεόμενους με τον ίδιο αγοραστή, υπό την προϋπόθεση ότι οι επαναχορηγούμενες αυτές ποσότητες προσαρμόζονται, κατά περίπτωση, εκ των υστέρων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα εξουδετερωθούν ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών που συνδέονται με διαφορετικούς αγοραστές.
24 Επομένως στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ερμηνευόμενος υπό το φως της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα στους αγοραστές, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β, την προσωρινή μερική ή ολική επαναχορήγηση, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από τους συνδεόμενους με αυτούς παραγωγούς, προς άλλους παραγωγούς συνδεόμενους με τους ίδιους αυτούς αγοραστές, υπό την επιφύλαξη ότι οι επαναχορηγούμενες αυτές ποσότητες προσαρμόζονται, κατά περίπτωση, εκ των υστέρων, έτσι ώστε να εξουδετερώνονται ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών που συνδέονται με διαφορετικούς αγοραστές.
Επί του τρίτου ερωτήματος
25 Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που εφαρμόζει το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος κατά τρόπο ώστε στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής, που εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το σύστημα της εισφοράς, να χορηγηθούν για την περίοδο 1985/1986 μικρότερες ποσότητες αναφοράς από εκείνες της προηγούμενης περιόδου.
26 Επ' αυτού πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι η πραγματοποίηση σχεδίου αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής, που εγκρίθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, δεν παρέχει στον κάτοχο του σχεδίου το δικαίωμα να παράγει την ποσότητα γάλακτος που αντιστοιχεί στους στόχους του σχεδίου αυτού, χωρίς να υποβάλλεται σε ενδεχόμενους περιορισμούς που απορρέουν από κοινοτικούς κανόνες που θεσπίστηκαν μετά την έγκριση του σχεδίου αυτού, ιδίως στο πλαίσιο της πολιτικής οργανώσεως των αγορών ή της διαρθρωτικής πολιτικής, εκτός αν οι περιορισμοί αυτοί θίγουν ειδικά τους κατόχους τέτοιων σχεδίων, ακριβώς λόγω της πραγματοποιήσεως του σχεδίου τους.
27 Κατά συνέπεια, όταν μια κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών προβλέπει, με σκοπό την ελάττωση των διαρθρωτικών πλεονασμάτων στην εν λόγω αγορά, την επιβολή εισφοράς επί των παραδόσεων προϊόντων που υπερβαίνουν ορισμένες ποσότητες αναφοράς, οι κάτοχοι σχεδίου αναπτύξεως, έστω κι αν αυτό εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το σύστημα, δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που αναφέρεται στην πραγματοποίηση του σχεδίου τους, για να αντιταχθούν σε ενδεχόμενες μειώσεις αυτών των ποσοτήτων αναφοράς, εφόσον από τη σχετική κοινοτική ρύθμιση επιτρέπονται οι μειώσεις αυτές και δεν αναφέρονται ειδικά στις ποσότητες αναφοράς αυτής της κατηγορίας επιχειρηματιών.
28 Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του προαναφερθέντος κανονισμού 856/84, η συνολική, εγγυημένη για την Κοινότητα, ποσότητα γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος καθορίστηκε σε 97,2 εκατομμύρια τόνους που αντιστοιχούν στο όριο εγγυήσεως το οποίο καθόρισε το Συμβούλιο το 1983. Εντούτοις, η ποσότητα αυτή καθορίστηκε, προκειμένου να υπάρξει μεταβατική κατάσταση, για το πρώτο έτος εφαρμογής του συστήματος σε 98,2 εκατομμύρια τόνους. Δεδομένου ότι κατά το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 856/84, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς δεν πρέπει να υπερβεί την εν λόγω συνολική ποσότητα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει εμμέσως ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποδέχθηκε, μέσω της μειώσεως της συνολικής ποσότητας, αντίστοιχη μείωση των ποσοτήτων αναφοράς των ατομικών επιχειρηματιών.
29 Πρέπει εξάλλου να υπενθυμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84, τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά με τα οποία πολλαπλασιάζονται οι παραδοθείσες ποσότητες γάλακτος για να υπολογιστούν οι ποσότητες αναφοράς, ώστε να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 5 του ίδιου κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, για την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4, μπορούν να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς μόνο μέχρι τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για το οικείο κράτος μέλος, προκύπτει ότι, στο μέτρο που χορηγούνται τέτοιες συμπληρωματικές ποσότητες σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματιών, οι ποσότητες αναφοράς των υπολοίπων επιχειρηματιών πρέπει, ενδεχομένως, να μειώνονται για να αποφευχθεί η υπέρβαση της εν λόγω συνολικής ποσότητας.
30 Κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου μία εθνική ρύθμιση που θεσπίστηκε για τη θέση σε εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος, όπως η γαλλική ρύθμιση, και η οποία ορίζει ότι όλοι οι παραγωγοί που είναι εγκατεστημένοι στο εθνικό έδαφος, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν προσυπογράψει σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής που εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, εξαιρουμένης εντούτοις ορισμένης κατηγορίας παραγωγών ευρισκομένων σε μειονεκτική θέση από γεωγραφικής απόψεως, λαμβάνουν για το δεύτερο έτος εφαρμογής του συστήματος μικρότερες ποσότητες αναφοράς από τις αντίστοιχες ποσότητες που έλαβαν για το προηγούμενο έτος.
31 Για τους λόγους αυτούς πρέπει στο τρίτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος κατά τρόπο ώστε στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής, που εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το σύστημα της εισφοράς, να χορηγηθούν για την περίοδο 1985/1986 μικρότερες ποσότητες αναφοράς από εκείνες της προηγουμένης περιόδου, εκτός αν οι πραγματοποιηθείσες μειώσεις αφορούν ειδικά τις ποσότητες αναφοράς των κατόχων τέτοιων σχεδίων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους στην κύρια δίκη το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Cour d' appel de Rennes με αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1988, αποφαίνεται :
1) Το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα τη διάταξη αυτή κατά τρόπο ώστε σε όλους τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή παραγωγούς να χορηγείται ενιαία κατ' αποκοπή ποσότητα. Η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται πάντως σε εθνική ρύθμιση, κατά την οποία μια ειδική ποσότητα αναφοράς μπορεί να χορηγηθεί μόνο στους παραγωγούς των οποίων οι παραδόσεις γάλακτος δεν υπερβαίνουν ορισμένο όριο.
2) Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ερμηνευόμενος υπό το φως της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση επιτρέπουσα στους αγοραστές, στο πλαίσιο της εναλλακτικής λύσεως Β, την προσωρινή μερική ή ολική επαναχορήγηση, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από τους συνδεόμενους με αυτούς παραγωγούς προς άλλους παραγωγούς συνδεόμενους με τους ίδιους αυτούς αγοραστές, υπό την επιφύλαξη ότι οι επαναχορηγούμενες αυτές ποσότητες προσαρμόζονται, κατά περίπτωση, εκ των υστέρων, έτσι ώστε να εξουδετερώνονται ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών που συνδέονται με διαφορετικούς αγοραστές.
3) Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση εφαρμόζουσα το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος κατά τρόπο ώστε στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής, που εγκρίθηκε πριν αρχίσει να ισχύει το σύστημα της εισφοράς, να χορηγηθούν για την περίοδο 1985/1986 μικρότερες ποσότητες αναφοράς από εκείνες της προηγουμένης περιόδου, εκτός αν οι πραγματοποιηθείσες μειώσεις αφορούν ειδικά τις ποσότητες αναφοράς των κατόχων τέτοιων σχεδίων.
Full & Egal Universal Law Academy