ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-208/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1. Νομικό πλαίσιο
1.1. Η κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17, στο εξής: οδηγία), έχει συμπληρωθεί και τροποποιηθεί με σειρά από μεταγενέστερες οδηγίες, τελευταία από τις οποίες είναι η οδηγία 89/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 92, σ. 15). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 88/664/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 382, σ. 41), προβλέπει απαλλαγή των προϊόντων που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών από τον φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα και η συνολική αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο. Για τους ταξιδιώτες ηλικίας κάτω των 15 ετών το όριο της απαλλαγής είναι 100 ECU (παράγραφος 2 ).
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι για την εφαρμογή της οδηγίας « θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρος οι εισαγωγές οι οποίες: α) παρουσιάζουν ευκαιριακό χαρακτήρα· β) αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητα τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον ». Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου [η οποία προστέθηκε με την τέταρτη οδηγία (78/1033/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100] ορίζει την έννοια των « προσωπικών αποσκευών ».
Το άρθρο 4 της οδηγίας καθορίζει ποσοτικά όρια για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων και ειδικότερα τα προϊόντα καπνού, τα οινοπνευματώδη ποτά, τα αρώματα, τον καφέ και το τσάι. Τα εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά απαλλάσσονται των φόρων μόνον εφόσον δεν υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα (συνολικά 1,5, 3 και 5 λίτρα, αναλόγως του είδους των οινοπνευματωδών ποτών). Για τον ζύθο δεν προβλέπονται τέτοια όρια.
Εντός των ορίων που καθορίζει η προαναφερθείσα διάταξη και τηρουμένων των περιορισμών ως προς τους ταξιδιώτες ηλικίας κάτω των 15 ετών, η αξία των απαριθμουμένων εμπορευμάτων δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της κατά τα άρθρα 1 και 2 απαλλαγής.
Στη Δανία έχουν επανειλημμένως επιτραπεί, αφότου προσχώρησε στην Κοινότητα, αποκλίσεις από την οδηγία 69/169. Η σχετική εν ισχόι ρύθμιση περιέχεται στην οδηγία 87/198/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 78 της 20.3.1987, σ. 53), η οποία προβλέπει μείωση των ποσοτικών ορίων του άρθρου 4 για την εισαγωγή ποτών όταν ο ταξιδιώτης έχει παραμείνει σε άλλη χώρα λιγότερο από 48 ώρες, καθώς και γενική μείωση του ορίου για τους κοινούς οίνους σε τέσσερα λίτρα.
1.2. Η εθνική ρύθμιση
Με την απόφαση 365 του Υπουργού Οικονομικών της 9ης Ιουνίου 1986, που άρχισε να ισχύει από τις 15ης Ιουνίου 1986, η Δανία αποφάσισε ότι οι ταξιδιώτες θα μπορούσαν να εισάγουν χωρίς να πληρώνουν δασμούς και ειδικούς φόρους καταναλώσεως μόνο μέχρι 10 λίτρα ζύθου κατ' άτομο και ότι οι άνω του ορίου αυτού ποσότητες να φορολογούνταν.
Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, το μέτρο αυτό θεσπίστηκε για να αντιμετωπισθούν πρακτικές ασυμβίβαστες προς το κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, πρόσωπα που κατοικούσαν στη Δανία μετέβαιναν στη Γερμανία για να εισαγάγουν, με φορτηγά ή ρυμουλκούμενα οχήματα, μέχρι 300 λίτρα ζύθου, των οποίων η αγοραία αξία στη Γερμανία αντιστοιχεί σε 350 ECU. Ο κατ' αυτόν τον τρόπο εισαγόμενος ζύθος, σε μεγάλο ποσοστό δανικής παραγωγής, επωλείτο κατά μέγα μέρος στη Δανία. Η πρακτική αυτή οφειλόταν στη διαφορά του ύψους των φόρων επί του ζύθου σε κάθε μία από τις εν λόγω χώρες.
Εξάλλου, η Δανική Κυβέρνηση έκρινε αναγκαία τη λήψη του επιμάχου μέτρου προκειμένου να αποφευχθεί η διενέργεια ελέγχου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προς παρεμπόδιση της υπαγωγής εισαγωγών με εμπορικό σκοπό στο ευνοϊκό καθεστώς της οδηγίας, ελέγχου που θα είχε ως συνέπεια μακρά διαστήματα αναμονής και καθυστερήσεις στα σύνορα.
2. Ιονορικό της διαφοράς
Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1987, η Επιτροπή κάλεσε τη Δανική Κυβέρνηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του ασυμβιβάστου του φορολογικού καθεστώτος που εισήγαγε η υπουργική απόφαση 365 προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου.
Με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, η Δανική Κυβέρνηση διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις και παρέσχε διάφορα πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξη της θέσεως της.
Στις 25 Ιανουαρίου 1988 η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη την οποία προβλέπει το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Δανική Κυβέρνηση, μη συμμορφούμενη προς την προαναφερθείσα οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και την κάλεσε να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Στις 11 Μαρτίου 1988 η μόνιμη αντιπροσωπεία της Δανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες διαβίβασε στην Επιτροπή υπόμνημα, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη ότι οι δανικές αρχές δεν σκόπευαν να προβούν σε καμία ενέργεια σχετικώς.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1988.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας, με την απόφαση 365 του Υπουργού Οικονομικών της 9ης Ιουνίου 1986, περιορισμό της ποσότητας ζύθου που μπορεί να εισάγεται απαλλαγμένη δασμών και ειδικών φόρων καταναλώσεως, κατά παράβαση των ρυθμίσεων περί απαλλαγής από τον φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, οι οποίες περιέχονται στην οδηγία 69/169 του Συμβουλίου και στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
β)
να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
Η Αανική Κυβέρνηση, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
β)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επίμαχο μέτρο αντίκειται στην οδηγία.
Κατά την άποψη της, από τη νομολογία του Δικαστηρίου [ αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981, Handelsgesellschaft Rewę κατά Hauptzollamt Kiel, 158/80, Συλλογή 1981, σ. 1805 (Rewę I, « Κρουαζιέρες βουτύρου » ), και της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Handelsgesellschaft Rewę κατά Hauptzollamt Flensburg, 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721 ] προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ρυθμίζουν ελεύθερα τα θέματα τα οποία αφορά η οδηγία. Όσον αφορά τη χορήγηση απαλλαγών κατά παρέκκλιση από τις ρυθμίσεις της, διατηρούν μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζει η οδηγία.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ως προς τον ζύθο η οδηγία δεν καθορίζει ποσοτικά όρια για την απαλλαγή. Επομένως, για να τυγχάνει ο ζύθος της απαλλαγής που προβλέπουν τα άρθρα 1 και 2 αρκεί να περιέχεται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, να έχει αποκτηθεί σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογήσεως που ισχύουν στην εσωτερική αγορά ενός από τα κράτη μέλη και να πρόκειται για εισαγωγή μη εμπορικού χαρακτήρα, η δε συνολική αξία των εμπορευμάτων να μην υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο.
Κατά την Επιτροπή, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να καθιερώνουν με κανονιστική ρύθμιση τεκμήριο υπέρ του εμπορικού χαρακτήρα της εισαγωγής στηριζόμενο στην ποσότητα του εμπορεύματος. Η ύπαρξη εμπορικού σκοπού πρέπει να εκτιμάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 της οδηγίας.
Περαιτέρω, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι απαλλαγές τις οποίες προβλέπει η οδηγία εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση ευκαιριακής εισαγωγής εμπορευμάτων που μπορούν να προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή για δώρα. Επομένως, η εισαγωγή ζύθου με τις αποσκευές του ταξιδιώτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εμπορικό χαρακτήρα από τη στιγμή που η εισαγομένη ποσότητα υπερβαίνει τα 10 λίτρα, ποσότητα που σε πολλές περιπτώσεις υπολείπεται της εβδομαδιαίως καταναλισκομένης από ένα νοικοκυριό.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η σύγκριση την οποία κάνει σχετικώς η Δανική Κυβέρνηση μεταξύ οίνου και ζύθου, κατά την οποία 10 λίτρα ζύθου αντιστοιχούν, από φορολογικής απόψεως, σε 4 λίτρα οίνου, δηλαδή στο επιτρεπόμενο από την οδηγία όριο ως προς το τελευταίο αυτό προϊόν, είναι άστοχη, εφόσον, όπως έδειξε η Επιτροπή, για τον ζύθο δεν μπορεί να τεθεί κανένα ποσοτικό όριο.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα κατά το οποίο ένα ταξίδι που πραγματοποιείται για φορολογικούς λόγους δεν πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται στο ευνοϊκό καθεστώς της οδηγίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η οδηγία αποσκοπεί, εντός των ορίων που καθορίζει, στην κατάργηση όλων των εμποδίων, ακόμη και των φορολογικών, στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Κατά τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, ένας από τους σκοπούς της είναι να συνειδητοποιήσει περισσότερο ο πληθυσμός των κρατών μελών την πραγματικότητα της κοινής αγοράς, ιδίως δε τη δυνατότητα, εντός του πλαισίου που θέτει η οδηγία, να πραγματοποιεί αγορές εκτός των συνόρων, ώστε να αποκτά σε άλλο κράτος μέλος προϊόντα ποιότητας τα οποία δεν βρίσκει στην εθνική του αγορά ή προϊόντα σε τιμές χαμηλότερες επειδή οι φόροι ή τα περιθώρια κέρδους είναι εκεί μικρότερα.
Με την Πράξη Προσχωρήσεως είχε επιτραπεί στο Βασίλειο της Δανίας να εξαιρέσει τον ζύθο από την απαλλαγή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1975 εφόσον η ποσότητα υπερέβαινε τα 2 λίτρα. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής δεν επιτρέπεται στη Δανία να καθορίζει εκ νέου ποσοτικά όρια όπως τα προβλεπόμενα στην απόφαση 365. Κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των μέτρων τα οποία, σύμφωνα με την οδηγία, επιτρέπεται να λάβει η Δανία εξαιρετικώς.
Η Δανική Κυβέρνηοη υποστηρίζει, καταρχάς, ότι σκοπός της οδηγίας δεν είναι να ευνοηθούν οι καταναλωτές που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τακτικά τις αγορές τους σε γειτονικό κράτος. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, κατά το οποίο μόνο οι ευκαιριακές εισαγωγές μπορούν να θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρα, καθώς και από τα μέτρα τα οποία μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 5.
Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν ποσοτικά όρια ώστε να αποκλείεται η απαλλαγή, εφόσον μία εισαγωγή που υπερβαίνει τα όρια αυτά μπορεί να παρουσιάζει εμπορικό ενδιαφέρον.
Κατά τη γνώμη της Δανικής Κυβερνήσεως, από τη διατύπωση « με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητα τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον » του άρθρου 3, παράγραφος 2, συνάγεται ότι κριτήριο δεν είναι να έχει γίνει η εισαγωγή πράγματι για λόγους εμπορικούς. Αυτί] η μέθοδος ρυθμίσεως δεν είναι σπάνια στο κοινοτικό δίκαιο. Για παράδειγμα, γίνεται γενικώς δεκτό, όσον αφορά τα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 86, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι οι κανόνες που περιέχουν εφαρμόζονται ακόμα και αν δεν αποδεικνύεται ότι επηρεάζεται το εμπόριο εντός της Κοινότητος. Αρκεί η καταχρηστική συμπεριφορά να είναι ικανή, ως εκ της φύσεως της, να έχει τέτοιο αποτέλεσμα.
Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα γαλλικά.
Η Δανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι υπό κανονικές συνθήκες η μεγαλύτερη ποσότητα ζύθου που αγοράζει σε μία φορά ένα νοικοκυριό της Δανίας είναι κιβώτιο το οποίο περιέχει συνολικά 10 λίτρα. Όταν εισάγονται περισσότερα από 10 λίτρα από το προϊόν αυτό τεκμαίρεται ότι πρόκειται για εισαγωγή εμπορικού χαρακτήρα.
Υπέρ του καθορισμού των 10 λίτρων η Δανική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1983, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( 170/78, Smi. 1983, σ. 2265 ) και τη θέση που έλαβε η Επιτροπή στην υπόθεση αυτή όσον αφορά τη μέθοδο συγκρίσεως της φορολογικής επιβαρύνσεως που επιβάλλεται στον οίνο και στον ζύθο. Σύμφωνα με τα εκεί προταθέντα κριτήρια, 10 λίτρα ζύθου αντιστοιχούν σε 4 λίτρα οίνου, δηλαδή στη μεγίστη ποσότητα η οποία μπορεί να τύχει της απαλλαγής που προβλέπει η οδηγία.
Τέλος, η Δανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου τα κράτη μέλη δικαιούνται να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να παρεμποδισθεί η κατάχρηση των κοινοτικών κανόνων προς αποφυγή της εθνικής νομοθεσίας. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
Σχετικώς, η Δανική Κυβέρνηση παραθέτει τις αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, Binsbergen κατά Bedrijfsvereninging Metaalnijverheid (33/74, Smi. 1974, σ. 1299)· της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Γερμανίας (205/84, Συλλογή 1986, σ. 3755)· της 23ης Μαρτίου 1982, D. Μ. Levin κατά Staatssecretaris van Justitie (53/81, Συλλογή 1982, σ. 1035)· της 21ης Ιουνίου 1988, Lair κατά Universität Hannover (39/86, Συλλογή 1988, σ 3161), και Brown κατά Secretary of State for Scotland ( 197/86, Συλλογή 1988, σ. 3205)· της 10ης Ιανουαρίου 1985, Leclerc κατά Au blé vert (229/83, Συλλογή 1985, σ. 1 )· της 11ης Μαρτίου 1980 ( Foglia κατά Novello ( 104/79, Smi. 1980, σ. 745)· της 27ης Οκτωβρίου 1981, Anklagemyndigheden κατά Töpfer κ.λπ. (250/80, Συλλογή 1981, σ. 2465).
Η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι από τις αποφάσεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα:
α)
τα κράτη μέλη δικαιούνται να αντιτίθενται στο να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλούνται τους απευθείας εφαρμοζόμενους κοινοτικούς κανόνες, εφόσον τα πρόσωπα αυτά δεν ασκούν νομίμως και στην πραγματικότητα τις δραστηριότητες στην προστασία ή στη διευκόλυνση των οποίων αποσκοπούν οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Η διαπίστωση αυτή εκτίθεται αναλυτικά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Binsbergen και Leclerc·
β)
το δικαίωμα καταστολής των καταχρήσεων υφίσταται ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για κατάχρηση δικαιώματος που απορρέει από τη Συνθήκη (Binsbergen), από κανονισμό (Töpfer κ.λπ.) ή από οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις για τις « κρουαζιέρες βουτύρου » )·
γ)
το δικαίωμα καταστολής των καταχρήσεων υφίσταται ακόμα και όταν οι κοινοτικές ρυθμίσεις είναι κατά τα άλλα εξαντλητικές ( βλ. αποφάσεις Levin και Lair ). Εντούτοις,
όταν μία ρύθμιση εμφανίζεται ως εξαντλητική, μπορεί να είναι δυσχερές να κριθεί αν η εκμετάλλευση ενός « κενού » της νομοθεσίας είναι θεμιτή ή συνιστά κατάχρηση που μπορεί να κατασταλεί'
δ)
όταν η κατάχρηση ενός δικαιώματος συνιστά και προσβολή των προστατευομένων δικαιωμάτων άλλου προσώπου, το κράτος έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να επέμβει. Αυτό προκύπτει αφενός μεν από το άρθρο 5 της Συνθήκης, αφετέρου δε, προκειμένου περί οδηγιών, από το άρθρο 189, κατά το οποίο τα κράτη μέλη έχουν εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή του τύπου και των μέσων προς εφαρμογή τους, πράγμα που τους δημιουργεί ιδιαίτερη υποχρέωση να φροντίζουν ώστε οι σκοποί που επιδιώκονται με την οδηγία να επιτυγχάνονται κατά τον αποτελεσματικότερο δυνατόν τρόπο.
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 6ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-208/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Johannes Føns Buhl, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπουμένου από τον Jørgen Molde, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Suzanne Rubow, σύμβουλο υπουργείου, προσωρινή chargé ď affaires της Δανίας, δανική πρεσβεία, 11 Β, boulevard Joseph-II,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 10 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως έχει τροποποιηθεί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, F. Α. Schockweiler και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων, που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 10 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως έχει τροποποιηθεί, με την οδηγία 87/198/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 ( ΕΕ L 78, σ. 53 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω απαλλαγή, η οποία θεσπίστηκε με την απόφαση 365 του Υπουργού Οικονομικών της 9ης Ιουνίου 1986 ( Lovtidende Α 1986, σ. 1126 ), αντίκείται στα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της προαναφερθείσης οδηγίας, καθόσον η εισαγωγή άνω των 10 λίτρων ζύθου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει άνευ ετέρου εμπορικό χαρακτήρα.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την οδηγία 69/169, όπως έχει τροποποιηθεί, τα εμπορεύματα που, όπως ο ζύθος, δεν περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, και επομένως δεν υπόκεινται σε ποσοτικά όρια μπορούν, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, να εισάγονται απαλλαγμένα του φόρου κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, « εφ' όσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρος και η συνολική αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο » ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρα οι εισαγωγές οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν παρουσιάζουν, ως εκ της φύσεως ή της ποσότητας τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον ( άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β ).
5
Η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι η υπέρβαση του ορίου που καθορίζει το επίμαχο μέτρο αποτελεί τεκμήριο του εμπορικού χαρακτήρα της εισαγωγής, ο οποίος κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, αποκλείει την απαλλαγή. Η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καθιέρωση του εν λόγω τεκμηρίου ήταν απαραίτητη λόγω των πολυαρίθμων καταστρατηγήσεων στις οποίες προέβαιναν οι ταξιδιώτες, εισάγοντας αφορολόγητες μεγάλες ποσότητες ζύθου ( μέχρι 500 λίτρα ανά όχημα ), για να τις μεταπωλήσουν εν συνεχεία λιανικώς, και της ως εκ τούτου υφισταμένης δυσχέρειας εξακριβώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με πλήρη αντικειμενικότητα και με κάθε ασφάλεια δικαίου του εμπορικού ή μη χαρακτήρα κάθε εισαγωγής.
6
Η Δανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το οινόπνευμα που περιέχεται σε 10 λίτρα ζύθου ισούται κατ' όγκον με το περιεχόμενο σε 4 λίτρα οίνου, το οποίο αντιπροσωπεύει τη μεγίστη ποσότητα που μπορεί να τύχει της απαλλαγής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί με την προαναφερθείσα οδηγία 87/198, και ότι, κατά συνέπεια, η θέσπιση του επιμάχου μέτρου ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας.
7
Πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. την — πιο πρόσφατη — απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 7, C-158/88, Συλλογή 1990, σ. I-2367 ), τα κράτη μέλη διατηρούν στον εν λόγω τομέα μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζουν οι ίδιες οι διατάξεις των σχετικών οδηγιών. Οι διατάξεις αυτές, όμως, δεν προβλέπουν τη δυνατότητα καθορισμού ποσοτικών ορίων για εμπορεύματα που δεν περιλαμβάνονται ρητώς στην απαρίθμηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169.
8
Τέτοιο ποσοτικό όριο μπορεί να καθορισθεί μόνο με οδηγία τροποποιούσα την οδηγία 69/169, όπως έγινε, μεταξύ άλλων, με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985 ( ΕΕ L 183, σ. 24 ), με την οποία προστέθηκαν στα εμπορεύματα που υπόκεινται σε ποσοτικά όρια η τάφια, το σακέ και άλλα, ομοειδή, ποτά ή με μέτρο διασφαλίσεως προβλεπόμενο από τη Συνθήκη.
9
Σχετικώς, παρατηρείται ότι με το επίμαχο μέτρο εισάγεται αμάχητο τεκμήριο υπέρ του εμπορικού χαρακτήρα της εισαγωγής εφόσον αυτή αφορά ποσότητα ζύθου άνω των 10 λίτρων, πράγμα που σημαίνει προσθήκη στο κείμενο του άρθρου 4 της οδηγίας ενός προϊόντος που δεν περιλαμβάνεται στην απαρίθμηση του άρθρου αυτού.
10
Επομένως, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 10 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως έχει τροποποιηθεί, με την οδηγία 87/198 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Δανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Το Βασίλειο της Δανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 10 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως έχει τροποποιηθεί, με την οδηγία 87/198/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Schockweiler
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
O. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy