ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-330/88 ( *1 )
Ι — Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
1.
Από τον Μάρτιο 1980 ο Grifoni πραγματοποίησε επανειλημμένα παροχές, ως ανάδοχος έργων λευκοσιδηρουργίας και σιδηρουργίας για λογαριασμό του Κοινού Κέντρου Ερευνών. Οι παροχές αυτές πραγματοποιήθηκαν βάσει προκαθορισμένης συμβάσεως-πλαισίου, καταρχάς κατόπιν προσφοράς που υπέβαλε στις 21 Νοεμβρίου 1979 και κατόπιν μεταγενέστερης προσφοράς της 10ης Μαρτίου 1984, την οποία δέχτηκε η Επιτροπή με συστημένη επιστολή της 21ης Μαΐου 1984. Αυτή η σύμβαση-πλαίσιο περιείχε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες ρήτρες:
α)
ρήτρα που προβλέπει ότι, κατ' απόκλιση από το άρθρο 17 της συγγραφής υποχρεώσεων, εφαρμόζεται το ιταλικό δίκαιο (άρθρο 16)·
β)
ρήτρα που παραπέμπει στο άρθρο 16 της συγγραφής υποχρεώσεων που εφαρμόζεται στις συμβάσεις που συνάπτει η Επιτροπή' το άρθρο αυτό αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την εκτέλεση ή την ερμηνεία της συμβάσεως ( άρθρο 17 )·
γ)
ρήτρα σύμφωνα με την οποία ο Grifoni έπρεπε να αμείβεται βάσει του καταλόγου των τιμών των κτιριακών εργασιών στο Μιλάνο (Elenco Prezzi delle Opere Edili in Milano), που εκδίδεται από το εμπορικό, βιομηχανικό, τεχνικό και γεωργικό επιμελητήριο του Μιλάνου ( άρθρο 3 )·
δ)
ρήτρα που προβλέπει ότι η σύμβαση ισχύει επί ένα έτος από της ημερομηνίας της πρώτης παραγγελίας ( άρθρο 2 ) ·
ε)
ρήτρα που ορίζει ότι αν, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως των εργασιών, παραστεί ανάγκη πραγματοποιήσεως εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στην παραγγελία, οι εργασίες αυτές θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προηγουμένης γραπτής αδείας της διευθύνσεως των εργασιών αφού η επιχείρηση προσκομίσει λεπτομερή και οριστικό λογαριασμό. Κάθε εργασία nou εκτελείται υπό διαφορετικές συνθήκες δεν αναγνωρίζεται ούτε αμείβεται. Ο λογαριασμός υπολογίζεται κατά το μέτρο του δυνατού βάσει των τιμών που αναγράφονται στον κατάλογο τιμών των εργασιών κατασκευής στο Μιλάνο· οι τιμές που δεν αναγράφονται στον κατάλογο αυτό συμφωνούνται όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 ( άρθρο 6 )·
στ)
αυτό το άρθρο 3, παράγραφος 2, περιλαμβάνει ρήτρα σύμφωνα με την οποία τα κεφάλαια που ενδεχομένως δεν αναγράφονται στον κατάλογο τιμών θα αποτελέσουν αντικείμενο συμφωνίας, κατά περίπτωση, αφού προσκομιστεί λεπτομερής ανάλυση'
ζ)
ρήτρα σύμφωνα με την οποία καταγράφονται λογιστικώς τα πραγματικά έξοδα των εργασιών ( άρθρο 7 ).
2.
Βάσει αυτής της συμβάσεως-πλαισίου, η Επιτροπή συμφώνησε πολλές παραγγελίες με την επιχείρηση Grifoni, με τις οποίες ο Grifoni ανελάμβανε κάθε φορά την εκτέλεση διαφόρων εργασιών στις παραγγελίες αυτές, μερικές από τις οποίες έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα απαντήσεως, υπενθυμιζόταν ότι η ποσότητα που αναγραφόταν σ' αυτές ήταν ενδεικτική και ότι η λογιστική καταχώρηση των εργασιών θα επραγματοποιείτο « βάσει των πραγματικών εξόδων, αναλόγως των πραγματικών ποσοτήτων» (στοιχείο Β της παραγγελίας ).
3.
Εξάλλου, κάθε παραγγελία περιελάμβανε επίσης τη ρήτρα G, που ήταν διατυπωμένη όπως το προαναφερθέν άρθρο 6 της συμβάσεως-πλαισίου. Σε κάθε παραγγελία προβλεπόταν επίσης ότι « κάθε εργασία η οποία εκτελείται υπό διαφορετικές συνθήκες από αυτές που προαναφέρθηκαν δεν θα αναγνωρίζεται ούτε θα αμείβεται ».
4.
Όταν, το Μάιο 1987, διακόπηκαν οι σχέσεις του Grifoni με την Επιτροπή, ο Grifoni θεώρησε ότι κατά τα προηγούμενα έτη η Επιτροπή του όφειλε ακόμη τουλάχιστον 450597910 ιταλικές λίρες (LIT). Ζήτησε την καταβολή του υπολοίπου αυτού, το οποίο θεωρούσε ότι εξακολουθεί να του οφείλεται. Δεδομένου ότι η Επιτροπή αρνήθηκε την αιτηθείσα καταβολή, ο Grifoni άσκησε την παρούσα αγωγή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
5.
Η αγωγή του Grifoni πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Νοεμβρίου 1988.
6.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο τέταρτο τμήμα.
7.
Ο ενάγων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει, παρά κάθε αντίθετο αίτημα και υπό την επιφύλαξη περισσότερο ενδεδειγμένων δηλώσεων του, την παράβαση της ΕΚΑΕ, και να την υποχρεώσει να του καταβάλει το ποσό των 450597910 LIT, εντόκως και υπολογιζόμενης της νομισματικής ανατιμήσεως από της ημερομηνίας από της οποίας οφείλεται το ποσό μέχρι της καταβολής του ποσού, ή άλλο ποσό που θα θεωρηθεί ορθό, και να του αποκαταστήσει κάθε μεταγενέστερη ζημία, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας διαφοράς.
8.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή,
—
να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III — Βάσεις της αγωγής και επιχειρήματα των διαδίκων
9.
Ο Grifoni εκθέτει στην αγωγή του ότι, λόγω του ιδιαιτέρου μηχανισμού πληρωμής που χρησιμοποιεί η Επιτροπή, δεν αμείφθηκε σύμφωνα με ό,τι είχε συμφωνηθεί, δηλαδή βάσει των πραγματικών δαπανών.
10.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως της, αναζητεί κατ' αρχάς το νόημα της αγωγής. Κατά την άποψη της, στην πράξη ο ενάγων ζητεί την αμοιβή συμπληρωματικών εργασιών. Η Επιτροπή εξετάζει δύο πιθανές περιπτώσεις: την περίπτωση ουσιαστικού λάθους κατά τους υπολογισμούς που περιέχονται στα προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία χαρακτηρίζει ως αποδείξεις, και την περίπτωση πραγματικής υπάρξεως συμπληρωματικών εργασιών που εκτελέστηκαν κατά τροποποίηση της παραγγελίας.
11.
Όσον αφορά τη πρώτη περίπτωση, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο ενάγων φέρει το βάρος αποδείξεως ουσιαστικού λάθους. Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, η Επιτροπή επικαλείται τη ρήτρα σύμφωνα με την οποία η εκτέλεση εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στην παραγγελία απαιτεί προηγούμενη έγγραφη άδεια της διευθύνσεως των εργασιών, την οποία ουδέποτε έδωσε η Επιτροπή. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ενάγοντος είναι αβάσιμος.
Α — Επί τον χαρακτηρισμού των προσκομισθέντων εγγράφων (αποδείξεις ή λογαριασμοί;)
12.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα αντικρούσεως της, υποστηρίζει ότι οι εργασίες έπρεπε πράγματι να καταχωρισθούν λογιστικώς βάσει των πραγματικών δαπανών, σύστημα σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται το σύστημα κατ' απο-κοπήν αμοιβής της εργασίας και αμείβονται οι πράγματι παρασχεθείσες παροχές, ακόμη και αν ενδεχομένως διαφέρουν από αυτές που είχαν αρχικώς αποτελέσει το αντικείμενο της παραγγελίας. Θεωρεί όμως, προσκομίζοντας ορισμένες έγγραφες παραγγελίες καθώς και τα αντίστοιχα έγγραφα, τα οποία χαρακτηρίζει ως αποδείξεις, ότι οι εργασίες που πραγματοποίησε ο ενάγων καταχωρίσθηκαν λογιστικά και αμείφθηκαν πράγματι σύμφωνα με το συμφωνηθέν σύστημα, δηλαδή βάσει των πραγματικών δαπανών. Η πληρωμή του ποσού που αναγράφεται στην απόδειξη έθεσε τέρμα στην έννομη σχέση.
13.
Το σημείωμα που φέρει τον τίτλο « Λογιστικό υπόλοιπο », το οποίο προσκόμισε ο ενάγων και το οποίο εμφανίζει υπέρ αυτού πιστωτικό υπόλοιπο, δεν είναι δικαιολογημένο, διότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο ενάγων δεν μπορεί να αξιώσει να αμειφθεί δεύτερη φορά για εργασίες για τις οποίες αμείφθηκε ήδη βάσει της αρχής της λογιστικής καταχωρίσεως βάσει των πραγματικών δαπανών, με επίδειξη αποδείξεων που έφεραν τη μνεία « Τελική κατάσταση των εργασιών ».
14.
Ο Grifoni, στο υπόμνημα απαντήσεως του, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να προσκομίσει έγγραφα, τα οποία εσφαλμένα χαρακτηρίζει ως « αποδείξεις », ενώ, κατά την άποψη του, πρόκειται για «λογαριασμούς» των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί δεν μπορούν, κατά την άποψη του ενάγοντος, να ελευθερώσουν την εναγομένη. Υπογραμμίζει ότι οι αποδείξεις που συντάχθηκαν κανονικά κατόπιν των πραγματοποιηθεισών καταβολών αμοιβής δεν συμπεριλαμβάνονται στα προσκομισθέντα έγγραφα.
Β — Επί τον μηχανισμού mv χρησιμοποιείται για τις παραγγελίες και την καταβολή της αμοιβής
15.
Ο Grifoni, στο υπόμνημα απαντήσεως του, υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της επιχειρήσεως Grifoni με την Επιτροπή δεν χαρακτηρίζονταν ποτέ από την τυπικότητα που προβλέπεται απλώς για λόγους λογιστικής. Κατά την άποψη του Grifoni οι παροχές της επιχειρήσεως Grifoni προς το Κοινό Κέντρο Ερευνών συμφωνήθηκαν προφορικώς· ο μόνος λόγος για τον οποίο συντάχθηκαν κατόπιν κάθε φορά οι παραγγελίες και οι λογαριασμοί, χωρίς εντούτοις να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη το τι είχε πράγματι συμφωνηθεί και πραγματοποιηθεί, ήταν να δοθεί στα όργανα που είχαν το καθήκον αυτό η δυνατότητα να προβούν στη σχετική καταβολή αμοιβής. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι κατά τη λογιστική καταχώρηση ελήφθησαν υπόψη εργασίες που δεν προβλέπονταν στην παραγγελία δε σημαίνει ότι αποκλείεται να πραγματοποίησε η επιχείρηση Grifoni στην προκειμένη περίπτωση επιπλέον εργασίες, εκτός από αυτές που καταχωρήθηκαν λογιστικώς, αλλά αντίθετα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιχείρηση Grifoni πραγματοποιούσε τις εργασίες αυτές ανεξαρτήτως του περιεχομένου της σχετικής παραγγελίας.
16.
Στο σημείο αυτό η Επιτροπή, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένοι οι ισχυρισμοί του Grifoni. Επικαλείται σχετικά το άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77 ), σύμφωνα με το οποίο μια παραγγελία δεν μπορεί να δοθεί αν δεν έχει προηγουμένως γίνει ανάληψη με εγγυητική κάλυψη της παραγγελίας υπέρ εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η παραγγελία αυτή. Η Επιτροπή προσθέτει, αναφέροντας παραδείγματα, ότι το άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού λειτουργεί με ιδιαιτέρως απλό και ταχύ τρόπο. Υπενθυμίζει επίσης το άρθρο 6 της συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της επιχειρήσεως Grifoni σύμφωνα με το οποίο οι αποκλίσεις ή οι συμπληρωματικές εργασίες πρέπει να αποτελούν αντικείμενο γραπτού προϋπολογισμού και δεν μπορούν να εκτελεστούν εφόσον δεν έχουν εγκριθεί από τον υπεύθυνο του τμήματος « υποδομής » του Κοινού Κέντρου Ερευνών. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αν ήταν δικαιολογημένα τα πρόσθετα αιτήματα του Grifoni, η καταβολή της αμοιβής θα εξασφαλιζόταν χάρη σε απλοποιημένη διαδικασία (θεώρηση για άδεια και πρόσθετη ανάληψη δαπανών), λόγω όμως του ότι η επιχείρηση Grifoni έδειξε τηντάση να αγνοεί τον.κανόνα αυτό, ο προϊστάμενος του τμήματος «υποδομής » του Κοινού Κέντρου Ερευνών της απηύθυνε επιστολή με την οποία της υπενθύμιζε το κανόνα αυτό.
17.
Ο Grifoni, στο υπόμνημα απαντήσεως του, αναπτύσσει λεπτομερώς τον μηχανισμό ο οποίος, κατά την άποψη του, χρησιμοποιήθηκε στις σχέσεις του με την Επιτροπή για να αποφευχθούν οι προβλεπόμενες για την καταβολή της αμοιβής διατυπώσεις: κάθε φορά οι λογαριασμοί καταρτίζονταν μόνον βάσει των αναληφθέντων ποσών ( κατά την άποψη του ενάγοντος όλοι οι λογαριασμοί είναι πάντοτε κατά μερικές ιταλικές λίρες κατώτεροι του ποσού των σχετικών παραγγελιών), χωρίς αντίθετα να λαμβάνονται υπόψη οι κάθε φορά πράγματι εκτελεσθείσες εργασίες και επομένως οι εργασίες για τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί αμοιβή. Κατά την άποψη του ενάγοντος η Επιτροπή υποδήλωνε στην επιχείρηση Grifoni το ποσό των διαφόρων λογαριασμών, ετοιμάζοντας το σχέδιο των λογαριασμών αυτών. Η επιχείρηση αυτή αντέγραφε τους λογαριασμούς σε χαρτί αλληλογραφίας που έφερε τα στοιχεία της, και τους απέστελλε στη συνέχεια στην Επιτροπή για να καταβληθεί η αμοιβή. Κατά την άποψη του ενάγοντος ο μηχανισμός αυτός είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια ότι η επιχείρηση Grifoni μπορούσε να αμείβεται όχι ανάλογα με τις παροχές που προσέφερε πραγματικά, αλλά με αποκλειστική αναφορά στο ποσό για το οποίο είχε αναληφθεί η δαπάνη μέσω της παραγγελίας. Ο Grifoni υπογραμμίζει ότι, δεδομένου ότι οι εργασίες που πραγματοποίησε η επιχείρηση] του αντιστοιχούσαν όμως σχεδόν πάντοτε σε ποσό ανώτερο από αυτό που είχε αναληφθεί με τη σχετική παραγγελία, η επιχείρηση κατέληξε να έχει έναντι της Επιτροπής συνεχώς αυξανόμενο πιστωτικό υπόλοιπο.
18.
Ο Grifoni εκθέτει εξάλλου τις μεθόδους με τις οποίες η Επιτροπή κατέβαλε την αμοιβή για τις συμπληρωματικές εκτελεσθείσες εργασίες (κατάρτιση λογαριασμών για ανώτερο ποσό, συμπληρωματικές παραγγελίες για ήδη εκτελεσθείσες εργασίες). Όσον αφορά την εφαρμογή της ρήτρας G των παραγγελιών, σύμφωνα με την οποία για να εκτελεστούν εργασίες μη περιλαμβανόμενες στην παραγγελία έπρεπε να ληφθεί προηγούμενη γραπτή άδεια από τη διεύθυνση των εργασιών, ο ενάγων υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για « συμπληρωματικές εργασίες » και ότι δεν εφαρμόζεται η ρήτρα αυτή, διότι αποκλείστηκε από τη συμπεριφορά των συμβαλλομένων, συμπεριφορά που στην προκειμένη περίπτωση επιβλήθηκε στον ασθενέστερο συμβαλλόμενο.
19.
Ο Grifoni υποστηρίζει ότι αντελήφθη αμέσως την κατάσταση αυτή, η Επιτροπή όμως τον υποχρέωσε να δεχτεί την κατάσταση αυτή, εγγυόμενη, αφενός, ότι τα ανώτερα ποσά θα του καταβάλλονταν μέσω πλασματικών παραγγελιών και απειλώντας τον, αφετέρου, ότι, αν δεν δεχόταν, δεν θα του ανέθετε άλλες εργασίες στο μέλλον. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που δημιούργησε η Επιτροπή στον Grifoni.
20.
Ο Grifoni, υπογραμμίζοντας ότι οι παραγγελίες της Επιτροπής δεν είχαν καμία σχέση με την πράγματι ανατεθείσα και εκτελεσθείσα εργασία ούτε με τις πραγματικές ημερομηνίες εκτελέσεως των εργασιών, επιρρίπτει την έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ των παραγγελιών και της πραγματικής εκτελέσεως των εργασιών στην Επιτροπή. Κατά την άποψη του Grifoni, η Επιτροπή ήταν εκείνη που δεν τήρησε τους τύπους. Ο Grifoni εξηγεί λεπτομερώς την κατάσταση αυτή αναφέροντας παραδείγματα αντλούμενα από τα έγγραφα που έχει επισυνάψει στο υπόμνημα απαντήσεως του και επισημαίνει τρία σημεία:
—
η ύπαρξη στην Επιτροπή απλοποιημένης διαδικασίας, την οποία ο Grifoni χαρακτηρίζει ως «αμέσου ενεργείας», όταν πρόκειται για παραγγελίες που αφορούν ποσό μικρότερο των 7300000 LIT, η ανάληψη του οποίου γίνεται με την έκδοση του προβλεπόμενου σχετικά « δελτίου παραγγελίας ».
—
το γεγονός ότι με τις παραγγελίες — αγορές-συμβάσεις-πλαίσια — δεν είναι δυνατόν να αναληφθούν ποσά ανώτερα των 75—80 εκατομμυρίων LIT·
—
το γεγονός ότι στο πλαίσιο μιας παραγγελίας η καλούμενη νέα τιμή, δηλαδή η τιμή των εργασιών που δεν προβλέπονται στον ισχύοντα κατάλογο του εμπορικού επιμελητηρίου του Μιλάνου, δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50 ο/ο της αξίας της ίδιας της παραγγελίας.
21.
Η Επιτροπή, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, υποστηρίζει ότι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί του ενάγοντος είναι εσφαλμένοι. Υπογραμμίζει ότι ο ενάγων βασίζεται σε διαδικασίες ανύπαρκτες ή αλλοιωμένες, ιδίως όσον αφορά τις παραγγελίες με « απευθείας συμφωνία» τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει εσφαλμένα ως «αμέσου ενεργείας». Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει ότι οι εργασίες, που αφορούν ποσό κατώτερο των 5000 ECU ( περίπου 7500000 LIT ), μπορούν να γίνουν χωρίς διαγωνισμό εκτιμήσεως προσφορών και ότι μπορεί να γίνει παραγγελία με « απευθείας συμφωνία». Απευθείας συμφωνία σημαίνει, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονται με έναν μόνο προμηθευτή, και ο εντολεύς είναι υποχρεωμένος να συνάψει συμφωνία σε ενδεδειγμένες τιμές.
22.
Η Επιτροπή εξηγεί ότι στην πράξη συμβαίνουν τα εξής: ζητείται από μία επιχείρηση να κάνει προσφορά' αν η προσφορά δεν φθάνει τις 5000 ECU και η τιμή είναι ενδεδειγμένη, συνάπτεται η παραγγελία· αν η προσφορά υπερβαίνει τις 5000 ECU, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ακολουθεί η διαδικασία διαγωνισμού εκτιμήσεως προσφορών. Στην περίπτωση που αναφέρει ο Grifoni, πρόκειται για προσφορά ύψους 10600000 LIT, η οποία δεν μπόρεσε να γίνει δεκτή με απευθείας συμφωνία. Κατά συνέπεια, η επιχείρηση Grifoni, για να αποφύγει τον διαγωνισμό εκτιμήσεως προσφορών, παραιτήθηκε από ένα μέρος των αξιώσεων της και έκανε νέα προσφορά για 7300000 LIT, λαμβάνοντας έτσι την παραγγελία. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε να ρυθμιστεί διαφορετικά η καταβολή του υπόλοιπου ποσού των 3300000 LIT δεν ανταποκρίνεται, κατά την άποψη της Επιτροπής, στην πραγματικότητα.
23.
Εξάλλου η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα γεγονότα διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος σύμφωνα με τους οποίους ήταν χρεωμένος διότι έπρεπε να εκτελέσει προκαταβολικώς εργασίες που η Επιτροπή θα πλήρωνε με καθυστέρηση. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι οι λογαριασμοί συμπίπτουν στην πράξη με το ποσό των διαφόρων παραγγελιών δεν αποδεικνύει ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ των αναληφθέντων ποσών και των εργασιών που εκτελέστηκαν και αμείφθηκαν στην πραγματικότητα. Κατά την άποψη της Επιτροπής η αντιστοιχία οφείλεται στο γεγονός ότι οι παραγγελίες διαμορφώθηκαν βάσει συμφωνίας τιμών, δηλαδή βάσει ενιαίων τιμών που προσέφερε η επιχείρηση σε διαγωνισμό εκτιμήσεως προσφορών.
Γ — Επί των αποδεικτικών μέοων
24.
Ο Grifoni, στο υπόμνημα απαντήσεως του, θεωρεί ότι η έκβαση της υποθέσεως εξαρτάται από το αν είναι αληθείς οι ισχυρισμοί της εναγομένης. Για να αποδείξει τους ισχυρισμούς αυτούς προσκομίζει μεγάλο αριθμό εγγράφων που αποδεικνύουν, κατά την άποψη του:
—
την ύπαρξη εργασιών που παραγγέλθηκαν προφορικώς και εκτελέστηκαν χωρίς να ληφθεί διόλου υπόψη η γραπτή παραγγελία εργασιών, για τις οποίες καταρτίστηκε γραπτή παραγγελία όταν οι εργασίες είχαν ήδη περατωθεί·
—
την έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ του τι παραγγέλθηκε τυπικά και τι πράγματι συμφωνήθηκε και παρασχέθηκε κατόπιν των συμφωνιών που συνήφθησαν πράγματι·
—
την πλήρη έλλειψη βάσεως των λογαριασμών σύμφωνα με τους οποίους καταβλήθηκε αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγων.
25.
Ο Grifoni προσθέτει επίσης ότι η απόδειξη αυτή μπορεί να γίνει με τον έλεγχο των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και με αυτοψία. Για τον σκοπό αυτό ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων. Θεωρεί ότι η εναγομένη φέρει το βάρος να αμφισβητήσει, με ιδιαίτερα επιχειρήματα, τη μη εκτέλεση και/ή την εσφαλμένη εκτίμηση των εργασιών που ο Grifoni ισχυρίζεται ότι εξετέλεσε χωρίς να αμειφθεί. Ζητεί επιπλέον από το Δικαστήριο να ελέγξει τις εργασίες που εξετέλεσε πράγματι η επιχείρηση Grifoni και να υπολογίσει τα ποσά που του οφείλονται για τον λόγο αυτό με τη βοήθεια όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 45, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Υπέβαλε στο Δικαστήριο κατάλογο των μαρτύρων που μπορούν να βεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του και υπογράμμισε ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων καθώς και στη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με την οποία θα αποδειχθεί:
—
ποιες είναι οι εργασίες που πράγματι εκτέλεσε η επιχείρηση Grifoni·
—
ποια είναι τα ποσά που του οφείλονται για την εκτέλεση των εργασιών αυτών·
—
ποια ποσά του καταβλήθηκαν·
—
ποια είναι τα ποσά που η εναγομένη οφείλει ακόμη στον Grifoni.
26.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του το αίτημα του ενάγοντος σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που θα δεχτεί το Δικαστήριο. Θεωρεί ότι η προσωπική υποβολή ερωτήσεων δεν οδηγεί σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ενώ η πραγματογνωμοσύνη που ζητείται να διαταχθεί είναι είτε άχρηστη είτε απαράδεκτη, στο μέτρο που το αντικείμενο της δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του πραγματογνώμονα. Πράγματι, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν εναπόκειται σε πραγματογνώμονα, αλλά στην επιχείρηση Grifoni, να αποδείξει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών. Επιπλέον, για να αποδειχτεί ποια είναι τα ενδεχόμενα ποσά που οφείλονται ακόμη στον ενάγοντα, δεν υπάρχει ανάγκη πραγματογνώμονος ή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, λόγω του ότι τα κριτήρια καθορισμού των τιμών αναγράφονται στη σύμβαση.
27.
Εξάλλου η Επιτροπή θεωρεί ότι η διά μαρτύρων απόδειξη είναι απαράδεκτη λόγω του ότι ο ενάγων δεν διευκρινίζει σχετικά με ποιο αποδεικτικό στοιχείο θα πρέπει να καταθέσουν οι μάρτυρες. Αυτού του είδους η απόδειξη απαγορεύεται από το άρθρο 2722 του ιταλικού Αστικού Κώδικα και από την προαναφερθείσα ειδική συμβατική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία κάθε τροποποίηση της συμβάσεως πρέπει να αποτελεί αντικείμενο γραπτής συμφωνίας.
Δ — Επί της υπάρξεως νέον ισχυριομοΰ
28.
Ο ενάγων, στις προτάσεις του επί της απαντήσεως, ζητεί διαφορετικό ποσό από αυτό που ζητούσε αρχικώς στο δικόγραφο της αγωγής. Διευκρινίζει ότι στο δικόγραφο της αγωγής παρέλειψε να εκτιμήσει ειδικά το οφειλόμενο ποσό για τη δραστηριότητα που ανέπτυξε στο πλαίσιο της εκτελέσεως άλλων παραγγελιών, για την τοποθέτηση υδρορροων στέγης, περιζωμάτων στέγης και για την κατεδάφιση στεγών, ότι άφησε κενό το οφειλόμενο για τις εργασίες αυτές ποσό. Επισημαίνει ότι, κατόπιν των διευκρινίσεων που παρέσχε το εμπορικό επιμελητήριο του Μιλάνου, κατέστη τελικά δυνατή, κατά το στάδιο της απαντήσεως, η εκτίμηση των εργασιών αυτών. Υποστηρίζει ότι κατά τα λοιπά τα ποσά που οφείλονται ακόμη στην επιχείρηση Grifoni αφορούν εργασίες για τις οποίες δεν κατεβλήθη ακόμη καμία αμοιβή ή εργασίες για τις οποίες κατεβλήθη αμοιβή, μικρότερη από το πράγματι οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με ό,τι είχε συμφωνηθεί κατά τη σύμβαση-πλαίσιο των διαδίκων. Κατά συνέπεια εκτιμά ότι το συνολικό ποσό που του οφείλει η Επιτροπή ανέρχεται σε 993494064 LIT.
29.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ενάγων, με το υπόμνημα απαντήσεως του, μετέβαλε τα προηγούμενα αιτήματα του. Θεωρεί ότι η μεταβολή αυτή αποτελεί νέο ισχυρισμό που απαγορεύεται κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
30.
Όσον αφορά τα τελικά αιτήματα του ενάγοντος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το 80% περίπου του αιτουμένου από τον ενάγοντα ποσού κατατάσσεται στην κατηγορία διάφορα, πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι το ποσό αυτό εκφεύγει λεπτομερούς αναλύσεως.
31.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αίτημα να υποχρεωθεί σε καταβολή 993494064 LIT υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτο, και ζητεί
από το Δικαστήριο να απορρίψει όλα τα άλλα αιτήματα που διατυπώθηκαν στο δικόγραφο της αγωγής.
Κ. Ν. Κακούρης εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τέταρτο τμήμα
της 5ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-330/88,
Alfredo Grifoni, κύριος της ομώνυμης επιχειρήσεως, κάτοικος Ispra ( Varese ), Ιταλία, via G. Galilei, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τους Michele Tamburini και Franco Colussi, δικηγόρους Μιλάνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Franco Colussi, 36, rue de Wiltz,
ενάγων,
κατά
Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΚΑΕ), εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την οποία υπερασπίζεται ο Sergio Fabro, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον ενάγοντα, Grifoni, χρηματικό ποσό για τις εργασίες που πραγματοποίησε για λογαριασμό του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην Ispra, στο πλαίσιο εκτελέσεως συμβάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους Μ. Diez de Velasco, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Ρ. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Νοεμβρίου 1988, ο Alfredo Grifoni, κύριος επιχειρήσεως ειδικευμένης στην παροχή υπηρεσιών λευκοσιδηρουργίας και σιδηρουργίας, άσκησε, δυνάμει των άρθρων 153 και 188, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπϊκών Κοινοτήτων. Ζητεί από το Δικαστήριο να την υποχρεώσει να του καταβάλει χρηματικό ποσό ως αντιπαροχή για την εκτέλεση εργασιών που πραγματοποίησε βάσει συμβάσεως-πλαισίου.
2
Ο Grifoni υποστηρίζει ότι, αφού του κατακυρώθηκε κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού σύμβαση που είχε ως αντικείμενο την εκτέλεση ορισμένων έργων της ειδικότητας του, συνήψε σόμβαση-πλαίσιο κατόπιν προσφοράς που είχε υποβάλει στις 21 Νοεμβρίου 1979 και μεταγενέστερης προσφοράς της 10ης Μαρτίου 1984, την οποία δέχτηκε η Επιτροπή με συστημένη επιστολή της 21ης Μαΐου 1984. Βάσει της συμβάσεως αυτής, πραγματοποίησε επανειλημμένα, από τον Μάρτιο του 1980 μέχρι τον Μάιο του 1987, οπότε διακόπηκαν οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ του Grifoni και της Επιτροπής, διάφορες εργασίες για λογαριασμό του Κοινού Κέντρου Ερευνών στην Ispra, κατόπιν παραγγελιών της Επιτροπής.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι ρήτρες της συμβάσεως-πλαισίου, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι βάσεις της αγωγής και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Ο Grifoni υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα σύμβαση-πλαίσιο η αμοιβή του έπρεπε να βασιστεί στο πραγματικό κόστος των εργασιών που είχε εκτελέσει σύμφωνα με την παραγγελία και ότι η Επιτροπή, παρ' ότι ο Grifoni ζήτησε επανειλημμένως την αμοιβή του, δεν προέβη σε ολοσχερή καταβολή των ποσών που του οφείλονταν. Για τον λόγο αυτό ζητεί την καταβολή ποσού το οποίο όρισε αρχικώς σε 450597910 ιταλικές λίρες ( LIT) για να το μεταβάλει στη συνέχεια, με το υπόμνημα απαντήσεως του, σε 933494064 LIT, εντόκως και λαμβανομένης υπόψη της νομισματικής ανατιμήσεως.
5
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αγωγή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και μιας ρήτρας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση-πλαίσιο και η οποία αναθέτει στο Δικαστήριο αποκλειστική αρμοδιότητα για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την εκτέλεση ή την ερμηνεία της συμβάσεως.
6
Οι ισχυρισμοί του Grifoni, όπως αυτοί εκτίθενται στο υπόμνημα απαντήσεως, και οι δηλώσεις του κατά την προφορική διαδικασία, είναι τέσσερις. Ο Grifoni ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε:
α)
παροχές που εκτελέστηκαν βάσει προφορικών παραγγελιών, οι οποίες καλύφθηκαν στη συνέχεια εν μέρει με γραπτές παραγγελίες. Αμείφθηκε μόνο για τις καλυπτόμενες από γραπτές παραγγελίες παροχές·
β)
παροχές που εκτελέστηκαν πλήρως βάσει προφορικών παραγγελιών·
γ)
παροχές που εκτελέστηκαν βάσει γραπτών παραγγελιών, οι οποίες διευρύνθηκαν στη συνέχεια με προφορικές παραγγελίες· αμείφθηκε μόνο για τις καλυπτόμενες από τις γραπτές παραγγελίες παροχές·
δ)
παροχές που εκτελέστηκαν σύμφωνα με γραπτές παραγγελίες, των οποίων όμως η λογιστική καταχώριση υπήρξε ανακριβής.
7
Πρέπει καταρχάς να εξεταστεί η ομάδα των περιπτώσεων α ) και β ): Ο Grifoni ισχυρίζεται ότι δικαιούται συμπληρωματικών αμοιβών διότι, βάσει της συμβάσεως-πλαισίου, πραγματοποίησε διάφορες εργασίες τις οποίες η Επιτροπή του παρήγγειλε προφορικώς. Στη συνέχεια για τις προφορικές αυτές παραγγελίες συντάχθηκαν γραπτές παραγγελίες, από τις οποίες ορισμένες μόνο κάλυπταν πλήρως το περιεχόμενο των προφορικών παραγγελιών. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις οι παραγγελίες ήταν μόνο προφορικές και δεν ακολούθησε στη συνέχεια γραπτή καταχώριση τους.
8
Καταρχάς πρέπει να επισημανθεί σχετικά ότι, δυνάμει του άρθρου 50, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977, εφαρμοζομένου επί του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77 ), οι συμβάσεις προμηθειών που αφορούν αγορές και μισθώσεις αγαθών, παροχές υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων, πρέπει να περιβάλλονται τον τύπο γραπτών συμβάσεων. Πρέπει να προστεθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της συγγραφής γενικών όρων που, δυνάμει του άρθρου 15 της συμβάσεως-πλαισίου που προαναφέρθηκε, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως αυτής, απαιτεί επίσης τον έγγραφο τύπο για τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ Επιτροπής και τρίτων.
9
Στη συνέχεια πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω συγγραφή γενικών όρων περιλαμβάνει στο άρθρο 18 ρήτρα σύμφωνα με την οποία « κάθε τροποποίηση της συμβάσεως (περιλαμβανομένων των προσθηκών ή των διαγραφών) πρέπει να προκύπτει από πρόσθετη πράξη καταρτισθείσα με τους ίδιους όρους όπως η σύμβαση- η προφορική συμφωνία δεν δεσμεύει τους συμβαλλομένους ».
10
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι οι συμβατικές σχέσεις των διαδίκων διέπονται αποκλειστικώς από τον έγγραφο τύπο τόσο για τη σύναψη της συμβάσεως όσο και για κάθε τροποποίηση της. Κατά συνέπεια οι αρχικές παραγγελίες καθώς και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους, που έγιναν βάσει της προαναφερθείσας συμ-βάσεως-πλαισίου, πρέπει επίσης να περιβάλλονται τον έγγραφο τύπο. Κατά συνέπεια, οι προφορικές παραγγελίες δεν μπορούν να αποτελούν ισχυρή νομική βάση για τη καταβολή αμοιβής για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες.
11
Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη των προφορικών παραγγελιών, τα σχετικά επιχειρήματα του Grifoni στερούνται έγκυρης νομικής βάσης και πρέπει να απορριφθούν.
12
Ο Grifoni επικαλείται επίσης την περίπτωση εργασιών που αποτέλεσαν αντικείμενο γραπτών παραγγελιών, οι οποίες συμπληρώθηκαν ή τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με προφορικές παραγγελίες· αμείφθηκε μόνο για τις εργασίες που καλύπτονταν από τις γραπτές παραγγελίες.
13
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι βάσει της διατάξεως του άρθρου' 50, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού, που προαναφέρθηκε, και των προαναφερθεισών ρητρών, είναι ανίσχυρη η τροποποίηση των γραπτών παραγγελιών με προφορικές παραγγελίες. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει επίσης από το άρθρο 6 της συμβάσεως-πλαισίου που συνήφθη μεταξύ του Grifoni και της Επιτροπής, το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα σύμφωνα με την οποία «αν, κατά την εκτέλεση των εργασιών, παραστεί ανάγκη εκτελέσεως εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στην παραγγελία, οι εργασίες αυτές θα πρέπει να εγκρίνονται προηγουμένως εγγράφως από τη διεύθυνση των εργασιών, κατόπιν υποβολής λεπτομερούς και οριστικού προϋπολογισμού εκ μέρους της επιχειρήσεως. Οι εργασίες που πραγματοποιούνται υπό διαφορετικούς όρους δεν αναγνωρίζονται και επομένως δεν αμείβονται». Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η ρήτρα αυτή επαναλαμβάνεται υπό το στοιχείο G στις γραπτές παραγγελίες που συνήψε η Επιτροπή με τον Grifoni.
14
Κατά συνέπεια, τα επιχείρηματα του ενάγοντος σχετικά με προφορικές παραγγελίες που συμπληρώνουν ή τροποποιούν τις έγγραφες παραγγελίες στερούνται νομικής βάσεως.
15
Μπορεί να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή είχε επισημάνει στον Grifoni, με συστημένη επιστολή της 4ης Μαΐου 1981, ότι κάθε τροποποίηση ή συμπλήρωμα σε σχέση με τις συμφωνηθείσες εργασίες βάσει των ισχυουσών συμβάσεων, που θα μπορούσε να προκαλέσει αύξηση των δαπανών, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εγγράφου προϋπολογισμού σε διπλό αντίτυπο, εκ μέρους του Grifoni, και ότι αυτές οι συμπληρωματικές εργασίες θα πραγματοποιούνταν μόνο μετά τη λήψη και αποδοχή του αντιτύπου του προϋπολογισμού από τον υπεύθυνο του τμήματος « υποδομή ».
16
Τέλος, ο Grifoni ισχυρίστηκε ρητά, κατά τη προφορική διαδικασία, ότι η Επιτροπή δεν του κατέβαλε ολόκληρη την αμοιβή του διότι προέβη σε εσφαλμένη λογιστική καταχώριση ορισμένων γραπτών παραγγελιών.
17
Πρέπει σχετικά να επισημανθεί ότι ούτε από το δικόγραφο της αγωγής ούτε από το υπόμνημα απαντήσεως προκύπτει ότι ο Grifoni διευκρίνισε συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του επισημαίνοντας, στα έγγραφα που προσκόμισε, τα λογιστικά σφάλματα που επικαλείται. Εξάλλου, δεν προσκόμισε αποδείξεις για την ύπαρξη συγκεκριμένων σφαλμάτων και δεν ισχυρίστηκε ότι είχε διατυπώσει επιφυλάξεις επί των εγγράφων που υπέγραφε για κάθε καταβολή. Η συγκεκριμενοποίηση των ισχυρισμών του ενάγοντος ήταν απαραίτητη δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας, η Επιτροπή είχε επισυνάψει στο υπόμνημα αντικρούσεως της έγγραφα που πιστοποιούσαν, για κάθε παραγγελία, την « τελική κατάσταση των εργασιών » που εκτελέστηκαν με τα αντίστοιχα ποσά, όπως αυτά ορίστηκαν από τον ίδιο τον Grifoni, και τα οποία έφεραν τη φράση « οι εργασίες αντιστοιχούν τεχνικώς στις παραγγελίες » καθώς και την υπογραφή τόσο του Grifoni όσο και του υπευθύνου του Κέντρου.
18
Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Fives Lille Caii ( Rec. 1961, σ. 559, ιδίως σ. 588 ), η απλή αφηρημένη έκθεση των ισχυρισμών στο δικόγραφο της προσφυγής δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του Κανονισμού Διαδικασίας και η προσφυγή πρέπει να εξηγεί σε τι συνίσταται ο ισχυρισμός στον οποίο βασίζεται. Κατά συνέπεια το σχετικό αίτημα του Grifoni είναι πολύ γενικό και ασαφές, οπότε δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως.
19
Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι ο Grifoni, εκτός από τους ισχυρισμούς που μόλις εξετάστηκαν, φαίνεται ότι ισχυρίζεται γενικώς ότι, πέρα από τις προφορικές ή γραπτές παραγγελίες, πραγματοποίησε εργασίες σαφώς μεγαλύτερης αξίας από τα ποσά που έλαβε ως αμοιβή. Ζητεί κατά συνέπεια από το Δικαστήριο τη σύνταξη απογραφής των εργασιών που πραγματοποίησε και την εκτίμηση της συνολικής τους αξίας ώστε να του επιδικαστεί το υπόλοιπο που εξακολουθεί να του οφείλεται.
20
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να βρει έρεισμα στις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων που περιγράφηκαν προηγουμένως. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός, αν είχε την έννοια ότι η Κοινότητα έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος του Grifoni, θα αποτελούσε νέο ισχυρισμό στερούμενο, εν πάση περιπτώσει, συμβατικού ερείσματος, οπότε δεν θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας διαιτησίας και η εξέταση του δεν θα υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
21
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
22
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι ο Grifoni ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Diez de Velasco
Κακούρης
Kapteyn
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Μαρτίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
Μ. Diez de Velasco
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy