ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-305/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η Isabelle Lancray SA, δανείστρια και αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, είναι ανώνυμη εταιρία γαλλικού δικαίου, με έδρα το Neuilly-sur-Seine, που διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με την Peters und Sickert KG, ετερόρρυθμη εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Essen, οφειλέτρια και αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, βάσει συμβάσεως της 2ας Νοεμβρίου 1983, την οποία είχαν συμφωνήσει να υπαγάγουν στο γαλλικό δίκαιο και στη δικαιοδοσία του Tribunal de commerce της Nanterre.
2.
Στις 18 Ιουλίου 1986, η δανείστρια πέτυχε την έκδοση Διατάξεως περί ασφαλιστικών μέτρων από το Amtsgericht του Essen, που απαγόρευε στην οφειλέτρια να πωλεί ή να μεταβιβάζει σε τρίτους εμπορεύματα με το σήμα Isabelle Lancray από τα αποθέματα της. Η δανείστρια άσκησε στις 30 Ιουλίου 1986 αγωγή ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre, με την οποία ζήτησε να επικυρωθούν τα διαταχθέντα ασφαλιστικά μέτρα.
3.
Η συνταγμένη στα γαλλικά κλήτευση για την προφορική διαδικασία της 18ης Νοεμβρίου 1986 ενώπιον του γαλλικού δικαστηρίου, καθώς και γαλλικά και αγγλικά συνταγμένο και εν μέρει γαλλικά συμπληρωμένο έντυπο (φύλλο περιγραφής ουσιωδών στοιχείων του φακέλου), διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελική αρχή της Nanterre, με έγγραφο της 30ής Ιουλίου 1986, στον πρόεδρο του Landgericht του Essen μαζί με αίτημα περί επιδόσεως. Με την έκθεση επιδόσεως της 19ης Αυγούστου 1986 το Amtsgericht του Essen βεβαίωσε ότι η επίδοση των εγγράφων πραγματοποιήθηκε με παράδοση των εγγράφων σε γραμματέα στα γραφεία της οφειλέτριας. Στα εν λόγω έγγραφα δεν είχε επισυναφθεί μετάφραση στα γερμανικά.
4.
Με συστημένη επιστολή απεστάλη στην οφειλέτρια κλήτευση της 19ης Σεπτεμβρίου 1986 για τη δικάσιμο της 16ης Δεκεμβρίου 1986 ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre.
5.
Το Landgericht του Essen, με απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1986, ακύρωσε τη Διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων της 18ης Ιουλίου 1986 και απέρριψε το αίτημα της δανείστριας για την έκδοση Διατάξεως περί ασφαλιστικών μέτρων. Η οφειλέτρια ενημέρωσε συναφώς το Tribunal de commerce της Nanterre, με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 1986, στο οποίο ισχυριζόταν επίσης ότι οι επιδόσεις προς την οφειλέτρια δεν ήσαν κανονικές, διότι δεν συνοδεύονταν από επικυρωμένη γερμανική μετάφραση της κλητεύσεως. Το γαλλικό δικαστήριο επέστρεψε το έγγραφο αυτό, ζητώντας από την ενδιαφερόμενη να προσκομίσει, εφόσον το έκρινε σκόπιμο, έγγραφο στη γαλλική.
6.
Η οφειλέτρια ερημοδίκησε κατά τη δικάσιμο της 16ης Δεκεμβρίου 1986 και, με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, που λογίστηκε ως κατ' αντιμωλία εκδοθείσα, το Tribunal de commerce της Nanterre δέχθηκε την αγωγή της. Η απόφαση επιδόθηκε στην οφειλέτρια διά παραδόσεως στον διαχειριστή της εταίρο, στις 9 Μαρτίου 1987.
7.
Αιτήσει της δανειστρίας, το Landgericht του Essen, με Διάταξη της 6ης Ιουλίου 1987, αναγνώρισε εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας την απόφαση του Tribunal de commerce της Nanterre της 15ης Ιανουαρίου 1987.
8.
Η οφειλέτρια ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( στο εξής: σύμβαση ), η αίτηση της δανείστριας δεν έπρεπε να γίνει δεκτή. Το Oberlandesgericht δέχθηκε την έφεση της και απέρριψε την αίτηση της δανείστριας.
9.
Με αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Bundesgerichtshof, βάσει του άρθρου 37, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, η δανείστρια ζητεί την ακύρωση της Διατάξεως και την απόρριψη της εφέσεως της οφειλετρίας.
10.
Κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως εφαρμόζεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, στη διαφορά της κύριας δίκης (ABl. L 299 της 31.12.1972), δεν αναγνωρίζεται η απόφαση, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
11.
Το Bundesgerichtshof, προβαίνοντας σε νομική εξέταση της υποθέσεως, κρίνει, αφενός, ότι η κλήτευση επιδόθηκε στην οφειλέτρια εγκαίρως, ώστε να μπορεί να αμυνθεί, καθόσον η οφειλέτρια διέθετε τρίμηνη προθεσμία για να πληροφορηθεί μέσω μεταφράσεων το περιεχόμενο των επιδοθέντων εγγράφων, που ήταν συνταγμένα στη γαλλική. Αρνείται, αφετέρου, το κανονικόν της επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης. Παρατηρεί συναφώς ότι η κλήτευση δεν επιδόθηκε στον παραλήπτη της, αλλά διά παραδόσεως σε γραμματέα στα γραφεία της παραλήπτριας της επιδόσεως, δηλαδή με έμμεση επίδοση κατά το άρθρο 183, παράγραφος 1, του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας.
12.
Παρατηρεί στη συνέχεια ότι η Σύμβαση της Χάγης, της 15ης Νοεμβρίου 1965, περί της επιδόσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (BGBl. 1977 II, σ. 1452· δημοσίευση της 23ης Ιουλίου 1980, BGBl. II, σ. 907 ) προβλέπει, στο άρθρο 5, ότι, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, στοιχείο β), η επίδοση γίνεται πάντοτε με απλή παράδοση στον παραλήπτη, όταν αυτός είναι διατεθειμένος να το παραλάβει. Εν προκειμένω, όμως, η επίδοση δεν έγινε στη διατεθειμένη προς παραλαβή παραλήπτρια, αλλά έμμεσα. Αυτή η επίδοση, ως τυπική επίδοση, θα επιτρεπόταν μόνον εάν το επιδοτέο έγγραφο ήταν συνταγμένο ή μεταφρασμένο στα γερμανικά ( άρθρο 3 του νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 1977 περί εκτελέσεως της Συμβάσεως της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965, BGBl. 1977 Ι, σ. 3105).
13.
Παρατηρεί, τέλος, ότι ούτε κατά τη συμφωνία μεταξύ της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας περί διευκολύνσεως της εφαρμογής της Συμβάσεως της Χάγης της 1ης Μαρτίου 1954 περί της πολιτικής δίκης, της 6ης Μαΐου 1961 ( δημοσίευση της 25ης Ιουλίου 1961, BGBl. II, σ. 1040) έγινε κανονική επίδοση. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της συμφωνίας της 6ης. Μαΐου 1961, η επίδοση θα μπορούσε να έχει γίνει με παράδοση του εγγράφου στον παραλήπτη, εφόσον αυτός δεχόταν να το παραλάβει. Η επίδοση όμως έγινε έμμεσα, έτσι ώστε να απαιτείται η επισύναψη μεταφράσεως.
14.
Το Bundesgerichtshof παρατηρεί, εξάλλου, ότι το Oberlandesgericht αρνήθηκε τη θεραπεία του ελαττώματος της επιδόσεως κατά το άρθρο 187 του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, με την αιτιολογία ότι, μολονότι το ελάττωμα της επιδόσεως που συνίσταται στην έλλειψη μεταφράσεως του επιδοτέου εγγράφου μπορεί μεν να θεραπεύεται, όταν ο παραλήπτης της δηλώσεως κατέχει την ξένη γλώσσα, αυτό όμως δεν συμβαίνει, όταν, όπως εν προκειμένω, δεν κατέχει τη γλώσσα αυτή.
15.
Το Bundesgerichtshof, κρίνοντας ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς ανέκυπτε ζήτημα ερμηνείας της Συμβάσεως, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Αναγνωρίζεται η απόφαση, κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως ίσχυε αρχικά, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει μεν επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά, έχει όμως επιδοθεί έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί;
2)
Σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως αποφάσεως, διότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο επιδόθηκε στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί, όχι όμως και κανονικά, αποκλείει το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως ίσχυε αρχικά, την αναγνώριση της αποφάσεως, ακόμη και όταν οι νόμοι του κράτους όπου ζητείται η αναγνώριση επιτρέπουν τη θεραπεία του ελαττώματος της επιδόσεως; »
16.
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 1988.
17.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Heinz-Joachim Freund' η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο Dieter Eikelau· η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον C Böhmer- η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes· η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara ·
και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Friedrich-Wilhelm Albrecht και G. Cherubini.
18.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις nou κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Επί τον πρώτον ερωτήματος
1.
Η αναιρεσείονσα της κύριας όίκης υποστηρίζει ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αφορά πρωτίστως το κανονικό και έγκαιρο της επιδόσεως, αλλά τον σκοπό που επιδιώκεται με αυτό το μέσο, δηλαδή την παροχή στον εναγόμενο της δυνατότητας να αμυνθεί. Κατά την άποψη αυτή, ακόμη και ενδεχόμενες δικονομικές παραβάσεις κατά την επίδοση δεν κωλύουν την αναγνώριση της αποφάσεως, παρά μόνο εφόσον η δικονομική παράβαση εμπόδισε την άμυνα του εναγομένου.
Σύμφωνα με· μια τελολογική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, ενδεχόμενα ελαττώματα της επιδόσεως δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εάν δεν περιορίζουν τις δυνατότητες άμυνας του εναγομένου.
Εξάλλου, αν σκοπός της συμβάσεως είναι η διευκόλυνση της διεθνούς αναγνωρίσεως των αποφάσεων, η παρεμπόδιση της αναγνωρίσεως αυτής για καθαρά τυπικούς λόγους θα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη προς τον σκοπό αυτό.
Η αναιρεσείουσα προτείνει, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι οι αποφάσεις αναγνωρίζονται, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν επιδόθηκε κανονικά στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, έστω κι αν επιδόθηκε έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
2.
Η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης θεωρεί, καταρχάς, ότι η ζητούμενη έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο δεν συνάδει προς τη φύση της κύριας δίκης. Θεωρεί ότι η αναιρεσείουσα έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η επίδοση προς την οφειλέτρια ήταν ανεπαρκής. Θεωρεί, εξάλλου, ότι ο γάλλος δικαστής δεν μπορεί να επικυρώσει Διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων γερμανικού Amtsgericht που ορθώς ακυρώθηκε από το Landgericht κατόπιν εφέσεως. Επικρίνει τέλος το προδικαστικό ερώτημα το οποίο, υποβαλλόμενο αφηρημένα, παραβλέπει κατά τη γνώμη της εντελώς το γεγονός ότι η απόφαση, ως έχει, στερείται εκτελεστότητας.
3.
Ως προς το πρώτο ερώτημα, η Κνβέρνηση της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, πρέπει να ερμηνευθεί κατά γράμμα υπό την έννοια ότι απαγορεύει την αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων, όταν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν επιδόθηκε κανονικά στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επίδοση πραγματοποιήθηκε έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
Κατά την άποψη της, η προαναφερθείσα διάταξη εξαρτά την αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων από δύο προϋποθέσεις: η επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο πρέπει να γίνει κανονικά και έγκαιρα. Οι δύο προϋποθέσεις απαιτούνται σωρευτικά. Κατά συνέπεια, η έλλειψη μιας προϋποθέσεως αρκεί για τη μη αναγνώριση αλλοδαπής αποφάσεως. Η αναγνώριση αυτή αποκλείεται, επομένως, σε περίπτωση αντικανονικής επιδόσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός αν ο εναγόμενος είχε πράγματι λάβει γνώση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης και αν διέθετε επαρκές χρονικό διάστημα για να αμυνθεί (βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps κατά Michel, 166/80, Συλλογή 1981, σ. 1593, και έκθεση Jenard, JO C 59 της 5.3.1979, σ. 1, 44).
Αν, κατά την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 2, αποδιδόταν λιγότερη σημασία στο γράμμα και περισσότερη σημασία στον προστατευτικό σκοπό της διατάξεως, η δεύτερη προϋπόθεση της αναγνωρίσεως, δηλαδή το έγκαιρο της επιδόσεως, θα αποκτούσε αποφασιστική σημασία. Ενόψει του βασικού σκοπού της συμβάσεως, που συνίσταται στη διευκόλυνση της διεθνούς αναγνωρίσεως των αποφάσεων, δικαιολογημένα ανακύπτει καταρχάς το ερώτημα αν η αίτηση αναγνωρίσεως μπορεί να απορριφθεί μόνο για τυπικούς λόγους, όταν αυτοί δεν έβλαψαν την άμυνα του εναγομένου.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί, ωστόσο, ότι θα ήταν υπερβολικό να αντληθεί από τις ανωτέρω σκέψεις το συμπέρασμα ότι το κανονικόν της επιδόσεως δεν έχει καταρχήν μεγάλη σημασία, αρκεί ο εναγόμενος να έλαβε γνώση έγκαιρα. Όπως μια άψογη επίδοση σημαίνει, γενικά, ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις του κράτους προελεύσεως και της συμβάσεως, έτσι και ένα ελάττωμα της επιδόσεως σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν δεόντως υπόψη τα συμφέροντα του εναγομένου.
Πρέπει, στη συνέχεια, να παρατηρηθεί ότι, σε περίπτωση ερμηνείας διά τελολογικής συστολής, τα πάντα θα εξηρτώντο μόνον από την έγκαιρη πραγματοποίηση της επιδόσεως· ενάγων θα εισερχόταν, επομένως, στον πειρασμό να μην ακολουθεί τη διαδικασία που προβλέπεται για την κανονική επίδοση και να προβαίνει ο ίδιος στη επίδοση.
Η Γερμανική Κυβέρνηση τάσσεται, επομένως, υπέρ της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 27, σημείο 2, της συμβάσεως. Αυτό δεν αποκλείει, κατά τη γνώμη της, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν προσεκτικής εξετάσεως όλων των κρισίμων στοιχείων και υπό το πρίσμα των γενικών σκοπών της συμβάσεως, καθώς και, ειδικότερα, του προστατευτικού σκοπού του άρθρου 27, σημείο 2, το ενδεχόμενο να δικαιολογείται η αναγνώριση αλλοδαπής αποφάσεως, παρά το αντικανονικό της επιδόσεως, όταν ο εναγόμενος έλαβε πράγματι έγκαιρα γνώση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης, ώστε να μπορεί να αμυνθεί. Κατά τη γνώμη του, δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί τέτοια εξαίρεση στην παρούσα υπόθεση.
4.
Η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps κατά Michel (116/80, όπ. π.), και στην προαναφερθείσα έκθεση του Jenard, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, και παρατηρεί, καταρχάς, ότι οι δύο προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, του κανονικού και του εγκαίρου, πρέπει να πληρούνται συγχρόνως και συνιστούν αυτοτελείς λόγους αρνήσεως της αναγνωρίσεως.
Εξετάζει, στη συνέχεια, την κανονικότητα του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης υπό το πρίσμα της Συμβάσεως των Βρυξελλών και της Συμβάσεως της Χάγης. Υπενθυμίζει, συναφώς, ότι εν προκειμένω η αντικανονικότητα την οποία επικαλείται το γερμανικό δικαστήριο συνίσταται στο ότι το έγγραφο αυτό,που συντάχθηκε στα γαλλικά και επιδόθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν συνοδευόταν από μετάφραση στα γερμανικά. Από τη σιωπή της Συμβάσεως των Βρυξελλών στο σημείο αυτό θα μπορούσε να συναχθεί ότι η μετάφραση είναι προαιρετική, αν το άρθρο 5, εδάφιο 3, της Συμβάσεως της Χάγης δεν επεφύλασσε υπέρ της κεντρικής εξουσίας του κράτους αναγνωρίσεως την ευχέρεια να επιβάλλει σχετική υποχρέωση. Πράγματι, στη Γερμανία απαιτείται μετάφραση. Από αυτό προκύπτει ότι επίδοση εγγράφου συνταχθέντος στα γαλλικά και μη συνοδευόμενου από μετάφραση είναι αντικανονική. Η αντικανονικότητα αυτή κωλύει, καταρχήν, την αναγνώριση της γαλλικής αποφάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει, όμως, ότι το άρθρο 5, εδάφιο 2, της Συμβάσεως της Χάγης ορίζει ότι η εν λόγω πλημμέλεια μπορεί να θεραπευθεί με την εκούσια παραλαβή του εγγράφου από τον παραλήπτη, θεωρεί ότι αυτό συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, αφού το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre, που επιδόθηκε από τις γερμανικές δικαστικές αρχές κατά το άρθρο 1 της γαλλογερμανικής συμφωνίας της 6ης Μαΐου 1961, παραλήφθηκε έγκαιρα από μισθωτό της οφειλέτριας εταιρίας, εξουσιοδοτημένο κατά τα φαινόμενα από την τελευταία, όπως επιβεβαιώθηκε με συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής, ώστε να μπορέσει ο παραλήπτης να ετοιμάσει την άμυνα του.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η παράδοση στον παραλήπτη, που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2 της Συμβάσεως της Χάγης, πρέπει να θεωρείται ότι πραγματοποιείται εγκύρως σε περίπτωση επιδόσεως κατ' οίκον, όπως και στην περίπτωση επιδόσεως αυτοπροσώπως στον παραλήπτη. Εν προκειμένω, τόσο η νομοθεσία της αιτούσας αρχής όσο και η νομοθεσία της αρχής, στην οποία υποβάλλεται το αίτημα, επιτρέπουν για τους οικείους υπηκόους την επίδοση κατ' οίκον.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει, εξάλλου, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1982, Pendy Plastic (228/81, Συλλογή 1982, σ. 2723, 2736 ), κατά την οποία ο έλεγχος της κανονικότητας του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης έχει ανατεθεί ταυτοχρόνως στον δικαστή του κράτους προελεύσεως και στον δικαστή του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση αναγνωρίσεως της αποφάσεως. Η αυστηρή, όμως, εφαρμογή του διττού αυτού ελέγχου, ενόψει ιδίως της υποχρεώσεως μεταφράσεως, θα εμπόδιζε την επίτευξη του σκοπού της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων, που αποτελεί το ίδιο το θεμέλιο του ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου.
Υπό τις συνθήκες αυτές θεωρεί απαραίτητη την άμβλυνση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται ο διττός έλεγχος της κανονικότητας, μέσω της έννοιας του εγκαίρου που περιέχεται στο άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως. Στην παρούσα περίπτωση το σχετικό χρονικό διάστημα καθιστά δυνατό στον παραλήπτη να μεριμνήσει για τη μετάφραση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre.
5.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση ο κανόνας του άρθρου 27, σημείο 2, της συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο έλεγχος πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να μπορεί να διαπιστώνεται αν κατέστη πράγματι δυνατό στον εναγόμενο να αμυνθεί. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η σύμβαση έχει ως σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων υπερασπίσεως του εναγομένου κατοίκου κράτους μέλους, που κλητεύθηκε αλλά δεν παρέστη ενώπιον του δικαστηρίου του άλλου κράτους μέλους, και ενόψει του γεγονότος ότι το άρθρο 20 επιβάλλει στο δικαστήριο προελεύσεως ειδικό έλεγχο της τηρήσεως αυτής της εγγυήσεως στο κράτος μέλος στο οποίο εκτυλίσσεται η διαδικασία, έλεγχο που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τους δικονομικούς κανόνες του κράτους, στο οποίο ενεργεί το ίδιο το δικαστήριο, το άρθρο 27, σημείο 2, πρέπει, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο μεταγενέστερος έλεγχος κατά τον χρόνο της αναγνωρίσεως πρέπει, κατ' ουσία, να διενεργηθεί βάσει των αρχών του δικονομικού συστήματος του δικαστηρίου της αναγνωρίσεως.
Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, αν το αντικανονικό της κοινοποιήσεως έχει διαπιστωθεί από το δικαστήριο της αναγνωρίσεως, πάντοτε βάσει των δικονομικών κανόνων του δικαστηρίου προελεύσεως, η αίτηση αναγνωρίσεως μπορεί να απορριφθεί, κατά το μέτρο που η έννομη τάξη του δικαστηρίου της αναγνωρίσεως δεν παρέχει τη δυνατότητα να αγνοηθεί μια τέτοια ακυρότητα, όταν η πραγματική δυνατότητα που παρέχεται, εν πάση περιπτώσει, έγκαιρα στον εναγόμενο να αμυνθεί παράγει αποτέλεσμα ισοδύναμο προς το επιδιωκόμενο με την προϋπόθεση της κανονικότητας.
Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως επιτρέπει την εφαρμογή μιας γενικής αρχής κατά την οποία η ακυρότητα πράξεως δεν έχει σημασία, αν με την ίδια την πράξη επιτεύχθηκε ο σκοπός της.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι είναι δυνατή η αναγνώριση αποφάσεως, ακόμη και αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν επιδόθηκε κανονικά στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, πέτυχε όμως τον σκοπό του, επιδιδόμενο αυτοπροσώπως στον εναγόμενο έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
6.
Η Επιτροπή, στηριζόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου καθώς και στην προαναφερθείσα έκθεση του Jenard, θεωρεί ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως αναφέρει δύο ανεξαρτήτους λόγους αρνήσεως της αναγνωρίσεως και ότι η συνδρομή ενός από τους λόγους αυτούς αρκεί για την άρνηση της αναγνωρίσεως. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η άρνηση της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως, όχι μόνο όταν η επίδοση έγινε μεν κανονικά, αλλ' όχι έγκαιρα, αλλά επίσης και όταν η επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης έγινε μεν έγκαιρα, όχι όμως κανονικά.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατά της απόψεως αυτής μπορούν ασφαλώς να προβληθούν αντιρρήσεις. Θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση πρέπει να ερμηνευθεί έτσι ώστε να διευκολύνει την αναγνώριση των αλλοδαπών αποφάσεων: επομένως, το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, καθόσον συνιστά εξαίρεση από την αρχή της αναγνωρίσεως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Εξάλλου, η εξαίρεση αυτή έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να αμυνθεί και γι' αυτό δεν θα έπρεπε να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντικανονικότητα της επιδόσεως και να θεραπευθούν τα τυχόν ελαττώματα της, εφόσον ο εναγόμενος μπόρεσε να λάβει πραγματικά και έγκαιρα γνώση της δίκης. Τέλος, προς στήριξη της απόψεως ότι η κανονικότητα της επιδόσεως επιτελεί δευτερεύοντα μόνο ρόλο, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 20, παράγραφος 2, της συμβάσεως, στο οποίο δεν αναφέρεται ρητά η κανονικότητα.
Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτές τις ενδεχόμενες αντιρρήσεις, ισχυριζόμενη, καταρχάς, ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως προβλέπει ως προϋπόθεση, προς το συμφέρον του εναγομένου, όχι μόνο το κανονικόν, αλλά και το έγκαιρον της επιδόσεως. Αυτό δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη της, ότι το κανονικόν της επιδόσεως έχει μόνο δευτερεύουσα σημασία. Το κανονικόν, υπογραμμίζει η Επιτροπή, συνιστά εξίσου ουσιώδη προϋπόθεση της αναγνωρίσεως αποφάσεως που εκδόθηκε στο πλαίσιο δίκης στην οποία ερημοδίκησε ο εναγόμενος. Εξάλλου, η απαιτούμενη κανονικότητα της επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης έχει ως σκοπό να καταστήσει δυνατό σε κάτοικο κράτους μέλους να πληροφορηθεί με βεβαιότητα ότι ασκήθηκε εναντίον του αγωγή με συγκεκριμένο αίτημα. Κατά την Επιτροπή, η απαίτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι, σε περίπτωση έμμεσης επίδοσης, το εν λόγω έγγραφο πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα του κράτους αναγνωρίσεως. Πρέπει να προστεθεί εν προκειμένω ότι οι διεθνείς συμβάσεις σχετικά με την επίδοση στις αστικές υποθέσεις συνετέλεσαν στην απλούστευση της διαδικασίας επιδόσεως. Γι' αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρέπει να αγνοείται η ελάχιστη απαίτηση της επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης κατά τους προβλεπόμενους από τις εφαρμοστέες διατάξεις τύπους.
Ως προς την αναφορά στο άρθρο 20, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το τρίτο εδάφιο της διατάξεως ορίζει ότι το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το άρθρο 15 της Συμβάσεως της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης έπρεπε να διαβιβαστεί σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει όμως επίσης την απαίτηση του νομότυπου, επιπλέον της υποχρεώσεως έγκαιρης ενημερώσεως του εναγομένου.
Β — Επί του όεντέρον ερωτήματος
1.
Η αναφεσειουσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που η επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης πάσχει ελάττωμα, αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε άρνηση της αναγνωρίσεως, αν αυτό μπορεί να θεραπευθεί, κατ' εφαρμογή των νόμων του κράτους στο οποίο ζητείται η αναγνώριση.
Προτείνει, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι ως προς την κύρωση των αντικανονικών επιδόσεων εφαρμόζονται οι κανόνες του οικείου κράτους.
2.
Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν τίθεται ζήτημα θεραπείας του ελαττώματος της επιδόσεως, παρά μόνο όταν οι κανόνες που εφαρμόζονται επί της οικείας επιδόσεως προβλέπουν τέτοια δυνατότητα θεραπείας. Ισχυρίζεται ότι οι διεθνείς συμβάσεις που εφαρμόζονται πρωτίστως υποκαθίστανται στο εσωτερικό δίκαιο της επιδόσεως των συμβαλλομένων κρατών. Ούτε η Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 ούτε η γαλλογερμανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1961, που έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, προβλέπουν συναφώς θεραπεία των ελαττωμάτων της επιδόσεως.
Ούτε υφίστανται, προσθέτει, επαρκή στοιχεία από τα οποία να συνάγεται η ύπαρξη στο δικονομικό δίκαιο γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία όλα τα ελαττώματα της επιδόσεως θεωρείται ότι θεραπεύονται, εφόσον ο παραλήπτης παρέλαβε πράγματι το επιδοτέο έγγραφο.
3.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τις δυνατότητες θεραπείας που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους αναγνωρίσεως και μπορούν να αποτρέψουν την κύρωση του άρθρου 27, σημείο 2, της συμβάσεως και να καταστήσουν δυνατή την αναγνώριση αλλοδαπής αποφάσεως.
4.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα δικαστήρια του κράτους προελεύσεως, όπως και τα δικαστήρια του κράτους αναγνωρίσεως, έχουν την εξουσία και την υποχρέωση να ελέγχουν την κανονικότητα της επιδόσεως, αλλ' ότι η κανονικότητα της επιδόσεως πρέπει να εξετάζεται μόνον υπό το πρίσμα του δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως.
Αν τα δικαστήρια του κράτους αναγνωρίσεως είχαν, ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, τη διακριτική ευχέρεια να αναγνωρίσουν την απόφαση, θα υπήρχε, κατά την Επιτροπή, ο κίνδυνος, σε περίπτωση αιτήσεως αναγνωρίσεως και εκτελέσεως σε πολλά συμβαλλόμενα κράτη, να οδηγήσει το ζήτημα της αναγνωρίσεως σε διισταμένες απαντήσεις, ενόψει του εσωτερικού δικαίου των διαφόρων συμβαλλομένων κρατών δεν θα εξασφαλιζόταν πλέον η ομοιόμορφη εφαρμογή του άρθρου 27, σημείο 2. Κατά την Επιτροπή, η σύμβαση προβλέπει διττό έλεγχο' εν προκειμένω όμως επίμαχο ζήτημα είναι μόνο η ερμηνεία και εφαρμογή των ίδιων εφαρμοστέων διατάξεων και όχι των διαφορετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου των διαφόρων κρατών αναγνωρίσεως.
Κατά συνέπεια, θεωρεί ότι οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου του κράτους αναγνωρίσεως που αφήνουν τη θεραπεία των ελαττωμάτων της επιδόσεως στην εκτίμηση του δικαστηρίου δεν μπορούν να καταστήσουν δυνατή την αναγνώριση της αποφάσεως.
Μ. Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 3ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-305/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Isabelle Lancray SA, εδρεύουσας στο Neuilly-sur-Seine ( Γαλλία ),
και
Peters und Sickert KG, εδρεύουσας στο Essen ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, F. Α. Schockweiler, G. F. Mancini, T. F. O' Higgins και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
αφού έλαβε υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η Isabelle Lancray SA, εκπροσωπούμενη από τον Heinz-Joachim Freund, δικηγόρο Φρανκφούρτης,
—
η εταιρία Peters und Sickert KG, εκπροσωπούμενη από τον Dieter Eikelau, δικηγόρο Düsseldorf,
—
η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον C Böhmer,
—
η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Régis de Gouttes,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara,
—
η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Friedrich-Wilhelm Albrecht και G. Cherubini,
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Μαρτίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: σύμβαση), δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 27, σημείο 2, της εν λόγω συμβάσεως.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου μεταξύ της Isabelle Lancray SA, ανώνυμης εταιρίας γαλλικού δικαίου, με έδρα το Neuilly-sur-Seine, Γαλλία (στο εξής: Lancray), αφενός, και της Peters und Sickert KG, ετερόρρυθμης εταιρίας γερμανικού δικαίου, με έδρα το Essen, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( στο εξής: Peters ), αφετέρου.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι διάδικοι διατηρούσαν, βάσει συμβάσεως της 2ας Νοεμβρίου 1983, εμπορικές σχέσεις, για τις οποίες είχαν συμφωνήσει ότι θα διέπονταν από το γαλλικό δίκαιο και θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Tribunal de commerce της Nanterre. Διάφορες δυσχέρειες οδήγησαν τη Lancray να προσφύγει δικαστικώς κατά της Peters KG, έτσι ώστε να επιτύχει στις 18 Ιουλίου 1986 από το Amtsgericht του Essen την έκδοση Διατάξεως περί ασφαλιστικών μέτρων, που απαγόρευε στην Peters την πώληση και παράδοση σε τρίτους εμπορευμάτων με το σήμα Lancray από τα αποθέματα της. Στις 30 Ιουλίου 1986 η Lancray άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre, με την οποία ζήτησε να επικυρωθούν τα διαταχθέντα από το Amtsgericht ασφαλιστικά μέτρα, καθώς και να διαταχθούν ορισμένα πρόσθετα μέτρα. Αυθημερόν η αρμόδια γαλλική αρχή διαβίβασε στον πρόεδρο του Landgericht του Essen αιτήσει της Lancray το συνταγμένο στα γαλλικά δικόγραφο της αγωγής, με την οποία η Peters εκαλείτο για τη δικάσιμο της 18ης Νοεμβρίου 1986 ενώπιον του γαλλικού δικαστηρίου, καθώς και το αίτημα να επιδοθεί το εν λόγω έγγραφο στην Peters KG και να αποσταλεί στη γαλλική αρχή η έκθεση επιδόσεως.
4
Στην έκθεση επιδόσεως της 19ης Αυγούστου 1986 η αρμόδια γερμανική αρχή αναφέρει ότι η επίδοση των εγγράφων έγινε προς γραμματέα στα γραφεία της Peters. Στα έγγραφα δεν επισυνάφθηκε γερμανική μετάφραση. Με συστημένη επιστολή απεστάλη στην Peters επιπλέον δικόγραφο στη γαλλική, με κλήτευση της 19ης Σεπτεμβρίου 1986, για τη δικάσιμο της 16ης Δεκεμβρίου 1986 ενώπιον του Tribunal de commerce της Nanterre.
5
Κατόπιν εφέσεως της Peters KG, το Landgericht του Essen ακύρωσε στις 16 Οκτωβρίου 1986 τη Διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων της οποίας την έκδοση από το Amtsgericht είχε επιτύχει η Lancray στις 18 Ιουλίου 1986. Η Peters ενημέρωσε σχετικά το Tribunal de commerce της Nanterre με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 1986, ισχυριζόμενη συγχρόνως ότι οι επιδόσεις δεν είχαν γίνει κανονικά, διότι δεν είχε επισυναφθεί γερμανική μετάφραση.
6
Στη συνέχεια η Peters ερημοδίκησε κατά τη δικάσιμο της 16ης Δεκεμβρίου 1986 και το Tribunal de commerce της Nanterre, με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, δέχθηκε την αγωγή της Lancray. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην Peters με παράδοση στον διαχειριστή της εταίρο, στις 9 Μαρτίου 1987. Με Διάταξη της 6ης Ιουλίου 1987 το Landgericht του Essen αναγνώρισε την απόφαση του Tribunal de commerce της Nanterre στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και επέτρεψε την εκτέλεση της ως προς ορισμένα σημεία.
7
Τότε η Peters άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht, ισχυριζόμενη ότι, βάσει του άρθρου 27, σημείο 2, της συμβάσεως, το αίτημα της Lancray δεν έπρεπε να γίνει δεκτό. Το Oberlandesgericht δέχθηκε την έφεση. Η Lancray άσκησε τότε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesgerichtshof.
8
Πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά το γράμμα του άρθρου 27, σημείο 2, της συμβάσεως, που έχει εφαρμογή, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου:
« Απόφαση δεν αναγνωρίζεται
...
2)
αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί·
... »
9
Το Bundesgerichtshof συμμερίζεται, αφενός, την άποψη του Oberlandesgericht ότι το δικόγραφο της αγωγής με την κλήτευση επιδόθηκε στην Peters έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί. Αφετέρου, συμφωνεί με το Oberlandesgericht ότι η επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης δεν έγινε κανονικά. Κατά την άποψη του, το δικόγραφο της αγωγής με την κλήτευση δεν επιδόθηκε στον διατεθειμένο να την παραλάβει παραλήπτη, αλλά με παράδοση σε γραμματέα στα γραφεία της παραλήπτριας, δηλαδή έγινε έμμεση επίδοση. Σύμφωνα όμως με τις εφαρμοστέες διεθνείς συμβάσεις αυτό θα ήταν δυνατό μόνο αν στο επιδοθέν έγγραφο είχε επισυναφθεί γερμανική μετάφραση, πράγμα που δεν συνέβη. Το Bundesgerichtshof διαπιστώνει, εξάλλου, ότι το Oberlandesgericht έκρινε ανεφάρμοστες τις εθνικές διατάξεις περί θεραπείας των ελαττωμάτων της επιδόσεως, επειδή ο παραλήπτης της δηλώσεως δεν κατείχε τη χρησιμοποιηθείσα ξένη γλώσσα.
10
Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesgerichtshof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Αναγνωρίζεται η απόφαση, κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως ίσχυε αρχικά, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει μεν επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά, έχει όμως επιδοθεί έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί;
2)
Σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως αποφάσεως, διότι το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο επιδόθηκε στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί, όχι όμως και κανονικά, αποκλείει το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως ίσχυε αρχικά, την αναγνώριση της αποφάσεως, ακόμη και όταν οι νόμοι του κράτους όπου ζητείται η αναγνώριση επιτρέπουν τη θεραπεία του ελαττώματος της επιδόσεως; »
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η διαδικασία και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12
Με το πρώτο ερώτημα τίθεται το ζήτημα αν, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, όπως διαπιστώθηκαν από το εθνικό δικαστήριο, το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται να αναγνωριστεί απόφαση που εκδόθηκε ερήμην, σε περίπτωση που το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν επιδόθηκε κανονικά, επιδόθηκε όμως έγκαιρα στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
13
Για την απάντηση αυτού του ερωτήματος πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί αν το προαναφερθέν άρθρο περιέχει δύο ανεξαρτήτους λόγους αρνήσεως της αναγνωρίσεως αλλοδαπής αποφάσεως.
14
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps ( υπόθεση 166/80, Συλλογή 1981, σ. 1593 ), το άρθρο 27, σημείο 2, θέτει δύο προϋποθέσεις, από τις οποίες η μία, που αφορά το κανονικόν της επιδόσεως, απαιτεί απόφαση που εκδόθηκε βάσει της νομοθεσίας του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και των συμβάσεων περί επιδόσεως που το δεσμεύουν, ενώ η άλλη αφορά τον αναγκαίο για την υπεράσπιση του εναγομένου χρόνο και συνεπάγεται την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών.
15
Πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, αν οι δύο προϋποθέσεις του κανονικού και του εγκαίρου που προβλέπονται στην προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, προκειμένου να αναγνωριστεί η αλλοδαπή απόφαση.
16
Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι, βάσει των διαφόρων γλωσσικών διατυπώσεων αυτής της διατάξεως, στο εν λόγω ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση.
17
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την έκθεση εμπειρογνωμόνων για τη Σύμβαση των Βρυξελλών ( ABl. 1979, C 59, σ. 1 ), στην οποία παρατηρείται, σχετικά με το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως ότι « σε περίπτωση εκδόσεως ερήμην αποφάσεως, η σύμβαση εξασφαλίζει στον εναγόμενο διττή προστασία. Πρώτον, το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης πρέπει να έχει επιδοθεί κανονικά ... Δεύτερον, ακόμη και όταν η επίδοση έγινε κανονικά, το δικαστήριο από το οποίο ζητείται η αναγνώριση μπορεί να την αρνηθεί, αν θεωρήσει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν επιδόθηκε έγκαιρα στον εναγόμενο, ώστε να μπορεί να αμυνθεί ».
18
Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι το κανονικόν της επιδόσεως και η υποχρέωση έγκαιρης επιδόσεως του εγγράφου αποτελούν χωριστές και σωρευτικές εγγυήσεις για τον ερημοδικήσαντα εναγόμενο. Συνεπώς, η μη τήρηση μιας από τις δύο αυτές εγγυήσεις αρκεί για την άρνηση της αναγνωρίσεως αλλοδαπής αποφάσεως.
19
Κατά του συμπεράσματος αυτού υποστηρίζεται ότι δεν είναι ανάγκη να απαιτείται κανονική επίδοση, όταν ο εναγόμενος είχε, εν πάση περιπτώσει, αρκετό χρόνο για να προετοιμάσει την άμυνα του. Κατά την ερμηνεία αυτή το κανονικόν της επιδόσεως θα αποτελούσε απλώς μαχητό τεκμήριο για το έγκαιρο της επιδόσεως, τη μόνη προϋπόθεση της οποίας η μη τήρηση συνιστά γνήσιο λόγο αρνήσεως.
20
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αφενός, αυτή η ερμηνεία δυσχερώς συμβιβάζεται προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως και προς την προαναφερθείσα νομολογία. Αφετέρου, μπορεί να καταστήσει εντελώς κενή περιεχομένου την απαίτηση της κανονικής επιδόσεως. Πράγματι, αν σημασία είχε μόνο η έγκαιρη γνώση, οι ενάγοντες θα εισέρχονταν στον πειρασμό να μην ακολουθούν την προβλεπόμενη για την κανονική επίδοση διαδικασία, της οποίας οι απαιτήσεις περιορίστηκαν εξάλλου σημαντικά με διεθνείς συμβάσεις. Αυτό θα οδηγούσε σε σημαντική ανασφάλεια ως προς το ζήτημα αν επιδόθηκαν τα έγγραφα, και θα καθιστούσε, επομένως, αδύνατη την ομοιόμορφη εφαρμογή της συμβάσεως. Τέλος, οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν με βεβαιότητα αν κινήθηκε νομότυπα διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε καταψήφιση και αν είναι, επομένως, αναγκαίο να προετοιμάσουν την άμυνα τους, μια κατάσταση που είναι επίσης ασυμβίβαστη προς τους σκοπούς της συμβάσεως.
21
Πρέπει εξάλλου να αναφερθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1985, Debaecker ( 49/84, Συλλογή 1985, σ. 1779 ), κατά την οποία, ακόμα και αν σκοπός της συμβάσεως είναι, όπως προκύπτει από το προοίμιο της, η απλούστευση των διατυπώσεων για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, ο στόχος αυτός δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων υπερασπίσεως.
22
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζεται αλλοδαπή απόφαση σε περίπτωση αντικανονικής επιδόσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εναγόμενος είχε πράγματι λάβει γνώση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης.
23
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απόφαση που εκδόθηκε ερήμην δεν πρέπει να αναγνωρίζεται σε περίπτωση που το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί κανονικά στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, έχει όμως επιδοθεί έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
24
Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στο δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως να αναγνωρίσει τη θεραπεία ελαττώματος της επιδόσεως κατ' εφαρμογή της εθνικής του νομοθεσίας.
25
Πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως, όπως είναι διατυπωμένο, δεν ρυθμίζει το ζήτημα της θεραπείας των ελαττωμάτων της επιδόσεως.
26
Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί βάσει των διατάξεων περί επιδόσεως αλλοδαπών αποφάσεων.
27
Πρέπει να υπομνηστεί συναφώς το άρθρο IV, παράγραφος 1, του αναφερομένου στο άρθρο 65 της συμβάσεως πρωτοκόλλου της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 ( ΕΕ 1990, C 189, σ. 21 ), που έχει ως εξής:
«Δικαστικά και εξώδικα έγγραφα που συντάσσονται στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους και πρέπει να επιδοθούν σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους διαβιβάζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις συμβάσεις και συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. »
28
Πρέπει να παρατηρηθεί, στη συνέχεια, ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, Pendy Plastic (228/81, Συλλογή 1982, σ. 2723 ), έκρινε ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, χωρίς να εναρμονίζουν τα διάφορα συστήματα επιδόσεως δικογράφων στην αλλοδαπή που ισχύουν στα κράτη μέλη, έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν στον εναγόμενο την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του. Για τον σκοπό αυτό ο έλεγχος του αν η επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου έγινε κανονικά ανατέθηκε ταυτόχρονα στον δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και στον δικαστή του κράτους της εκτελέσεως.
29
Επιβάλλεται επιπλέον η διαπίστωση ότι η σύμβαση δεν περιέχει διατάξεις σχετικά με το εφαρμοστέο επί του εν λόγω ελέγχου δίκαιο. Δεδομένου ότι οι διατάξεις περί της επιδόσεως του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου συνιστούν τμήμα της δικονομίας του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, στο ερώτημα σχετικά με το κανο-νικόν αυτής της επιδόσεως μπορεί να δοθεί απάντηση μόνο βάσει του δικαίου που εφαρμόζεται ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων.
30
Επομένως, το ζήτημα της θεραπείας των ελαττωμάτων της επιδόσεως διέπεται από το δίκαιο αυτό.
31
Στο δεύτερο ερώτημα προσήκει, επομένως, η απάντηση ότι το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το ζήτημα της θεραπείας ελαττωμάτων της επιδόσεως διέπεται από το δίκαιο του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesgerichtshof, με Διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 27, σημείο 2, της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 γιο τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απόφαση που εκδόθηκε ερήμην δεν πρέπει να αναγνωρίζεται σε περίπτωση που το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί κανονικά στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, έχει όμως επιδοθεί έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί.
2)
Το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το ζήτημα της θεραπείας ελαττωμάτων της επιδόσεως διέπεται από το δίκαιο του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεθνών συμβάσεων.
Κακούρης
Schockweiler
Mancini
Ο' Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 3 Ιουλίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η Γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy