ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-234/88 ( *1 )
Ι — Η κρίσιμη ρύθμιση, τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
Το κανονιστικό πλαίσιο
1.
Βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), δύναται να χορηγηθεί εξισωτική αποζημίωση μεταξύ άλλων για τη σίκαλη που έχει συγκομισθεί μέσα στην Κοινότητα και η οποία ευρίσκεται σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας. Το Συμβούλιο αποφασίζει κάθε χρόνο πριν από τη 15η Μαρτίου επί της χορηγήσεως της εν λόγω αποζημιώσεως. Η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 9 σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
2.
Σύμφωνα με μία από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού ( ΕΟΚ) 2124/85 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1985, για συντηρητικά μέτρα στον τομέα των σιτηρών εκτός από τον σκληρό σίτο (ΕΕ L 198, σ. 31 ), αυτή η εξισωτική αποζημίωση έχει σαν στόχο να αποφεύγονται οι μαζικές προσφορές στην παρέμβαση κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας.
3.
Βάσει της εξουσιοδοτήσεως που της δόθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2727/75, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1821/81, της 2ας Ιουλίου 1981, περί των όρων χορηγήσεως των εξισωτικών αποζημιώσεων για ορισμένα σιτηρά σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας.
4
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική. 4. Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού πρέπει, με σκοπό τη διοικητική απλούστευση, και ιδίως την απλούστευση του ελέγχου, να αποφασιστεί ότι η εν λόγω εξισωτική αποζημίωση θα χορηγείται στο στάδιο του εμπορίου ή της μεταποιητικής βιομηχανίας και ότι, όσον αφορά τη σίκαλη, οι ανάγκες ελέγχου επιβάλλουν τον περιορισμό των δικαιούχων στην αλευροποιία.
5.
Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού, εξαιτίας του δεσμού που υπάρχει μεταξύ του καθεστώτος της παρεμβάσεως και του καθεστώτος της εξισωτικής αποζημιώσεως, πρέπει να χορηγείται η τελευταία αυτή μόνο εφόσον τα σιτηρά για τα οποία ζητείται ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ποιότητας που τίθενται κατά την παρέμβαση.
6.
Τέλος σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού,
« ... πρέπει να ορισθούν οι κατάλληλες λεπτομέρειες και τα μέσα ελέγχου των αποθεμάτων σιτηρών και των ποικιλιών τους από τους αρμόδιους οργανισμούς κάθε κράτους μέλους, με την επιβάρυνση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση των εξισωτικών αποζημιώσεων ... ».
7.
Συγκεκριμενοποιώντας τις ανάγκες που εκφράζει η προαναφερθείσα πρώτη αιτιολογική σκέψη, το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι:
« Η εξισωτική αποζημίωση, που καθορίζεται από το Συμβούλιο για μια ορισμένη περίοδο εμπορίας, χορηγείται:
α)
στις επιχειρήσεις του εμπορίου και της μεταποιητικής βιομηχανίας, για τα αποθέματα του μαλακού σίτου που έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα και που ανήκει σ' αυτές στις 31 Ιουλίου·
β)
στις επιχειρήσεις αλευροποιίας, για τα αποθέματα της σίκαλης που έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα, που πρέπει να τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή και που ανήκει σ' αυτές την ίδια ημερομηνία·
γ)
στις επιχειρήσεις του εμπορίου και της μεταποιητικής βιομηχανίας, για τα αποθέματα του αραβοσίτου που έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα, που ανήκει σ' αυτές την ίδια ημερομηνία... »
8.
Ως προς την ανάγκη ποιότητας που αναφέρεται στην προαναφερθείσα τρίτη αιτιολογική σκέψη, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ότι «για τη σίκαλη που κρατείται από την αλευροποιία στο τέλος της περιόδου, η θέση σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή γίνεται δεκτή ως απόδειξη επαρκούς ποιότητος ».
9.
Όσον αφορά τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχουν τα κράτη μέλη, το άρθρο 8 ορίζει ότι «... η αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους εκτελεί τους αναγκαίους ελέγχους. Θεσπίζει για το σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να ληφθούν υπόψη οι ειδικοί όροι που ισχύουν στην επικράτειά του, ιδίως όσον αφορά την ποικιλία των αποθεμάτων και τις κινήσεις τους καθώς και τις προθεσμίες κατά τη διάρκεια των οποίων υπόκεινται σε έλεγχο ... ».
10.
Τέλος, το παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, ως ελάχιστη πληροφορία που πρέπει να δοθεί κατά την αίτηση εξισωτικής αποζημιώσεως, μία δήλωση που να πιστοποιεί, για τη σίκαλη, ότι θα τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή.
11.
Όσον αφορά ειδικότερα την περίοδο εμπορίας 1984/1985, η οποία, βάσει του άρθρου 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75, άρχιζε την 1η Αυγούστου και τελείωνε στις 31 Ιουλίου, το Συμβούλιο δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει για τις τιμές παρεμβάσεως των σιτηρών ούτε για το ποσό εξισωτικής αποζημιώσεως που έπρεπε να χορηγηθεί.
12.
Για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 2124/85, που έχει χαρακτήρα συντηρητικού μέτρου και εξεδόθη υπό την επιφύλαξη των αποφάσεων του Συμβουλίου.
13.
Με το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή επέτρεψε στα κράτη μέλη να χορηγήσουν, για τη σίκαλη μεταξύ άλλων, εξισωτική αποζημίωση, τον τρόπο υπολογισμού της οποίας καθόρισε η ίδια. Η Επιτροπή επανέλαβε επίσης ότι το γεγονός ότι η σίκαλη αλέστηκε προς ανθρώπινη διατροφή γίνεται δεκτό ως απόδειξη επαρκούς ποιότητας, και διευκρίνισε ότι η απόδειξη της αλέσεως έπρεπε να προσκομιστεί το αργότερο στο τέλος του έτους 1985 και ότι οι διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 1821/81 εφαρμοζόταν στην προβλεπόμενη εξισωτική αποζημίωση.
Τα γεγονότα της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14.
Στις 5 Αυγούστου 1985 η γερμανική επιχείρηση αλευροποιίας Wilhelm-Lampe-Mühle υπέβαλε στο Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, αρμόδιο σχετικά οργανισμό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αίτηση εξισωτικής αποζημιώσεως για 320,08 τόννους αρτοποιήσιμης σίκαλης, που της ανήκαν στις 31 Ιουλίου 1985 και βρισκόταν κατά την ημερομηνία αυτή στις αποθήκες της. Αφού υπέβαλε την αίτηση της, η εν λόγω αλευροποιία πώλησε την προαναφερθείσα ποσότητα σίκαλης σε επτά άλλες επιχειρήσεις αλευροποιίας, που προέβησαν στην άλεση. Τα γεγονότα αυτά δεν απεκρύβησαν πράγματι η βεβαίωση αλέσεως που οφείλει να προσκομίσει ο αιτών την εν λόγω αποζημίωση έφερε το όνομα της επιχειρήσεως αλευροποιίας που είχε πραγματοποιήσει την άλεση.
15.
Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1985 το Bundesanstalt αρνήθηκε να χορηγήσει την αιτουμένη αποζημίωση· κατά την άποψη του η σχετική κοινοτική ρύθμιση απαιτεί, για λόγους ελέγχου, να προβαίνει η ίδια η επιχείρηση, που ζητεί την εξισωτική αποζημίωση, στην άλεση των ποσοτήτων, στις οποίες αναφέρεται η αίτηση της.
16.
Το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η εν λόγω επιχείρηση μετά την απόρριψη της αιτήσεως της, επισημαίνει καταρχάς ότι το Verwaltungsgerichtshof της Έσσης, με απόφαση της 30ής Μαΐου 1983, έκρινε ότι το άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1554/73 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 1973, περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως των εξισωτικών αποζημιώσεων για τη σίκαλη που βρίσκεται σε απόθεμα κατά το τέλος της περιόδου 1972/1973 απαιτούσε να προβαίνει στην άλεση της σίκαλης η ίδια η επιχείρηση αλευροποιίας που είναι δικαιούχος της εξισωτικής αποζημιώσεως.
17.
Η εν λόγω διάταξη ήταν διατυπωμένη ως εξής:
« Η εξισωτική αποζημίωση ... χορηγείται:
α)
...·
β)
στις επιχειρήσεις αλευροποιίας, για τα αποθέματα της αρτοποιήσιμης σίκαλης που έχει συγκομιστεί στην Κοινότητα και τους ανήκει την ίδια ημερομηνία, υπό την προϋπόθεση ότι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προορίσουν το σιτηρό αυτό για την ανθρώπινη διατροφή·
... »
18.
Θεωρώντας ότι η υποχρέωση της δικαιούχου επιχειρήσεως να προβεί η ίδια στην άλεση δεν απορρέει σαφώς, στην προκειμένη περίπτωση, από τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1, στοιχείο β), του προαναφερθέντος κανονισμού 1821/81, το Verwaltungsgericht, με διάταξη της 8ης Αυγούστου 1988, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1821/81 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1981 ( ΕΕ L 182, σ. 10 ), την έννοια ότι η σίκαλη για την οποία ζητείται η εξισωτική αποζημίωση πρέπει να ανήκει στην αιτούσα επιχείρηση αλευροποιίας όχι μόνο στις 31 Ιουλίου της σχετικής περιόδου εμπορίας αλλά και κατά το χρόνο της αλέσεως προς το σκοπό της ανθρώπινης διατροφής, ή αρκεί να τεθεί η σίκαλη σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή από άλλη επιχείρηση αλευροποιίας, στην οποία να έχει πωλήσει τη σίκαλη η αιτούσα επιχείρηση αλευροποιίας μετά την υποβολή της αιτήσεως; »
19.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Αυγούστου 1988.
II — Έγγραφη διαδικασία
1.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις 27 Οκτωβρίου 1988 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Bernhard Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, στις 3 Νοεμβρίου 1988 η επιχείρηση W.-Lampe-Mühle, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Modest και συνεργάτες, δικηγόρους του δικηγορικού συλλόγου του Αμβούργου, και στις 8 Νοεμβρίου 1988 το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από την Barbara Heymann.
2.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 6 Ιουλίου 1989, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα, κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Οι γραπτές παρατηρήσεις πον κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
3.
Η επιχείρηση W.-Lampe-Mühle υποστηρίζει ότι δεν αμφισβητείται ότι η σίκαλη, για την οποία ζητεί εξισωτική αποζημίωση έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα, της ανήκε, βρισκόταν σε απόθεμα στις αποθήκες της στις 31 Ιουλίου 1985 και τέθηκε σε άλεση από άλλες επιχειρήσεις αλευροποιίας, για την ανθρώπινη διατροφή.
4.
Το άρθρο 7 του κανονισμού 2727/75, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι οι αγορές από τους οργανισμούς παρεμβάσεως δεν μπορούν να λάβουν χώρα παρά μεταξύ 1ης Αυγούστου ή 1ης Οκτωβρίου και 31ης Μαΐου κάθε περιόδου εμπορίας, ώστε να παρακινηθούν οι επιχειρηματίες, σε μία αγορά που έχει πλεόνασμα, όπως αυτή της Κοινότητας, να αναζητήσουν δυνατότητες διαθέσεως των προϊόντων. Το άρθρο 9 του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 καθιέρωσε εξισωτική αποζημίωση για τα σιτηρά που βρίσκονται σε απόθεμα κατά το τέλος μιας περιόδου, με σκοπό να διευκολύνει τη μετάβαση από τη μία περίοδο εμπορίας στην άλλη.
5.
Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1821/81, που αναφέρθηκε προηγουμένως, συνεχίζει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εξισωτική αποζημίωση μπορεί να χορηγηθεί μόνο για τα σιτηρά που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ποιότητος που τίθενται κατά την παρέμβαση και η θέση σε άλεση της σίκαλης για την ανθρώπινη διατροφή είναι απόδειξη επαρκούς ποιότητας και αποτελεί επομένως απλό κριτήριο ποιότητας.
6.
Ούτε από το άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1821/81, ούτε από άλλη διάταξη του τελευταίου προκύπτει ότι η επιχείρηση που ζητεί εξισωτική αποζημίωση πρέπει να πραγματοποιήσει η ίδια την άλεση της σίκαλης. Η πιο πάνω διάταξη περιορίζει, όσον αφορά τη σίκαλη, τον κύκλο των δικαιούχων της εξισωτικής αποζημιώσεως μόνο στις επιχειρήσεις αλευροποιίας, αυτό όμως γίνεται μόνο για λόγους ελέγχου και δεν έχει ως συνέπεια κάποια άλλη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως.
7.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η βεβαίωση αλέσεως, που προσκόμισε δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, φέρει στο επάνω αριστερό τμήμα το όνομα και την διεύθυνση της αιτούσας και στο κάτω τμήμα την υπογραφή και τη σφραγίδα της επιχειρήσεως που πραγματοποίησε την άλεση. Εάν η προσφεύγουσα είχε αναθέσει την άλεση της σίκαλης σε άλλη επιχείρηση, διατηρώντας την κυριότητα της σίκαλης, η εν λόγω βεβαίωση θα ήταν ίδια με αυτή που προσκομίστηκε.
8.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης συνάγει το συμπέρασμα ότι και στις 3 πιθανές περιπτώσεις, δηλαδή στην περίπτωση που ο αιτών την εν λόγω αποζημίωση διατηρεί την κυριότητα της σίκαλης και πραγματοποιεί ο ίδιος την άλεση, στην περίπτωση που ο αιτών αναθέτει την άλεση της σίκαλης σε άλλη επιχείρηση διατηρώντας την κυριότητά της και στην περίπτωση που ο αιτών πωλεί τη σίκαλη σε αλευροποιία που προβαίνει στην άλεση, είναι πάντοτε ο αιτών που πρέπει να αποδείξει ότι η σίκαλη έχει τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή.
9.
Αυτή η απόδειξη θέσεως σε άλεση είναι το κριτήριο επαρκούς ποιότητας της σίκαλης και αποτελεί, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 2124/85 της Επιτροπής, το αποφασιστικό στοιχείο για τη χορήγηση της αιτουμένης αποζημιώσεως. Είναι έργο του εθνικού δικαστή να εξακριβώσει αν η σίκαλη τέθηκε πράγματι σε άλεση.
10.
Επομένως το άρθρο 1 του κανονισμού 1821/81 αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις κυριότητας επί της σίκαλης στις 31 Ιουλίου, τέλος της περιόδου εμπορίας, και όχι κατά τη στιγμή θέσεως της σίκαλης σε άλεση.
11.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα δεχόταν δύο διαφορετικές δυνατότητες ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η ερμηνεία που είναι αντίθετη προς την υποστηριζόμενη δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος των επιχειρήσεων που ζητούν εξισωτική αποζημίωση για το μαλακό σίτο ή τον αραβόσιτο και επομένως προσκρούει στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Δεν αμφισβητείται πράγματι ότι, όσον αφορά τον μαλακό σίτο και τον αραβόσιτο, σημασία έχουν μόνο οι σχέσεις κυριότητας στις 31 Ιουλίου της περιόδου εμπορίας.
12.
Μία τέτοια διαφορετική μεταχείριση της σίκαλης δεν δικαιολογείται, δεδεμένου ότι η άλεση της αποτελεί απλώς διευκόλυνση της αποδείξεως της ποιότητάς της.
13.
Επομένως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της κοινοτικής ρυθμίσεως, αρκεί να προβεί στην άλεση της σίκαλης μία επιχείρηση διαφορετική από αυτή που υπέβαλλε αίτηση αποζημιώσεως, και στην οποία η τελευταία έχει πωλήσει τη σίκαλη.
14.
Το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, καθού της κύριας δίκης, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, μη προβαίνοντας η ίδια στην άλεση της σίκαλης, δεν τήρησε τους όρους που θέτει ο κανονισμός 1821/81.
15.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι από την απλή γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 1821/81 δεν προκύπτει σαφώς αν η άλεση της σίκαλης πρέπει να πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση που ζητεί την εν λόγω αποζημίωση. Η ερμηνεία των διατάξεων αυτών θα έπρεπε επομένως να στηριχτεί στους σκοπούς που επιδιώκουν. Εντούτοις το γεγονός ότι στη διατύπωση του άρθρου 1, στοιχείο β), του προαναφερθέντος κανονισμού 1821/81η απαίτηση αλέσεως προηγείται των σχέσεων κυριότητας επί των αποθεμάτων της σίκαλης αποτελεί ένδειξη ότι η άλεση πρέπει να πραγματοποιηθεί από την ίδια την αιτούσα επιχείρηση.
16.
Το καθού της κύριας δίκης αναφέρεται στην πρώτη και ένατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος είναι αποφασιστικό κριτήριο για τη χορήγηση της εν λόγω εξισωτικής αποζημιώσεως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι συντάκτες του κανονισμού 1821/81 περιόρισαν, όσον αφορά τη σίκαλη, τους δικαιούχους της εν λόγω αποζημιώσεως μόνο στις επιχειρήσεις αλευροποιίας. Συγκεκριμένη έκφραση αυτής της ανάγκης ελέγχου αποτελεί το προαναφερθέν άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, που αποτελεί ρητή εξουσιοδότηση των εθνικών αρχών.
17.
Βάσει του κανονισμού 1821/81 ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να αφορά δύο σημαντικά σημεία: τον ακριβή καθορισμό των αποθεμάτων σίκαλης που θεμελιώνουν δικαίωμα αποζημιώσεως και την διαπίστωση επαρκούς ποιότητας της σίκαλης.
18.
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των απαιτήσεων ελέγχου, η γερμανική νομοθεσία που θεσπίστηκε βάσει της εξουσιοδοτήσεως του προαναφερθέντος άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1821/81, οργάνωσε ένα σύστημα ελέγχου με επίκεντρα το πρόσωπο και την επιχείρηση του δικαιούχου της εν λόγω αποζημιώσεως.
19.
Έτσι η σχετική ρύθμιση προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι στην αίτηση αποζημιώσεως η αιτούσα επιχείρηση πρέπει να δηλώσει ότι « η σίκαλη έχει τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή με δική μου/μας μέριμνα». Επομένως, υποβάλλοντας μία τέτοια αίτηση, η επιχείρηση υποχρεούται να προβεί η ίδια στην άλεση της σίκαλης.
20.
Το καθού της κύριας δίκης υποστηρίζει ακόμη ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η γερμανική νομοθεσία βαρύνουν μόνον την επιχείρηση που ζητεί την εν λόγω αποζημίωση και όχι τα πρόσωπα στα οποία αυτή ενδεχομένως πώλησε τη σίκαλη. Ο αποκτών δεν οφείλει να τηρεί τα απαιτούμενα λογιστικά βιβλία ούτε να καταρτίζει τους προβλεπόμενους πίνακες. Τα βιβλία που πρέπει να τηρεί δυνάμει του εμπορικού ή φορολογικού δικαίου δεν μπορούν να παράσχουν τις ειδικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες στην προκειμένη περίπτωση.
21.
Η άποψη της προσφεύγουσας της κύριας δίκης διευρύνει κατά τρόπο μη δυνάμενο να υπολογιστεί τον κύκλο αυτών που θα έπρεπε να υποβληθούν σε ελέγχους και είναι έτσι αντίθετη προς την ιδέα της διοικητικής απλουστεύσεως και της απλουστεύσεως του ελέγχου. Τέλος, δεν υπάρχει, καταρχήν, καμία εγγύηση ότι η σίκαλη που πωλήθηκε τέθηκε πράγματι σε άλεση. Ακόμη και μία σχετική συμβατική υποχρέωση δεν αποτελεί επαρκή εξασφάλιση.
22.
Η θέση της σίκαλης σε άλεση δεν αποτελεί μόνον απόδειξη της ποιότητάς της, αλλά κυρίως αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω εξισωτικής αποζημιώσεως.
23.
Το καθού της κύριας δίκης καταλήγει επομένως στο συμπέρασμα ότι η σίκαλη για την οποία ζητείται εξισωτική αποζημίωση δεν πρέπει μόνο να ανήκει, κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας, στην αιτούσα επιχείρηση, αλλά πρέπει και να έχει τεθεί από αυτή σε άλεση.
24.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κανόνας του άρθρου 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1821/81 επιδιώκει να εξασφαλίσει τη χορήγηση της εν λόγω εξισωτικής αποζημιώσεως για τα αποθέματα σίκαλης η οποία προορίζεται για την ανθρώπινη διατροφή. Η απόδειξη της αλέσεως γίνεται δεκτή ως απόδειξη του ότι η σίκαλη προορίζεται πράγματι για την ανθρώπινη διατροφή. Αυτή όμως η διευκόλυνση της αποδείξεως δεν πρέπει να διευκολύνει την απάτη· για το λόγο αυτό, ο κανονισμός 1821/81 περιόρισε τον κύκλο των δικαιούχων της αποζημιώσεως στις επιχειρήσεις αλευροποιίας.
25.
Η προαναφερθείσα διάταξη πρέπει επομένως να ερμηνευθεί βάσει αυτής της ανάγκης ελέγχου, όπως ορίζει εξάλλου και η νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η ερμηνεία διατάξεων του δικαίου που αφορά τη γεωργία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις ανάγκες του ελέγχου (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, Metelmann, 276/84, Συλλογή 1985, σ. 4057 ).
26.
Η Επιτροπή δέχεται ότι με τη διατύπωση « που ανήκει σ' αυτές την ίδια ημερομηνία », του άρθρου 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1821/81, νοείται η 31η Ιουλίου, που αναφέρεται στο σημείο α ) της ίδιας διατάξεως, και όχι η ημερομηνία αλέσεως της σίκαλης, όπως θα μπορούσε να συναχθεί από το γερμανικό κείμενο της εν λόγω διατάξεως.
27.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι ανάγκη να ανήκει ακόμη η σίκαλη, κατά τη στιγμή αλέσεως της, στην επιχείρηση αλευροποιίας, που ζητεί την αποζημίωση, πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση να τεθεί σε άλεση από την εν λόγω επιχείρηση. Διαφορετικά ο κανόνας του περιορισμού της χορηγήσεως εξισωτικής αποζημιώσεως μόνο στις επιχειρήσεις αλευροποιίας δεν θα είχε νόημα και μάλιστα θα δημιουργούσε διακρίσεις.
28.
Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, λόγω της ανάγκης ελέγχου, δεδομένου ότι δεν είναι λογικά δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα μιας ποσότητας σίκαλης που τέθηκε σε άλεση από μία επιχείρηση με μία ποσότητα σίκαλης που βρισκόταν στις 31 Ιουλίου σε απόθεμα σε άλλη επιχείρηση· το συμπέρασμα αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η αρχική ποσότητα σίκαλης τέθηκε σε άλεση από πολλές άλλες επιχειρήσεις.
29.
Επομένως η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ελέγχου, η ύπαρξη του αποθέματος σίκαλης που δηλώθηκε πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί, στην επιχείρηση που ζητεί την εν λόγω αποζημίωση, κάθε στιγμή, από το τέλος της περιόδου εμπορίας μέχρι τη θέση της σίκαλης σε άλεση·αυτή κατά συνέπεια πρέπει να πραγματοποιηθεί από την ίδια την αιτούσα επιχείρηση.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-234/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Wilhelm-Lampe-Mühle
και
Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο β ), του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1821/81 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1981, περί των όρων χορηγήσεως των εξισωτικών αποζημιώσεων για ορισμένα σιτηρά σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας ( ΕΕ L 182, σ. 10),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Bernhard Jansen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
—
η επιχείρηση Wilhelm-Lampe-Mühle, εκπροσωπούμενη από τους Barbara Festge, Modest και συνεργάτες, δικηγόρους Αμβούργου,
—
το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung, εκπροσωπούμενο από την Barbara Heymann, νομικό,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Οκτωβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1988, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, στοιχείο β), του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1821/81 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1981, περί των όρων χορηγήσεως των εξισωτικών αποζημιώσεων για ορισμένα σιτηρά σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας ( ΕΕ L 182, σ. 10 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γερμανικής επιχειρήσεως αλευροποιίας Wilhelm-Lampe-Mühle και του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( στο εξής: BALM ), οργανισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αρμόδιου για τη χορήγηση των εξισωτικών αποζημιώσεων για τα σιτηρά που βρίσκονται σε απόθεμα, η οποία αφορά το δικαίωμα της επιχειρήσεως αυτής να λάβει εξισωτική αποζημίωση για ορισμένες ποσότητες σίκαλης.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 5 Αυγούστου 1985 η επιχείρηση αλευροποιίας Wilhelm-Lampe-Mühle υπέβαλε στο BALM αίτηση εξισωτικής αποζημιώσεως για 320,08 τόνους αρτοποιήσιμης σίκαλης, που της ανήκαν στις 31 Ιουλίου 1985, τέλος της περιόδου εμπορίας 1984/1985, και βρίσκονταν κατά την ημερομηνία αυτή στις αποθήκες της. Μετά την υποβολή της αιτήσεως της, η εν λόγω επιχείρηση αλευροποιίας πώλησε τη σίκαλη σε επτά άλλες επιχειρήσεις αλευροποιίας, οι οποίες προέβησαν στην άλεση.
4
Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1985 το BALM αρνήθηκε να χορηγήσει την αιτουμένη αποζημίωση, με την αιτιολογία ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει, για λόγους ελέγχου, στην επιχείρηση που ζητεί την εξισωτική αποζημίωση να προβαίνει η ίδια στην άλεση των ποσοτήτων σίκαλης για τις οποίες ζητεί την αποζημίωση.
5
Η ενδιαφερόμενη επιχείρηση προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1821/81 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1981 ( ΕΕ L 182, σ. 10 ), την έννοια ότι η σίκαλη για την οποία ζητείται η εξισωτική αποζημίωση πρέπει να ανήκει στην αιτούσα επιχείρηση αλευροποιίας όχι μόνο στις 31 Ιουλίου της σχετικής περιόδου εμπορίας, αλλά και κατά τον χρόνο της αλέσεως προς το σκοπό της ανθρώπινης διατροφής, ή αρκεί να τεθεί η σίκαλη σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή από άλλη επιχείρηση αλευροποιίας, στην οποία έχει πωλήσει τη σίκαλη αυτή η αιτούσα επιχείρηση αλευροποιίας μετά την υποβολή της αιτήσεως; »
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το κανονιστικό πλαίσιο καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, με το υποβληθέν ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο δεν ερωτά σε ποιον πρέπει να ανήκει η σίκαλη κατά την άλεση της, αλλά αν η σίκαλη για την οποία ζητείται εξισωτική αποζημίωση πρέπει να τίθεται σε άλεση από την επιχείρηση αλευροποιίας που ζητεί την εν λόγω αποζημίωση.
8
Το άρθρο 9 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 281, σ. 1), προβλέπει ότι επιτρέπεται να χορηγείται εξισωτική αποζημίωση για τον μαλακό σίτο, το σκληρό σίτο, τη σίκαλη, την κριθή και τον αραβόσιτο που έχουν συγκομισθεί εντός της Κοινότητας και βρίσκονται σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας. Κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού καθορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη λεγόμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
9
Βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1821/81, η ερμηνεία του οποίου αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος. Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, εξαιτίας του δεσμού που υπάρχει μεταξύ του καθεστώτος της παρεμβάσεως και του καθεστώτος της εξισωτικής αποζημιώσεως, πρέπει να χορηγείται η τελευταία αυτή μόνον εφόσον τα σιτηρά για τα οποία ζητείται ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ποιότητας που τίθενται κατά την παρέμβαση. Εντούτοις, για τη σίκαλη που βρίσκεται στην κατοχή των επιχειρήσεων αλευροποιίας, πρέπει να γίνεται δεκτή η θέση σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή ως απόδειξη επαρκούς ποιότητας.
10
Όσον αφορά τους δικαιούχους της εξισωτικής αποζημιώσεως, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1821/81 υπογραμμίζεται ότι, δεδομένου ότι τα σιτηρά που βρίσκονται σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας κρατούνται κατά κανόνα από το εμπόριο ή τη μεταποιητική βιομηχανία, η εξισωτική αποζημίωση πρέπει, με σκοπό τη διοικητική απλούστευση και την απλούστευση του ελέγχου, να χορηγείται στο στάδιο του εμπορίου ή της μεταποιητικής βιομηχανίας. Όσον αφορά τη σίκαλη, οι ανάγκες ελέγχου επιβάλλουν εντούτοις τον περιορισμό των δικαιούχων της αποζημιώσεως αυτής στην αλευροποιία.
11
Βάσει των σκέψεων αυτών το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
« Η εξισωτική αποζημίωση, που καθορίζεται από το Συμβούλιο για μια ορισμένη περίοδο εμπορίας, χορηγείται:
α)
στις επιχειρήσεις του εμπορίου και της μεταποιητικής βιομηχανίας, για τα αποθέματα του μαλακού σίτου που έχει συγκομιστεί στην Κοινότητα και που ανήκει σ' αυτές στις 31 Ιουλίου·
β)
στις επιχειρήσεις αλευροποιίας, για τα αποθέματα της σίκαλης που έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα, που πρέπει να τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή και που ανήκει σ' αυτές την ίδια ημερομηνία·
γ)
στις επιχειρήσεις του εμπορίου και της μεταποιητικής βιομηχανίας, για τα αποθέματα του αραβοσίτου που έχει συγκομισθεί στην Κοινότητα, που ανήκει σ' αυτές την ίδια ημερομηνία ... »
12
Το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει την ελάχιστη ποσότητα που είναι αναγκαία κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας για να μπορεί να χορηγηθεί εξισωτική αποζημίωση για ένα απόθεμα. Όσον αφορά τη σίκαλη, στην παράγραφο 2, δεύτερο εδάφιο, προστίθεται ότι « για τη σίκαλη που κρατείται από την αλευροποιία στο τέλος της περιόδου, η θέση σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή γίνεται δεκτή ως απόδειξη επαρκούς ποιότητος ».
13
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εξισωτικής αποζημιώσεως δεν είναι οι ίδιες για τη σίκαλη, αφενός, και για τα άλλα σιτηρά, αφετέρου. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος των προϋποθέσεων αυτών, τον οποίο πρέπει να διενεργούν οι εθνικές αρχές δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού, δεν μπορεί να είναι ο ίδιος. Ειδικότερα, τα μέτρα ελέγχου πρέπει να αφορούν, σε σχέση με τη σίκαλη, το γεγονός ότι οι ποσότητες σίκαλης που κρατούνται κατά το τέλος της περιόδου πρόκειται να αλεσθούν με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για την ανθρώπινη διατροφή.
14
Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι ο περιορισμός του κύκλου των δικαιούχων της εξισωτικής αποζημιώσεως στις αλευροποιίες, σε συνδυασμό με τη διευκόλυνση της αποδείξεως της απαιτούμενης ποιότητας της σίκαλης και τις ανάγκες του σχετικού ελέγχου, προϋποθέτει, στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, αφενός τη φυσική παρουσία των ποσοτήτων σίκαλης στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως που ζητεί την αποζημίωση και αφετέρου την άλεση τους από την εν λόγω επιχείρηση, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να ελέγχουν αν η ποσότητα αλεύρου που προέκυψε από την άλεση ανταποκρίνεται στις ποσότητες σίκαλης που βρίσκονταν σε απόθεμα κατά το τέλος της περιόδου εμπορίας και προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο συγχύσεως μεταξύ της σίκαλης αυτής και της σίκαλης της νέας συγκομιδής.
15
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το παράρτημα II του κανονισμού 1821/81, που προβλέπει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρέπει να προσκομίσει, κατά την υποβολή της αιτήσεως εξισωτικής αποζημιώσεως, δήλωση που να βεβαιώνει ότι η σίκαλη « θα τεθεί σε άλεση για την ανθρώπινη διατροφή ». Τη δέσμευση αυτή, όμως, μπορεί ευλόγως να αναλάβει εκείνη μόνο η επιχείρηση που θα προβεί η ίδια στην άλεση της σίκαλης για την οποία ζήτησε εξισωτική αποζημίωση.
16
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, εφόσον γίνει δεκτό ότι οι επιχειρήσεις αλευροποιίας μπορούν να μεταβιβάζουν τις σχετικές ποσότητες σίκαλης μετά την υποβολή της αιτήσεώς τους για χορήγηση εξισωτικής αποζημιώσεως, δεν θα είχαν πλέον νόημα οι διατάξεις του κανονισμού 1821/81 που προβλέπουν την προαναφερθείσα διαφορετική ρύθμιση, εφόσον δεν θα συνέτρεχε πλέον λόγος χορηγήσεως της αποζημιώσεως για τη σίκαλη μόνο στις επιχειρήσεις αλευροποιίας και εφόσον θα ήταν απαραίτητος ο έλεγχος κάθε κρίκου της εμπορικής αλυσίδας.
17
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι μια τέτοια ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων θα δημιουργούσε διακρίσεις έναντι των επιχειρήσεων που ζητούν εξισωτική αποζημίωση για τον μαλακό σίτο ή τον αραβόσιτο και, κατά συνέπεια, θα αντέβαινε προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
18
Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση των αιτήσεων εξισωτικών αποζημιώσεων, ανάλογα με τα σιτηρά για τα οποία ζητούνται οι αποζημιώσεις αυτές, δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών προϋποθέσεων που ισχύουν και οι οποίες συνεπάγονται διαφορετικές μεθόδους ελέγχου.
19
Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 1, στοιχείο β), του κανονισμού 1821/81 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι η σίκαλη για την οποία ζητείται η εξισωτική αποζημίωση πρέπει να τίθεται σε άλεση από την επιχείρηση αλευροποιίας που έχει ζητήσει την αποζημίωση αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1988, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, στοιχείο β ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1821/81 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1981, περί των όρων χορηγήσεως των εξισωτικών αποζημιώσεων για ορισμένα σιτηρά σε απόθεμα στο τέλος της περιόδου εμπορίας, έχει την έννοια ότι η σίκαλη για την οποία ζητείται η εξισωτική αποζημίωση πρέπει να τίθεται σε άλεση από την επιχείρηση αλευροποιίας που έχει ζητήσει την αποζημίωση αυτή.
Κακούρης
Koopmans
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy