ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-302/88 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
Στις Κάτω Χώρες εφαρμόζεται ο νόμος για τη δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου ( Wet Voorraadvorming Aardolieprodukten, στο εξής: WVA). Με τον νόμο αυτόν υλοποιούνται οι υποχρεώσεις οι οποίες είχαν αναληφθεί στο πλαίσιο του Διεθνούς Γραφείου Ενεργείας και απορρέουν ειδικότερα από την οδηγία 68/414/ΕΟΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 39), σχετικά με τη διατήρηση αποθεμάτων ορισμένων προϊόντων πετρελαίου προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι διακοπές στον ανεφοδιασμό.
Ο WVA καθορίζει τις « υποχρεώσεις δημιουργίας αποθεμάτων ». Όσοι, στις Κάτω Χώρες, « διαθέτουν στην αγορά » ( παρασκευάζουν οι ίδιοι ή μέσω άλλων, εισάγουν οι ίδιοι ή μέσω άλλων) ορισμένα προϊόντα πετρελαίου υποχρεούνται να διατηρούν ορισμένα αποθέματα, οριζόμενα από τον νόμο, των προϊόντων αυτών. Ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να απαλλάξει τους παραγωγούς από τις υποχρεώσεις αυτές υπό την προϋπόθεση ότι τρίτος δηλώνει ότι είναι διατεθειμένος να αναλάβει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να αποφασίσει ότι ο εν λόγω τρίτος αναλαμβάνει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις αυτές. Η απόφαση του Υπουργού μπορεί επίσης να περιλαμβάνει διατάξεις τις οποίες ο τρίτος — ο οποίος ανέλαβε τις υποχρεώσεις — υποχρεούται να τηρήσει.
Γι' αυτόν τον σκοπό δημιουργήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1978 ο Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten (οργανισμός — προσωρινό κεντρικό όργανο για τη δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου, στο εξής: ICO VA), σκοπός του οποίου είναι να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις δημιουργίας αποθεμάτων που υπέχουν τα μέλη του και να τις εκπληρώνει για λογαριασμό τους. Από το καταστατικό του ICOVA προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, ο Υπουργός Οικονομικών διορίζει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μπορεί να δώσει οδηγίες οι οποίες πρέπει να τηρηθούν, μπορεί να αποφασίσει τη διάλυση του οργανισμού και εγκρίνει το σχέδιο προϋπολογισμού, καθώς και τους ετήσιους λογαριασμούς.
Τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο ICOVA για τη διατήρηση των αποθεμάτων καλύπτονται με συνδρομή που βαρύνει τις μετέχουσες επιχειρήσεις, συνδρομή αποκαλούμενη εισφορά. Η εισφορά αυτή αποκαλείται verplichte voorraadafdracht (υποχρεωτική εισφορά για τη δημιουργία αποθεμάτων, στο εξής: WA ). Υπολογίζεται βάσει της ποσότητας των προϊόντων πετρελαίου ( HFL ανά 100 λίτρα ) που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της χώρας. Πριν από τη δεκάτη πέμπτη ημέρα κάθε μηνός τα μέλη ανακοινώνουν στον ICOVA την ποσότητα των προϊόντων πετρελαίου που διέθεσαν στην εσωτερική αγορά κατά τον προηγούμενο μήνα. Τα μέλη υποχρεούνται να καταβάλλουν στον ICOVA μια αμοιβή επί των τελευταίων αυτών ποσοτήτων. Οι επιχειρήσεις-μέλη μετακυλίουν γενικά τις εισφορές αυτές στους πελάτες τους μολονότι ούτε ο WVA ούτε η ιδρυτική πράξη του ICOVA θεσπίζουν σχετική υποχρέωση.
Επειδή τα προϊόντα πετρελαίου τα οποία εξάγονται για ίδιο λογαριασμό δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των υποχρεώσεων δημιουργίας αποθεμάτων, τα μέλη του ICOVA δεν οφείλουν να δηλώσουν τις ποσότητες που έχουν εξαχθεί ή που βρίσκονται σε τελωνειακή αποθήκη ( εικονική εναποθήκευση ).
Όταν οι έμποροι προϊόντων πετρελαίου οι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες και μη μέλη του ICOVA προβαίνουν σε αγορές στην ολλανδική αγορά από επιχείρηση μέλος του ICOVA, η τιμή αγοράς περιλαμβάνει συνήθως την εισφορά VVA. Στην περίπτωση κατά την οποία οι έμποροι αυτοί, εφόσον « διαθέτουν στην αγορά » σχετικά μικρές ποσότητες προϊόντων πετρελαίου ή και καθόλου, επιθυμούν να εξαγάγουν τα αγορασθέντα προϊόντα πετρελαίου, βρίσκονται σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τις επιχειρήσεις μέλη του ICOVA οι οποίες δεν οφείλουν να καταβάλλουν την εισφορά WA επί των προϊόντων που εξάγουν.
Τον Σεπτέμβριο 1981 ο ICOVA θέσπισε κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία οι εξαγωγείς έμποροι μη μέλη του ICOVA μπορούσαν, από 1ης Ιανουαρίου 1981, να ζητήσουν απ' αυτόν την απόδοση της εισφοράς VVA υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, ειδικότερα την προϋπόθεση ότι πρόκειται για παρτίδα προϊόντων πετρελαίου αγορασθείσα από επιχείρηση μέλος του ICOVA, η οποία παρτίδα εξήχθη ολόκληρη και απευθείας από τον ενδιαφερόμενο έμπορο. Στις 25 Φεβρουαρίου 1982 ο ICOVA τροποποίησε ορισμένα σημεία της ρυθμίσεως ως προς την απόδοση της εισφοράς για το οικονομικό έτος 1982. Εφεξής η απόδοση της εισφοράς μπορούσε επίσης να γίνει σε περίπτωση που η εξαγωγή γίνεται παρτίδα με παρτίδα. Αντίθετα, η ρύθμιση απαιτούσε ιδίως δήλωση αγοράς ανά τρίμηνο, το γνήσιο της οποίας έπρεπε να επιβεβαιωθεί από ορκωτό λογιστή μη έχοντα σχέση με την εταιρία. Με νέα τροποποίηση της ρυθμίσεως στις 14 Οκτωβρίου 1982 το ευεργέτημα της ρυθμίσεως επεκτάθηκε στις εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν το 1981 και επέτρεψε στους εξαγωγείς να υποβάλλουν τη δήλωση του ορκωτού λογιστή άπαξ κατ' έτος.
Ο νόμος τροποποιήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1987 ώστε η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ επιχειρήσεων μελών και επιχειρήσεων μη μελών εξαλείφθηκε. Με τον τροποποιητικό νόμο δημιουργήθηκε ο Stichting Centraal Orgaan Vooraadvorming Aardolieprodukten (οργανισμός για τη δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου, στο εξής: COVA ) στον οποίο ανατέθηκε η δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου. Η δημιουργία αποθεμάτων που εξασφαλίζεται από τον COVA χρηματοδοτείται από την εισφορά αποθεμάτων επιβαλλόμενη από τον Υπουργό Οικονομικών και^ εισπραττόμενη από την Εθνική Φορολογική Υπηρεσία. Αυτή η εισφορά αποθεμάτων αποδίδεται σε περίπτωση εξαγωγής.
Π — Περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
Η Hennen Olie είναι έμπορος προϊόντων πετρελαίου με έδρα τις Κάτω Χώρες· αγοράζει προϊόντα πετρελαίου στην ολλανδική αγορά από επιχειρήσεις μέλη του ICOVA. Εναποθηκεύει τα προϊόντα αυτά σε δικές της δεξαμενές και τα παραδίδει κατά φορτία στους αλλοδαπούς πελάτες της. Επειδή δεν ήταν μέλος του ICOVA, αρχικά δεν μπορούσε να ζητήσει την απόδοση της εισφοράς WD, ενώ από 1ης Ιανουαρίου 1981 μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1987 μπορούσε να ζητήσει την απόδοση αυτή μόνον αν πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις, υποβαλλόμενη έτσι σε όχι ευκαταφρόνητα έξοδα.
Η Hennen Olie άσκησε το 1983 αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Arrondissmentsrechtsbank του Ρότερνταμ. Το 1985, άσκησε έφεση ενώπιον του Gerechtshof της Χάγης το οποίο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς μπορούσε να εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και ιδίως από το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
« 1)
Μπορεί το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως εκείνη που περιγράφεται πιο πάνω (στη Διάταξη περί παραπομπής) είναι ασυμβίβαστη με το εν λόγω άρθρο;
2)
'Εχει σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 1 το ζήτημα αν η αναφερθείσα πιο πάνω διαφορά στην ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων μπορεί να συμψηφιστεί πλήρως ή εν μέρει βάσει κανονιστικών ρυθμίσεων που επιτρέπουν την απόδοση της προαναφερθείσας εισφοράς WA, ρυθμίσεις που δεν έχουν θεσπιστεί από το ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος; »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ενάγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Τ. R. Ottervanger, δικηγόρο Βρυξελλών, ο εναγόμενος της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τους Α. J. Braakman και Ρ. Glazener, δικηγόρους Ρότερνταμ, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. J. Heinemann, Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα. Πάντως, κάλεσε την Ολλανδική Κυβέρνηση να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Κατά τη Hennen Olie BV, το καθεστώς που ίσχυε στις Κάτω Χώρες μεταξύ Οκτωβρίου 1980 και 1ης Ιανουαρίου 1987 κατέληγε σε περιορισμούς επί των εξαγωγών υπό την έννοια ότι ο ανεξάρτητος εξαγωγέας δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τους εξαγωγείς μέλη του ICOVA οι οποίοι δεν κατέβαλαν την εισφορά WA κατά την εξαγωγή. Η ολική έλλειψη, αρχικώς, κανόνων σχετικών με την απόδοση της εισφοράς, καθώς και η μεταγενέστερη καθιέρωση πάρα πολύ πολύπλοκων και δαπανηρών κανόνων ήταν ικανές να παρεμποδίσουν και πράγματι παρεμπόδισαν τις εξαγωγές.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μέτρα τα οποία εφαρμόζονται ειδικά στους εξαγωγείς και τα οποία, επομένως, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 34 (βλέπε τις αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1977, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 68/76, Rec. 1977, σ. 51, και της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, 237/82, Συλλογή 1984, σ. 483 ). Συνεπώς, η Hennen Olie BV προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
2.
Ο ICOVA, εναγόμενος της κύριας δίκης, ισχυρίζεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εθνικά μέτρα τα οποία έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να δημιουργούν κατ' αυτόν τον τρόπο διαφορά στη μεταχείριση μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου ενός κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, έτσι ώστε να ευνοείται ιδιαίτερα η εσωτερική αγορά του ενδιαφερόμενου κράτους (βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 17ης Μαΐου 1984, Denkavit, 15/83, Συλλογή 1984, σ. 2171 ). Αντίθετα, κατά το μέτρο που ο WVA θα είχε ως αποτέλεσμα άνιση μεταχείριση μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου και των εξαγωγών, η άνιση αυτή μεταχείριση δεν ασκείται εις βάρος των εξαγωγών. Πράγματι, στον εγχώριο ανταγωνισμό τα έξοδα δημιουργίας αποθεμάτων μετακυλίονται πάντοτε, ενώ για τις εξαγωγές τα ίδια έξοδα είτε δεν μετακυλίονται είτε μετακυλίονται κατά τον ίδιο τρόπο που θα μετακυλίονταν στις εγχώριες συναλλαγές.
Κατά το μέτρο που ο WVA βαίνει πέραν της οδηγίας 68/414, δεν είναι ασυμβίβαστος προς το άρθρο 34 της Συνθήκης.
Επομένως, ο ICOVA προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ο ICOVA προτείνει, στην περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 34 της Συνθήκης, να δοθεί η απάντηση ότι παράβαση του εν λόγω άρθρου μπορεί να καλυφθεί από τις κανονιστικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν την απόδοση της εισφοράς και οι οποίες δεν έχουν θεσπιστεί από το ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος εφόσον οι κανονιστικές αυτές διατάξεις έχουν ως αποτέλεσμα ότι οι ενδεχόμενες συνέπειες — οι οποίες δεν συμβιβάζονται προς το άρθρο 34 της Συνθήκης — δεν δημιουργούνται.
3.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση εμμένει στο ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται με τον νόμο WVA σε εκείνους που διαθέτουν στην αγορά των Κάτω Χωρών προϊόντα πετρελαίου είναι μέτρο γενικής εφαρμογής που δεν έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να περιορίζει ειδικά τις εξαγωγικές ροές ώστε να μη προκύπτει απ' αυτό κανένα εμπόδιο στις εξαγωγές. Υπογραμμίζει το γεγονός ότι η υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων που θεσπίζεται με τον νόμο WVA απλώς συνδέει συγκεκριμένη υποχρέωση με το γεγονός της διαθέσεως των προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Αντίθετα, τα προϊόντα πετρελαίου τα οποία εξάγονται δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της εκτάσεως της υποχρεώσεως δημιουργίας αποθεμάτων. Ωστόσο, όταν επιχείρηση υποκείμενη στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων πωλεί τα προϊόντα πετρελαίου σε αγοραστή εγκατεστημένο στις Κάτω Χώρες, η συναλλαγή αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της εκτάσεως της υποχρεώσεως δημιουργίας αποθεμάτων κατά το μέτρο που τα προϊόντα διατίθενται κατ' αυτόν τον τρόπο στην εγχώρια αγορά. Επομένως, τα έξοδα τα οποία σχετίζονται με την υποχρεωτική δημιουργία αποθεμάτων αναλαμβάνονται ανεξάρτητα από τη χρήση που ο αγοραστής επιφυλάσσει στα προϊόντα πετρελαίου που του παρέδωσε η επιχείρηση η οποία υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων.
Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης δεν συνεπάγεται ότι κανονιστική ρύθμιση όπως η θεσπιζόμενη με τον νόμο WVA είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο αυτό. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση· η αρνητική αυτή απάντηση καθιστά περιττή την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
4.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι φορολογικές επιβαρύνσεις που πλήττουν τα προϊόντα, καθώς και άλλες εισφορές (φόροι υπέρ τρίτων) εμπίπτουν στα άρθρα 12 έως 16 και 95 της Συνθήκης (η Επιτροπή παραπέμπει σχετικώς στις αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1968, Fink-Frucht, 27/67, Rec. 1968, σ. 223, και της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli & Volpi, 74/76, Rec. 1977, σ. 557). Επομένως, η νομολογία παρέχει την απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε επικουρικώς στην προκειμένη υπόθεση. Παραπέμποντας στην απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Groenveld ( 15/79, Rec. 1979, σ. 3409 ), η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης έχει εφαρμογή όταν ένα μέτρο πλήττει τις εξαγωγές κατά τρόπο που δημιουργεί διάκριση. Το σύστημα της WA δεν συνεπάγεται διάκριση εις βάρος των εξαγωγών καθόσον οι πωλήσεις στην εγχώρια αγορά επιβαρύνονται πάντοτε από την εισφορά, ενώ οι εξαγωγές πλήττονται μόνον όταν διενεργούνται από επιχείρηση μη μέλος του ICOVA. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η εθνική παραγωγή και οι εξαγωγές τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως. Επομένως, πρόκειται μάλλον για διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο εξαγωγικών ρευμάτων: τις εξαγωγές που διενεργούνται από επιχείρηση μέλος του ICOVA και τις εξαγωγές που διενεργούνται από επιχείρηση μη μέλος του ICOVA. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αν το άρθρο 34 εφαρμόζεται αποκλειστικά σε περίπτωση διακρίσεως εις βάρος των εξαγωγών, το σύστημα για το οποίο γίνεται λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετο προς τη διάταξη αυτή.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι οργανισμός όπως ο ICOVA μπορεί να εξομοιωθεί προς το ολλανδικό Δημόσιο ( βλέπε αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, Beentjes, 31/87, Συλλογή 1988, σ. 4635, και της 24ης Νοεμβρίου 1982, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 249/81, Συλλογή 1982, σ. 4005). Σχετικώς, υπογραμμίζει ειδικότερα το γεγονός ότι ο ICOVA διαδραματίζει κύριο ρόλο στην τήρηση των υποχρεώσεων δημιουργίας αποθεμάτων που υπέχουν οι Κάτω Χώρες, καθώς και το γεγονός ότι ο ICOVA βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του Υπουργείου Οικονομικών.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.
Όσον αφορά το άρθρο 95, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι αυτό εφαρμόζεται στις φορολογικές επιβαρύνσεις που πλήττουν τις εξαγωγές κατά τρόπο δημιουργούντα διακρίσεις (βλέπε απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978, Larsen, 142/77, Rec. 1978, σ. 1543). Η προκειμένη υπόθεση δεν αφορά διάκριση εις βάρος των εξαγωγών. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το σύστημα της WA, τόσο στην περίπτωση της μη αποδόσεως όσο και στην περίπτωση της υπό προϋποθέσεις αποδόσεως της εισφοράς πρέπει να χαρακτηριστεί ως εμπόδιο στις συναλλαγές. Θεωρεί ότι μπορεί να δικαιολογείται η άποψη ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης έχει επίσης εφαρμογή σε φορολογικές επιβαρύνσεις οι οποίες, μολονότι δεν εισάγουν διακρίσεις, εντούτοις έχουν σαφώς και συγκεκριμένως ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των συναλλαγών ( βλέπε αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1968, Stier, 31/67, Rec. 1968, σ. 347, και της 5ης Μαΐου 1982, Schul Ι, 15/81, Συλλογή 1982, σ. 1409 ).
IV — Απαντήσεις στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση να απαντήσει στις εξής ερωτήσεις:
1)
Μήπως στην πράξη όλοι οι εισαγωγείς και παραγωγοί προϊόντων πετρελαίου στις Κάτω Χώρες που υπόκεινται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μετακυ-λίουν στους πελάτες τους τα έξοδα που συνδέονται προς την υποχρέωση αυτή και σε ποιο μέτρο πράττουν τούτο; Μήπως κάθε επιχειρηματίας είναι εντελώς ελεύθερος να επιλέξει ο ίδιος τη μετακύλιση ή όχι των εξόδων αυτών; Τι νόημα έχει η ημερομηνία της 1ης Οκτωβρίου 1980;
2)
Ποιες ήταν από 1ης Οκτωβρίου 1981 μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1987 οι λεπτομέρειες εφαρμογής για τον υπολογισμό της αποδόσεως της εισφοράς υποχρεωτικών αποθεμάτων βάσει των ποσοτήτων των προϊόντων πετρελαίου που παρέδιδαν τα μέλη του ICOVA και εξάγονταν από εμπόρους μη υποκείμενους στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων;
3)
Μήπως οι έμποροι προϊόντων πετρελαίου οι μη υποκείμενοι στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων και οι οποίοι αγόραζαν τα προϊόντα πετρελαίου από εισαγωγείς ή παραγωγούς μη μέλη του ICOVA μπορούσαν επίσης, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987, να ζητήσουν την απόδοση των εξόδων που συνδέονται με την εν λόγω υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων, και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της τιμής πωλήσεως;
Η Ολλανδική Κνβέρνηοη απάντησε ότι έως την 1η Ιανουαρίου 1987, ημερομηνία από της οποία άρχισε να ισχύει ο νέος νόμος WVA, ο παλαιός νόμος WVA, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Απριλίου 1977, επέβαλλε στους παραγωγούς και στους εξαγωγείς προϊόντων πετρελαίου να διατηρούν αποθέματα αντιστοιχούντα σε 90 και 70ημέρες αντιστοίχως των πωλήσεων τους σε εγχώριους αγοραστές κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.
Από 1ης Απριλίου 1977 οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί και εισαγωγείς έχουν υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων υπό τους όρους που καθορίζονται με τον νόμο WVA. Τα έξοδα που συνδέονται με την τήρηση της υποχρεώσεως δημιουργίας αποθεμάτων περιλαμβάνονται στο κόστος της επιχειρήσεως που υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων. Η μετακύλιση στους αγοραστές των εξόδων που συνδέονται με την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων αποφασίζεται από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς ή εισαγωγείς. Για τον επιχειρηματία, η κατάσταση είναι επομένως η ίδια τόσο ως προς το κόστος αυτό, όσο και οποιοδήποτε άλλο κόστος (για παράδειγμα τις πρώτες ύλες, τις αποσβέσεις, τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως ). Το ζήτημα κατά πόσον το κέρδος των παραγωγών είναι επαρκές για να καλύπτει όλα τα έξοδα του επιχειρηματία ή υπερβαίνει τα έξοδα αυτά εξαρτάται από τις περιστάσεις που επηρεάζουν την αγορά.
Οι κανόνες που εφαρμόζονται στις Κάτω Χώρες δεν προβλέπουν υποχρέωση πληροφορήσεως των κρατικών αρχών σχετικά με το ζήτημα αν τα έξοδα που συνδέονται με την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μετακυ-λίονται πραγματικά.
Από 1ης Οκτωβρίου 1980, επετράπη στις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων να αναθέτουν στον ICOVA την εκτέλεση μέρους αυτής. Από της ημερομηνίας αυτής τα έξοδα που συνδέονται με την υποχρεωτική δημιουργία αποθεμάτων μπορούν επομένως να αποτελούν έξοδα (VVA) τα οποία ο ICOVA καταλογίζει στο μέλος (τον εισαγωγέα ή τον παραγωγό που υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων). Κατά το σύστημα αυτό, ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας που υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μπορεί επίσης, χωρίς να υποχρεούται, να περιλάβει το κόστος αυτό στην τιμή την οποία αναγράφει στο τιμολόγιο του αγοραστή.
Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εισφορά υποχρεωτικών αποθεμάτων μπορεί να αποδοθεί από τον ICOVA καθορίζονται από τον ίδιο. Η κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόστηκε το 1981 καθορίστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1981. Με γνωμοδότηση της 14ης Οκτωβρίου 1982, η κανονιστική ρύθμιση βελτιώθηκε σε δύο σημεία για το οικονομικό έτος 1982. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόστηκε επίσης για τις εξαγωγές του 1981. Με ελάχιστες τροποποιήσεις, το κείμενο αυτό εφαρμόστηκε επίσης για το οικονομικό έτος 1983. Όσον αφορά το περιεχόμενο, το κείμενο αυτό εξακολούθησε να εφαρμόζεται έως την 1η Ιανουαρίου 1987.
Ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας που υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μπορεί να αναγράφει στο τιμολόγιο του αγοραστή τα έξοδα που συνδέονται με την υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων χωρίς, όμως, να υποχρεούται να το πράξει. Οι σχετικές δυνατότητες προσδιορίζονται από τις περιστάσεις που διέπουν την αγορά. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια ότι, μετά από μια συναλλαγή, η επιχείρηση η οποία υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μπορεί να αποδώσει τα έξοδα υποχρεωτικών αποθεμάτων που περιλαμβάνονται στην τιμή πωλήσεως, αλλά δεν είναι υποχρεωμένη να το πράξει. Αυτό ισχύει τόσο για τους παραγωγούς και εισαγωγείς μέλη του ICOVA όσο και για τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων οι οποίες δεν είναι μέλη του ICOVA. Η υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων ισχύει για τις ποσότητες που διατίθενται στην αγορά των Κάτω Χωρών. Επομένως, η παράδοση στις Κάτω Χώρες συνεπάγεται συνέπειες όσον αφορά την ποσότητα που πρέπει να αποθεματοποιηθεί και, ως εκ τούτου, συνεπάγεται επίσης έξοδα για τον παραγωγό ή τον εισαγωγέα που υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων. Μόνον οι ποσότητες που εξάγει ο ίδιος ο παραγωγός ή ο εξαγωγέας δεν συνεπάγονται καμιά υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 12ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-302/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Gerechtshof της Χάγης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hennen Olie BV, αφενός,
και
Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten και Ολλανδικού Δημοσίου, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Τ. F. O'Higgins και Κ. Ν. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Hennen Olie BV, εκπροσωπούμενη από τον Τ. R. Ottervanger, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Η. J. Heinemann, Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
—
ο Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten, εκπροσωπούμενος από τους A. J. Braakman και P. Glazener, δικηγόρους Ρότερνταμ,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Μ. Α. Fierstra, της Hennen Olie BV, του Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Οκτωβρίου 1988, το Gerechtshof της Χάγης, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή η εθνική κανονιστική ρύθμιση περί εφαρμογής της οδηγίας 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1968, περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου και/ή προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 39, στο εξής: οδηγία ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ Hennen Olie BV, εμπόρου προϊόντων πετρελαίου εγκατεστημένου στις Κάτω Χώρες, και Stichting Interim Centraal Orgaan Voorraadvorming Aardolieprodukten (προσωρινός οργανισμός για τη δημιουργία αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου, στο εξής: ICO VA ).
3
Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 68/414 με τον νόμο Wet Voorraadvorming Aardolieprodukten ( νόμος περί δημιουργίας αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου- Staatsblad (Επίσημη Εφημερίδα) 1976, 569, στο εξής: νόμος. Με τον νόμο αυτό καθιερώθηκε η υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν προϊόντα πετρελαίου στην αγορά των Κάτω Χωρών. Τα αποθέματα πρέπει να ανέρχονται σε επίπεδο ισοδύναμο προς συγκεκριμένο ποσοστό των προϊόντων πετρελαίου που τίθενται σε κυκλοφορία στην εσωτερική ολλανδική αγορά κατά το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, οι ποσότητες οι οποίες εξάγονται σε άλλες χώρες δεν λαμβάνονται υπόψη για τη δημιουργία των αποθεμάτων.
4
Ο νόμος ορίζει ότι, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον Υπουργό Οικονομικών, η εν λόγω υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων μπορεί να αναληφθεί από τρίτο ενόλω ή εν μέρει, με αποτέλεσμα ο πρώτος υπόχρεος να απαλλάσσεται από την υποχρέωση. O ICO VA δημιουργήθηκε γι' αυτό τον σκοπό στις 7 Σεπτεμβρίου 1978 με αντικείμενο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μελών του σχετικά με τη δημιουργία αποθεμάτων. Από 1ης Οκτωβρίου 1980, οι επιχειρήσεις οι υποκείμενες στην υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων έλαβαν έγκριση να αναθέσουν στον ICOVA την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής.
5
Οι επιχειρήσεις μέλη του ICOVA καλύπτουν τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο οργανισμός αυτός για τη διατήρηση των εν λόγω αποθεμάτων καταβάλλοντας συνδρομή, αποκαλούμενη εισφορά VVA της οποίας το ύψος υπολογίζεται βάσει του όγκου των προϊόντων πετρελαίου που διέθεσαν στην εγχώρια αγορά. Δεδομένου ότι τα εξαγόμενα προϊόντα πετρελαίου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της εκτάσεως της υποχρεώσεως για τη δημιουργία αποθεμάτων, οι επιχειρήσεις-μέλη δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν την εν λόγω εισφορά για τα προϊόντα τα οποία αυτές εξάγουν για δικό τους λογαριασμό.
6
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, έστω και αν δεν υπάρχει καμιά νομική υποχρέωση προς τούτο, στην πράξη οι επιχειρήσεις-μέλη του ICOVA μετακυλίουν την εν λόγω εισφορά στους πελάτες τους, οι οποίοι την ενσωματώνουν στην τιμή πωλήσεως.
7
Από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι από 1ης Οκτωβρίου 1980 οι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες έμποροι προϊόντων πετρελαίου οι οποίοι αγόρασαν προϊόντα τα οποία διέθεταν στην ολλανδική αγορά οι επιχειρήσεις-μέλη του ICOVA σε τιμή περιλαμβάνουσα το κόστος δημιουργίας αποθεμάτων βρίσκονταν — κατά την εξαγωγή των εν λόγω προϊόντων — σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τις επιχειρήσεις μέλη του ICO VA. Πράγματι, κατά την προαναφερθείσα περίοδο οι τελευταίες αυτές επιχειρήσεις δεν υποβάλλονταν σε καμιά επιβάρυνση για τα απευθείας εξαγόμενα προϊόντα. Κατά τη Διάταξη περί παραπομπής, η μειονεκτική αυτή θέση μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στις εξαγωγές για τους ενδιαφερόμενους εμπόρους.
8
Από 1ης Ιανουαρίου 1981, οι εξαγωγείς έμποροι μη μέλη του ICOVA είχαν τη δυνατότητα να επιτύχουν απόδοση της εν λόγω εισφοράς εφόσον πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις. Την 1η Ιανουαρίου 1987, κατόπιν τροποποιήσεως του νόμου, o ICOVA αντικαταστάθηκε από μόνιμο οργανισμό, αποκαλούμενο COVA, ώστε η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ επιχειρήσεων-μελών του ICOVA και επιχειρήσεων μη μελών εξαλείφθηκαν. Κατά το νέο αυτό σύστημα, η χρηματοδότηση της δημιουργίας αποθεμάτων εξασφαλίζεται με την εισφορά δημιουργίας αποθεμάτων επιβαλλόμενη από την εθνική φορολογική υπηρεσία, εισφορά η οποία αποδίδεται σε περίπτωση εξαγωγής του προϊόντος.
9
Η Hennen Olie δεν παραδίδει προϊόντα πετρελαίου στην ολλανδική αγορά και, κατά συνέπεια, δεν υπόκειται σε καμιά υποχρέωση δημιουργίας αποθεμάτων. Αγοράζοντας με σκοπό εξαγωγής τα προϊόντα πετρελαίου που διαθέτουν στην ολλανδική αγορά οι επιχειρήσεις-μέλη του ICOVA, μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1981 και ως μη μέλος του οργανισμού αυτού, δεν είχε καμιά δυνατότητα να επιτύχει την απόδοση της εισφοράς η οποία περιλαμβανόταν στην τιμή αγοράς των προϊόντων. Η δυνατότητα αυτή της χορηγήθηκε εν συνεχεία μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1986, υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις.
10
Η Hennen Olie άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του ICOVA ενώπιον του Arrondissementsrechtsbank του Ρότερνταμ προβάλλοντας ότι η δυσμενής μεταχείριση της οποίας ετύγχανε ως μη μέλος του ICOVA συνιστούσε παράβαση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 34 της Συνθήκης. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε. Επιληφθέν κατόπιν εφέσεως, το Gerechtshof της Χάγης αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Μπορεί το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως εκείνη που περιγράφεται πιο πάνω ( στη Διάταξη περί παραπομπής ) είναι ασυμβίβαστη με το εν λόγω άρθρο;
2)
Έχει σημασία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα 1 το ζήτημα αν η αναφερθείσα πιο πάνω διαφορά στην ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων μπορεί να συμψηφιστεί πλήρως ή εν μέρει βάσει κανονιστικών ρυθμίσεων που επιτρέπουν την απόδοση της προαναφερθείσας εισφοράς WA, ρυθμίσεις που δεν έχουν θεσπιστεί από το ίδιο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος; »
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12
Με τα ερωτήματα του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν το άρθρο 34 αποκλείει όπως οι έμποροι μη μέλη του ICOVA, οι οποίοι επιθυμούν να εξαγάγουν προϊόντα πετρελαίου που έχουν αγοράσει στην εγχώρια αγορά, στερούνται κάθε δυνατότητας να αναζητήσουν τις εισφορές που κατέβαλαν υπέρ του οργανισμού αυτού ή δικαιούνται μεν επιστροφής των εισφορών αυτών αλλά υπό προϋποθέσεις, εφόσον δεν υφίσταται καμιά διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των προϊόντων που προορίζονται προς εξαγωγή και των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά εντός του οικείου κράτους μέλους.
13
Επιβάλλεται προκαταρκτικά να παρατηρηθεί ότι με την παρούσα υπόθεση τίθεται το ζήτημα αν τα μέτρα που έλαβε οργανισμός όπως ο ICOVA μπορεί να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 34.
14
Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ο ICOVA, κατά τον χρόνο των περιστατικών, ήταν ο μόνος οργανισμός — τρίτος κατά την έννοια του προαναφερθέντος ολλανδικού νόμου — ο οποίος δημιουργήθηκε προς εκπλήρωση καθηκόντων που του ανατίθενται κατά νόμο, δηλαδή τη διατήρηση των αποθεμάτων προϊόντων πετρελαίου για λογαριασμό των μελών του. Επομένως, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των ολλανδικών αποθεμάτων πετρελαίου εκπληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο — σε μεγάλο βαθμό — την υποχρέωση που υπέχουν από την οδηγία οι Κάτω Χώρες.
15
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο ICOVA ενήργησε υπό τον έλεγχο και υπό τις οδηγίες των δημοσίων αρχών έστω και αν τυπικά δεν ήταν ενταγμένος στην κρατική διοίκηση. Πράγματι, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονταν από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας. Ο τελευταίος είχε επίσης την εξουσία να δίνει εντολές στον ICOVA που έπρεπε να τηρούνται, να αποφασίζει τη διάλυση του οργανισμού και να εγκρίνει το σχέδιο προϋπολογισμού και τους ετήσιους λογαριασμούς.
16
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή του, οι πράξεις ενός οργανισμού που υπόκεινται σ' έναν τέτοιο έλεγχο εκ μέρους του κράτους μπορεί, αν είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, να αποτελέσουν « μέτρα » κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης.
17
Επιβάλλεται εν συνεχεία να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ( βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, 237/83, Συλλογή 1984, σ. 483 ) ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης αφορά τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίσουν ειδικώς τα ρεύματα των εξαγωγών και να δημιουργήσουν με αυτόν τον τρόπο διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, έτσι ώστε να διασφαλίζουν ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερόμενου κράτους. Εν προκειμένω όμως, η διάκριση την οποία προβάλλει η Hennen Olie αφορά μόνον τις εξαγωγές που πραγματοποιούν αντιστοίχως οι επιχειρή-σεις-μέλη του ICOVA και οι επιχειρήσεις μη μέλη του ICOVA. Μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μεταξύ δύο κατηγοριών εξαγωγέων δεν μπορεί να συνιστά παράβαση του άρθρου 34 εφόσον πρόκειται για ειδικές επιβαρύνσεις σχετικές με τη δημιουργία αποθεμάτων αργού πετρελαίου και/ή προϊόντων πετρελαίου.
18
Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει όπως οι έμποροι μη μέλη ενός οργανισμού που συστάθηκε με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα μέλη του από τον νόμο περί εφαρμογής της οδηγίας 68/414, οι οποίοι επιθυμούν να εξαγάγουν προϊόντα που έχουν αγοράσει στην εγχώρια αγορά, να στερούνται παντελώς της δυνατότητας να αναζητήσουν τις εισφορές που έχουν καταβληθεί υπέρ του οργανισμού αυτού ή να δικαιούνται επιστροφής των εισφορών αυτών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αρκεί να μην υφίσταται καμία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των προϊόντων που προορίζονται προς εξαγωγή και των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά εντός του οικείου κράτους μέλους.
19
Η Επιτροπή υποστήριξε εξάλλου ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης μπορεί ενδεχομένως να έχει εφαρμογή σε επιβαρύνσεις οι οποίες, μολονότι δεν εισάγουν διακρίσεις, εντούτοις μπορεί να παρεμποδίσουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
20
Επ' αυτού, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 95 της Συνθήκης και ούτε προκύπτει από τα περιστατικά ή τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι κατά τη διαδικασία ότι η μη απόδοση ή η υπό προϋποθέσεις απόδοση της εισφοράς στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση κατά την έννοια του άρθρου 95. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν επιβάλλεται να εξεταστεί αυτό το ζήτημα αρχής που έθεσε η Επιτροπή.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Gerechtshof της Χάγης με Διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1988, αποφαίνεται:
Το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι δεν αποκλείει όπως οι έμποροι μη μέλη ενός οργανισμού που συστάθηκε με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα μέλη του από τον νόμο περί εφαρμογής της οδηγίας 68/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1968, οι οποίοι επιθυμούν να εξαγάγουν προϊόντα που έχουν αγοράσει στην εγχώρια αγορά, να στερούνται παντελώς της δυνατότητας να αναζητήσουν τις εισφορές που έχουν καταβληθεί υπέρ του οργανισμού αυτού ή να δικαιούνται επιστροφής των εισφορών αυτών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αρκεί να μην υφίσταται καμία διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των προϊόντων που προορίζονται προς εξαγωγή και των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά εντός του οικείου κράτους μέλους.
Mantini
O'Higgins
Κακούρης
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του έκτου τμήματος
G. F. Mantini
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy