ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
στην υπόθεση C-245/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Ο Η. C Μ. Daalraeijer, Ολλανδός υπήκοος, γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1917. Είναι νυμφευμένος με την G. Α. Boer, επίσης Ολλανδή υπήκοο, γεννηθείσα στις 26 Μαρτίου 1918. Ο Daalmeijer εργάστηκε στις Κάτω Χώρες και τελευταία στο Βελιγράδι, ως υπάλληλος του ολλανδικού Υπουργείου Άμυνας, από τον Αύγουστο του 1969 έως την 1η Μαΐου 1974. Από την τελευταία αυτή ημερομηνία, βρίσκεται σε πρόωρη σύνταξη και εισπράττει παροχή βάσει του ολλανδικού νόμου περί των κοινωνικών παροχών των αποστράτων ( Uitkeringswet gewezen militairen ). Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, από την 1η Μαΐου 1974, ο Daalmeijer κατοικεί στη Γαλλία με τη σύζυγο του και ότι, από την ημερομηνία αυτή, κανένας από τους δύο δεν άσκησε πλέον δραστηριότητα ούτε ως μισθωτός ούτε ως ανεξάρτητος επαγγελματίας.
Στις 5 Οκτωβρίου 1982, ο Daalmeijer συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του οπότε δικαι-ούτο σύνταξη γήρατος βάσει του ολλανδικού νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος (Algemene Ouderdomswet, στο εξής: AOW). Με απόφαση του Sociale Verzekeringsbank (στο εξής: SVB) της 23ης Μαρτίου 1983, η σύνταξη αυτή υπολογίστηκε αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχούσε στις περιόδους κατά τις οποίες ο Daalmeijer και η σύζυγος του δεν λογίζονταν ως ασφαλισμένοι ( 8 και 15 έτη αντιστοίχως ).
Με Διάταξη της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, το Raad van Beroep του Άμστερνταμ ακύρωσε την απόφαση του SVB, κρίνοντας εσφαλμένη τη μείωση της συντάξεως του Daalmeijer ενόψει της καταστάσεως της συζύγου του. Ο Daalmeijer άσκησε έφεση κατά της Διατάξεως αυτής ενώπιον του Centrale Raad van Beroep ( στο εξής: Centrale Raad ).
Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Centrale Raad, στηριζόμενο σε στοιχεία που εξετάστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του, ερωτά αν ένας υπήκοος κράτους μέλους χάνει, απλώς και μόνο διότι εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος, τις εγγυήσεις που παρέχονται στους διακινούμενους εργαζομένους από το άρθρο 51 της Συνθήκης, ενώ δεν θα είχε χάσει τις εγγυήσεις αυτές αν είχε διατηρήσει την κατοικία του στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει. Το αιτούν δικαστήριο έκρινε, εξάλλου, αναγκαίο να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου επί των συνεπειών που θα έπρεπε ενδεχομένως να συναχθούν στην υπό κρίση περίπτωση από την απόφαση του Δικαστηρίου, της 12ης Ιουνίου 1986, Ten Holder κατά Nieuwe Algemene Bedrijfsvereniging (302/84, Συλλογή 1986, σ. 1821 ), διερωτώμενο ιδίως κατά πόσον η απόφαση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει τις μακροχρόνιες παροχές και τις παροχές της αυτής φύσεως με τις παροχές που λαμβάνει ο εφεσείων της κύριας δίκης. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος παύει να εργάζεται στο έδαφος κράτους μέλους και δεν εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εξακολουθεί να υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήξη της απασχολήσεως και το τέλος της εργασιακής σχέσης. »
Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο δ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ορίζει ότι:
« 1)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.
2)
Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 μέχρι 17:
(...)
δ)
οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί. »
Τέλος, το Centrale Raad έλαβε επίσης υπόψη του την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank κατά J. Α. de Rijke και L. A. C. de Rijke-Van Gent (43/86, Συλλογή 1987, σ. 3611 ), και ειδικότερα τη σκέψη 17 της εν λόγω αποφάσεως, σχετικά με τη δυνατότητα των Ολλανδών υπηκόων να ασφαλιστούν εθελοντικά στο πλαίσιο του συστήματος του AOW σε περίπτωση αναχωρήσεως στο εξωτερικό και, ως εκ τούτου, λήξεως της υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά τον AOW.
Ενόψει των ανωτέρω, το Centrale Raad αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Εφαρμόζεται η νομοθεσία κράτους μέλους, η διοίκηση του οποίου απασχόλησε τελευταία υπάλληλο, επί του πρώην αυτού υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, ακόμη και αν αυτός και η σύζυγος του μετοίκησαν σε άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου κανένας από τους δύο δεν είχε — πραγματική — απασχόληση υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, αλλ' ούτε υπήχθη για άλλο λόγο, βάσει αυτής της διατάξεως, στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορούν οι προϋποθέσεις κατοικίας, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, αρχή και στοιχείο α, του AOW, να αντιταχθούν στον ενδιαφερόμενο για την περίοδο ασφαλίσεως κατά την οποία κατοίκησε (με τη σύζυγο του) σε κράτος μέλος εκτός εκείνου του οποίου η διοίκηση τον απασχόλησε τελευταία, κράτος μέλος στο οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, μπορούσε να λογιστεί ότι συνέχισε να κατοικεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής απασχολήσεως του;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, τι ισχύει αν ο ενδιαφερόμενος που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα είχε δικαίωμα, κατά την περίοδο κατά την οποία κατοίκησε σε κράτος μέλος εκτός των Κάτω Χωρών, προς παροχή εκ μέρους των Κάτω Χωρών, συναρτώμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του στο Βασίλειο [των Κάτω Χωρών] (η οποία, άλλωστε, παροχή δεν συνεπαγόταν, κατά το εθνικό δίκαιο, ασφάλιση βάσει του AOW ); »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Σεπτεμβρίου 1988.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Η. C Μ. Daalmeijer, το SVB, εκπροσωπούμενο από τους Β. Η. ter Kuile και Ε. Η. Pijnacker Hordijk, δικηγόρους Χάγης και Βρυξελλών, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον René Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Ε. F. Jacobs, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jörgen Molde, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
Κατόπιν της δημοσίας συνεδριάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1989 και αφού ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 7 Νοεμβρίου 1989, το τρίτο τμήμα έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 95, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Με απόφαση της 6ης Μαρτίου 1990, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον της ολομέλειας.
Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε, με Διάταξη της 14ης Μαρτίου 1990, την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
II — Η εφαρμοστέα ολλανδική νομοθεσία
Κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο AOW δεν προέβλεπε αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα των εγγάμων γυναικών. Αντιθέτως, ο έγγαμος άνδρας είχε δικαίωμα επί συντάξεως εγγάμου, για την οποία συνυπολογίζονταν οι περίοδοι ασφαλίσεως της συζύγου του.
Οι ασφαλισμένοι κατά τον AOW μπορούν, με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, να λάβουν σύνταξη γήρατος ( άρθρο 7 ). Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1 :
« Οι έχοντες συμπληρώσει το 15ο αλλά όχι το 65ο έτος της ηλικίας τους είναι ασφαλισμένοι κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)
είναι κάτοικοι του Βασιλείου [των Κάτω Χωρών ],
β)
χωρίς να είναι κάτοικοι του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ] υπόκεινται στον φόρο επί των αποδοχών εκ μισθωτής εργασίας εντός του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ]. »
Ο AOW προβλέπει πλασματικές περιόδους ασφαλίσεως για τον προ της 1ης Ιανουαρίου 1957 χρόνο, το δε άρθρο 13 ορίζει ότι το ύψος της συντάξεως του έγγαμου άνδρα μειώνεται κατά 1 % για κάθε έτος κατά το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένος και κατά 1 ο/ο για κάθε έτος κατά το οποίο η σύζυγος του δεν ήταν ασφαλισμένη.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί, καθότι τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, ότι κατά την εποχή της τελευταίας δραστηριότητας του Daalmeijer, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του AOW είχε ως εξής:
« Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί εκτός του Βασιλείου [των Κάτω Χωρών] και απασχολείται σε ολλανδικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου καθώς και η σύζυγος και τα τέκνα του, για τα οποία δικαιούται οικογενειακά επιδόματα βάσει του Algemene Kinderbijslagwet (ολλανδικός νόμος περί των γενικών κανόνων περί οικογενειακών επιδομάτων), λογίζονται ότι κατοικούν εντός του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ]. »
III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Ο Daalmeijer παρατηρεί ότι το Υπουργείο Άμυνας τον θεωρούσε κάτοικο Κάτω Χωρών, δεδομένου ότι παρακρατούσε εισφορές βάσει του AOW επί της συντάξεως του κατά την περίοδο από το 1974 έως το 1982. Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι η διατύπωση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος του Centrale Raad, και την οποία η παροχή εκ μέρους των Κάτω Χωρών, συναρτώμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του στο Βασίλειο [των Κάτω Χωρών ], « δεν συνεπαγόταν άλλωστε, κατά το εθνικό δίκαιο, ασφάλιση βάσει του AOW », είναι ανακριβής.
Ο Daalmeijer ισχυρίζεται ότι μόνον όταν ζήτησε απόσπασμα του δημοτολογίου του Wassenaar διαπίστωσε ότι η κοινότητα τον είχε διαγράψει από το εν λόγω δημοτολόγιο το 1969, όταν αναχώρησε για τη Γιουγκοσλαβία. Ωστόσο, η κοινότητα τον επανέ-γραψε, δεδομένου ότι από 1953 έως το 1974 και μέχρι το 1983 ήταν κύριος ακινήτου προς εκμετάλλευση στο Wassenaar. Κατά τη γνώμη του, ο τόπος κατοικίας τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του ήταν το Wassenaar, όπως προκύπτει και από το σημερινό διαβατήριο του, καθώς και από το γεγονός ότι κρατήθηκαν εισφορές επί της συντάξεως του βάσει του AOW από το Υπουργείο Άμυνας.
Τόσο το SVB, εφεσίβλητο της κύριας δίκης, όσο και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν παρατηρήσεις επί όλων των ερωτημάτων του Centrale Raad. Οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει, συνεπώς, να συνοψιστούν σύμφωνα με τη σειρά των εν λόγω ερωτημάτων.
Επί τον πρώτον ερωτήματος
Κατά το SVB, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποφανθεί επί του αν το κοινοτικό δίκαιο περιλαμίβάνει κανόνες περί προσδιορισμού της νομοθεσίας που εφαρμόζεται ως προς τους πρώην εργαζομένους και δημοσίους υπαλλήλους από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως στα κράτη μέλη.
Συναφώς, το SVB θεωρεί ότι οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71, ως κοινοτικοί κανόνες συγκρούσεως στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν έχουν εφαρμογή επί των πρώην εργαζομένων. Οι διατάξεις αυτές περιορίζονται να θέσουν, ως κανόνα συγκρούσεως για τον προσδιορισμό της εφα-σμοστέας νομοθεσίας στους διακινούμενους εργαζομένους, την αρχή της εφαρμογής του δικαίου του τόπου εργασίας. Ασφαλώς, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 προβλέπει ότι τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους και ότι η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου II, από την ανάλυση, όμως, του περιεχομένου και των όρων των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν μόνο τα πρόσωπα που ασκούν επαγγελματικές δραστηριότητες, μισθωτές ή μη. Η καθιέρωση της αρχής της εφαρμογής του δικαίου του τόπου εργασίας εξηγείται, εξάλλου, και από το ότι η πλειονότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών συνδέουν την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως με την επαγγελματική απασχόληση στο οικείο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, τα δικαιώματα επί των παροχών και η υποχρέωση καταβολής εισφορών συνδέονται συνήθως με το επαγγελματικό εισόδημα. Αν δεν εφαρμοζόταν, ως κανόνας συγκρούσεως, η αρχή της εφαρμογής του δικαίου του τόπου εργασίας, οι μεθοριακοί εργαζόμενοι θα κινδύνευαν να αποκλειστούν από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τόσο του κράτους της κατοικίας τους όσο και του κράτους όπου απασχολούνται.
Όσον αφορά τις συνέπειες, στην υπό κρίση περίπτωση της προαναφερθείσας απόφασης του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1986, το SVB αναγνωρίζει μεν ότι η απόφαση αυτή κάλυψε ευστόχως ένα κενό των διατάξεων του τίτλου II του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όσον αφορά την κατάσταση των πρώην εργαζομένων, θεωρεί, ωστόσο, ότι η εν λόγω απόφαση είναι διατυπωμένη με όρους που καλύπτουν ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων από την κατηγορία των περιπτώσεων που αφορούσε η υποβληθείσα στο Δικαστήριο υπόθεση. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας στην περίπτωση μισθωτού ο οποίος, έχοντας παύσει προσωρινά τις δραστηριότητες του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας λόγω ασθενείας, ελάμβανε γερμανικές παροχές λόγω ασθενείας ενώ είχε επιστρέψει για να εγκατασταθεί στις Κάτω Χώρες. Το Δικαστήριο, με διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, έκρινε ότι ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να υπάγεται στη νομοθεσία του κράτους μέλους της τελευταίας απασχολήσεως του.
Κατά το SVB, η λύση αυτή είναι εύλογη, δεδομένου ότι το επί της παροχής — καταρχήν προσωρινό — δικαίωμα ενός προσώπου το οποίο διακόπτει τις δραστηριότητες του, π.χ. λόγω ασθενείας, τοκετού ή ανεργίας, πρέπει να συνδέεται άμεσα με τις τελευταίες δραστηριότητες του προσώπου αυτού. Πράγματι, αν δεν εφαρμοζόταν ο κανόνας του δικαίου του τόπου εργασίας στις περιπτώσεις αυτές, ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος μετά την πρόσκαιρη διακοπή των δραστηριοτήτων του, θα υπαγόταν στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους. Ομοίως, ο εργαζόμενος που κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της απασχολήσεως του θά έπαυε, καταρχήν, να είναι ασφαλισμένος στο τελευταίο αυτό κράτος κάθε φορά που θα διέκοπτε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες λόγω ασθενείας. Η ρύθμιση αυτή θα δημιουργούσε για τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο δυσμενή κατάσταση, η οποία θα συνιστούσε παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Ωστόσο, η εφαρμογή της νομολογίας Ten Holder σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση, εργαζομένων οι οποίοι έχουν παύσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα θα οδηγούσε σε απαράδεκτα αποτελέσματα. Αφενός, θα θιγόταν η εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, αφετέρου, οι συνέπειες για τα κράτη μέλη θα ήταν άδικες.
Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων πρέπει να καλύπτει και τους « επαναπατριζόμενους » πρώην εργαζομένους, ήτοι στους εργαζομένους οι οποίοι, μετά την παύση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους, διατηρούν την κατοικία τους στο έδαφος του κράτους αυτού ή εγκαθίστανται σ' αυτό. Η άρνηση υπαγωγής τους στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους καταγωγής, κατ' εφαρμογή της νομολογίας Ten Holder, θα δημιουργούσε για τους πρώην εργαζομένους αυτής της κατηγορίας μια κατάσταση λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν είχαν ασκήσει δραστηριότητα εκτός του εδάφους του κράτους μέλους καταγωγής τους. Όταν τα συμφέροντα των « επαναπατριζόμενων » πρώην εργαζομένων είναι ασυμβίβαστα προς τα συμφέροντα των « εκπατριζομένων » πρώην εργαζομένων, όπως ο Daalmeijer, εκείνα που πρέπει να υπερισχύουν, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, είναι τα συμφέροντα της πρώτης κατηγορίας.
Όσον αφορά τις επιπτώσεις, για τα κράτη μέλη, της εφαρμογής της νομολογίας Ten Holder στην υπό κρίση περίπτωση, το SVB διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις: η εφαρμογή της νομολογίας αυτής θα συνεπαγόταν την υποχρέωση του κράτους μέλους που έχει καθιερώσει σύστημα γενικευμένης κοινωνικής ασφαλίσεως να καλύπτει ασφαλιστικώς κάθε πρόσωπο που τελειώνει τη σταδιοδρομία του σε άλλο κράτος μέλος, ακόμα και αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει έκτοτε διατηρήσει κανένα δεσμό κατοικίας με το πρώτο κράτος μέλος. Συνεπώς, δεδομένου ότι η υποχρέωση καταβολής εισφορών στα συστήματα γενικευμένης κοινωνικής ασφαλίσεως στηρίζεται συνήθως στο φορολογητέο εισόδημα που πραγματοποιεί ο ασφαλισμένος στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους, ο εκπατριζόμενος πρώην εργαζόμενος θα παρέμενε ασφαλισμένος στο κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως του, χωρίς κατά κανόνα να υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές προς τούτο στο εν λόγω κράτος μέλος για τα εισοδήματα του, τα οποία κανονικά φορολογούνται στο κράτος μέλος της κατοικίας. Κατά το SVB, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταχρήσεις, υπό την έννοια ότι οι εργαζόμενοι θα είχαν ενδεχομένως την τάση να στρέφονται, στο τέρμα της σταδιοδρομίας τους, στην αγορά εργασίας ενός κράτους μέλους το οποίο έχει καθιερώσει σύστημα γενικευμένης κοινωνικής ασφαλίσεως, ούτως ώστε να μπορούν στη συνέχεια να επωφεληθούν των πλεονεκτημάτων του συστήματος αυτού, χωρίς παρακράτηση εισφορών και χωρίς να έχουν, κατά τα λοιπά, κανένα δεσμό με το κράτος μέλος αυτό, ούτε να υποχρεούνται να καταβάλλουν προς τούτο εισφορές επί των εισοδημάτων που αποκτούν στο κράτος της κατοικίας τους.
Από τα ανωτέρω έπεται, κατά το SVB, ότι στο πρώτο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Η Επιτροπή θεωρεί, και αυτή, ότι οι μισθωτοί, ανεξάρτητοι εργαζόμενοι και δημόσιοι υπάλληλοι που δεν ασκούν πλέον επαγγελματική δραστηριότητα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τίτλου II του κανονισμού 1408/71. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στον τίτλο αυτό στηρίζονται επί της αρχής της lex loci laboris και προϋποθέτουν εν ενεργεία εργαζόμενο, ο οποίος απασχολείται σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της καταγωγής του ή το κράτος όπου κατοικεί. Προς αυτούς εξομοι-ούνται οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν παροχές λόγω ασθενείας, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Ten Holder.
Η Επιτροπή επισημαίνει, συναφώς, και τις αρνητικές επιπτώσεις τις οποίες θα είχε για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και για τα κράτη μέλη, όπως ανέφερε και το SVB, η εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 στους εργαζομένους που δεν ασκούν πλέον επαγγελματική δραστηριότητα.
Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει, κατά την Επιτροπή, αρνητική απάντηση.
Η Κυβέρνηση των Κάτω Σωρών παρατηρεί ότι οι κανόνες συνδέσεως του τίτλου II του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 πρέπει να θεωρούνται ως έχοντες εφαρμογή μόνο στα πρόσωπα που είναι εργαζόμενοι υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α, του εν λόγω κανονισμού, ή στα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την κοινή έννοια του όρου διότι μπορούν να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνονται στον ενεργό πληθυσμό. Κατά συνέπεια, ο πρώην δημόσιος υπάλληλος ο οποίος δεν λαμβάνει καμία παροχή και δεν έχει ασκήσει επαγγελματικές δραστηριότητες μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτάται ακόμα από την αγορά εργασίας για την κάλυψη των αναγκών διαβιώσεως του και, συνεπώς, ότι περιλαμβάνεται ακόμα στον ενεργό πληθυσμό. Επομένως, κατά την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, ο ενδιαφερόμενος δεν έχει την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την κοινή έννοια του όρου και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του τίτλου II του προαναφερθέντος κανονισμού όσον αφορά τους σχετικούς με την εφαρμοστέα νομοθεσία κανόνες συνδέσεως.
Η Δανική Κυβέρνηση τονίζει, και αυτή, τη σημασία των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη χρηματοδότηση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Παρατηρεί ότι στα περισσότερα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και οι Κάτω Χώρες, η χρηματοδότηση των συντάξεων γήρατος στηρίζεται στις εισφορές των δικαιούχων. Η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί εύλογο, σε μια τέτοια περίπτωση, να λαμβάνουν κανονικά οι δικαιούχοι παροχές ανάλογες των εισφορών που έχουν καταβάλει. Στην περίπτωση που οι συντάξεις χρηματοδοτούνται από το κοινωνικό σύνολο μέσω της φορολογίας, όπως στη Δανία, θεωρεί εύλογο να λαμβάνουν οι δικαιούχοι παροχές αναλόγως των περιόδων κατά τις οποίες, λόγω του ότι κατοικούσαν στη χώρα, συνέβαλαν στη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Αν δεν επιτρεπόταν αυτός ο τρόπος υπολογισμού, δεν θα μπορούσε πλέον να δικαιολογηθεί η διατήρηση ενός συστήματος που δεν χρηματοδοτείται με εισφορές των δικαιούχων.
Κατά την άποψη της Δανικής Κυβερνήσεως, η προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 αφορά μόνο την επιλογή της εφαρμοστέας νομοθεσίας· ούτε, όμως, οι κανόνες περί προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου που περιέχονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ούτε η ερμηνεία των κανόνων αυτών από το Δικαστήριο συμβάλλουν στην επίλυση του καίριου ζητήματος στην υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή στον καθορισμό του περιεχομένου της εφαρμοστέας κατά τους κανόνες αυτούς νομοθεσίας.
Επί του άευτέρου ερωτήματος
Το SVB φρονεί ότι δεν υπάρχει λόγος να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό σε περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Συνεπώς, μόνον επικουρικώς διατυπώνει παρατηρήσεις επί του δευτέρου ερωτήματος.
Κατά τη γνώμη του, το Centrale Raad ερωτά κατ' ουσίαν αν μπορεί να προσδοθεί « δεσμευτικό αποτέλεσμα» στους κανόνες συγκρούσεως που θεσπίζει ο τίτλος II του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71. Συναφώς, το SVB θεωρεί ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί ρητώς επί του ζητήματος αυτού, η απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, Sociale Verzekeringsbank κατά Kuijpers (276/81, Συλλογή 1982, σ. 3027 ) υποδηλώνει την τάση αναγνωρίσεως ενός τέτοιου « δεσμευτικού αποτελέσματος ». Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 δεν επιτρέπουν την εφαρμογή κανόνα συγκρούσεως ο οποίος περιέχεται σε εθνική νομοθεσία που κρίθηκε εφαρμοστέα κατά τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Κατά την άποψη του SVB, δεν υπάρχει λόγος να αποκλίνει το Δικαστήριο από τη θέση αυτή όταν τα κριτήρια εδαφικότητας που περιέχονται στη νομοθεσία κράτους μέλους δεν παραπέμπουν ρητώς στη νομοθεσία άλλων κρατών μελών. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία συνδέονται με τον τόπο της κατοικίας του ενδιαφερομένου ή του εργοδότη του, αποβλέπουν στην οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας και έχουν, κατά συνέπεια, και αυτά τον χαρακτήρα κανόνα συγκρούσεως.
Βάσει αυτών των σκέψεων, το SVB παρατηρεί ότι οι κανόνες συγκρούσεως του κοινοτικού δικαίου θα έχαναν την πρακτική αποτελεσματικότητα τους αν η κριθείσα ως εφαρμοστέα νομοθεσία αφαιρούσε από τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δικαίου την ασφάλεια που τους παρέχουν τα δικά του κριτήρια εδαφικότητας. Το « δεσμευτικό αποτέλεσμα » των κανόνων συγκρούσεως του κοινοτικού δικαίου δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι το κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία κρίνεται εφαρμοστέα δεν μπορεί πλέον να επιβάλει στους ενδιαφερομένους και άλλες προϋποθέσεις υπαγωγής στο ασφαλιστικό σύστημα, πέραν των δικών του κανόνων συγκρούσεως και κριτηρίων εδαφικότητας. Κριτήρια όπως η ηλικία και η ιδιότητα του εργαζομένου είναι τελείως ξένα προς την αμοιβαία οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των νομικών συστημάτων των κρατών μελών και, συνεπώς, δεν επηρεάζονται από τους κοινοτικούς κανόνες συγκρούσεως. Η άποψη αυτή επικυρώνεται, εξάλλου, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία εναπόκειται στη νομοθεσία των κρατών μελών να καθορίσει τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε ορισμένο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Ενόψει των ανωτέρω, το SVB προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα — αν το κρίνει αναγκαίο — αποφαινόμενο ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας όσον αφορά τη σύνδεση προς τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν μπορούν να αντιταχθούν σε πρόσωπο στο οποίο η εν λόγω νομοθεσία πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει εφαρμογή δυνάμει των διατάξεων του τίτλου II του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71.
Η Επιτροπή φρονεί ότι μόνον αν το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικώς στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα θα χρειαστεί να εξεταστεί το δεύτερο ερώτημα.
Η Επιτροπή, στηριζόμενη στην προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1982, παρατηρεί ότι σκοπός των κανόνων προδιορι-σμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας που περιέχονται στον τίτλο II του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 είναι να αποφευχθούν περιπτώσεις, στις οποίες, λόγω των μετακινήσεων από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, δεν έχει εφαρμογή καμία νομοθεσία ή έχουν συγχρόνως εφαρμογή πολλές νομοθεσίες. Οι εν λόγω κανόνες προσδιορισμού, ορίζοντας ότι έχει εφαρμογή η εθνική νομοθεσία που προσδιορίζεται βάσει ενός ενιαίου κριτηρίου, δεν θα είχαν έννοια αν τα κράτη μέλη διατηρούσαν τη δυνατότητα να οριοθετούν τα ίδια, με την εθνική τους νομοθεσία, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των οικείων νομικών συστημάτων με την εφαρμογή κριτηρίων εδαφικότητας. Ωστόσο, αυτοί οι κανόνες προδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας δεν μπορούν να εξασφαλίσουν πάντοτε την υπαγωγή των διακινουμένων εργαζομένων σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Π.χ., αν ο εργαζόμενος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η εθνική νομοθεσία όσον αφορά την ηλικία ή το ύψος του μισθού, ο εργαζόμενος αυτός δεν είναι ασφαλισμένος. Το αυτό συμβαίνει και όταν δεν πληροί άλλες προϋποθέσεις οι οποίες δεν ενέχουν στοιχείο « εδαφικότητας ».
Ενόψει των ανωτέρω, η Επιτροπή εκφράζει τη γνώμη ότι στο δεύτερο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Η Κυβέρνηση των Κάτω Σωρών υποστηρίζει, και αυτή, ότι οι κανόνες συνδέσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, οι οποίοι θεσπίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 πρέπει να θεωρηθούν ως υπερισχύοντες των εθνικών εδαφικών κριτηρίων. Επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι τα μέτρα που λαμβάνονται σε εκτέλεση των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνεύονται όχι μόνο κατά τρόπον ώστε η έννομη κατάσταση των διακινουμένων εργαζομένων από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως να μην είναι δυσμενής, αλλά και υπό την έννοια ότι τα μέτρα αυτά έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν στους διακινούμενους εργαζομένους κατάσταση τουλάχιστον ανάλογη προς εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αποκλειστικής εφαρμογής του εθνικού τους δικαίου. Κατά τη γνώμη της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, ενόψει του επιδιωκομένου αυτού σκοπού, η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του τίτλου II του προαναφερθέντος κανονισμού δεν μπορεί να προσκρούσει σε εθνικά κριτήρια εδαφικότητας, τα οποία θέτουν τους διακινούμενους εργαζομένους σε λιγότερο ευνοϊκή θέση.
Κατά την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει μεν ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι, ωστόσο, σαφές ότι τα κριτήρια εδαφικότητας, τα οποία χρησιμεύουν προς οριοθέτηση της εκτάσεως εφαρμογής του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους σε σχέση προς τα συστήματα των άλλων κρατών μελών, συνιστούν εξαίρεση της ελευθερίας αυτής.
Καταλήγοντας, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών παρατηρεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση οι προϋποθέσεις κατοικίας που θεσπίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α, του AOW μπορούν να αντιταχθούν στον ενδιαφερόμενο και ότι, επομένως, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει αρνητική απάντηση.
Η Δανική Κυβέρνηση προτείνει, σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικώς στο πρώτο ερώτημα, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα του Centrale Raad η απάντηση ότι, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος δικαιούχου ο οποίος, αφού εργάστηκε σε κράτος μέλος, εγκαθιστά την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος όπου δεν έχει ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα, το πρώτο κράτος μέλος μπορεί να μη λάβει υπόψη, για τον καθορισμό του ύψους της συντάξεως, τις περιόδους κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος κατοικούσε στο δεύτερο κράτος μέλος. Κατά τη γνώμη της, αυτό ισχύει κυρίως όταν πρόκειται για συντάξεις χρηματοδοτούμενες όχι με εισφορές αλλά από το κοινωνικό σύνολο μέσω της φορολογίας.
Επί νου τρίτου ερωτήματος
To SVB παρατηρεί ότι το ερώτημα αυτό είναι ατυχώς διατυπωμένο, δεδομένου ότι υπονοεί ότι σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα είναι δυνατόν να δοθεί καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Από τον τρόπο, όμως, κατά τον οποίο το Centrale Raad διατύπωσε το ερώτημα προκύπτει ότι το δεύτερο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. To SVB παρατηρεί, εξάλλου, όσον αφορά το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος, ότι δύσκολα γίνεται αντιληπτό κατά πόσον οι περιστάσεις που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απάντηση στο ερώτημα αν πρέπει να αναγνωριστεί « δεσμευτικό αποτέλεσμα » στους κοινοτικούς κανόνες συγκρούσεως.
Εν πάση περιπτώσει, το SVB φρονεί ότι η απάντηση του τρίτου ερωτήματος εμπεριέχεται ήδη στην απάντηση που πρότεινε για τα δύο πρώτα ερωτήματα.
Η Επιτροπή δεν διατυπώνει παρατηρήσεις επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Ενόψει όσων ανέπτυξε σχετικά με τα δύο πρώτα ερωτήματα, προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι διατάξεις περί προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας, οι οποίες περιέχονται στον τίτλο II του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 υπό τη σημερινή του διατύπωση, δεν έχουν εφαρμογή στα πρόσωπα τα οποία έχουν παύσει οριστικά να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα.
Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υπογραμμίζει ότι η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα δεν μπορεί, κατά τη γνώμη της, να είναι διαφορετική από αυτή που πρότεινε προηγουμένως, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσωπο το οποίο εισπράττει μακροχρόνια παροχή βάσει ασφαλίσεως γήρατος ή ασφαλίσεως αναπηρίας. Αντιθέτως, όσον αφορά τους δικαιούχους που εισπράττουν βραχυχρόνια παροχή βάσει συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας ή κατά ασθενείας, θεωρεί ότι, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά εξαρτώνται καταρχήν από την αγορά εργασίας προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως τους, διατηρούν την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την κοινή έννοια του όρου.
Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί θεωρούνται επίσης εργαζόμενοι υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, υπόκεινται, κατά την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, στους κανόνες συνδέσεως που περιλαμβάνονται στον τίτλο Η του εν λόγω κανονισμού και οι οποίοι καθορίζουν την εφαρμοστέα νομοθεσία. Στην περίπτωση αυτή, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών είναι της γνώμης ότι στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 21ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-245/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad Van Beroep της Ουτρέχτης ( Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Η. C. Μ Daalmeijer
και
Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. Grévisse και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
το Sociale Verzekeringsbank, εκπροσωπούμενο από τους Β. Η. ter Kuile και Ε. Η. Pijnacker Hordijk, δικηγόρους Χάγης και Βρυξελλών,
—
η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Ε. F. Jacobs, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Molde, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Sociale Verzekeringsbank, της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενης από τον J. W. De Zwaan, και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 31ης Αυγούστου 1988, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Σεπτεμβρίου 1988, το Centrale Raad van Beroep της Ουτρέχτης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Daalmeijer και του Sociale Verzekeringsbank ( στο εξής: SVB ) σχετικά με τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος του Daalmeijer.
3
O Daalmeijer άσκησε την τελευταία επαγγελματική του δραστηριότητα στο Βελιγράδι, ως υπάλληλος του Υπουργείου Άμυνας των Κάτω Χωρών, από τον Αύγουστο του 1969 έως την 1η Μαΐου του 1974. Προηγουμένως, είχε ασκήσει τα ίδια καθήκοντα στη Γαλλία, το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες. Από τον Μάιο του 1974, λαμβάνει σύνταξη βάσει του ολλανδικού νόμου περί των κοινωνικών παροχών των αποστράτων ( Uitkeringswet gewezen militairen ) και, από τις 5 Οκτωβρίου 1982, ημερομηνία κατά την οποία συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του, λαμβάνει σύνταξη γήρατος βάσει του ολλανδικού νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος ( Algemene Ouderdomswet, στο εξής: AOW).
4
Με απόφαση του SVB της 23ης Μαρτίου 1983, η εν λόγω σύνταξη γήρατος μειώθηκε κατά ποσό αντιστοιχούν στις περιόδους ( 8 και 15 ετών αντιστοίχως) κατά τις οποίες ο Daalmeijer και η σύζυγος του λογίζονταν ως μη ασφαλισμένοι υπό την έννοια του ως άνω ολλανδικού νόμου, με την αιτιολογία ότι δεν κατοικούσαν κατά τις περιόδους αυτές στις Κάτω Χώρες.
5
Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε μερικώς με Διάταξη του Raad van Beroep του Αμστερνταμ, κατά της οποίας ο Daalmeijer άσκησε έφεση. Ο εφεσείων προσάπτει στην απόφαση αυτή ότι αναγνώρισε τη νομιμότητα της μειώσεως που αντιστοιχεί στην περίοδο από 1ης Μαΐου 1974 ώς 5 Οκτωβρίου 1982, κατά την οποία ο ίδιος και η σύζυγος του κατοικούσαν στη Γαλλία.
6
Παρατηρείται ότι η εν λόγω μείωση απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του AOW, κατά το οποίο:
« Οι έχοντες συμπληρώσει το 15ο αλλά όχι το 65ο έτος της ηλικίας τους είναι ασφαλισμένοι κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)
είναι κάτοικοι του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ],
β)
χωρίς να είναι κάτοικοι του Βασιλείου [ των Κάτω Χωρών ] υπόκεινται στον φόρο επί των αποδοχών εκ μισθωτής εργασίας εντός του Βασιλείου [των Κάτω Χωρών ]. »
7
Το Centrale Raad van Beroep, αρμόδιο να κρίνει επί της εφέσεως, ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
« 1)
Εφαρμόζεται η νομοθεσία κράτους μέλους, η διοίκηση του οποίου απασχόλησε τελευταία υπάλληλο, επί του πρώην αυτού υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71, ακόμη και αν αυτός και η σύζυγος του μετοίκησαν σε άλλο κράτος μέλος, εντός του οποίου κανένας από τους δύο δεν είχε — πραγματική — απασχόληση υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, αλλ' ούτε υπήχθη για άλλο λόγο, βάσει αυτής της διατάξεως, στη νομοθεσία του άλλου αυτού κράτους μέλους;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορούν οι προϋποθέσεις κατοικίας, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, αρχή και στοιχείο α, του AOW, να αντιταχθούν στον ενδιαφερόμενο για την περίοδο ασφαλίσεως κατά την οποία κατοίκησε (με τη σύζυγο του) σε κράτος μέλος εκτός εκείνου του οποίου η διοίκηση τον απασχόλησε τελευταία, κράτος μέλος στο οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, μπορούσε να λογιστεί ότι συνέχισε να κατοικεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής απασχολήσεως του;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, τι ισχύει αν ο ενδιαφερόμενος που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα είχε δικαίωμα, κατά την περίοδο κατά την οποία κατοίκησε σε κράτος μέλος εκτός των Κάτω Χωρών, προς παροχή εκ μέρους των Κάτω Χωρών, συναρ-τώμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του στο Βασίλειο [ των Κάτω Χωρών] (η οποία, άλλωστε, παροχή δεν συνεπαγόταν, κατά το εθνικό δίκαιο, ασφάλιση βάσει του AOW ); »
8
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς η ολλανδική νομοθεσία και οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 1408/71, η νομοθεσία κράτους μέλους, και ειδικότερα οι προϋποθέσεις κατοικίας που προβλέπει για την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει εφαρμογή επί προσώπου το οποίο, αφού έπαυσε οριστικά να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα απασχολούμενο στη διοίκηση του κράτους μέλους αυτού, μετοίκησε με τη σύζυγο του σε άλλο κράτος μέλος, όπου δεν άσκησε καμία επαγγελματική δραστηριότητα ούτε υπήχθη, για άλλο λόγο, στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
10
Τονίζεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και υπό την επιφύλαξη ορισμένων διατάξεων που αφορούν τους ναυτικούς, τα πρόσωπα στα οποία έχει εφαρμογή ο κανονισμός αυτός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται κατά τις διατάξεις του τίτλου II του εν λόγω κανονισμού.
11
Παρατηρείται ότι η περίπτωση του Daalmeijer εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι ο κανονισμός « ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους και για το εξομοιούμενο προς αυτούς, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία, προσωπικό κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία του κράτους μέλους επί της οποίας έχει εφαρμογή ο παρών κανονισμός ».
12
Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι καμία από τις διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Η περίπτωση του Daalmeijer δεν αφορά μία από τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρονται το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία α, β, γ και ε, και τα άρθρα 14 έως 17. Ως προς το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, κατά το οποίο, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17, « οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί », η διάταξη αυτή δεν αφορά τα πρόσωπα τα οποία έχουν παύσει οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.
13
Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη αποβλέπει στην άρση συγκρούσεων νόμων που είναι δυνατόν να προκύψουν όταν, κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου, ο τόπος κατοικίας και ο τόπος απασχολήσεως δεν βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος. Όμως, τέτοιες συγκρούσεις δεν μπορούν πλέον να υπάρξουν στην περίπτωση εργαζομένων οι οποίοι έχουν παύσει οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.
14
Από αυτό έπεται ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας, οι οποίες προβλέπονται για την υπαγωγή στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, ενώ θα συνέβαινε το αντίθετο στην περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία κράτους μέλους είχε εφαρμογή δυνάμει κανόνα συγκρούσεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ( βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 1990, Kits van Heijningen, C-2/89, Συλλογή 1990, σ. I-1755 ).
15
Υπενθυμίζεται συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε κάποιον από τους κλάδους ενός τέτοιου συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που αφορούν τη λήξη της υπαγωγής, εφόσον σχετικά δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των υπηκόων του οικείου κράτους και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών ( βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, De Rijke, 43/86, Συλλογή 1987, σ. 3611, σκέψη 12 ).
16
Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει καμία διάταξη της οποίας η απευθείας ή η κατ' αναλογία εφαρμογή θα μπορούσε να αποκλείσει την εφαρμογή μιας τέτοιας ρήτρας περί κατοικίας.
17
Ενόψει των ανωτέρω, στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση προσώπου που έπαυσε οριστικά την επαγγελματική του δραστηριότητα στη διοίκηση κράτους μέλους και, στη συνέχεια, μετοίκησε με τη σύζυγο του σε άλλο κράτος μέλος, όπου δεν ασκεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα ούτε έχει υπαχθεί, για άλλο λόγο, σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
18
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το κατά πόσον ένα πρόσωπο πρέπει να θεωρείται ασφαλισμένο στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, λόγω του ότι λαμβάνει παροχή συνδεόμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του, εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που ισχύουν για την υπαγωγή στο εν λόγω ασφαλιστικό σύστημα και, συνεπώς, από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
19
Επομένως, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα, απόκειται στην εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία να ορίσει αν το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχή συνδεόμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του τού προσδίδει την ιδιότητα του υποχρεωτικώς ασφαλισμένου.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και της Δανίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς του διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 31ης Αυγούστου 1988, το Centrale Raad van Beroep της Ουτρέχτης, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δ, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως διατυπώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση προσώπου που έπαυσε οριστικά την επαγγελματική του δραστηριότητα στη διοίκηση κράτους μέλους και, στη συνέχεια, μετοίκησε με τη σύζυγο του σε άλλο κράτος μέλος, όπου δεν ασκεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα ούτε έχει υπαχθεί, για άλλο λόγο, σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
2)
Σε περιπτώσεις όπως αυτή που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα, απόκειται στην εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία να ορίσει αν το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχή συνδεόμενη με τη λήξη της τελευταίας απασχολήσεως του τού προσδίδει την ιδιότητα του υποχρεωτικώς ασφαλισμένου.
Due
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Κακούρης
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Φεβρουαρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy