Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Προϊόντα σε ελεύθερη κυκλοφορία - Απαίτηση αδείας εισαγωγής - Απαγορεύεται - Εξαίρεση - Εξουσιοδότηση από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 115 - Υποχρέωση δηλώσεως καταγωγής και ποινικές κυρώσεις - Επιτρέπονται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 115)
Περίληψη
Η εθνική ρύθμιση που εξαρτά την εισαγωγή προϊόντων προελεύσεως κράτους μέλους, όπου έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, και καταγωγής τρίτης χώρας, από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής συνιστά ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, εκτός αν το κράτος μέλος έχει εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης, να αποκλείει τα σχετικά προϊόντα από την κοινοτική μεταχείριση. Αν δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ζητούν από τον εισαγωγέα να δηλώνει, σχετικά με την καταγωγή των προϊόντων, τίποτε άλλο πέρα απ' αυτό που γνωρίζει ή που μπορεί λογικά να γνωρίζει μπορούν να τιμωρούν την παράλειψη ή ανακρίβεια μιας τέτοιας δηλώσεως με ποινικές κυρώσεις, όχι όμως με τις κυρώσεις που προβλέπονται για ψευδείς διασαφήσεις που γίνονται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών, ακόμη κι αν η ψευδής διασάφηση έγινε με πρόθεση εξαπατήσεως. Αν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση και εντός των ορίων αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να εξομοιώνουν, από άποψη ποινικών κυρώσεων, τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη άδεια με τις εισαγωγές απαγορευομένων εμπορευμάτων χωρίς δήλωση μπορούν να επιβάλλουν στον εισαγωγέα να δηλώνει την καταγωγή των εισαγομένων προϊόντων και να τιμωρούν την παράβαση της υποχρεώσεως αυτής με τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπουν για την περίπτωση ψευδούς δηλώσεως που γίνεται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 212/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour d' appel de Paris (Γαλλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου κατά
F. Levy, κατοίκου Βρυξελλών (Βέλγιο), και λοιπών,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ενόψει εθνικής νομοθεσίας η οποία εξαρτά την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας από προηγούμενη άδεια και απαιτεί από τους εισαγωγείς να δηλώνουν την αρχική καταγωγή των εισαγομένων κατ' αυτόν τον τρόπο προϊόντων, και τούτο επ' απειλή ποινικών κυρώσεων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Belliard και G. de Bergues,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη νομικό της σύμβουλο M. J. Jonczy και την Berardis-Kayser, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Αυγούστου 1988, το Cour d' appel de Paris υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, κατά την οποία οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη Levy και Bazini καταδικάστηκαν με απόφαση του Tribunal de Grande Instance de Paris, κριθέντες ένοχοι πραγματοποιήσεως εισαγωγών που λογίζονται ως εισαγωγές απαγορευομένων εμπορευμάτων χωρίς διασάφηση, παραβάσεων που προβλέπονται και τιμωρούνται με το άρθρο 426, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 414 του γαλλικού code des douanes ((τελωνειακού κώδικα)). Η καταδίκη αυτή αναφερόταν σε σειρά 22 διασαφήσεων εισαγωγής κλωστοϋφαντουργικών ειδών, που πρωτοκολλήθηκαν στο γαλλικό τελωνείο του Le Bourget μεταξύ 8ης Μαρτίου 1976 και 31ης Μαΐου 1977. Τα εμπορεύματα, δασμολογητέας αξίας 3 998 357 γαλλικών φράγκων (FF), είχαν εισαχθεί στη Γαλλία μέσα σε χαρτοκιβώτια "πολλών χρήσεων" ή χαρτοκιβώτια με την ένδειξη Belgium. Στα τιμολόγια ωστόσο που αφορούσαν τα εμπορεύματα αυτά δεν αναγραφόταν ότι είχαν κατασκευαστεί στη Νότιο Κορέα, την Ταϊβάν ή το Πακιστάν.
3 Το Cour d' appel de Paris, που επελήφθη της διαφοράς, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία θεωρώντας ότι έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Οι προϋποθέσεις που προβλέπει η γαλλική νομοθεσία για την εισαγωγή υφασμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών, τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος της ΕΟΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός μεν, επιβάλλεται η υποχρέωση σε όσους εισάγουν στη Γαλλία τα εν λόγω είδη να λαμβάνουν προηγουμένως άδεια εισαγωγής, αφετέρου δε, καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν οι διασαφήσεις εισαγωγής στη Γαλλία, επ' απειλή των κυρώσεων του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα, συνιστούν - στο παρόν στάδιο εξελίξεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου - μέτρα ποσοτικού περιορισμού απαγορευόμενα από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;"
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Με το ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο θέτει κατ' ουσίαν το ζήτημα αν άρθρο 30 της Συνθήκης αντιτίθεται στην εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά από προηγούμενη άδεια την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας και απαιτεί από τους εισαγωγείς να δηλώνουν την αρχική καταγωγή των προϊόντων που εισάγουν με τον τρόπο αυτό, και τούτο επ' απειλή ποινικών κυρώσεων.
6 Η γαλλική κυβέρνηση, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, ένα κράτος μέλος είχε την εξουσία, σύμφωνα με την απόφαση 71/202/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 1971, περί εξουσιοδοτήσεως των κρατών μελών να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα προστασίας κατά της εισαγωγής ορισμένων προϊόντων που κατάγονται από τρίτες χώρες και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος (JΟ L 121, σ. 26), να εξαρτά από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής τις εισαγωγές στη Γαλλία κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος. Στους καταθέτες ψευδών διασαφήσεων εισαγωγής μπορούσαν να επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα κυρώσεις, εφόσον οι προσαπτόμενες ανακρίβειες ή παραλείψεις είχαν διαπραχθεί με πρόθεση εξαπατήσεως.
7 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το σύστημα που καθιερώθηκε με την απόφαση 71/202/ΕΟΚ έπρεπε να περιορίζεται σε απλή επιτήρηση και δεν μπορούσε να καταλήγει σε απαγόρευση εισαγωγής ενός προϊόντος που είχε τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία. Αντίθετα, όταν ένα κράτος μέλος διαπίστωνε ότι η εισαγωγή ενός είδους μπορούσε να προκαλέσει εκτροπές του εμπορίου ικανές να εμποδίσουν την εκτέλεση ενός μέτρου εμπορικής πολιτικής θεσπισθέντος σύμφωνα με τη Συνθήκη, μπορούσε να ζητήσει από την Επιτροπή την εφαρμογή του άρθρου 115, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι, στο πλαίσιο των μέτρων επιτηρήσεως, ένα κράτος μέλος δεν μπορούσε να επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να διακρίνει αν ο επιχειρηματίας προέβη σε ψευδείς διασαφήσεις για να πραγματοποιήσει απαγορευόμενες εισαγωγές ή αν επρόκειτο για απλή ανακρίβεια της διασαφήσεως που έγινε για μια εισαγωγή η οποία, αυτή καθαυτή, δεν μπορούσε να απαγορευθεί, η δε προσκόμιση των εγγράφων χρησίμευε απλώς για να δηλωθεί η κίνηση των εμπορευμάτων.
8 Πρέπει να υπομνηστεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης, σχετικά με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος, εφαρμόζονται αδιακρίτως στα προϊόντα που κατάγονται από την Κοινότητα και στα προϊόντα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από την αρχική προέλευση των προϊόντων αυτών. Εξάλλου, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης αποκλείει κάθε διοικητική πρακτική που αποβλέπει στο να διαφοροποιήσει το καθεστώς κυκλοφορίας των προϊόντων, αναλόγως του αν κατάγονται από την Κοινότητα ή αν κατάγονται από τρίτες χώρες και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι και οι δύο κατηγορίες προϊόντων εμπίπτουν αδιακρίτως στο ίδιο καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας.
9 Πρέπει όμως να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από το σύστημα της Συνθήκης, η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει την εγκαθίδρυση κοινής εμπορικής πολιτικής. Ενόσω όμως η κοινή αυτή πολιτική δεν έχει ολοκληρωθεί, ενδέχεται να διατηρούνται μεταξύ των κρατών μελών διαφορές εμπορικής πολιτικής, που ενδέχεται να προκαλέσουν σε ορισμένα εξ αυτών εκτροπές του εμπορίου ή να τους επιφέρουν οικονομικές δυσχέρειες. Το άρθρο 115 της Συνθήκης επιτρέπει την αντιμετώπιση τέτοιων ακριβώς δυσχερειών.
10 'Οπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Donckerwolcke, 41/76, Rec. 1976, σ. 1921 απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1977, Cayrol κατά Rivoira, 52/77, Rec. 1977, σ. 2261 απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, Rivoira, 179/78, Rec. 1979, σ. 1147), μόνο το άρθρο 115 της Συνθήκης δίνει στην Επιτροπή το δικαίωμα να εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα προστασίας, ιδίως με τη μορφή παρεκκλίσεων από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, έναντι προϊόντων που κατάγονται από τρίτες χώρες και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα κράτη μέλη. Αν δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 115 της Συνθήκης, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να λάβει τέτοια μέτρα προστασίας, ούτε η απόφαση 71/202/ΕΟΚ μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα την απονομή μιας τέτοιας γενικής εξουσιοδότησης στα κράτη μέλη.
11 Για να δοθεί, επομένως, απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως όπου δεν έχει δοθεί καμιά ειδική εξουσιοδότηση για ορισμένα προϊόντα βάσει του άρθρου 115 και της περιπτώσεως όπου έχει δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση.
12 Στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να υπομνηστεί, ενόψει της προαναφερθείσας νομολογίας, ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εξαρτά από άδεια εισαγωγής την είσοδο στο έδαφός του εμπορευμάτων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος.
13 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει επίσης ότι, κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, τα κράτη μέλη είχαν ασφαλώς το δικαίωμα να ζητούν, κατά την εισαγωγή προϊόντων που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων για να πιστοποιούν την καταγωγή των προϊόντων αυτών ή για να γνωρίζουν την κίνηση των εμπορευμάτων. Τα κράτη μέλη, ωστόσο, δεν μπορούσαν να απαιτούν σχετικώς από τον εισαγωγέα τίποτε άλλο πέρα από τη δήλωση της καταγωγής των προϊόντων από ό,τι γνώριζε ή από ό,τι λογικά μπορούσε να γνωρίζει.
14 Ειδικότερα, όπως έχει κρίνει σχετικώς το Δικαστήριο, το γεγονός ότι ο εισαγωγέας δεν τήρησε την υποχρέωση δηλώσεως της αρχικής καταγωγής ενός εμπορεύματος δεν δικαιολογεί την επιβολή κυρώσεων δυσαναλόγων προς τη φύση της παραβάσεως. Τέτοιες ψευδείς δηλώσεις μπορούν, ενδεχομένως, να επισύρουν ποινικές κυρώσεις, όπως μπορούν επίσης να τιμωρούνται αυστηρότερα αν γίνονται με πρόθεση εξαπατήσεως δεν μπορούν πάντως, ακόμη και σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, να τιμωρούνται με ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται για την περίπτωση ψευδούς διασαφήσεως που γίνεται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών.
15 Στην περίπτωση, αντιθέτως, που η Επιτροπή εξουσιοδοτεί, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης, ένα κράτος μέλος να αποκλείσει από την κοινοτική μεταχείριση ορισμένα προϊόντα, το κράτος μέλος αυτό μπορεί, προκειμένου να κατοχυρώσει την αποτελεσματική εφαρμογή της αποφάσεως, να θεσπίσει σύστημα προηγουμένης άδειας εισαγωγής συνοδευόμενο με ποινικές κυρώσεις. Εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως αυτής, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει ούτε το να υποχρεούνται οι εισαγωγείς να δηλώνουν την αρχική καταγωγή των προϊόντων, σε περίπτωση δε παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής, να τους επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται για την περίπτωση της ψευδούς διασαφήσεως που γίνεται με σκοπό την πραγματοποίηση των απαγορευομένων εισαγωγών.
16 Η Επιτροπή διευκρίνισε σχετικώς κατά την προφορική διαδικασία ότι, κατά το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, η Γαλλία είχε εξουσιοδοτηθεί, δυνάμει του άρθρου 115, παράγραφος 1, να εφαρμόσει μέτρα προστασίας κατά την εισαγωγή ορισμένων κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων προελεύσεως Νότιας Κορέας και μόνον, να τα αποκλείσει δηλαδή από την κοινοτική μεταχείριση. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τα υπό κρίση εμπορεύματα καλύπτονταν από την εξουσιοδότηση αυτή.
17 Πρέπει, επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι η εθνική ρύθμιση που εξαρτά την εισαγωγή προϊόντων προελεύσεως κράτους μέλους, όπου έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, και καταγωγής τρίτης χώρας, από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής συνιστά ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τα άρθρα 30 της Συνθήκης, εκτός αν το κράτος μέλος έχει εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης, να αποκλείει τα σχετικά προϊόντα από την κοινοτική μεταχείριση. Αν δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ζητούν από τον εισαγωγέα να δηλώνει, σχετικά με την καταγωγή των προϊόντων, τίποτε άλλο πέρα απ' αυτό που γνωρίζει ή που μπορεί λογικά να γνωρίζει μπορούν να τιμωρούν την παράλειψη ή ανακρίβεια μιας τέτοιας δηλώσεως με ποινικές κυρώσεις, όχι όμως με τις κυρώσεις που προβλέπονται για ψευδείς διασαφήσεις που γίνονται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών, ακόμη κι αν η ψευδής διασάφηση έγινε με πρόθεση εξαπατήσεως. Αν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση και εντός των ορίων αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να εξομοιώνουν, από άποψη ποινικών κυρώσεων, τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη άδεια με τις εισαγωγές απαγορευομένων εμπορευμάτων χωρίς δήλωση μπορούν να επιβάλλουν στον εισαγωγέα να δηλώνει την καταγωγή των εισαγομένων προϊόντων και να τιμωρούν την παράβαση της υποχρεώσεως αυτής με τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπουν για την περίπτωση ψευδούς δηλώσεως που γίνεται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφασίσει επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988 το Cour d' appel του Παρισιού, αποφαίνεται:
Η εθνική ρύθμιση που εξαρτά την εισαγωγή προϊόντων προελεύσεως κράτους μέλους, όπου έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, και καταγωγής τρίτης χώρας, από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής συνιστά ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, εκτός αν το κράτος μέλος έχει εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης, να αποκλείει τα σχετικά προϊόντα από την κοινοτική μεταχείριση. Αν δεν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ζητούν από τον εισαγωγέα να δηλώνει, σχετικά με την καταγωγή των προϊόντων, τίποτε άλλο πέρα απ' αυτό που γνωρίζει ή που μπορεί λογικά να γνωρίζει μπορούν να τιμωρούν την παράλειψη ή ανακρίβεια μιας τέτοιας δηλώσεως με ποινικές κυρώσεις, όχι όμως με τις κυρώσεις που προβλέπονται για ψευδείς διασαφήσεις που γίνονται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών, ακόμη κι αν η ψευδής διασάφηση έγινε με πρόθεση εξαπατήσεως. Αν υπάρχει τέτοια εξουσιοδότηση και εντός των ορίων αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να εξομοιώνουν, από άποψη ποινικών κυρώσεων, τις εισαγωγές που πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη άδεια με τις εισαγωγές απαγορευομένων εμπορευμάτων χωρίς δήλωση μπορούν να επιβάλλουν στον εισαγωγέα να δηλώνει την καταγωγή των εισαγομένων προϊόντων και να τιμωρούν την παράβαση της υποχρεώσεως αυτής με τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπουν για την περίπτωση ψευδούς δηλώσεως που γίνεται με σκοπό την πραγματοποίηση απαγορευομένων εισαγωγών.
Full & Egal Universal Law Academy