ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-199/88 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
Το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 8 ], ορίζει ότι ο εργαζόμενος που έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο η περισσοτέρων κρατών μελών, εκ των οποίων τουλάχιστον μία εξαρτά το ποσό των παροχών αναπηρίας από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, δικαιούται παροχών αναπηρίας σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις του άρθρου 46.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τα της εκκαθαρίσεως των παροχών. Με την τρίτη παράγραφο του, επιδιώκεται, σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η αποφυγή « αδικαιολογήτων σωρεύσεων που προκύπτουν ιδίως από τη χρονική σύμπτωση περιόδων ασφαλίσεως και περιόδων εξομοιουμένων προς αυτές ». Προς τον σκοπό αυτό, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 καθορίζεται το ανώτατο όριο παροχών το οποίο επιτρέπεται να καταβάλλεται σε έναν διακινούμενο εργαζόμενο που δικαιούται παροχές από διάφορα κράτη μέλη. Το ανώτατο αυτό όριο αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο από τα « θεωρητικά » ποσά που προσδιορίζονται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ), δηλαδή στο ποσό το οποίο θα μπορούσε να διεκδικήσει ο εργαζόμενος, αν είχε συμπληρώσει όλες τις περιόδους ασφαλίσεως όχι σε διάφορα κράτη μέλη, αλλά στο κράτος μέλος κατά τη νομοθεσία του οποίου θα λάμβανε τη μεγαλύτερη σύνταξη. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 46 προβλέπεται η εφαρμογή ενός συντελεστή μειώσεως, στην περίπτωση που το ποσό των οφειλομένων από τα διάφορα κράτη μέλη παροχών υπερβαίνει το εν λόγω όριο.
Εξάλλου, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι, « αν, λόγω της αυξήσεως του κόστους ζωής, της διακυμάνσεως του ύψους των μισθών ή άλλων λόγων προσαρμογής, τροποποιηθούν οι παροχές των ενδιαφερομένων κρατών κατά ένα καθορισμένο ποσοστό ή ποσό, το ποσοστό ή ποσό αυτό πρέπει να εφαρμοσθεί απευθείας στις παροχές που καθορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, χωρίς να χρειάζεται νέος υπολογισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού ». Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 2, πρέπει να πραγματοποιηθεί νέος υπολογισμός « σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών ».
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω ότι, κατά το άρθρο 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 86), « εφόσον ένας φορέας ( κοινωνικής ασφαλίσεως ) έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτων ποσών είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα και η αναζήτηση τους είναι αδύνατη, τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος του πρώτου φορέα, εκτός αν η μη οφειλομένη καταβολή είναι αποτέλεσμα δολίας πράξεως ».
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο G. Cabras, ιταλός υπήκοος, εργάσθηκε επί 635 εβδομάδες στην Ιταλία και επί 506 εβδομάδες στο Βέλγιο. Δεδομένου ότι είναι ανίκανος προς εργασία από τις 19 Σεπτεμβρίου 1972, λαμβάνει από την 1η Οκτωβρίου 1973 παροχές αναπηρίας στα δύο αυτά κράτη.
Σε αντίθεση προς τη βελγική νομοθεσία (νομοθεσία τύπου Α), η ιταλική νομοθεσία (νομοθεσία τύπου Β) εξαρτά το ύψος των παροχών αναπηρίας από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, προκειμένου για την εκκαθάριση των οφειλομένων στον G. Cabras παροχών απαπηρίας, εφαρμόζονταν κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 46 του ίδιου κανονισμού.
Οι ιταλικές παροχές αναπηρίας υπολογίστηκαν με βάση το σύστημα συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2. Το ύψος των βελγικών παροχών αναπηρίας καθορίστηκε από το Institut national d'assurance maladie-invalidité (στο εξής: INAMI) μόνον βάσει των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των κανόνων της περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως: κατά συνέπεια, το ποσό των εν λόγω παροχών ήταν ίσο προς το πλήρες ποσό των βελγικών παροχών, μειωμένο κατά το ποσό των ιταλικών παροχών που προέκυπτε από τον αναλογικό επιμερισμό.
Στη συνέχεια, και οι δύο αυτές παροχές αυξήθηκαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, βάσει των κανόνων περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των συντάξεων που ίσχυαν σε καθένα από τα δύο αυτά κράτη μέλη· οι ιταλικές ειδικά παροχές σημείωσαν πολύ μεγάλες αυξήσεις μέχρις ότου μία απόφαση του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου έκρινε ότι η τιμαριθμική αυτή προσαρμογή, όπως εφαρμοζόταν στο εν λόγω κράτος, βασιζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας και ότι, κατά συνέπεια, οι ιταλικές παροχές έπρεπε να «παγώσουν» από την 1η Μαΐου 1981.
Στις 23 Μαρτίου και 17 Ιουνίου 1982 εκδόθηκαν δύο βελγικά βασιλικά διατάγματα, τα οποία τροποποίησαν, από 1ης Ιουλίου 1982, τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια των συντηρουμένων προσώπων, προκειμένου για τον καθορισμό του ύψους των παροχών αναπηρίας. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, ο G. Cabras έπρεπε πλέον να θεωρείται ως « μη βαρυνόμενος με οικογενειακά βάρη ». Ως εκ τούτου, μειώθηκε το ποσό των παροχών αναπηρίας που δικαιούνταν βάσει της βελγικής μόνο νομοθεσίας.
Εξάλλου, πραγματοποιήθηκε, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, νέος υπολογισμός των παροχών κατά τις διατάξεις του άρθρου 46. Κατά τον νέο αυτό υπολογισμό, ο βελγικός φορέας θεώρησε ότι, για να εφαρμοσθεί η παράγραφος 3 του άρθρου 46, το ποσό των αυτοτελών βελγικών παροχών έπρεπε να μειωθεί κατά το προκύπτον κατόπιν του αναλογικού επιμερισμού ποσό των ιταλικών παροχών, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της νέας εκκαθαρίσεως των οφειλομένων παροχών, δηλαδή κατόπιν των πολύ μεγάλων αυξήσεων που προαναφέρθηκαν. Ο βελγικός φορέας διαπίστωσε ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν ευνοούσε τον G. Cabras περισσότερο απ' ό,τι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Έτσι, όπως είχε κάνει και κατά την αρχική εκκαθάριση της 1ης Οκτωβρίου 1973, προέβη στον νέο υπολογισμό των καταβλητέων στον G. Cabras παροχών βάσει των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας και μόνο, αφαιρώντας από το πλήρες ποσό των βελγικών παροχών το αναπροσαρμοσμένο ποσό των ιταλικών παροχών.
Ωστόσο, δεδομένου ότι ο νέος υπολογισμός των παροχών απαίτησε κάποιο χρόνο, o G. Cabras εξακολούθησε να εισπράττει και μετά την 1η Ιουλίου 1982 παροχές ίσες με εκείνες που του καταβάλλονταν προηγουμένως. Η απόφαση του INAMI που καθόρισε το νέο, μειωμένο, ποσό κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 23 Φεβρουαρίου 1984. Από τον G. Cabras ζητήθηκε τότε να επιστρέψει τα ποσά που του είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1982 και της 30ής Ιουνίου 1983, οπότε θεωρήθηκε και πάλι ως « βαρυνόμενος με οικογενειακά βάρη ». Στις 19 Οκτωβρίου 1984 δε του κοινοποιήθηκε μία νέα απόφαση, η οποία καθόριζε το ύψος των απαιτήσεων του από την τελευταία αυτή ημερομηνία.
O G. Cabras προσέβαλε τις δύο αυτές αποφάσεις ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών.
Ισχυρίσθηκε δε ότι:
πρώτον, η εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είχε στην προκειμένη περίπτωση ως αποτέλεσμα διπλή μείωση των βελγικών παροχών, αφενός δυνάμει του εθνικού δικαίου, αφετέρου δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, συνεπεία της εφαρμογής του άρθρου 46, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού. Όμως, κατά τον G. Cabras, το να μειώνονται οι οφειλόμενες βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους παροχές κατά το πλήρες ποσό των χορηγουμένων βάσει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους παροχών είναι αντίθετο προς τον σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης, αφού ο διακινούμενος εργαζόμενος δεν αντλεί, στην περίπτωση αυτή, κανένα όφελος από την περίοδο ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει στο δεύτερο κράτος μέλος·
δεύτερον, είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο ο νέος υπολογισμός των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 να καταλήγει στη γένεση υποχρεώσεως του διακινουμένου εργαζομένου για απόδοση των αχρεω-στήτως καταβληθέντων, στην περίπτωση που ο ένας μόνο φορέας προβαίνει σε νέο υπολογισμό των παροχών, το ύψος των παροχών αυτών καθορίζεται εν μέρει σε συνάρτηση με το ποσό των καταβαλλομένων από τον φορέα άλλου κράτους μέλους παροχών, ο τελευταίος δε αυτός φορέας δεν έχει καθυστερούμενα ποσά που να μπορεί να θέσει στη διάθεση του φορέα που προβαίνει στον νέο υπολογισμό. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 112 δεν επιτρέπει την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τον διακινούμενο εργαζόμενο.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal du travail των Βρυξελλών, με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Συνιστά το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 απόλυτο όριο, του οποίου δεν επιτρέπεται κατ' ουδένα τρόπο η υπέρβαση, ακόμα και όταν, σε περίπτωση εφαρμογής νομοθεσίας τύπου Α, η θεωρητική σύνταξη ισούται με την εθνική σύνταξη;
2ε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης το να απορροφάται η αναγνωριζόμενη σε ορισμένο κράτος βάσει του κοινοτικού δικαίου απαίτηση εξ ολοκλήρου από την απαίτηση που αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος βάσει του εθνικού δικαίου και μόνο;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Πώς προσδιορίζεται ο διορθωτικός συντελεστής όταν μόνο μία από τις παροχές καθορίζεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1;
2)
Όταν ο φορέας κράτους μέλους προβαίνει στην επανεκτίμηση της καταστάσεως διακινουμένου εργαζομένου, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και αυτός ο νέος υπολογισμός καταλήγει σε περιορισμό των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, επειδή λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που χορηγούνται από άλλο κράτος όπου δεν ισχύει ο νέος υπολογισμός, δικαιούται αυτός ο ίδιος φορέας να αναζητήσει αναδρομικά το αχρεώστητο που δημιουργήθηκε με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( άρθρα 46 και 51 του κανονισμού 1408/71 ) ή οφείλει να παραιτηθεί της αναζητήσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 112 του κανονισμού 574/72, εφόσον ο φορέας του άλλου κράτους, οφειλέτης της παροχής που δεν αναπροσαρμόστηκε, δεν οφείλει καθυστερούμενα ποσά που θα μπορούσε να παρακρατήσει υπέρ του πρώτου φορέα; »
Η απόφαση του Tribunal du travail των Βρυξελλών πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιουλίου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν: ο G. Cabras, προσφεύγων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον D. Rossini, συνδικαλιστικό εκπρόσωπο, το INAMI, καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον J.-J. Masquelin, δικηγόρο Βρυξελλών, η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον P.-G. Ferri, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο J.-C. Séché.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Υπέβαλε επίσης ορισμένες ερωτήσεις στην Επιτροπή.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1989 το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα.
III — Συνοπτική έκθεση των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Επί τον πρώτου ερωτήματος
1.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης G. Cabras υπενθυμίζει ότι με το άρθρο 51 της Συνθήκης καθιερώθηκε ένα σύστημα ασφαλίσεως, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται ο συνυπολογισμός όλων των περιόδων ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη από τις διάφορες νομοθεσίες, και ότι ο συνυπολογισμός αυτός θα έπρεπε να έχει κάποιο θετικό αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι σε κάθε περίοδο ασφαλίσεως θα έπρεπε να αντιστοιχεί ορισμένο ποσό παροχών υπέρ του διακινουμένου εργαζομένου. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι οι κοινοτικές διατάξεις δεν επιτρέπεται καταρχήν να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να στερεί από τον διακινούμενο εργαζόμενο ή τους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα τη δυνατότητα να υπαχθούν σε ορισμένες από τις ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή να καταλήγει σε μείωση των παροχών που οφείλονται κατά τη νομοθεσία αυτή συμπλη-ρούμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 θα έπρεπε να εξασφαλίζει στους διακινούμενους εντός της Κοινότητας εργαζομένους το σύνολο των αποκτηθεισών στα διάφορα κράτη μέλη παροχών « με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα... ποσά» των παροχών αυτών (απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, Laterza, 733/79, Rec. 1980, σ. 1915).
Όμως, κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, η εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 δεν εγγυάται το αποτέλεσμα αυτό, όταν συνεπάγεται την αφαίρεση από τις παροχές τις οφειλόμενες βάσει της νομοθεσίας τύπου Α ολοκλήρου του ποσού των παροχών που οφείλονται κατά τη νομοθεσία τύπου Β. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ο διακινούμενος εργαζόμενος στερείται τη δυνατότητα να υπαχθεί όχι μόνο σε « ορισμένες από τις ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους », αλλά σε οποιαδήποτε από τις τις διατάξεις αυτές. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, όπου ο διακινούμενος εργαζόμενος έχει δύο απαιτήσεις: μία δυνάμει του εθνικού δικαίου (αυτόνομες παροχές) και μία δυνάμει του κοινοτικού δικαίου ( παροχές προκύπτουσες κατόπιν αναλογικού επιμερισμού). Λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3, ο εργαζόμενος δικαιούται το συνολικό ποσό των παροχών που προβλέπονται κατά τις νομοθεσίες των κρατών μελών, με ανώτατο όριο το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχείο α, και ότι, προκειμένου για νομοθεσίες τύπου Α, το θεωρητικό ποσό της συντάξεως ισούται πάντοτε με τη χορηγούμενη κατά την εθνική νομοθεσία σύνταξη, οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε κράτος όπου ισχύει νομοθεσία τύπου Β δεν συνεπάγονται ποτέ αύξηση του θεωρητικού ποσού των παροχών που οφείλονται από το κράτος όπου ισχύει νομοθεσία τύπου Α.
Κατά τον G. Cabras, οι απαιτήσεις του για τη λήψη παροχών ανέρχονταν την 1η Ιουλίου 1982 στα εξής ποσά (σε βελγικά φράγκα):
—
883,76 BFR καταβλητέα από τον βελγικό φορέα,
—
377,09 BFR καταβλητέα από τον ιταλικό φορέα.
δηλαδή συνολικά: 1260,85 BFR.
Δεδομένου ότι το ποσό αυτό υπερβαίνει το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών
δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό των αυτοτελών βελγικών παροχών — το ποσό των βελγικών παροχών έπρεπε να προσαρμοσθεί σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 46 και να μειωθεί με βάση τον ακόλουθο συντελεστή:
όπου Α είναι το συνολικό ποσό των εθνικών συντάξεων και Ε η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των οφειλομένων από όλες τις χώρες συντάξεων και της μεγαλύτερης θεωρητικής συντάξεως.
'Ετσι, οι πράγματι καταβαλλόμενες στον G. Cabras βελγικές παροχές είναι:
Επομένως, με την εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 46 αφαιρείται από τον ενδιαφερόμενο το όφελος που του παρέχει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου (δηλαδή το δικαίωμα επί των κατόπιν αναλογικού επιμερισμού χορηγουμένων ιταλικών παροχών, ύψους 377,09 BFR ).
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, με την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, Petroni ( 24/75, Rec. 1975, σ. 1149 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο έχει μεν την εξουσία να θέτει ορισμένα όρια στα παρεχόμενα με τους κοινοτικούς κανονισμούς δικαιώματα, πλην όμως ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να φθάνει μέχρι του σημείου να στερεί από τον διακινούμενο εργαζόμενο το σύνολο των παροχών που δικαιούται δυνάμει του ίδιου του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, από την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Collini ( 323/86, Συλλογή 1987, σ. 5489 ), αποδεικνύεται ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 46 μπορεί να έχει ευνοϊκά αποτελέσματα για τον ενδιαφερόμενο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, χάρη στο ότι λαμβάνονται υπόψη όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως, το θεωρητικό ποσό των παροχών υπερβαίνει το ποσό των εθνικών παροχών.
Κατά την άποψη του G. Cabras, ο διακινούμενος εργαζόμενος που λαμβάνει μειωμένες παροχές από δύο φορείς, το άθροισμα των οποίων είναι ίσο με τις εθνικές παροχές ενός μόνο κράτους μέλους, βρίσκεται τελικά σε δυσμενέστερη θέση από έναν εργαζόμενο που δεν έφυγε ποτέ από την πατρίδα του, καθότι ο τελευταίος δεν υφίσταται τουλάχιστον τις δυσμενείς συνέπειες της κατατμήσεως των παροχών και της νομικής αβεβαιότητας που συνεπάγονται οι κατά περιόδους αναπροσαρμογές — που είναι πάντα δυνατόν να λάβουν χώρα — και η καταβολή αχρεωστήτων ποσών.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης θεωρεί ότι, για να μπορέσει να λάβει ένα μέρος τουλάχιστον των παροχών που δικαιούται για τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στην Ιταλία, θα έπρεπε να διορθωθεί το ποσό των βελγικών παροχών με τη χρησιμοποίηση ενός άλλου συντελεστή. Ο άλλος αυτός συντελεστής διαμορφώνεται λαμβανομένων υπόψη όλων των παροχών, που οφείλονται από όλα τα κράτη μέλη, τόσο των αυτοτελών όσο και των προκυπτουσών από τον επιμερισμό, στην προκειμένη δε περίπτωση θα έδινε το εξής αποτέλεσμα:
'Ετσι, o G. Cabras δεν θα σώρευε πλήρως τη βελγική και την ιταλική παροχή ( 1260,85 BFR), αλλά θα λάμβανε 112,77 BFR (619,44 — 506,67 ) επιπλέον. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης παρατηρεί ότι ο λόγος του ποσού των οφειλομένων βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3 παροχών (619,44 BFR) προς το ποσό των οφειλομένων βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1 παροχών (883,76 BFR) δίνει τον ίδιο συντελεστή (0,7009), πράγμα που είναι σύμφωνο με τον κανόνα που καθιερώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού 574/72.
Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/79 δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 51 της Συνθήκης, στην περίπτωση κατά την οποία το μεγαλύτερο θεωρητικό ποσό είναι ίσο με το ποσό των εθνικών παροχών που οφείλονται κατά τη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους και ο διακινούμενος εργαζόμενος δεν λαμβάνει τις παροχές που εκκαθαρίζονται κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, κατόπιν αναλογικού επιμερισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω θεωρητικό ποσό δεν συνιστά απόλυτο όριο και επιτρέπεται η υπέρβαση του, με την καθιέρωση ενός τρόπου υπολογισμού που να εξασφαλίζει στον διακινούμενο εργαζόμενο την πραγματική απολαβή όλων των παροχών που δικαιούται βάσει των εθνικών νομοθεσιών. »
2.
Το καθού της κύριας δίκης, το INAMI υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος. Στηρίζει δε την άποψή του αυτή στις κείμενες διατάξεις και στη νομολογία. Πρώτον, προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 ότι το άθροισμα των παροχών που οφείλονται στον δικαιούχο στα διάφορα κράτη μέλη δεν μπορεί να υπερβαίνει το μεγαλύτερο θεωρητικό ποσό και ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως, οι εθνικές παροχές μειώνονται με την εφαρμογή ορισμένου συντελεστή. Δεύτερον, η απόφαση Collini (323/86, όπ. π.) επιβεβαιώνει το ότι το μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά συνιστά απόλυτο όριο, του οποίου η υπέρβαση δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση. Η εγκυρότητα του συμπεράσματος αυτού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με βάσει το γεγονός ότι, όταν εφαρμόζεται νομοθεσία τύπου Α — όπως το βελγικό σύστημα ασφαλίσεως κατ' αναπηρίας — το θεωρητικό ποσό είναι ίσο με το κατά το εθνικό δίκαιο οφειλόμενο ποσό.
Το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος αφορά, κατά το καθού της κύριας δίκης, το ζήτημα αν συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης η πλήρης απορρόφηση της απαιτήσεως που αναγνωρίζεται σε ορισμένο κράτος βάσει του κοινοτικού δικαίου από την απαίτηση που αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος βάσει του εθνικού δικαίου και μόνο. Στο ερώτημα αυτό το INAMI προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση. Υπενθυμίζει ότι, στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος υπάγεται, τη στιγμή που καθίσταται ανίκανος προς εργασία, στο βελγικό σύστημα ασφαλίσεως κατ' ασθενείας-αναπηρίας και πληροί τις προβλεπόμενες από το εθνικό και κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις εκκαθαρίσεως των απαιτήσεων του, ο αρμόδιος βελγικός φορέας τού καταβάλλει, προσωρινά, παροχές ίσες με εκείνες που θα λάμβανε αν δεν του οφείλονταν παροχές από κανένα άλλο κράτος μέλος. Στη συνέχεια, με την οριστική απόφαση περί εκκαθαρίσεως, το INAMI προσδιορίζει το ύψος του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, ήτοι τη διαφορά μεταξύ των προσωρινώς καταβληθεισών παροχών και των παροχών που οφείλει πράγματι το Βέλγιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71. Για την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ο βελγικός φορέας χρησιμοποιεί τον μηχανισμό που καθιερώνεται με το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72. Στην περίπτωση που το ποσό των παροχών βάσει των κοινοτικών διατάξεων δεν είναι υψηλότερο από το καθοριζόμενο βάσει του βελγικού δικαίου και οι οφειλόμενες βάσει του άλλου εθνικού δικαίου παροχές έχουν υπολογισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 1408/71, η αναζήτηση των χορηγηθέντων σε προσωρινή βάση ποσών πραγματοποιείται διά συμψηφισμού με τα καθυστερούμενα ποσά που οφείλονται από τον φορέα του άλλου κράτους, σύμφωνα με τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο (αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1981, Romano, 98/80, Συλλογή 1981, σ.1241, και Fanara, 111/80, Συλλογή 1981, σ. 1269).
3.
Η ιταΑική κυβέρνηση παρατηρεί ότι το ανώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, το οποίο αποσκοπεί στην αποφυγή των αδικαιολογήτων σωρεύσεων, θεσπίστηκε με βάση την αντίληψη ότι το μεγαλύτερο θεωρητικό ποσό παροχών εξασφαλίζει σε κάθε περίπτωση τη διατήρηση των δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί ή πρόκειται να αποκτηθούν στα διάφορα κράτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 51 της Συνθήκης.
Όμως η εξασφάλιση αυτή δεν υπάρχει στις περιπτώσεις εφαρμογής νομοθεσιών τύπου Α (όπως εν προκειμένω), οπότε το μεγαλύτερο θεωρητικό ποσό παροχών ισούται με το πραγματικό ποσό των εθνικών παροχών. Αυτό αποδεικνύεται από την περίπτωση την οποία αφορά η κύρια δίκη, όπου ο βελγικός φορέας καταβάλλει παροχές, το ύψος των οποίων δεν εξαρτάται από τις περιόδους ασφαλίσεως, και αφαιρεί από τις παροχές αυτές ολόκληρο το ποσό των ιταλικών παροχών, με αποτέλεσμα να στερούνται παντελώς σημασίας τα έτη κατά τα οποία ο προσφεύγων εργάσθηκε στην Ιταλία. Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές ο μηχανισμός που επελέγη για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του εργαζομένου, ήτοι το σύστημα του « μεγαλυτέρου θεωρητικού ποσού παροχών », δεν αρκεί για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν υποστηρίζει βέβαια ότι ο εργαζόμενος που βρίσκεται στην ίδια με τον G. Cabras κατάσταση θα έπρεπε να λαμβάνει στο ακέραιο το ποσό των δύο παροχών, θεωρεί όμως ότι ο βελγικός φορέας, χορηγώντας απλώς τη διαφορά μεταξύ των βελγικών παροχών και των παροχών που οφείλονται από το άλλο κράτος, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί τη βάση του προβλεπομένου στο άρθρο 46, παράγραφος 3, συστήματος υπολογισμού. Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρέπει να εξασφαλίζεται στον εργαζόμενο ολόκληρο το ποσό των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 (εν προκειμένω, των ιταλικών παροχών) καθώς και η αυτοτελής παροχή ( η βελγική ), μειωμένη κατά ένα διορθωτικό συντελεστή που δεν θα προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας και ο οποίος θα μπορούσε να ισούται με το κλάσμα του οποίου ο αριθμητής θα ήταν το μεγαλύτερο θεωρητικό ποσό παροχών και παρονομαστής το άθροισμα των δύο παροχών.
4.
Κατά την Επιτροπή, τα του τρόπου υπολογισμού των παροχών αναπηρίας, κατά το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, έχουν νόημα μόνον αν εξεταστούν σε ευρύτερο πλαίσιο, ενόψει των αρχών που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1986, Sinatra (296/84, Συλλογή 1986, σ. 1047 ), που αφορούσε διαφορά παρόμοια με την υπό κρίση. Εν προκειμένω, δεν αρκεί να εξετασθεί το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 46, διότι το υπολογιζόμενο κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής « κοινοτικό » ποσό πρέπει να συγκριθεί με το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας στην οποία υπήχθη ο ενδιαφερόμενος.
Η Επιτροπή παραθέτει το πώς θα έπρεπε να υπολογισθεί καθένα από τα δύο αυτά ποσά, στη συνέχεια δε αναφέρει ότι:
—
αν το μεγαλύτερο ποσό είναι η κοινοτική σύνταξη, δεν μπορούν να αντιταχθούν στον ενδιαφερόμενο οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως' αντίθετα, στην περίπτωση αυτή ισχύει το ανώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3. Κατά την Επιτροπή πάντως δεν είναι καθόλου δίκαιο να περιορίζεται το όφελος που προκύπτει από την εφαρμογή του κοινοτικού μόνο δικαίου μέχρι το ανώτατο ποσό της συντάξεως που θα λάμβανε ο ενδιαφερόμενος αν δεν ήταν διακινούμενος εργαζόμενος και είχε εργασθεί σε ένα μόνο κράτος μέλος, δηλαδή σ' αυτό που χορηγεί τη μεγαλύτερη σύνταξη·
—
αν το μεγαλύτερο ποσό είναι η εθνική σύνταξη, ο υπολογισμός της αυτοτελούς αυτής παροχής θα έχει κατ' ανάγκη πραγματοποιηθεί κατ' εφαρμογή του εθνικού κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3.
Από τις διαπιστώσεις αυτές συνάγεται ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις περιορισμού των παροχών δεν λειτουργούν δύο φορές, όπως φαίνεται να φοβάται το παραπέμπον δικαστήριο:
—
ο εθνικός κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που χορηγούνται οι αυτοτελείς εθνικές παροχές, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των κοινοτικών παροχών
—
ο περιορισμός του άρθρου 46, παράγραφος 3, εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό των κοινοτικών παροχών, αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αυτοτελούς εθνικής συντάξεως.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«1)
Οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν αντιτίθενται στη χορήγηση παροχών που οφείλονται βάσει των διατάξεων μιας μόνο εθνικής νομοθεσίας, όταν το ποσό των παροχών αυτών είναι ανώτερο εκείνου που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού.
Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως τον οποίο προβλέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους, όταν πρόκειται να καθοριστεί το ύψος των παροχών που οφείλονται βάσει μόνο των εθνικών διατάξεων.
2)
Το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των παροχών αναπηρίας των οποίων το ύψος δεν εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, όταν ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί διαδοχικά ή εκ περιτροπής στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, από τις οποίες η μία τουλάχιστον εξαρτά το ύψος των παροχών από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. »
Επί τον δεντέρου ερωτήματος
1.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 απαγόρευε στον βελγικό φορέα να αναζητήσει αναδρομικώς τα ποσά που αποδείχθηκε, κατόπιν του νέου υπολογισμού των παροχών κατ' εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ότι είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως. Το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 ρυθμίζει τα της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την εκκαθάριση ή την αναθεώρηση των παροχών αναπηρίας ή γήρατος, εφόσον προκύψει ότι ο δικαιούχος έχει εισπράξει ποσά πέραν αυτών που εδικαι-ούτο. Οι ευνοϊκές για τους διακινούμενους εργαζομένους αρχές, που διατύπωσε το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες αποφάσεις του της 14ης Μαΐου 1981, Romano και Fanara, πρέπει να εφαρμόζονται κατά μείζονα λόγο, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα καθυστερούμενα ποσά και η καταβολή των αχρεωστήτων ποσών οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του ασφαλισμένου. Το άρθρο 112, το οποίο αποτελεί νομική εξασφάλιση για τους διακινουμένους εργαζομένους, καθότι τους προστατεύει από καταχρηστικές αναζητήσεις αχρεωστήτως καταβληθέντων, πρέπει να τύχει πλήρους εφαρμογής εν προκειμένω.
Τελικά, ο προσφεύγων της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72, σε συνδυασμό με το άρθρο 111, έχει την έννοια ότι, όταν ο φορέας κράτους μέλους προβαίνει στην επανεκτίμηση της καταστάσεως διακινουμένου εργαζομένου βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και αυτός ο νέος υπολογισμός καταλήγει σε περιορισμό των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, επειδή λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που χορηγούνται από άλλο κράτος μέλος όπου δεν ισχύει ο νέος υπολογισμός, ο ίδιος αυτός φορέας δεν δικαιούται να αναζητήσει αναδρομικώς τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεω-στήτως συνεπεία της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να παραιτηθεί της αναζητήσεως, αν ο φορέας του άλλου κράτους, οφειλέτης των παροχών που δεν υπόκεινται σε αναπροσαρμογή, δεν οφείλει καθυστερούμενα ποσά που να μπορεί να παρακρατήσει υπέρ του πρώτου φορέα. »
2.
Το καθού της κύριας δίκης εξηγεί ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, έπρεπε να γίνει νέος υπολογισμός των οφειλομένων στον G. Cabras παροχών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και σύμφωνα με τη νομολογία (απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982, Sinatra, 7/81, Συλλογή 1982, σ. 137). Προσθέτει ότι, εφόσον από τον νέο αυτό υπολογισμό προέκυψε ότι είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, βάσει της βελγικής νομοθεσίας, ορισμένες παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία, ο ασφαλιστικός φορέας ήταν υποχρεωμένος να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα. Πράγματι, στο βελγικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας ισχύει η αρχή ότι κάθε αχρεωστήτως εισπραττόμενο ποσό πρέπει να αποδίδεται στον ασφαλιστικό οργανισμό, ο μοναδικός δε περιορισμός στον οποίο υπόκειται η υποχρέωση αυτή είναι η παραγραφή.
Όσον αφορά το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72, το INAMI υποστηρίζει ότι είναι πολύ γενικά διατυπωμένο και το περιεχόμενό του είναι ασαφές. Μολονότι το άρθρο 111 επιτρέπει τον συμψηφισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών με τα ποσά των παροχών των οποίων έχει καθυστερήσει η καταβολή, από τον αλλοδαπό φορέα ή με ανάλογες παροχές των οποίων εκκρεμεί η καταβολή πρόκειται απλώς για μία δυνατότητα και όχι για υποχρέωση, όπως είχε τονίσει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της στην υπόθεση 111/80 (απόφαση της 14ης Μαΐου 1981, Fanara, όπ. π). Επομένως, το άρθρο 111 δεν αντιτίθεται στη χρησιμοποίηση άλλων τρόπων αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ιδίως όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει. Κατά συνέπεια, τίποτα δεν εμποδίζει την αναζήτηση των εν λόγω ποσών απευθείας από τον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του βελγικού δικαίου. Το άρθρο 112, που αποτελεί συμπλήρωμα του άρθρου 111, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ως σκοπό να αποκλείσει την εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού δικαίου περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων. Η αδυναμία αναζητήσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 112 δεν μπορεί παρά να είναι νομική αδυναμία, οφειλόμενη, παραδείγματος χάριν, στην παραγραφή της αξιώσεως ή στην έλλειψη περιουσιακών αγαθών ή εισοδημάτων του ασφαλισμένου που να επιδέχονται κατάσχεση. Το καθού της κύριας δίκης υποστηρίζει τέλος ότι, κατά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, όπως έχει τονισθεί στην επιστήμη και τη νομολογία, το άρθρο 51 της Συνθήκης επιτρέπει την ύπαρξη διαφορών ουσίας και διαδικασίας μεταξύ των διαφόρων εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι οι κανονισμοί περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων δεν δημιούργησαν κανένα κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν μπορούν να τροποποιήσουν τους εθνικούς κανόνες.
Κατόπιν αυτών το καθού της κύριας δίκης προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Υπό τις συνθήκες που εκτέθηκαν ανωτέρω, το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ακόμη και όταν δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 111 του εν λόγω κανονισμού προϋποθέσεις. »
3.
Η ιταλική κυβέρνηση επισημαίνει ότι από την επανεκτίμηση και τον νέο υπολογισμό των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 μπορεί να προκύψει ότι ορισμένα ποσά έχουν καταβληθεί αχρεω-στήτως στον συνταξιούχο. Στην περίπτωση αυτή, ο αρμόδιος φορέας πρέπει, κατά το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72, να ζητήσει από τους φορείς των άλλων κρατών μελών να παρακρατήσουν το ισόποσο των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τα ποσά τα οποία καταβάλλουν στον δικαιούχο.
Όμως αν οι φορείς αυτοί δεν έχουν στη διάθεση τους τέτοια ποσά, δεν είναι δυνατόν να βαρύνεται με την απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ο ίδιος ο εργαζόμενος. Είναι γεγονός ότι το ενδεχόμενο νέου υπολογισμού μιας παροχής και το αναδρομικό του αποτέλεσμα θα περιήγαν τον εν λόγω εργαζόμενο σε κατάσταση διαρκούς νομικής αβεβαιότητας και θα του δημιουργούσαν ανυπέρβλητα πρακτικά προβλήματα, πράγμα που δεν θα ήταν απολύτως σύμφωνο με τους σκοπούς του άρθρου 51 της Συνθήκης. Στις περιπτώσεις αυτές ο υπόχρεος για την καταβολή των παροχών φορέας οφείλει να παραιτείται της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, εμπνεόμενος από την αρχή που θεσπίζεται με το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72.
4.
Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1982 (Sinatra, όπ. π.), η οποία αφορούσε παρόμοια με την παρούσα υπόθεση πραγματικά περιστατικά και στην οποία το Δικαστήριο προσδιόρισε τις περιπτώσεις στις οποίες επιβάλλεται νέος υπολογισμός των παροχών βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού 1408/71. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της αναδρομικής αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τον εργαζόμενο, ενόψει του ότι ο αρμόδιος ιταλικός φορέας δεν όφειλε στον ενδιαφερόμενο ποσά τα οποία θα μπορούσε να θέσει στη διάθεση του αρμόδιου βελγικού φορέα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο νέος υπολογισμός των παροχών προϋποθέτει νέα σύγκριση μεταξύ των αυτοτελών εθνικών παροχών και των κοινοτικών παροχών.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
« Οι παροχές πρέπει να υπολογίζονται εκ νέου, σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, μετά από κάθε μεταβολή του ύψους των καταβαλλομένων από ένα κράτος μέλος παροχών, εκτός εάν η μεταβολή αυτή οφείλεται σε έναν από τους “ λόγους αναπροσαρμογής” που προβλέπονται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, μεταξύ των οποίων δεν συγκαταλέγονται οι αλλαγές στην προσωπική κατάσταση του ασφαλισμένου. »
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να απαντήσει στις ακόλουθες ερωτήσεις:
«1)
Το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 παρέχει στον φορέα που έχει καταβάλει αχρεωστήτως παροχές τη δυνατότητα να ζητήσει από τους φορείς των άλλων κρατών μελών να παρακρατήσουν τα οικεία ποσά από τα καθυστερούμενα ποσά συντάξεως ή από οποιοδήποτε άλλο είδος παροχών που οι φορείς αυτοί χορηγούν στον δικαιούχο.
Αποτελεί η διαδικασία αυτή το μόνο μέσο που έχει στη διάθεση του ο εν λόγω φορέας για να επιτύχει την απόδοση των ποσών αυτών;
Μπορεί, αντίθετα, ο εν λόγω φορέας να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα στρεφόμενος ευθέως κατά του προσώπου προς το οποίο πραγματοποιήθηκε η καταβολή; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η δυνατότητα αυτή του παρέχεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως απευθυνθεί χωρίς αποτέλεσμα στους φορείς των άλλων κρατών μελών;
2)
Ποιος είναι ο σκοπός και το αντικείμενο του άρθρου 112 του κανονισμού 574/72; 'Εχει η Επιτροπή στη διάθεση της τα προπαρασκευαστικά κείμενα που συντάχθηκαν πριν από την έκδοση του εν λόγω κανονισμού και που θα μπορούσαν να παράσχουν σχετικώς κάποιες ενδείξεις;
3)
Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να θεωρείται ότι η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων “ είναι αδύνατη ” κατά την έννοια του άρθρου 112 του κανονισμού 574/72;
4)
Ποια είναι η έννοια των λέξεων “εκτός αν η μη οφειλόμενη καταβολή είναι αποτέλεσμα δολίας πράξεως ” στο άρθρο 112; Υπονοείται μήπως ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο λήπτης των αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών, έχοντας ενεργήσει καλοπίστως, δεν μπορεί να βαρύνεται με την υποχρέωση αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων;
5)
Σύμφωνα με ποιους κανόνες (αρμοδιότητα, τρόπος αναζητήσεως κ.λπ. ) πρέπει να χωρεί η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων;»
Η Επιτροπή έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις:
Επί της πρώτης ερωτήσεως
1.
Η Επιτροπή παρατηρεί, καταρχάς, ότι, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως Cabras, η ερώτηση αυτή δεν μπορεί να αφορά παρά τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72.
Σε σύγκριση με το άρθρο 84 του κανονισμού αριθ. 4, το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 είναι πολύ λεπτομερέστερο. Το άρθρο 84 απαρτιζόταν από δύο μόνο παραγράφους. Η δεύτερη παράγραφος περιείχε κανόνες ανάλογους προς αυτούς που περιέχονται σήμερα στην
παράγραφο 3 του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72. Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 84 του κανονισμού αριθ. 4 ήταν διατυπωμένη ως εξής:
« Όταν φορέας κράτους μέλους έχει καταβάλει σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που αυτός δικαιούται, ο εν λόγω φορέας δικαιούται να ζητήσει από τον ασφαλιστικό φορέα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο δικαιούχος να παρακρατήσει το επιπλέον ποσό από τα ποσά που καταβάλλει αυτός στον δικαιούχο. Ο δεύτερος αυτός φορέας μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στον φορέα που ζήτησε την παρακράτηση. »
Κατά τις συζητήσεις στο πλαίσιο της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων, που έλαβαν χώρα πριν από τη γενική τροποποίηση των κανονισμών αριθ. 3 και 4, αποφασίστηκε, κατόπιν προτάσεως της γερμανικής αντιπροσωπείας, να διασπαστεί η ανωτέρω παράγραφος 1 σε δύο χωριστές παραγράφους. Η γερμανική αντιπροσωπεία ήθελε να εξασφαλισθεί ότι οι προκαταβαλλόμενες κατ' εφαρμογή του άρθρου 45 του κανονισμού 574/72 παροχές θα μπορούσαν οπωσδήποτε να αναζητηθούν διά συμψηφισμού. Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο οι προϋποθέσεις αναζητήσεως που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72 είναι ευρύτερες από εκείνες που προβλέπονται προκειμένου για την αναζήτηση των επιπλέον καταβληθέντων ποσών την οποία αφορά η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού.
2.
Κατά την Επιτροπή, συμβαίνει στην πράξη σε ορισμένο κράτος μέλος (παραδείγματος χάριν στο Βέλγιο ) να γίνεται εκκαθάριση της συντάξεως μερικές εβδομάδες ή μερικούς μήνες μετά την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, ενώ σε κάποιο άλλο κράτος μέλος ( παραδείγματος χάριν στην Ιταλία) η εκκαθάριση να καθυστερεί σημαντικά (δεν είναι σπάνια η καθυστέρηση της εκκαθαρίσεως μιας ιταλικής συντάξεως κατά δύο ή τρία έτη ).
Έτσι, αν ο βελγικός φορέας διαπιστώσει ότι ο αιτών έχει δικαίωμα λήψεως συντάξεως δυνάμει της βελγικής μόνο νομοθεσίας, καταβάλλει αμέσως, σε προσωρινή βάση, τις παροχές. Ο βελγικός φορέας πληροφορεί αμέσως και εφιστά ρητώς την προσοχή του αιτούντος στον προσωρινό χαρακτήρα της αποφάσεως. Αν, μερικά χρόνια αργότερα, χορηγηθεί αναδρομικά ιταλική σύνταξη, ο αρμόδιος βελγικός φορέας δικαιούται να εφαρμόσει τις εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 111, παράγραφος 1, του κανονισμού 574/72, μπορεί να ζητήσει από τον ιταλικό φορέα να « παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον από τα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός έχει καθυστερήσει να καταβάλει στον δικαιούχο ».
3.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72 ρυθμίζει το γενικό ζήτημα της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβαλλομένων παροχών. Ορίζει ότι ο φορέας που έχει καταβάλει αχρεωστήτως ορισμένα ποσά μπορεί να τα αναζητήσει υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει, μέσω οιουδήποτε φορέα άλλου κράτους μέλους ο οποίος καταβάλλει (αντίστοιχες ή μη) παροχές στον ίδιο δικαιούχο. Προβλέπει, εξάλλου, ότι ο τελευταίος αυτός φορέας προβαίνει στην παρακράτηση μόνον υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει (παραδείγματος χάριν, μέχρι του ποσοστού που επιτρέπεται να κατασχεθεί κατά τη νομοθεσία που διέπει τον φορέα που προβαίνει στην παρακράτηση ).
Επομένως, η παράγραφος 2 του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72 περιέχει διττό περιορισμό ως προς τη διαδικασία αναζητήσεως:
—
ο φορέας που έχει καταβάλει αχρεωστήτως ορισμένα ποσά μπορεί να τα αναζητήσει, μέσω του φορέα του άλλου κράτους μέλους, μόνον υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει·
—
ο φορέας του άλλου κράτους μέλους προβαίνει στην παρακράτηση μόνον υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει, « σαν να επρόκειτο για ποσά που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ίδιο ».
Η εν λόγω παράγραφος 2 του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72 είναι εκείνη που έχει σημασία στην απόφαση Cabras. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, για να εφαρμοσθεί η παράγραφος 2 του άρθρου 111, δεν είναι απαραίτητο να οφείλει ο φορέας του άλλου κράτους μέλους καθυστερούμενα ποσά τα οποία μπορεί να παρακρατήσει. Περαιτέρω, τονίζει ότι, κατά την τελευταία περίοδο της παραγράφου 1 του άρθρου 111, «οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται εφόσον το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον δεν δύναται να παρακρατηθεί από τα καθυστερούμενα ποσά ».
4.
Το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 αποτελεί εξειδίκευση, σε σχέση με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, της γενικής αρχής της αμοιβαίας αρωγής των διοικητικών αρχών, που καθιερώνεται με το άρθρο 84, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Συνεπώς, η προβλεπόμενη στο άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 διαδικασία δεν αποτελεί το μόνο μέσο που έχει στη διάθεση του ο ασφαλιστικός φορέας προκειμένου να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Ο εν λόγω φορέας μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει η νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, να στραφεί, προς αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ευθέως κατά του λήπτη. Η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της διαδικασίας αυτής δεν προϋποθέτει ότι προηγουμένως έχει εφαρμοστεί χωρίς αποτέλεσμα το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72. Το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου αποτελεί ένδειξη ότι οι διατάξεις του παρέχουν απλώς μία δυνατότητα στον φορέα που έχει καταβάλει ορισμένα ποσά αχρεω-στήτως και δεν του επιβάλλουν υποχρέωση.
Επί των ερωτήσεων 2 έως 5
Κατά την Επιτροπή, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 574/72 προκύπτει ότι το άρθρο 112 αποφασίστηκε να συμπεριληφθεί στον κανονισμό μόλις κατά το τελευταίο στάδιο των συζητήσεων.
Η σχετική πρόταση έγινε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της Επιτροπής Λογαριασμών. Η εν λόγω επιτροπή, η οποία επικουρεί, σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 3, του κανονισμού 574/72, τη Διοικητική Επιτροπή για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων, είναι αρμόδια για την εφαρμογή των οικονομικού δικαίου διατάξεων των κανονισμών. Αυτή είναι αρμόδια να συντάσσει, για κάθε ημερολογιακό έτος, την κατάσταση των λογαριασμών που εκκρεμούν μεταξύ των κρατών μελών.
Κατά την 46η σύνοδο της Επιτροπής Λογαριασμών, που έλαβε χώρα στις 8 Δεκεμβρίου 1970, η ιταλική αντιπροσωπεία πρότεινε να συμπεριληφθεί στον εκτελεστικό κανονισμό η ακόλουθη διάταξη:
«Τα ποσά τα οποία, για οποιονδήποτε λόγο πλην της περιπτώσεως απάτης, δεν είναι απαιτητά ή παύουν να είναι απαιτητά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της αναζητήσεως, βαρύνουν τελικά τον φορέα ή τους φορείς που προέβησαν στις αχρεώστητες καταβολές. »
Μετά τη συνεδρίαση αυτή, η ιταλική αντιπροσωπεία παρουσίασε ένα νέο τροποποιημένο κείμενο, το οποίο είχε ως εξής:
« Εφόσον ένας φορέας έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτων ποσών, είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα, και η αναζήτηση τους έχει καταστεί αδύνατη, τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος του πρώτου φορέα, εκτός αν η καταβολή είναι αποτέλεσμα δόλιας πράξεως. »
Κατά την 114η συνοδό της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1970, η Διοικητική Επιτροπή για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων ενέκρινε την πρόταση αυτή.
Κατά την Επιτροπή, συμπεριλαμβάνοντας στον κανονισμό 574/72 το άρθρο 112, οι συντάκτες του θέλησαν να αποκλείσουν ρητά τη δυνατότητα των κρατών μελών να συμψηφίζουν τα ποσά, τα οποία έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως και η αναζήτηση των οποίων είναι αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο πλην της απάτης, με τις απαιτήσεις που έχουν έναντι των άλλων κρατών μελών.
Η επιδίωξη του σκοπού αυτού εξηγεί ιδίως τη χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 112 έκφραση: «... τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος... ».
Ενόψει των ανωτέρω απαντήσεων της Επιτροπής, ο G. Cabras διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Κατά την άποψη του, η περιγραφόμενη από την Επιτροπή διαδικασία αναζητήσεως είναι απόλυτα ορθή και δεν παρουσιάζει καταρχήν κανένα πρόβλημα, εφόσον πρόκειται για την πρώτη εκκαθάριση μιας παροχής.
Κατά τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, το γεγονός ότι αναπροσαρμόζονται παροχές αναπηρίας που έχουν ήδη υπολογισθεί και εκκαθαρισθεί είναι εκείνο που δημιουργεί τα προβλήματα στην κύρια δίκη. Ο G. Cabras παρατηρεί ότι:
—
μόνο οι βελγικές παροχές υπολογίστηκαν εκ νέου' η επανεξέταση όμως του φακέλου βάσει του κοινοτικού δικαίου δεν είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή της υποχρεώσεως στον βελγικό φορέα να χορηγήσει μεγαλύτερες παροχές από ό,τι οφείλονταν δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας·
—
οι βελγικές παροχές, ενόψει του ότι το δικαίωμα επ' αυτών αποκτήθηκε αυτοτελώς, μειώθηκαν αρχικά λόγω των ιταλικών παροχών και, ως εκ τούτου, καταβάλλονταν μειωμένες ενόσω διαρκούσε η διαδικασία αναθεωρήσεως· άρα δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως προκαταβολές κατά την έννοια του άρθρου 45 του κανονισμού 574/72·
—
τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη το πραγματικό ποσό των ιταλικών παροχών κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αναθεωρήσεως·
όμως, για τους λόγους που εξήγησαν οι διάδικοι με τις παρατηρήσεις τους, οι ιταλικές παροχές αναπροσαρμόστηκαν ταχύτερα από τις βελγικές.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο G. Cabras διερωτάται αν μπορούν πράγματι να θεωρηθούν προσωρινές καταβολές και, συνεπώς, να υπόκεινται σε αναζήτηση τα ποσά των βελγικών παροχών τα οποία κατέστησαν αχρεώστητα λόγω της αναπροσαρμογής των ιταλικών παροχών. Κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, το σύστημα συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως και υπολογισμού των παροχών, που στηρίζεται στο άρθρο 51 της Συνθήκης, δεν μπορεί ασφαλώς να έχει ως αποτέλεσμα να αποβαίνει η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των παροχών που χορηγούνται από τον φορέα ενός κράτους μέλους προς όφελος του φορέα ενός άλλου κράτους και όχι του ίδιου του διακινουμένου εργαζομένου.
Ο G. Cabras υπενθυμίζει ότι, κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71, οι κανόνες συντονισμού που θεσπίζονται για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 51 της Συνθήκης πρέπει να εξασφαλίζουν στους διακινούμενους εργαζόμενους τα κεκτημένα δικαιώματα και πλεονεκτήματα, χωρίς να μπορούν να προκαλέσουν αδικαιολόγητες σωρεύσεις.
Κατά τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, δεν υπάρχει αδικαιολόγητη σώρευση όταν η κατόπιν αναλογικού επιμερισμού χορηγούμενη παροχή (εν προκειμένω, η ιταλική παροχή) σωρεύεται με άλλη παροχή που έχει ήδη μειωθεί κατ' εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως ( βελγική παροχή ).
Ο G. Cabras καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 111 του κανονισμού 574/72 ότι η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου επιτρέπει σε όλες τις περιπτώσεις στον φορέα ενός κράτους μέλους να κάνει χρήση των διοικητικών διαδικασιών ή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως προκειμένου να αναζητήσει από τον ίδιο τον διακινούμενο εργαζόμενο, και μάλιστα αναδρομικά, τα ποσά παροχών, το δικαίωμα επί των οποίων του αναγνωρίσθηκε με μια πρώτη απόφαση και τα οποία εκκαθαρίστηκαν από φορέα άλλου κράτους. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το άρθρο 112 δεν θα εφαρμοζόταν ποτέ και θα υπήρχε πλήρης ανασφάλεια δικαίου για τους διακινούμενους εργαζομένους.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 21ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-199/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal du travail των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Giovanni Cabras
και
Institut national d'assurance maladie-invalidité,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [ όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) αριθ. 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6], καθώς και του άρθρου 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού ( όπως κωδικοποιήθηκε επίσης με τον κανονισμό 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 86),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C Moitinho de Almeida και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο G. Cabras, εκπροσωπούμενος από τον D. Rossini, συνδικαλιστικό εκπρόσωπο,
—
το INAMI, εκπροσωπούμενο από τον J.-J. Masquelin, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P.-G. Ferri, avvocato dello Stato,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Séché, νομικό σύμβουλο,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και τις αγορεύσεις κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιουλίου 1988, το Tribunal du travail των Βρυξελλών υπέβαλε, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 8], καθώς και του άρθρου 112 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού ( όπως κωδικοποιήθηκε επίσης με τον κανονισμό 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, EE L 230, σ. 86).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του προσφεύγοντος της κύριας δίκης Giovanni Cabras και του Institut du travail ď assurance maladie-invalidité (στο εξής: INAMI), που είναι ο αρμόδιος για τις παροχές λόγω αναπηρίας βελγικός ασφαλιστικός φορέας.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο G. Cabras, ιταλός υπήκοος, εργάσθηκε ως μισθωτός στην Ιταλία και το Βέλγιο.Όταν κατέστη ανίκανος προς εργασία, του αναγνωρίσθηκε και σταδύο αυτά κράτη το δικαίωμα να λαμβάνει από την 1η Οκτωβρίου 1973 παροχές λόγω αναπηρίας.
4
Σε αντίθεση προς τη βελγική νομοθεσία ( νομοθεσία τύπου Α ), η ιταλική νομοθεσία ( νομοθεσία τύπου Β ) εξαρτά το ύψος των παροχών αναπηρίας από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, προκειμένου για την εκκαθάριση των οφειλομένων στον G. Cabras παροχών, εφαρμόζονταν κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 46 του ίδιου κανονισμού.
5
Οι ιταλικές παροχές αναπηρίας υπολογίστηκαν με βάση το σύστημα συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2.
6
Το ύψος των βελγικών παροχών αναπηρίας καθορίστηκε μόνο βάσει των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας. Σύμφωνα με τους κανόνες της εν λόγω νομοθεσίας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, οι οφειλόμενες στον G. Cabras από τον αρμόδιο βελγικό φορέα παροχές καθορίστηκαν σε ποσό ίσο προς το πλήρες ποσό των βελγικών παροχών, μειωμένο κατά το προκύπτον κατόπιν αναλογικού επιμερισμού ποσό των ιταλικών παροχών. Λόγω του κανόνα της απαγορεύσεως της σωρεύσεως που περιέχεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων δεν θα είχε ευνοϊκότερα αποτελέσματα για τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο.
7
Στη συνέχεια, και οι δύο αυτές παροχές αυξήθηκαν, ανεξάρτητα η μία από την άλλη, βάσει των κανόνων περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των συντάξεων που ίσχυαν στα οικεία κράτη μέλη. Οι ιταλικές ειδικά παροχές σημείωσαν πολύ μεγάλες διαδοχικές αυξήσεις, τουλάχιστον επί ορισμένα έτη. Δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, οι αναπροσαρμογές αυτές δεν συνοδεύτηκαν από νέο υπολογισμό των παροχών κατά το άρθρο 46.
8
Στις 23 Μαρτίου και 17 Ιουνίου 1982 εκδόθηκαν δύο βελγικά βασιλικά διατάγματα, τα οποία τροποποίησαν, από 1ης Ιουλίου 1982, τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια των συντηρουμένων προσώπων, προκειμένου για τον καθορισμό του ύψους των παροχών αναπηρίας. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, ο G. Cabras έπρεπε πλέον να θεωρείται ως « μη βαρυνόμενος με οικογενειακά βάρη ». Ως εκ τούτου, μειώθηκε το ποσό των παροχών αναπηρίας που δικαιούνταν βάσει της βελγικής μόνο νομοθεσίας.
9
Εξάλλου, πραγματοποιήθηκε, δυνάμει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, νέος υπολογισμός των παροχών κατά τις διατάξεις του άρθρου 46.
10
Κατά τον νέο αυτό υπολογισμό, ο βελγικός φορέας θεώρησε ότι, για να εφαρμοσθεί η παράγραφος 3 του άρθρου 46, το ποσό των αυτοτελών βελγικών παροχών έπρεπε να μειωθεί κατά το προκύπτον κατόπιν του αναλογικού επιμερισμού ποσό των ιταλικών παροχών, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της νέας εκκαθαρίσεως των οφειλομένων παροχών, δηλαδή κατόπιν των πολύ μεγάλων αυξήσεων που προαναφέρθηκαν. Ο βελγικός φορέας διαπίστωσε ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν ευνοούσε τον G. Cabras περισσότερο απ' ό,τι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων του περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως. Έτσι, όπως είχε κάνει και κατά την αρχική εκκαθάριση της 1ης Οκτωβρίου 1973, προέβη στον νέο υπολογισμό των καταβλητέων στον G. Cabras παροχών βάσει των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας και μόνο, αφαιρώντας από το πλήρες ποσό των βελγικών παροχών το αναπροσαρμοσμένο ποσό των ιταλικών παροχών.
11
Ωστόσο, δεδομένου ότι ο νέος υπολογισμός των παροχών απαίτησε κάποιο χρόνο, ο G. Cabras εξακολούθησε να εισπράττει και μετά την 1η Ιουλίου 1982 παροχές ίσες με εκείνες που του καταβάλλονταν προηγουμένως. Η απόφαση του INAMI που καθόρισε το νέο, μειωμένο, ποσό κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 23 Φεβρουαρίου 1984. Από τον G. Cabras ζητήθηκε τότε να επιστρέψει τα ποσά που του είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως μεταξύ 1ης Ιουλίου 1982 και 30ής Ιουνίου 1983, οπότε θεωρήθηκε και πάλι ως « βαρυνόμενος με οικογενειακά βάρη » κατά την έννοια της βελγικής νομοθεσίας. Στις 19 Οκτωβρίου 1984 του κοινοποιήθηκε μία νέα απόφαση, η οποία καθόριζε το ύψος των απαιτήσεων του από την τελευταία αυτή ημερομηνία.
12
0 G. Cabras προσέβαλε ενώπιον του Tribunal du travail των Βρυξελλών τις αποφάσεις με τις οποίες είχαν υπολογιστεί εκ νέου και μειωθεί οι καταβαλλόμενες σ' αυτόν παροχές αναπηρίας. Επιπλέον, έβαλε κατά της αναδρομικότητας των αποφάσεων και αμφισβήτησε τη βασιμότητα της αξιώσεως αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
13
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο G. Cabras υποστήριξε, πρώτον, ότι το να μειώνονται οι οφειλόμενες βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους παροχές κατά ολόκληρο το ποσό των χορηγουμένων βάσει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους παροχών δεν είναι σύμφωνο με το άρθρο 51 της Συνθήκης, αφού έτσι ο διακινούμενος εργαζόμενος δεν αντλεί κανένα όφελος από την περίοδο ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος. Δεύτερον, υποστήριξε ότι είναι αντίθετο προς το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 το να βαρύνεται ο διακινούμενος εργαζόμενος με την υποχρέωση αποδόσεως ποσού που, κατά τον νέο υπολογισμό των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, προκύπτει ότι έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, εφόσον ένας μόνο φορέας προβαίνει σε νέο υπολογισμό των παροχών, οι παροχές ενός άλλου φορέα επηρεάζουν το ύψος των παροχών αυτών, ο άλλος δε αυτός φορέας δεν διαθέτει καθυστερούμενα ποσά που να μπορεί να θέσει στη διάθεση του πρώτου φορέα.
14
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal du travail των Βρυξελλών αποφάσισε να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρι ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1)
Συνιστά το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 1408/71 απόλυτο όριο, του οποίου δεν επιτρέπεται κατ' ουδένα τρόπο η υπέρβαση, ακόμα και όταν, σε περίπτωση εφαρμογής νομοθεσίας τύπου Α, η θεωρητική σύνταξη ισούται με την εθνική σύνταξη;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης το να απορροφάται η αναγνωριζόμενη σε ορισμένο κράτος βάσει του κοινοτικού δικαίου απαίτηση εξ ολοκλήρου από την απαίτηση που αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος βάσει του εθνικού δικαίου και μόνο;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Πώς προσδιορίζεται ο διορθωτικός συντελεστής όταν μόνο μία από τις παροχές καθορίζεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 ;
2)
Όταν ο φορέας κράτους μέλους προβαίνει στην επανεκτίμηση της καταστάσεως διακινουμένου εργαζομένου, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, και αυτός ο νέος υπολογισμός καταλήγει σε περιορισμό των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, επειδή λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που χορηγούνται από άλλο κράτος όπου δεν ισχύει ο νέος υπολογισμός, δικαιούται αυτός ο ίδιος φορέας να αναζητήσει αναδρομικά το αχρεώστητο που δημιουργήθηκε με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (άρθρα 46 και 51 του κανονισμού 1408/71 ) ή οφείλει να παραιτηθεί της αναζητήσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 112 του κανονισμού 574/72, εφόσον ο φορέας του άλλου κράτους, οφειλέτης της παροχής που δεν αναπροσαρμόστηκε, δεν οφείλει καθυστερούμενα ποσά που θα μπορούσε να παρακρατήσει υπέρ του πρώτου φορέα; »
15
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
16
Το πρώτο σκέλος του εν λόγω ερωτήματος αφορά το ζήτημα αν οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 έχουν την έννοια ότι το υψηλότερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών, που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχείο α, αποτελεί το ανώτατο όριο των παροχών που μπορεί να απαιτήσει ένας διακινούμενος εργαζόμενος βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, ακόμα και στην περίπτωση που το εν λόγω θεωρητικό ποσό ισούται με το πλήρες ποσό των παροχών που δικαιούται ο εργαζόμενος βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους.
17
Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Collini ( 323/86, Συλλογή 1987, σ. 5489 ), από το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι το άρθρο 46 του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνει στην παράγραφο 3 και τον κανόνα περί μη σωρεύσεως, εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις παροχές αναπηρίας στην περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, από τις οποίες η μία τουλάχιστον εξαρτά το ποσό των παροχών από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως.
18
Εξάλλου, με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το άθροισμα των παροχών που υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου υπερβαίνει το όριο του μεγαλύτερου από τα θεωρητικά ποσά των παροχών που υπολογίζονται βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2, στοιχείο α.
19
Όταν, βάσει μιας εθνικής νομοθεσίας τύπου Α, το ποσό των οφειλομένων παροχών είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των συμπληρωθεισών περιόδων ασφαλίσεως και ο εργαζόμενος πληροί τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος λήψεως των εν λόγω παροχών που προβλέπει η νομοθεσία αυτή, το θεωρητικό ποσό των παροχών είναι ίσο με το προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 46, δηλαδή με το πλήρες ποσό παροχών που θα δικαιούνταν ο εν λόγω εργαζόμενος βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αν δεν είχε δικαίωμα λήψεως παροχών κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.
20
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή και εφόσον τουλάχιστον το θεωρητικό ποσό των παροχών, υπολογιζόμενο από τον φορέα άλλου κράτους μέλους, δεν είναι μεγαλύτερο, ο θεσπιζόμενος με το άρθρο 46, παράγραφος 3, κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως ορίζει ως ανώτατο όριο της σωρεύσεως των παροχών, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου, το πλήρες ποσό των παροχών που δικαιούται ο εργαζόμενος βάσει μόνον της εθνικής νομοθεσίας τύπου Α.
21
Επομένως, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
22
Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί απάντηση και στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αυτού, το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα αν, ερμηνευόμενες κατ' αυτό τον τρόπο, οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, συμβιβάζονται με το άρθρο 51 της Συνθήκης.
23
Σκοπός των διατάξεων του άρθρου 51 είναι η εξάλειψη των δυσμενών συνεπειών που θα μπορούσε να έχει για τους διακινούμενους εργαζόμενους το γεγονός ότι τα ασφαλιστικά δικαιώματά τους έχουν αποκτηθεί υπό διάφορες εθνικές νομοθεσίες.
24
Ο σκοπός αυτός δεν θα επιτυγχανόταν, αν, συνεπεία της ασκήσεως του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι έχαναν ασφαλιστικά οφέλη τα οποία τους εξασφαλίζει σε κάθε περίπτωση η νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους ή περιέρχονταν σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι αν ολόκληρη η επαγγελματική σταδιοδρομία τους εξελισσόταν σε ένα μόνο κράτος μέλος.
25
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως προκύπτει από τη νομολογία, το προβλεπόμενο στο άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 σύστημα επιτρέπεται να εφαρμόζεται μόνον όταν δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερεί από τον ενδιαφερόμενο διακινούμενο εργαζόμενο ένα μέρος των δικαιωμάτων που του παρέχει η νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους ή να τον εμποδίζει να λαμβάνει τουλάχιστον το πλήρες ποσό των υψηλότερων παροχών που οφείλονται δυνάμει της εν λόγω νομοθεσίας και μόνο.
26
Επομένως, η κοινοτική ρύθμιση μπορεί να εφαρμόζεται μόνον όταν η εφαρμογή της αποβαίνει τουλάχιστον εξίσου επωφελής για τον διακινούμενο εργαζόμενο όσο και η πλήρης εφαρμογή της εθνικής μόνο νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων της περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως.
27
Στην περίπτωση όμως αυτή, η κοινοτική ρύθμιση πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως. Οι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλει ενδεχομένως στους διακινουμενους εργαζομένους πρέπει να γίνονται δεκτοί, διότι αποτελούν το αντιστάθμισμα των ασφαλιστικών ωφελημάτων τα οποία αντλούν οι εν λόγω εργαζόμενοι από τη ρύθμιση αυτή και τα οποία δεν μπορούν να αποκτήσουν χωρίς αυτή.
28
Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, ο κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που θεσπίζεται με το άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης για το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη, έχει ως αποτέλεσμα ότι το κατόπιν σωρεύσεως προκύπτον ποσό των παροχών που καταβάλλονται στον διακινούμενο εργαζόμενο περιορίζεται στο ύψος του πλήρους ποσού των παροχών που οφείλει ο φορέας του κράτους που εφαρμόζει νομοθεσία τύπου Α και, κατά συνέπεια, το ανώτατο αυτό όριο δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία τύπου Β.
29
Πράγματι, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται μόνον εφόσον αφενός μεν δεν συνεπάγεται περιορισμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο διακινούμενος εργαζόμενος από την εφαρμογή των διατάξεων μόνον της νομοθεσίας τόπου Α, αφετέρου δε δεν περιάγει τον εν λόγω εργαζόμενο σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι αν είχε συμπληρώσει το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως του σε κράτος όπου ισχύει νομοθεσία του τύπου αυτού.
30
Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός, το οποίο επικαλείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος υφίσταται εντούτοις δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τον ημεδαπό εργαζόμενο, καθόσον υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες που προκύπτουν από τον κατακερματισμό των παροχών και από την ανασφάλεια δικαίου που δημιουργεί η ενδεχόμενη αναπροσαρμογή τους.
31
Πρέπει να τονιστεί ότι οι δυσμενείς αυτές συνέπειες, οι οποίες εξάλλου περιορίζονται κατά το δυνατόν από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72, είναι συμφυείς προς το γεγονός ότι το άρθρο 51 της Συνθήκης δεν αποσκοπεί στη θέσπιση κοινού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά απλώς στη θέσπιση κανόνων για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
32
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 έχουν την έννοια ότι το υψηλότερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών, που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχείο α ), αποτελεί το ανώτατο όριο των παροχών που μπορεί να διεκδικήσει ο διακινούμενος εργαζόμενος βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία το θεωρητικό αυτό ποσό είναι ίσο με το πλήρες ποσό των παροχών που οφείλονται κατά τη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους. Ερμηνευόμενες κατ' αυτό τον τρόπο, οι εν λόγω διατάξεις δεν προσκρούουν στο άρθρο 51 της Συνθήκης, εφόσον το άρθρο 46 εφαρμόζεται μόνον όταν η εφαρμογή του συνεπάγεται τη χορήγηση στον διακινούμενο εργαζόμενο παροχών τουλάχιστον του ίδιου ύψους με εκείνες που θα ελάμβανε βάσει των διατάξεων μιας μόνον εθνικής νομοθεσίας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
33
Το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά το ζήτημα αν, στην περίπτωση που ο νέος υπολογισμός των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 καταλήγει σε μείωση του ύψους των παροχών που καταβάλλει ο φορέας ενός κράτους μέλους, ενώ δεν μεταβάλλεται το ύψος των παροχών που καταβάλλει ο φορέας άλλου κράτους μέλους, ο δε τελευταίος δεν οφείλει στον δικαιούχο των παροχών καθυστερούμενα ποσά συντάξεων, το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 υποχρεώνει τον πρώτο φορέα να φέρει το βάρος των παροχών που κατέβαλε αχρεωστήτως κατά τη διάρκεια της περιόδου που διέρρευσε μέχρι τον νέο υπολογισμό των παροχών.
34
Κατά το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72, « εφόσον ένας φορέας έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτων ποσών είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα και η αναζήτηση τους είναι αδύνατη, τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος του πρώτου φορέα, εκτός αν η μη οφειλόμενη καταβολή είναι αποτέλεσμα δολίας πράξεως ».
35
Πρέπει να σημειωθεί κατά πρώτον ότι, κατά το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, « σε περίπτωση τροποποιήσεως του τρόπου καθορισμού ή των κανόνων υπολογισμού των παροχών, πραγματοποιείται νέος υπολογισμός σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 ».
36
Προς τον σκοπό αυτό,πρέπει ιδίως να λαμβάνονται υπόψη οι οφειλόμενες στη γενική εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως μεταβολές των παροχών μετά τον αρχικό υπολογισμό τους, οι οποίες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51, παράγραφος 1, δεν συνοδεύθηκαν από νέο υπολογισμό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, των απαιτήσεων του ενδιαφερομένου για τη λήψη παροχών από έκαστο των κρατών μελών.
37
Ο νέος υπολογισμός συνίσταται στην εκ νέου εκκαθάριση των παροχών που οφείλονται από τους φορείς καθενός από τα κράτη μέλη, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο διακινούμενος εργαζόμενος.
38
Από την εκκαθάριση αυτή μπορεί να προκύψει ότι οι καταβλητέες από ορισμένο φορέα παροχές πρέπει να μειωθούν, ενώ εκείνες που οφείλονται από άλλο φορέα παραμένουν αμετάβλητες. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εργαζόμενος εξακολουθήσει, κατά την περίοδο που απαιτείται για τον νέο υπολογισμό και τη νέα εκκαθάριση, να εισπράττει από τον πρώτο φορέα το ποσό των παροχών που είχε προκύψει από την προηγούμενη εκκαθάριση, ο εν λόγω φορέας θα καταβάλει ποσά πέραν των οφειλομένων, χωρίς ωστόσο ο άλλος φορέας να οφείλει καθυστερούμενα ποσά στον εργαζόμενο.
39
Στις παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η ιταλική κυβέρνηση εκθέτουν ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν χωρεί εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 111 του κανονισμού 574/72, σύμφωνα με τις οποίες τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από έναν φορέα παρακρατούνται από τα καθυστερούμενα ποσά συντάξεως που οφείλει ο άλλος φορέας. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναζήτηση των ποσών αυτών έχει καταστεί αδύνατη και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 112 του ίδιου κανονισμού, τα ποσά αυτά πρέπει να βαρύνουν τον πρώτο φορέα.
40
Η ερμηνεία αυτή των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
41
Καταρχάς, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 111, η μη ύπαρξη ή η ανεπάρκεια καθυστερουμένων ποσών συντάξεως οπωσδήποτε δεν αρκεί για να θεωρηθεί αδύνατη η ολική ή μερική αναζήτηση των καταβληθέντων αχρεωστήτως ποσών. Πράγματι, στην τρίτη περίοδο της παραγράφου αυτής προβλέπεται ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2, οι οποίες επιτρέπουν τον συμψηφισμό των εν λόγω ποσών με οποιεσδήποτε παροχές καταβάλλονται από τους φορείς των άλλων κρατών μελών.
42
Δεύτερον, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 111, το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στον φορέα που κατέβαλε αχρεωστήτως ορισμένα ποσά να στραφεί κατά άλλων φορέων για να τα αναζητήσει. Πρόκειται απλώς για μία δυνατότητα, της οποίας μπορεί να μην κάνει χρήση και η οποία δεν του απαγορεύει να αναζητήσει τα εν λόγω ποσά απευθείας από τον ασφαλισμένο.
43
Επομένως, η έκφραση « εφόσον... η αναζήτηση ( των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών) είναι αδύνατη » στο άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά δεν μπορούν να παρακρατηθούν από καθυστερούμενες παροχές συντάξεως ή και από οποιαδήποτε άλλη παροχή οφείλει να καταβάλει φορέας άλλου κράτους μέλους.
44
Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση που ο νέος υπολογισμός των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 καταλήγει σε μείωση του ύψους των παροχών που καταβάλλει ο φορέας ενός κράτους μέλους, ενώ δεν μεταβάλλεται το ύψος των παροχών που καταβάλλει ο φορέας άλλου κράτους μέλους, ο δε τελευταίος δεν οφείλει στον δικαιούχο των παροχών καθυστερούμενα ποσά συντάξεων, το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 δεν υποχρεώνει τον πρώτο φορέα να φέρει το βάρος των παροχών που κατέβαλε αχρεωστήτως κατά τη διάρκεια της περιόδου που διέρρευσε μέχρι τον νέο υπολογισμό των παροχών.
Επί των δικαστικών εξόδων
45
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal du travail των Βρυξελλών με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Οι διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 έχουν την έννοια ότι το υψηλότερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών, που υπολογίζονται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχείο ο), αποτελεί το ανώτατο όριο των παροχών που μπορεί να διεκδικήσει ο διακινούμενος εργαζόμενος βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία το Θεωρητικό αυτό ποσό είναι ίσο με το πλήρες ποσό των παροχών που οφείλονται κατά τη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους. Ερμηνευόμενες κατ· αυτό τον τρόπο, οι εν λόγω διατάξεις δεν προσκρούουν στο άρθρο 51 της Συνθήκης, εφόσον το άρθρο 46 εφαρμόζεται μόνον όταν η εφαρμογή του συνεπάγεται τη χορήγηση στον διακινούμενο εργαζόμενο παροχών τουλάχιστον του ίδιου ύψους με εκείνες που θα ελάμβανε βάσει των διατάξεων μιας μόνον εθνικής νομοθεσίας.
2)
Στην περίπτωση που ο νέος υπολογισμός των παροχών βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου καταλήγει σε μείωση του ύψους των παροχών που καταβάλλει ο φορέας ενός κράτους μέλους, ενώ δεν μεταβάλλεται το ύψος των παροχών που καταβάλλει ο φορέας άλλου κράτους μέλους, ο δε τελευταίος δεν οφείλει στον δικαιούχο των παροχών καθυστερούμενα ποσά συντάξεων, το άρθρο 112 του κανονισμού 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεν υποχρεώνει τον πρώτο φορέα να φέρει το βάρος των παροχών που κατέβαλε αχρεωστήτως κατά τη διάρκεια της περιόδου που διέρρευσε μέχρι τον νέο υπολογισμό των παροχών.
Zuleeg
Moitinho de Almeida
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
M. Zuleeg
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy