ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-200/88 ( *1 )
Ι — Κανονιστικό πλαίσιο
Με τον κανονισμό του (ΕΟΚ) 3796/81, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( ΕΕ L 379, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), το Συμβούλιο θέσπισε ένα καθεστώς τιμών (τίτλος III) και ένα καθεστώς συναλλαγών με τις τρίτες χώρες (τίτλος IV), τις λεπτομέρειες εφαρμογής των οποίων η Επιτροπή καθόρισε με ορισμένους κανονισμούς εκτελέσεως.
Όλες οι κανονιστικές διατάξεις, για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, επιβάλλουν στα κράτη μέλη την παροχή ορισμένων πληροφοριών περί τιμών στην Επιτροπή ώστε να καθίσταται δυνατό σ' αυτήν να εφαρμόζει το καθεστώς τιμών και το καθεστώς συναλλαγών με τις τρίτες χώρες που έχουν θεσπιστεί με τον βασικό κανονισμό.
α) Σχετικά με το καθεστώς τιμών
— Προϊόντα που αναγράφονται στο παράρτημα Ι, σημεία Α και Δ, του βασικού κανονισμού
Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 3, του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο καθορίζει την τιμή προσανατολισμού για τα προϊόντα αλιείας που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, σημεία Α (όπως οι κατεψυγμένες ρέγγες, οι νωπές ή διατηρημένες δι' απλής ψύξεως σαρδέλες και βακαλάοι) και Δ (νωπές, διατηρημένες δι' απλής ψύξεως ή απλώς βρασμένες σε νερό γαρίδες γκρίζες), του εν λόγω κανονισμού. Κατά το γράμμα της δεύτερης παραγράφου της ίδιας αυτής διατάξεως, η τιμή αυτή υπολογίζεται «με βάση τον μέσο όρο των τιμών που διαπιστώθηκαν στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικής πωλήσεως ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων αλιευτικών περιόδων, πριν από την αλιευτική περίοδο για την οποία καθορίζεται η τιμή αυτή... ».
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις τιμές που διαπιστώνονται στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια. Στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας ( ΕΕ L 357, σ. 17, στο εξής: κανονισμός σχετικά με τις τιμές χονδρικής πωλήσεως), διευκρινίζεται ότι οι ανακοινώσεις αυτές πρέπει να αναφέρονται στη μέση τιμή κατά την ημέρα λειτουργίας της αγοράς και να διαβιβάζονται δύο φορές τον μήνα.
— Προϊόντα που αναγράφονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, του βασικού κανονισμού
Δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν κάθε τρίμηνο στην Επιτροπή τις τιμές χονδρικής πωλήσεως του προηγουμένου τριμήνου για τα προϊόντα που προβλέπονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, τα κατεψυγμένα στο σκάφος ή στην ξηρά (όπως ο βακαλάοι και οι σκόμβροι). Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού περί των τιμών χονδρικής πωλήσεως, οι πληροφορίες πρέπει να διαβιβάζονται με τηλετύπημα το αργότερο στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας μετά το συγκεκριμένο τρίμηνο.
— Προϊόντα που αναγράφονται στο παράρτημα II του βασικού κανονισμού
Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, καθορίζεται τιμή προσανατολισμού για τα προϊόντα αλιείας που αναγράφονται στο παράρτημα II ( όπως οι κατεψυγμένες σαρδέλες και οι μικροί αστακοί ), η οποία υπολογίζεται σε συνάρτηση προς τις τιμές που έχουν διαπιστωθεί στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια.
Το άρθρο 15, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν τις τιμές αυτές στην Επιτροπή. Δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού περί των τιμών χονδρικής πωλήσεως, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν τη μέση τιμή που καθορίζεται για δύο συγκεκριμένες εβδομάδες και να αποστέλλονται την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τις συγκεκριμένες εβδομάδες.
β) Σχετικά με το καθεστώς ονναλλαγών με τις πρώτες χώρες
Από το άρθρο 21, παράγραφοι 1 και 6, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η Επιτροπή καθορίζει τις τιμές αναγωγής για τα προϊόντα αλιείας που αναγράφονται στα παραρτήματα Ι, II, III, IV, σημείο Β, και V, οσάκις αυτά προέρχονται από τρίτες χώρες. Η ίδια αυτή διάταξη προβλέπει, στη δεύτερη παράγραφο, τη μέθοδο υπολογισμού της τιμής αυτής για κάθε τύπο προϊόντος και υποδεικνύει, στην τέταρτη παράγραφο, τα μέτρα που η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει οσάκις η τιμή « ελεύθερο στα σύνορα» των εν λόγω προϊόντων αποδεικνύεται κατώτερη από την τιμή αναγωγής.
Το άρθρο 21, παράγραφος 3, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις εν λόγω τιμές «ελεύθερο στα σύνορα». Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3191/82 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1982, περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος τιμών αναγωγής ( ΕΕ L 338, σ. 13, στο εξής: κανονισμός περί των τιμών αναγωγής), οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διαβιβάζονται με τηλετύπημα το ταχύτερο δυνατό.
II — Εξέλιξη της διαδικασίας
Προσάπτοντας αιτίαση στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν της παρέσχε όλες τις εν λόγω πληροφορίες εντός των ταχθεισών προθεσμιών, η Επιτροπή την κάλεσε, με έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1986, να καταθέσει τις παρατηρήσεις της. Κρίνοντας ότι η απάντηση της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν ήταν ικανοποιητική ως προς κανένα από τα ανακύψαντα ζητήματα, η Επιτροπή της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στις 9 Φεβρουαρίου 1988.
Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1988, η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε ότι, λόγω ορισμένων τεχνικών αδυναμιών στο επίπεδο της οργανώσεως των υπηρεσιών της, δεν ήταν σε θέση να κοινοποιήσει τις σχετικά με τις τιμές απαιτούμενες πληροφορίες. Υποσχέθηκε την αναδιοργάνωση των εν λόγω υπηρεσιών.
Στις 13 Ιουλίου 1988, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Εντούτοις, αποφάσισε να θέσει δύο ερωτήσεις στους διαδίκους, την μία στην Ελληνική Κυβέρνηση, την άλλη στην Επιτροπή. Οι απαντήσεις δόθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
III — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, παραλείποντας να κοινοποιήσει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, ορισμένες πληροφορίες στον τομέα της αλιείας, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3 και το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81, από το άρθρο 2 του κανονισμού 3191/82 καθώς και από τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού 3598/83 ·
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ελληνική Αημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής και να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Κατά την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της όσον αφορά την ενημέρωση στον τομέα της αλιείας μη διαβιβάζοντας τις πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που απαιτούνται από την εν λόγω κοινοτική ρύθμιση ή, εν πάση περιπτώσει, μη διαβιβάζοντας τις εντός των προβλεπομένων προθεσμιών ή υπό την προβλεπόμενη μορφή. Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την εν λόγω παράβαση. Βεβαίως, υποσχέθηκε να λάβει μέτρα για την αποκατάσταση των τεχνικών αδυναμιών στο επίπεδο της συλλογής, της επεξεργασίας και της αποστολής των εν λόγω πληροφοριών. Η υπόσχεση αυτή, πάντως, δεν είχε συνέχεια.
Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, που προβλέπει την ανακοίνωση των τιμών χονδρικού εμπορίου για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η εν λόγω παράβαση αφορά μόνο τα κατεψυγμένα στο πλοίο προϊόντα και όχι τα κατεψυγμένα στην ξηρά. Για τα τελευταία αυτά προϊόντα δεν υφίσταται χονδρικό εμπόριο.
Η ΕλληνικήΚυβέρνηση καλεί την Επιτροπή να αναλογιστεί κατά πόσον είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η παρούσα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά, καταρχάς, τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η Ελληνική Κυβέρνηση δηλώνει ότι στο μέλλον θα μπορεί να τις κοινοποιεί λεπτομερέστατα, αυτό δε χάρις στη διευθέτηση των κανόνων εμπορίας που εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα (δηλαδή, αυτά που αναφέρονται στο παράρτημα Ι).
Εν συνεχεία, όσον αφορά τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, δέχεται ότι δεν τήρησε τις προθεσμίες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι παραγωγοί της ανακοινώνουν τα απαιτούμενα στοιχεία με σημαντικές καθυστερήσεις. Εντούτοις, πιστεύει ότι θα μπορέσει να δώσει λύση στο πρόβλημα αυτό πριν από το τέλος του 1990.
Τέλος, όσον αφορά τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, η Ελληνική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η καθυστέρηση κατά την κοινοποίηση των στοιχείων οφείλεται στην κακή λειτουργία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που τις επεξεργάζεται. Πάντως, το πρόβλημα αυτό θα λυθεί στη διάρκεια του έτους 1989.
V — Απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε ότι θα είναι σε θέση να διαβιβάσει εντός του 1989 όλα τα στοιχεία σχετικά με τις τιμές ελεύθερο στα σύνορα. Το Δικαστήριο ερώτησε την Ελληνική Κυβέρνηση αν είχε στο μεταξύ διαβιβάσει τα στοιχεία αυτά.
Η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε: «Όλα τα στοιχεία τα σχετικά με τις “τιμές ελεύθερο στα σύνορα”, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού 3796/81 και το άρθρο 2 του κανονισμού 3191/82, διαβιβάζονται ανελλιπώς από την 1η Μαΐου 1989 στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής με τηλετύπημα.
Συγκεκριμένα, με τα υπ' αριθ. 221026 της 24ης Μαΐου 1989, 221635 της 21ης Ιουνίου 1989, 221967 της 10ης Ιουλίου 1989, 222571 της 5ης Σεπτεμβρίου 1989, 224420 της 15ης Νοεμβρίου 1989, 250042 της 4ης Ιανουαρίου 1990, 250353 της 22ας Ιανουαρίου 1990, 211093 της 20ής Φεβρουαρίου 1990, 251492 της 14ης Μαρτίου 1990 και 251979 της 20ής Απριλίου 1990 τηλετύπημα της Διευθύνσεως Θαλάσσιας Αλιείας εστάλησαν τα εν λόγω στοιχεία. »
Η Ελληνική Κυβέρνηση επισύναψε στην απάντηση της τα προαναφερθέντα τηλετυπήματα. Πάντως, παρατηρεί ότι τα υπ' αριθ. 221635 της 21ης Ιουνίου 1989, 250042 της 4ης Ιανουαρίου 1990, 221967 της 10ης Ιουλίου 1989 και 221026 της 24ης Μαΐου 1989, απεστάλησαν ταχυδρομικώς λόγω του ότι ήσαν δυσανάγνωστα.
Εξάλλου, η Επιτροπή κλήθηκε να απαντήσει στο ακόλουθο ερώτημα: « Για ποιο σκοπό το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 του Συμβουλίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε τρίμηνο τις τιμές πωλήσεως που εφαρμόζονται στο στάδιο του χονδρικού εμπορίου για τα προϊόντα του παραρτήματος IV, σημείο Β, τα κατεψυγμένα στο σκάφος και τα κατεψυγμένα στην ξηρά; »
Η Επιτροπή απάντησε: «Η διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 (όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, ΕΕ L 302, της 15.11.1985) θεσπίστηκε στα πλαίσια της αναθεωρήσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας το 1981.
Η ανωτέρω διάταξη σκοπεί να βοηθήσει την Κοινότητα στο να καθορίσει τιμές αναγωγής για τρίτες χώρες ( άρθρο 21 του εν λόγω κανονισμού ). Οι τιμές των προϊόντων που αναφέρονται στα παραρτήματα Ι, σημεία Α, Δ και Ε, Π και III (στα οποία το άρθρο 21 εφαρμόζεται επίσης) πρέπει να κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 11, παράγραφος 1, 15, παράγραφος 2, και 17, παράγραφος 4.
Καίτοι τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα V, υπάγονται ομοίως στο άρθρο 21, αυτά τα προϊόντα δεν είναι κοινοτικής προελεύσεως και δεν τίθεται θέμα να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν τις τιμές αγοράς για τα προϊόντα αυτά όταν είναι κοινοτικής προελεύσεως ( η υποχρέωση κοινοποιήσεως ορισμένων τιμών που προβλέπεται στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 21 αναφέρεται μόνο σε προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών ). »
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 27ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-200/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Ν. Φραγκάκη, νομικό σύμβουλο της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, την Ι. Γαλάνη-Μαραγκουδάκη, νομική συνεργάτιδα της ειδικής νομικής υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Η. Λάιο, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Γεωργίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ελλάδας, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη διαβιβάζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας ορισμένες πληροφορίες σχετικές με την αγορά στον τομέα της αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας, καθώς και τους κανονισμούς εκτελέσεως (ΕΟΚ) 3191/82 και (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliét, F. Α. Schockweiler και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Σεπτεμβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 1988 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελλάδα, μη ανακοινώνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας ορισμένες πληροφορίες σχετικές με την αγορά των προϊόντων αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 11 παράγραφοι 1 και 3, 15, παράγραφος 2, και 21, παράγραφος 3, του κανονισμού ( HOK ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( ΕΕ L 379, σ. 1 ), καθώς και από το άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3191/82 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1982, περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος τιμών ανάγωγης στα προϊόντα αλιείας ( ΕΕ L 338, σ. 13 ), και από τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας ( ΕΕ L 357, σ. 17 ).
2
Η Επιτροπή διατυπώνει τέσσερις αιτιάσεις κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
3
Η πρώτη 'αιτίαση αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3796/81, όπως τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83. Προκειμένου να καθοριστεί η τιμή προσανατολισμού των προϊόντων που προβλέπονται στο παράρτημα Ι, σημεία Α και Δ, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3796/81 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις τιμές που διαπιστώνονται στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια για τις εν λόγω κατηγορίες προϊόντων. Το άρθρο 1 του κανονισμού 3598/83 διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αναφέρονται στη μέση τιμή κατά την ημέρα λειτουργίας της αγοράς και ότι πρέπει να διαβιβάζονται δύο φορές τον μήνα.
4
Η δεύτερη αιτίαση αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 του Συμβουλίου και το άρθρο 2 του κανονισμού 3598/83 της Επιτροπής. Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν κάθε τρίμηνο στην Επιτροπή τις τιμές χονδρικής πωλήσεως του προηγουμένου τριμήνου για τα προϊόντα που προβλέπονται στο παράρτημα IV, σημείο Β, και έχουν καταψυχθεί στο σκάφος ή στην ξηρά. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού 3598/83, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διαβιβάζονται με τηλετύπημα το αργότερο στο τέλος της έκτης εβδομάδας μετά το σχετικό τρίμηνο. Απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξήγησε ότι οι εν λόγω ανακοινώσεις τιμών θα χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό της τιμής αναγωγής των εισαγομένων από τρίτες χώρες προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού 3796/81. Διαπιστώνοντας ότι στην Ελλάδα δεν υφίστατο χονδρικό εμπόριο για τα καταψυγόμενα στην ξηρά προϊόντα, η Επιτροπή περιόρισε, με το δικόγραφο της, την προσφυγή της, καθόσον αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81, στα καταψυγόμενα στο σκάφος προϊόντα.
5
Η τρίτη αιτίαση, την οποία διατύπωσε η Επιτροπή κατά της Ελλάδας, αφορά το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 3796/81 και το άρθρο 3 του κανονισμού 3598/83. Προκειμένου να καθίσταται δυνατό στην Επιτροπή να καθορίζει την τιμή προσανατολισμού των προϊόντων που προβλέπονται στο παράρτημα Π, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 3796/81 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν τις τιμές που έχουν διαπιστωθεί για τα προϊόντα αυτά στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικού εμπορίου ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια. Το άρθρο 3 του κανονισμού 3598/83 προσθέτει ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αναφέρονται στη μέση τιμή που καθορίζεται για δύο συγκεκριμένες εβδομάδες και ότι πρέπει να διαβιβάζονται με τηλετύπημα στην Επιτροπή την πρώτη εργάσιμη ημέρα που έπεται των οικείων εβδομάδων.
6
Με την τέταρτη αιτίαση, η Επιτροπή πρσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81 και από το άρθρο 2 του κανονισμού 3191/82. Κατά τις διατάξεις αυτές, τα κράτη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις τιμές ελεύθερο στα σύνορα των εισαγομένων από τις τρίτες χώρες προϊόντων, για κάθε ημέρα αγοράς, με τηλετύπημα και πάραυτα.
7
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8
Η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που προηγουμένως περιγράφηκαν. Πάντως, αμφιβάλλει για το αν είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η διαδικασία αυτή η οποία, στερούμενη κατ' αυτήν νομικής σημασίας και αφορώσα μόνο πραγματικά ζητήματα, δεν μπορεί παρά να επιβαρύνει ασκόπως το πινάκιο του Δικαστηρίου.
9
Ως προς το σημείο αυτό, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως και ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμά τη σκοπιμότητα της ασκήσεως της.
10
Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κατά τη θέση σε εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής προσέκρουσε σε τεχνικές παραλείψεις, στις καθυστερήσεις των παραγωγών καθώς και σε διαρθρωτικές δυσχέρειες αναγόμενες στην οργάνωση των διοικητικών της υπηρεσιών. Όσον αφορά την ανακοίνωση των τιμών ελεύθερο στα σύνορα, επικαλείται ειδικότερα την κακή λειτουργία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιείται για τη συλλογή, την επεξεργασία και την ανακοίνωση των πληροφοριών.
11
Πρέπει να υπομνηστεί σχετικά ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές καταστάσεις για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των διατάξεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ( βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 254/83, Συλλογή 1984, σ. 3395 ).
12
Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζει τις προσπάθειες που, από της καταθέσεως της προσφυγής, έχουν καταβληθεί από τη Διοίκηση της, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις, δηλώνει δε ότι είναι επίσης διατεθειμένη να θεσπίσει τα μέτρα που είναι ακόμη αναγκαία.
13
Ως προς το σημείο αυτό,πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας από την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
14
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη διαβιβάζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας ορισμένες πληροφορίες σχετικές με την αγορά στον τομέα της αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 3, 15, παράγραφος 2, και 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 3796/81, καθώς και από το άρθρο 2 του κανονισμού 3191/82 και από τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού 3598/83.
Επί των δικαστικών εξόδων
15
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ελληνική Δημοκρατία, μη διαβιβάζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας ορισμένες πληροφορίες σχετικές με την αγορά στον τομέα της αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 3,15, παράγραφος 2, και 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ilÇ Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας, καθώς και από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3191/82 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1982, περί θεσπίσεως λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του συστήματος τιμών αναγωγής στα προϊόντα αλιείας, και από τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3598/83 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, σχετικά με την ανακοίνωση των τιμών που διαπιστώνονται και την κατάρτιση του καταλόγου των αντιπροσωπευτικών αγορών και λιμένων για τα προϊόντα αλιείας.
2)
Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Κακούρης
Joliét
Schockweiler
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy