ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-333/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
1.
Με τον φορολογικό νόμο (Finance Act) του 1982 εισήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο ένα νέο σύστημα, καλούμενο MIRAS (mortgage interest relief at source — έκπτωση στην πηγή τόκων ενυπόθηκου δανείου), με σκοπό την ενθάρρυνση της απόκτησης και βελτίωσης της ιδιόκτητης κατοικίας. Το νέο αυτό σύστημα, το οποίο άρχισε να ισχύει από την 1η Απριλίου 1983, αφορά την καταβολή τόκων σχετικά με δάνεια διεπόμενα από ειδικές διατάξεις, στο πλαίσιο του φορολογικού νόμου, που συνάπτονται για τη χρηματοδότηση συναλλαγών επί ακινήτων, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού.
2.
Το άρθρο 26, παράγραφοι 1 έως 6, του φορολογικού νόμου, που φέρει τον τίτλο « deduction of tax from certain loan interest » (έκπτωση φόρου όσον αφορά τόκους ορισμένων δανείων ), έχει ως εξής:
« 1)
Ο πληρών τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτης, ο οποίος καταβάλλει τόκους για δάνειο κατά την έννοια του νόμου και επί του οποίου εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, δικαιούται, καταβάλλοντος τους εν λόγω τόκους, να εκπίπτει και να παρακρατεί από αυτούς ποσό ίσο προς τον φόρο εισοδήματος που αντιστοιχεί στην καταβολή του, στον βασικό συντελεστή, για το φορολογικό έτος κατά τη διάρκεια του οποίου καθίστανται απαιτητοί οι εν λόγω τόκοι· ...
2)
Όταν εκπίπτει, σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, ένα ποσό από τα χρήματα που καταβάλλονται για τόκους δανείου κατά την έννοια του νόμου:
α)
το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η καταβολή επιτρέπει την έκπτωση του σχετικού ποσού εισπράττοντας το υπόλοιπο·
β)
ο δανειολήπτης θεωρείται ως εξοφλήσας απλώς το αντίστοιχο προς την έκπτωση ποσό, ως εάν το ποσό αυτό είχε πράγματι καταβληθεί· και
γ)
το ποσό που εκπίπτει θεωρείται ως φόρος εισοδήματος που καταβάλλεται από το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται καταβολή.
3)
Το πρώτο μέρος του παραρτήματος 7 του παρόντος νόμου ορίζεται ή πρέπει να νοείται με την έκφραση τόκοι δανείου κατά την έννοια του νόμου· το δεύτερο μέρος εφαρμόζεται εφόσον ισχύει το παρόν άρθρο εφ' όλων των τόκων τέτοιας φύσεως, ενώ το τρίτο και τέταρτο μέρος του εφαρμόζονται στους δανειολήπτες και δανειστές που πληρούν, αντίστοιχα, τις σχετικές προϋποθέσεις.
4)
Όταν οι τόκοι ενός δανείου κατά την έννοια του παρόντος νόμου, επί των οποίων εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, καθίστανται απαιτητοί, κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, ο δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει τόκους, με τον βασικό συντελεστή, για το έτος αυτό για ποσό εισοδήματος ίσο, υπό την επιφύλαξη της κατωτέρω παραγράφου 5, προς την έκπτωση που πρέπει να γίνει, όσον αφορά τον υπολογισμό ολόκληρου του εισοδήματος του, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω καταβολών.
5)
Κάθε φορώ
α)
που οι τόκοι, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, για δάνειο, επί του οποίου εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, καθίστανται απαιτητοί κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους, και
β)
που το συνολικό εισόδημα του δανειολήπτη για το οικονομικό αυτό έτος είναι τέτοιο ώστε δεν μπορεί να απαιτήσει είτε ένα μέρος είτε, ανάλογα με την περίπτωση, ολόκληρο το ποσό των φορολογικών μειώσεων που ισχύουν σύμφωνα με την προσωπική του κατάσταση και τις οποίες δικαιούται,
το μέρος του ολικού αυτού ποσού που δεν μπορεί να εκπέσει από το συνολικό του εισόδημα εκπίπτει από το ποσό του φορολογητέου, δυνάμει της ανωτέρω παραγράφου 4, εισοδήματος του.
6)
Με την έκφραση της ανωτέρω παραγράφου 5 “ φορολογικές μειώσεις που ισχύουν σύμφωνα με την προσωπική του κατάσταση ” νοείται κάθε ελάφρυνση που ο εν λόγω δανειολήπτης δικαιούται βάσει του κεφαλαίου II του πρώτου μέρους του νόμου περί φόρων εκτός
α)
της ελαφρύνσεως του άρθρου 19 του νόμου αυτού ... που χορηγείται είτε υπό μορφή εκπτώσεως... είτε... και
β)
της ελαφρύνσεως του άρθρου 20 του νόμου περί φόρων...
και για την εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου 5, με την έκφραση “ ολόκληρο το ποσό των φορολογικών ελαφρύνσεων” νοείται το ποσό των ελαφρύνσεων αυτών που έχει καθοριστεί ανεξαρτήτως του άρθρου 25 του νόμου περί φόρων (σύμφωνα με το οποίο οι ελαφρύνσεις περιορίζονται ώστε να μην υπερβαίνουν το σύνολο του εισοδήματος ). »
Κατά τις διατάξεις του φορολογικού νόμου, ο δανειολήπτης εκπίπτει το ποσό του φόρου, με τον βασικό συντελεστή, από το ποσό των καταβαλλόμενων τόκων. Για να εμπίπτει η καταβολή τόκων στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω συστήματος, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα 7 του φορολογικού νόμου. Η παράγραφος 4 του άρθρου 26 προβλέπει τη φορολόγηση του ποσού που εκπίπτει από το συνολικό εισόδημα του υποκειμένου στον φόρο όσον αφορά τις καταβολές τόκων, ώστε να μην μπορεί ο φορολογούμενος να πετύχει διπλή ελάφρυνση για τις καταβολές τόκων. Οι παράγραφοι 5 και 6 του ίδιου άρθρου αφορούν την περίπτωση κατά την οποία ο φόρος που εκπίπτει από τις καταβολές τόκων ενός δανειολήπτη υπερβαίνει τη φορολογική του επιβάρυνση. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να αποφεύγεται ώστε ο δανειολήπτης να είναι οφειλέτης έναντι της φορολογικής αρχής κατά το υπερβάλλον. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με το να επιτρέπεται η έκπτωση του μέρους των ελαφρύνσεων, που έχουν σχέση με την προσωπική κατάσταση, του δανειολήπτη, οι οποίες δεν έχουν εκπέσει από το φορολογητέο βάσει της παραγράφου 4 ποσό.
Το παράρτημα 7 του φορολογικού νόμου περιέχει εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το ευεργέτημα της εκπτώσεως φόρου που ισχύει για τους τόκους δανείου.
Το τρίτο μέρος του παραρτήματος αυτού (παράγραφος 13), όπου ορίζονται οι «πληρούντες τις σχετικές προϋποθέσεις ( δανειολήπτες ) », έχει ως εξής:
« 1)
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ένας ιδιώτης θεωρείται, για τον σκοπό της εφαρμογής του κυρίου άρθρου και του παρόντος παραρτήματος, ως πληρών τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτης όσον αφορά τους τόκους οποιουδήποτε δανείου.
2)
Όσον αφορά τους τόκους που καταβλήθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο δανειολήπτης ή η σύζυγός του ασκούσε καθήκοντα ή κατείχε θέση για την οποία ελάμβανε αποδοχές οι οποίες, λόγω ειδικής απαλλαγής ή εξαιρέσεως, δεν υπόκεινταν σε φορολόγηση, ο δανειολήπτης δεν αποτελεί δανειολήπτη πληρούντα τις σχετικές προϋποθέσεις.
3)
... »
3.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, Tither, βρετανός υπήκοος και θεωρούμενος από τις φορολογικές αρχές αυτού του κράτους μέλους ως έχων τη συνήθη του κατοικία στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπηρετούσε, κατά τον χρόνο των επίμαχων περιστατικών, ως υπάλληλος της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Ο Tither είναι ιδιοκτήτης οικίας στην Ουαλλία, στο Cydwell. Κατά τον χρόνο θεσπίσεως του συστήματος MIRAS, το 1982, ο Tither ζήτησε την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος αυτού για δάνειο που είχε λάβει από οικοδομικό συνεταιρισμό προκειμένου να επιφέρει βελτιώσεις στην οικία αυτή. Ζήτησε τότε από τους Commissioners of Inland Revenue, όπως προβλεπόταν από τον φορολογικό νόμο, την αναγκαία βεβαίωση η οποία θα του επέτρεπε να ζητήσει την υπαγωγή του στο σύστημα MIRAS όσον αφορά τις καταβολές τόκων. Οι φορολογικές αρχές αρνήθηκαν να του χορηγήσουν τη βεβαίωση αυτή, ισχυριζόμενες ότι ο Tither, ως υπάλληλος της Επιτροπής, δεν αποτελούσε έναν « πληρούντα τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτη » όπως ορίζεται στην παράγραφο 13 του παραρτήματος 7 του φορολογικού νόμου. Κατόπιν αυτού, ο Tither άσκησε προσφυγή ενώπιον του Office of the Special Commissioners of Income Tax, όπου επικαλέστηκε το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: πρωτόκολλο), το οποίο έχει ως εξής:
« Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλουν οι Κοινότητες στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό τους επιβάλλεται φόρος υπέρ των Κοινοτήτων σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής.
Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή εσωτερικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τις Κοινότητες. »
4.
Κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, ο Tither ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση που η παράγραφος 13 του παραρτήματος 7 του φορολογικού νόμου επρόκειτο να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε οι υπάλληλοι της Κοινότητας να αποκλείονται από την εφαρμογή του συστήματος MIRAS, θα του στερούσε ένα φορολογικής φύσεως πλεονέκτημα του οποίου θα μπορούσε να τύχει αν δεν υπηρετούσε στις Κοινότητες, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την έμμεση φορολόγηση, κατά παράβαση του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου, του μισθού που λαμβάνει από τις Κοινότητες. Κατά τον Tither, η άρνηση παροχής σε κοινοτικό υπάλληλο ενός φορολογικού πλεονεκτήματος του οποίου μπορούν να τύχουν, γενικώς, τόσο οι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που κατοικούν σ' αυτό το κράτος μέλος, συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η παράγραφος 13 του παραρτήματος 7 του φορολογικού νόμου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο προσφεύγων περιλαμβάνεται μεταξύ των δανειοληπτών που μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS σύμφωνα με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
5.
Οι Commissioners of Inland Revenue παρατήρησαν ότι ο αποκλεισμός του Tither από τις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS ουδόλως συνιστά παραβίαση των αρχών του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι το ύψος της καθαρής αμοιβής που εισπράττει ο προσφεύγων από την υπηρεσία του στις Κοινότητες δεν επηρεάζεται. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου, δηλαδή ότι η αμοιβή των υπαλλήλων, που καθορίζεται από τις Κοινότητες, δεν πρέπει να υφίσταται μείωση από τις εθνικές φορολογικές αρχές. Εξάλλου, ο Tither δεν υπέστη καμία δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, η μόνη που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης.
6.
Καθώς οι Special Commissioners αναγνώρισαν ότι η απαλλαγή από εθνικούς φόρους, δυνάμει του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου, αποτελεί «απαλλαγή» ή «εξαίρεση» σύμφωνα με την παράγραφο 13 του παραρτήματος 7 του φορολογικού νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείονται οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων από το σύστημα MIRAS, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν έχουν την ιδιότητα του πληρούντος τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτη, έκριναν ότι έπρεπε να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
« Όταν ένα κράτος μέλος επιδοτεί τους τόκους που καταβάλλονται από ιδιώτη για δάνειο προς αγορά ή βελτίωση της κύριας κατοικίας του, η οποία κείται σ' αυτό το κράτος, αν το εντός του κράτους αυτού φορολογητέο του εισόδημα υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών, αλλά δεν επιδοτεί τέτοιες καταβολές, στο πλαίσιο της ίδιας καταστάσεως, σε περίπτωση που ο εν λόγω ιδιώτης ή η σύζυγος του λαμβάνουν μισθό ο οποίος δεν φορολογείται, λόγω ειδικής απαλλαγής ή εξαιρέσεως, σ' αυτό το κράτος:
1)
Πρέπει α) το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή β ) το άρθρο 5 ή γ ) το άρθρο 7 της Συνθήκης ή δ ) οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου να ερμηνευθεί ως επιβάλλουσα σ' αυτό το κράτος μέλος την υποχρέωση να επιδοτεί τέτοιες καταβολές τόκων που γίνονται από ιδιώτη που είναι υπήκοος αυτού του κράτους και λαμβάνει μισθό ο οποίος, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 13, απαλλάσσεται του φόρου σ' αυτό το κράτος όταν το φορολογητέο εντός του κράτους αυτού εισόδημα του εν λόγω ιδιώτη υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών;
2)
Σε περίπτωση που το κράτος μέλος έχει την προαναφερθείσα στο ανωτέρω ερώτημα ένα υποχρέωση, δικαιούται ένας τέτοιος ιδιώτης, ενόψει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, να επικαλεστεί απευθείας την εν λόγω υποχρέωση ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους, σε περίπτωση που η υποχρέωση αυτή δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους; »
Η Διάταξη περί παραπομπής του Office of the Special Commissioners of Income Tax της 15ης Νοεμβρίου 1988 πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ο προσφεύγων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον G. Stone, δικηγόρο Λονδίνου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright.
Το Δικαστήριο, ύστερα από έκθεση του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης παρατηρεί, καταρχάς, ότι το σύστημα MIRAS αποτελεί το κύριο μέσον για τη χορήγηση στους φορολογούμενους εκπτώσεων, με τον βασικό συντελεστή, από τον φόρο και ότι το σύστημα αυτό παρέχει τα ίδια φορολογικά πλεονεκτήματα τόσο στους υποκειμένους όσο και στους μη υποκειμένους στον φόρο. Επομένως, αυτό πρέπει να θεωρείται μάλλον ως επιδότηση παρά ως απλή φορολογική ελάφρυνση. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το σύστημα MIRAS είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι αυτός στερήθηκε του εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος συνεπεία της απασχολήσεως του στις Κοινότητες. Φρονεί ότι δεν είναι δυνατή καμιά πραγματική διάκριση μεταξύ του φόρου επί κοινοτικού μισθού και του αποκλεισμού από τις ευεργετικές διατάξεις μιας επιδοτήσεως ή ενός φορολογικού πλεονεκτήματος γενικού χαρακτήρα. Η άρνηση χορηγήσεως σε ένα πρόσωπο, λόγω του ότι υπηρετεί στις Κοινότητες, επιδοτήσεως ή φορολογικού πλεονεκτήματος, ισοδυναμεί με φορολογική επιβάρυνση του κοινοτικού μισθού.
Προς στήριξη της θέσεως αυτής, ο προσφεύγων αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1960, Humblet κατά Βελγίου [ 6/60, ( 1960 ) ECR, σ. 559 ]. Υποστηρίζει ότι η θεσπισθείσα με την απόφαση αυτή αρχή εφαρμόζεται και επί των εμμέσων και αμέσων φορολογικών επιβαρύνσεων. Κατά τον Tither, η άρνηση χορηγήσεως μιας γενικώς παρεχομένης επιδοτήσεως πρέπει να θεωρηθεί ως συνιστώσα μια τέτοια έμμεση φορολογική επιβάρυνση. Πράγματι, δυνάμει της ισχύουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο νομοθεσίας, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο λαμβάνει από τις Κοινότητες μισθό το αποκλείει από τις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η προαναφερθείσα αρχή εφαρμόζεται και επί παρεπομένων αποτελεσμάτων και ότι η μη έκπτωση των τόκων ενυπόθηκου δανείου αποτελεί παρεπόμενο αποτέλεσμα όμοιο προς το μνημονευθέν στην προαναφερθείσα απόφαση. Ο ίδιος διευκρινίζει ότι η μη ύπαρξη δυνατότητας εκπτώσεως των τόκων ενυπόθηκου δανείου προσβάλλει το δικαίωμα των οργάνων της Κοινότητας να καθορίζουν το πραγματικό ύφος του μισθού των υπαλλήλων τους. Κατά τον Tither αυτό που έχει σημασία για τον κοινοτικό υπάλληλο είναι οι καθαρές του αποδοχές, και αυτές ακριβώς επηρεάζονται από την έκπτωση των τόκων ενυποθηκου δανείου που αυτός ζητεί. Επομένως, τα αποτελέσματα της εκπτώσεως των τόκων ενυποθηκου δανείου εμπίπτουν στον έλεγχο των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου και όχι σ' αυτόν της Επιτροπής, πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία χάνει την αποκλειστική της εξουσία να καθορίζει μονομερώς το πραγματικό καθαρό εισόδημα των υπαλλήλων της.
Εξάλλου, ο προσφεύγων αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Βελγίου (260/86, Συλλογή 1988, σ. 955), παρατηρώντας ότι τα πραγματικά περιστατικά και η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή είναι απολύτως όμοια προς αυτά της υπό κρίση υποθέσεως. Πράγματι, το σύστημα MIRAS αποτελεί επιδότηση ή φορολογικό πλεονέκτημα από το οποίο επωφελούνται όλοι οι ενδιαφερόμενοι, πλην όσων υπηρετούν στις Κοινότητες. 'Ετσι, το εν λόγω σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ως φορολογική επιβάρυνση για όσους αποκλείονται από αυτό.
Εξάλλου, επικαλούμενος την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1983, Forcheri (152/82, Συλλογή 1983, σ. 2323), ο προσφεύγων θεωρεί ότι το σύστημα MIRAS συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον διαφοροποιεί την περίπτωση του κοινοτικού υπαλλήλου και της οικογενείας του από αυτήν του διακινουμένου εργαζομένου, του οποίου τα εισοδήματα φορολογούνται από το κράτος κατοικίας. Κατ' αυτόν, το εν λόγω σύστημα έχει ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου να χάνουν το δικαίωμα υπαγωγής τους στις ευεργετικές διατάξεις του εν λόγω συστήματος, όταν απασχολούνται από τις Κοινότητες, ενώ δεν χάνουν το δικαίωμα αυτό στην περίπτωση που εργάζονται, παραδείγματος χάρη, σε αλλοδαπή εταιρία. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου παράγει άμεσα αποτελέσματα και απονέμει στους πολίτες ατομικά δικαιώματα που τα βρετανικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν.
2.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός του Tither από το σύστημα MIRAS δεν αντίκειται προς το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου, διότι δεν έχει ως αποτέλεσμα την άμεση ή έμμεση φορολόγηση του. Εξάλλου, κατά την κυβέρνηση αυτή, το σύστημα MIRAS δεν εισάγει διακρίσεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, διότι εφαρμόζεται ασχέτως της ιθαγενείας των προσώπων που αποκλείονται από αυτό. Ισχυρίζεται ότι ούτε το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Συνθήκης υποχρεώνουν ένα κράτος μέλος να επιδοτεί τις καταβολές των τόκων δανείου. Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή διασφαλίζει τις καθαρές αποδοχές των κοινοτικών υπαλλήλων, ανεξαρτήτως εθνικών φορολογικών νομοθεσιών, και ότι οι πραγματικές αποδοχές των εν λόγω υπαλλήλων δεν πρέπει να επηρεάζονται από την ιθαγένεια ή τη φορολογική τους κατοικία. Επομένως, οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών δεν πρέπει να θίγουν, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, την αποκλειστική εξουσία της Κοινότητας να καθορίζει το ύψος των αποδοχών των υπαλλήλων της πλήττοντας με φόρο ή με οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση τα εισοδήματα που προέρχονται από απασχόληση στην υπηρεσία των Κοινοτήτων.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Βελγίου, επισημαίνοντας ότι καμιά από τις θεσπισθείσες με την απόφαση αυτή αρχές δεν παραβιάστηκε από την επίμαχη βρετανική νομοθεσία. Πράγματι, η άρνηση υπαγωγής του Tither στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS ουδόλως θίγει τις αποδοχές που αυτός εισπράττει από τις Κοινότητες, το γεγονός δε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έτυχε της μεταχειρίσεως του πληρούντος τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτη δεν συνεπάγεται γι' αυτόν καμιά, οποιασδήποτε φύσεως, επιβάρυνση, αλλά έχει ως μόνο αποτέλεσμα τη μη χορήγηση μιας επιδοτήσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου έχει μόνο αντικείμενο τον υπολογισμό των καθαρών αποδοχών και όχι τον προορισμό τους.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρινίζει ότι το δικαίωμα για τη χορήγηση της εν λόγω φορολογικής εκπτώσεως, όσον αφορά τους τόκους του συναφθέντος από τον Tither δανείου, δεν θίγεται από την εν λόγω άρνηση. Ο λόγος για τον οποίο ο προσφεύγων δεν μπορεί να τύχει της εκπτώσεως αυτής είναι ότι τα εισοδήματα του, εκτός του μισθού που λαμβάνει από την Επιτροπή, δεν αρκούν για την κάλυψη του ποσού των τόκων που οφείλει να καταβάλει. Ο Tither θα μπορούσε να τύχει εκπτώσεως αν το εισόδημα του, που φορολογείται χωριστά στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν αρκούντως υψηλό.
Τέλος, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι η άρνηση χορηγήσεως της επιδιωκόμενης από τον Tither επιδοτήσεως ουδόλως προσβάλλει το δικαίωμα της Κοινότητας να καθορίζει τις αποδοχές του και ότι η άρνηση αυτί] δεν συνιστά για τον προσφεύγοντα καμιά πρόσθετη επιβάρυνση, ερειδόμενη, άμεσα ή έμμεσα, στον μισθό που λαμβάνει από την Επιτροπή. Καμιά αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει τη χορήγηση επιδοτήσεως σε πρόσωπα των οποίων το εισόδημα δεν υπόκειται στον έλεγχο των φορολογικών αρχών του οικείου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η άρνηση των φορολογικών αρχών να υπαγάγουν τον Tither στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS, προκειμένου να τύχει αυτός μιας επιδοτήσεως, δεν αντίκειται προς το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου.
Όσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω της ιθαγενείας του προσφεύγοντος. Ο ορισμός του πληρούντος τις σχετικές προϋποθέσεις δανειολήπτη, που δίδει η παράγραφος 13 του παραρτήματος 7 του φορολογικού νόμου, ισχύει ασχέτως ιθαγενείας. Αφορά τους διπλωμάτες, τους προξένους, τις ένοπλες δυνάμεις που σταθμεύουν στην Αγγλία και το προσωπικό των διεθνών οργανισμών, χωρίς την προϋπόθεση της ιθαγενείας. Εφόσον η επίδικη νομοθεσία δεν επιβάλλει διαφορετική μεταχείριση αναλόγως της ιθαγενείας των ενδιαφερομένων, το άρθρο 7 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, επικαλούμενη την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1986, Hurd (44/84, Συλλογή 1986, σ. 29 ), φρονεί επίσης ότι δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης. Πράγματι, ο προσφεύγων δεν είχε καμιά επιβάρυνση η οποία να πλήττει, άμεσα ή έμμεσα, τις αποδοχές του και ουδεμία υποχρέωση επιβλήθηκε στην Κοινότητα η οποία εξακολουθεί να καθορίζει ελεύθερα τους μισθούς των υπαλλήλων της. Κατά συνέπεια, η εν λόγω κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα αρνητική απάντηση.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παραδέχεται ότι αν, αντίθετα προς τα επιχειρήματα που προέβαλε, υποχρεούται να επιδοτεί την καταβολή τόκων εφαρμόζοντας το σύστημα MIRAS, οι ιδιώτες έχουν την ευχέρεια, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να επικαλούνται την υποχρέωση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ωστόσο, σε περίπτωση που η υποχρέωση αυτή απέρρεε μόνο από το άρθρο 5 της Συνθήκης, οι ιδιώτες δεν θα δικαιούνταν να πράξουν κάτι τέτοιο, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα, πράγμα που έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1986. Επομένως, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, εκτός όσον αφορά το άρθρο 5.
3.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η άρνηση υπαγωγής του Tither στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS ουδεμία σχέση έχει με την ιθαγένειά του. Πράγματι, η αίτηση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε αποκλειστικά και μόνο επειδή αυτός ετύγχανε ειδικής απαλλαγής ή εξαιρέσεως από τον φόρο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτή η ειδική απαλλαγή ή εξαίρεση απορρέει όχι από την ιθαγένεια του Tither αλλά από την κατάσταση στην οποία αυτός βρίσκεται ως υπάλληλος των Κοινοτήτων, επί του οποίου τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου. Δεδομένου ότι η ιθαγένεια δεν αποτέλεσε το κριτήριο για τη μη υπαγωγή του στο σύστημα MIRAS, το τελευταίο δεν αντίκειται, αυτό καθαυτό, στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1988 προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις μιας εθνικής νομοθεσίας, δεν είναι δυνατή η άρνηση παροχής ενός φορολογικού πλεονεκτήματος για τον λόγο ότι εφαρμόζονται στον ενδιαφερόμενο οι διατάξεις του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο φρονεί ότι, οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, αρνούμενες να υπαγάγουν τον Tither στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS λόγω της ειδικής απαλλαγής της οποίας αυτός τυγχάνει, επέβαλαν στον προσφεύγοντα πρόσθετη επιβάρυνση απλώς και μόνο επειδή εφαρμόζεται επ' αυτού το άρθρο 13. Επομένως, κατ' αυτήν, το ισχύον στο Ηνωμένο Βασίλειο σύστημα δεν είναι σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
Κατά την Επιτροπή, ληφθέντος υπόψη του ασυμβιβάστου του συστήματος MIRAS με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου, δεν τίθεται ζήτημα άρθρου 5 της Συνθήκης. Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο με το άρθρο 13, παρέλκει η εξέταση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν το τελευταίο συγκρούεται με το εθνικό δίκαιο. To Office of the Special Commissioners of Income Tax δεσμεύεται από τη νομολογία αυτή, οπότε οφείλει να εφαρμόσει το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί στα υποβληθέντα από το Office of the Special Commissioners of Income Tax ερωτήματα η εξής απάντηση:
« Όταν ένα κράτος μέλος επιδοτεί τους τόκους που καταβάλλονται από ιδιώτη για δάνειο προοριζόμενο για την απόκτηση ή τη βελτίωση της κύριας κατοικίας του, η οποία κείται σ' αυτό το κράτος, εφόσον το φορολογητέο του εντός του ίδιου κράτους εισόδημα υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών, αλλά δεν επιδοτεί τέτοιες καταβολές, στο πλαίσιο της ίδιας κατάστασης, όταν ο ενδιαφερόμενος ή η σύζυγος του λαμβάνει μισθό που δεν φορολογείται σ' αυτό το κράτος λόγω ειδικής απαλλαγής ή εξαιρέσεως:
1)
το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να αρνηθεί την επιδότηση τέτοιων καταβολών τόκων από ιδιώτη ο οποίος είναι υπήκοος του κράτους αυτού και λαμβάνει μισθό απαλλασσόμενο δυνάμει του εν λόγω άρθρου 13 από τον φόρο που εισπράττεται σ' αυτό το κράτος και του οποίου το φορολογητέο εντός του ίδιου αυτού κράτους εισόδημα υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών·
2)
ο ενδιαφερόμενος μπορεί, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να επικαλεστεί απευθείας την υποχρέωση αυτή ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, αν αυτή δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους. »
III — Απαντήσεις σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου
1.
Το Δικαστήριο ζήτησε από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να του αναφέρει παραδείγματα μαζί με τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία από τα οποία να καταφαίνονται τα αποτελέσματα του συστήματος MIRAS για τους δανειολήπτες, μεταξύ των οποίων και παράδειγμα σχετικά με πρόσωπο χωρίς φορολογητέο εισόδημα.
2.
Το Δικαστήριο ζήτησε επίσης από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να απαντήσει στην εξής ερώτηση:
« Υπό ποίες περιστάσεις ένα πρόσωπο, ασχέτως του αν έχει ή όχι τη βρετανική ιθαγένεια, το οποίο εργάζεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου,
—
υπόκειται στην καταβολή φόρου εισοδήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο,
—
μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS;»
3.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε στο Δικαστήριο δύο παραδείγματα μαζί με τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω συστήματος. Από τους υπολογισμούς αυτούς καταφαίνεται το καθαρό διαθέσιμο ειοόδημα μετά την καταβολή του φόρου, με τον βασικό συντελεστή, και των δυναμένων να εκπέσουν τόκων.
4.
Όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες ένα πρόσωπο, ασχέτως του αν έχει ή όχι τη βρετανική ιθαγένεια, το οποίο εργάζεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, η βρετανική κυβέρνηση έδωσε, κατ' ουσίαν, τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
« Ο φόρος εισοδήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο διέπεται από διαφορετικές διατάξεις ανάλογα με το αν ο φορολογούμενος ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα [οι κατωτέρω παράγραφοι α ) έως γ ) ], ή, αντιθέτως, εργάζεται ως μισθωτός [ η κατωτέρω παράγραφος δ ) ]. Έτσι, ο εργαζόμενος εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου υπόκειται στον φόρο εισοδήματος στη χώρα αυτή στις εξής περιπτώσεις:
α)
Αν ένα πρόσωπο ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα βιοτέχνη, ελεύθερου επαγγελματία ή άλλη εξομοιούμενη προς αυτήν δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην αλλοδαπή, φορολογείται στο Ηνωμένο Βασίλειο:
i)
εφ' όλων των κερδών που προκύπτουν από την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, εφόσον ο φορολογούμενος διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο·
ii)
επί των κερδών που προκύπτουν από την άσκηση στο Ηνωμένο Βασίλειο της δραστηριότητας αυτής, εφόσον ο φορολογούμενος διαμένει εκτός Ηνωμένου Βασιλείου.
β)
Αν ένα πρόσωπο ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα τεχνίτη, ελεύθερου επαγγελματία ή άλλη εξομοιούμενη προς αυτήν δραστηριότητα, εξ ολοκλήρου εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, φορολογείται στο Ηνωμένο Βασίλειο:
i)
εφ' όλων των κερδών που προκύπτουν από την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, εφόσον ο φορολογούμενος διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει εκεί την κατοικία του·
ii)
επί των κερδών που προκύπτουν από την άσκηση της δραστηριότητας αυτής και μεταφέρονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον ο φορολογούμενος διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς όμως και να έχει εκεί την κατοικία του.
γ)
Αν ένα πρόσωπο ασκεί ανεξάρτητη δραστηριότητα τεχνίτη, ελεύθερου επαγγελματία ή άλλη εξομοιούμενη προς αυτήν δραστηριότητα, σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα υπό τη μορφή επαγγελματικής εταιρίας, φορολογείται στο Ηνωμένο Βασίλειο ασχέτως του τόπου διευθύνσεως και διαχειρίσεως της εταιρίας:
i)
επί του μεριδίου του από τα κέρδη της εταιρίας, εφόσον το πρόσωπο αυτό διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο ( ωστόσο, αν ο συνεταίρος του διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς όμως να έχει εκεί την κατοικία του, η φορολόγηση του μεριδίου του από τα κέρδη που προκύπτουν από την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας στην αλλοδαπή περιορίζεται στα ποσά που αποστέλλονται στο Ηνωμένο Βασίλειο όπως και στην ανωτέρω περίπτωση β ), ii ) ]·
ii)
επί του μεριδίου του από τα κέρδη που πραγματοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν το εν λόγω πρόσωπο δεν διαμένει στη χώρα αυτή.
5)
Αν ένα πρόσωπο εργάζεται ως μισθωτός στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, φορολογείται στο Ηνωμένο Βασίλειο επί όλων των αμοιβών που λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στο Ηνωμένο Βασίλειο, ασχέτως του τόπου διαμονής ή κατοικίας του, και
i)
επί του συνολικού ύψους των αμοιβών που λαμβάνει για εργασία παρεχόμενη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που απλώς διαμένει, διαμένει συνήθως και έχει την κατοικία στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπό την επιφύλαξη ειδικής εκπτώσεως σε περίπτωση απουσίας του από το Ηνωμένο Βασίλειο επί ένα τουλάχιστον έτος·
ii)
επί του συνολικού ύψους των αμοιβών που λαμβάνει για εργασία παρεχόμενη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που διαμένει, και μάλιστα συνήθως, στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά χωρίς να διαθέτει στη χώρα αυτή κατοικία, και εφόσον ο εργοδότης του διαμένει στην αλλοδαπή και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο, και εφόσον ορισμένα από τα καθήκοντα που αναλογούν στη θέση του εκτελούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπό την επιφύλαξη της ειδικής εκπτώσεως σε περίπτωση απουσιών από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως αυτή που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο δ), i)]·
iii)
επί των αμοιβών που κατατίθενται στο Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που διαμένει, και μάλιστα συνήθως, στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς όμως να έχει εκεί κατοικία, και εφόσον ο εργοδότης του διαμένει εκτός, και όχι εντός, του Ηνωμένου Βασιλείου, και εφόσον όλα τα καθήκοντα που αναλογούν στη θέση του εκτελούνται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου·
iv)
επί των αμοιβών που λαμβάνει για καθήκοντα που εκτελούνται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που διαμένει, όχι όμως συνήθως, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ασχέτως του αν έχει ή όχι στη χώρα αυτή κατοικία. »
5.
Στην απάντηση της, η βρετανική κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι έννοιες « διαμονή » και « συνήθης διαμονή » δεν προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι πρόκειται για ζήτημα του οποίου το υποστατό και το περιεχόμενο διέπονται από το σχετικό εθνικό νομικό σύστημα. Η έννοια « κατοικία » είναι έννοια του common law και πρέπει να θεωρείται χωριστά από την έννοια της « διαμονής ».
6.
Η βρετανική κυβέρνηση προσθέτει ότι στην απάντηση που έδωσε δεν λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις βάσει διμερών συμφωνιών επί της διπλής φορολογήσεως ούτε απαλλαγές που προβλέπονται, σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες, για τις αποδοχές των υπαλλήλων των διεθνών οργανισμών των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μέλος και των αποδοχών των διπλωματών.
7.
Όσον αφορά το ζήτημα υπό ποίες περιστάσεις ένα εργαζόμενο εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου πρόσωπο, ασχέτως του αν έχει ή όχι τη βρετανική ιθαγένεια, μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS, η βρετανική κυβέρνηση απάντησε, κατ' ουσίαν, ως εξής:
« Το δικαίωμα υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS εξαρτάται από την καταβολή τόκων για τα σχετικά δάνεια σύμφωνα με τον ισχύοντα ορισμό του άρθρου 370 του Income and Corporation Taxes Act. Γενικά, αυτό σημαίνει ότι οι τόκοι πρέπει να καταβάλλονται για δάνειο:
α)
το οποίο προορίζεται για την αγορά ή, πριν από τις 6 Απριλίου 1988, τη βελτίωση ακινήτου ιδιοκτησίας κείμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρησιμοποιούμενης εξ ολοκλήρου ή κατά σημαντικό μέρος ως κύριας ή μοναδικής κατοικίας του φορολογούμενου ή η οποία θα χρησιμοποιείτο για τον σκοπό αυτό αν ο φορολογούμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να διαμένει σε κατοικία συνδεόμενη με την επαγγελματική του δραστηριότητα, ή
β)
το οποίο ήταν, στις 31 Μαρτίου 1983, ενυπόθηκο δάνειο ( option mortgage ) εμπίπτον στον Housing Subsidies Act, ενώ η σχετική ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να αποτελεί κατοικία χρησιμοποιούμενη εξ ολοκλήρου ή κατά σημαντικό μέρος ως κύρια ή μοναδική στέγη του φορολογούμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο. »
Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-333/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Office of the Special Commissioners of Income Tax προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Peter John Krier Tither
και
Commissioners of Inland Kevenne,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και των άρθρων 5 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins, M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από τον G. Stone, barrister, κατ' εντολή των Kenwright και Cox, solicitors,
—
η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins και τον Α. Moses, barrister,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Ιανουαρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Νοεμβρίου 1988, το Office of the Special Commissioners of Income Tax υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: πρωτόκολλο ), καθώς και των άρθρων 5 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του P. J. Κ. Tither, υπαλλήλου της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και των Commissioners of Inland Revenue (στο εξής: φορολογικές αρχές). Η διαφορά αυτή έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Finance Act 1982 ( φορολογικός νόμος ) βεβαιώσεως για τη διευκόλυνση αποκτήσεως και βελτιώσεως ιδιόκτητης κατοικίας.
3
Το επίμαχο σύστημα, το οποίο καλείται MIRAS ( mortgage interest relief at source — έκπτωση στην πηγή τόκων ενυποθηκων δανείων), αφορά την καταβολή των τόκων ενός « διεπόμενου από ειδικές διατάξεις δανείου » στο πλαίσιο του φορολογικού νόμου, το οποίο έχει συναφθεί για τη χρηματοδότηση ορισμένων πράξεων αφορωσών ακίνητα. Κατά τις διατάξεις του φορολογικού νόμου, ο δανειολήπτης μπορεί να εκπίπτει από τους τόκους που καταβάλλει ποσό ίσο προς το ύψος του φόρου εισοδήματος που αντιστοιχεί στις καταβολές αυτές και υπολογίζεται με τον βασικό συντελεστή. Ο δανειστής υποχρεούται να συναινέσει για την έκπτωση αυτή και ο δανειολήπτης απαλλάσσεται του εκπεσόντος ποσού ως εάν το είχε πράγματι καταβάλει.
4
Από φορολογική άποψη, η εν λόγω έκπτωση θεωρείται ως αποτελούσα μέρος του φόρου εισοδήματος που καταβάλλεται από τον δανειστή. 'Οσον αφορά τον δανειολήπτη, η έκπτωση στην οποία αυτός προβαίνει επί της καταβολής των τόκων έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μείωση του δικού του φόρου εισοδήματος. Ωστόσο, η εφαρμογή του συστήματος MIRAS δεν εξαρτάται από το εάν ο δανειολήπτης διαθέτει φορολογητέο εισόδημα επαρκές για την κάλυψη των τόκων των ενυπόθηκων δανείων. Ο δανειολήπτης μπορεί να προβαίνει στην έκπτωση ακόμα και αν δεν έχει φορολογητέο εισόδημα.
5
Οι ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS εφαρμόζονται σε κάθε « δανειολήπτη που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις » και κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, ασχέτως της φορολογικής του καταστάσεως και ανεξαρτήτως της ιθαγενείας του. Ωστόσο, η φορολογική νομοθεσία ορίζει, στην παράγραφο 13 του παραρτήματος 7 του εθνικού φορολογικού νόμου, ότι στην έννοια του « δανειολήπτη που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις » δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα ή κατέχουν θέση για την οποία λαμβάνουν αμοιβές οι οποίες, δυνάμει ειδικής απαλλαγής ή προνομίας, απαλλάσσονται του φόρου.
6
Ο Tither, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης οικίας στην Ουαλλία, ζήτησε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του συστήματος MIRAS για δάνειο που είχε λάβει από οικοδομικό συνεταιρισμό προκειμένου να επιφέρει βελτιώσεις στην οικία αυτή. Η φορολογική υπηρεσία αρνήθηκε να του χορηγήσει τη βεβαίωση που ήταν αναγκαία για την υπαγωγή του στο ανωτέρω σύστημα, ισχυριζόμενη ότι ο Tither, ως υπάλληλος των Κοινοτήτων, δεν αποτελεί « δανειολήπτη που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις ».
7
Κατόπιν τούτου, ο Tither άσκησε προσφυγή ενώπιον των Special Commissioners of Income Tax. Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, επικαλέστηκε το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου. Οι Special Commissioners αναγνώρισαν ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 απαλλαγή ήταν η ίδια με την απαλλαγή ή εξαίρεση της παραγράφου 13 του παραρτήματος 7 του εθνικού φορολογικού νόμου, πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία αυτή διάταξη είχε ως συνέπεια να αποκλείονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από το σύστημα MIRAS.
8
Κατόπιν αυτού οι Special Commissioners έκριναν ότι έπρεπε να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
« Όταν ένα κράτος μέλος επιδοτεί τους τόκους που καταβάλλονται από ιδιώτη για δάνειο προς αγορά ή βελτίωση της κύριας κατοικίας του, η οποία κείται σ' αυτό το κράτος, αν το εντός του κράτους αυτού φορολογητέο του εισόδημα υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών, αλλά δεν επιδοτεί τέτοιες καταβολές, στο πλαίσιο της ίδιας καταστάσεως, σε περίπτωση που ο εν λόγω ιδιώτης ή η σύζυγός του λαμβάνουν μισθό ο οποίος δεν φορολογείται, λόγω ειδικής απαλλαγής ή εξαιρέσεως, σ' αυτό το κράτος:
1)
Πρέπει α) το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή β ) το άρθρο 5 ή γ ) το άρθρο 7 της Συνθήκης ή δ ) οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου να ερμηνευθεί ως επιβάλλουσα σ' αυτό το κράτος μέλος την υποχρέωση να επιδοτεί τέτοιες καταβολές τόκων που γίνονται από ιδιώτη που είναι υπήκοος αυτού του κράτους και λαμβάνει μισθό ο οποίος, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 13, απαλλάσσεται του φόρου σ' αυτό το κράτος όταν το φορολογητέο εντός του κράτους αυτού εισόδημα του εν λόγω ιδιώτη υπολείπεται του ύψους των καταβολών αυτών;
2)
Σε περίπτωση που το κράτος μέλος έχει την προαναφερθείσα στο ανωτέρω ερώτημα ένα υποχρέωση, δικαιούται ένας τέτοιος ιδιώτης, ενόψει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, να επικαλεστεί απευθείας την εν λόγω υποχρέωση ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους, σε περίπτωση που η υποχρέωση αυτή δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους; »
9
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτό αφορά μόνο την κατάσταση των προσώπων των οποίων ο μισθός δεν φορολογείται δυνάμει απαλλαγής όπως αυτή του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου και των οποίων τα λοιπά εισοδήματα υπολείπονται των τόκων που καταβάλλονται για ενυπόθηκο δάνειο, οπότε τα εν λόγω πρόσωπα δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.
11
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό,πρέπει να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου κατά το οποίο οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Κοινότητας απαλλάσσονται από την επιβολή εσωτερικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από αυτήν.
12
Όσον αφορά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής ενόψει ενός φορολογικού συστήματος όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να υπομνηστεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Βελγίου (260/86, Συλλογή 1988, σ. 955). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι αντικείμενο του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου είναι η απαλλαγή από κάθε εθνική φορολογική επιβάρυνση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τις Κοινότητες και ότι το εν λόγω άρθρο απαγορεύει οποιαδήποτε εθνική φορολογική επιβάρυνση, ασχέτως της φύσεως ή των λεπτομερειών επιβολής της, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να πλήττονται, άμεσα ή έμμεσα, οι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων λόγω του ότι εισπράττουν αποδοχές καταβαλλόμενες από τις Κοινότητες, έστω και αν ο εν λόγω φόρος δεν υπολογίζεται κατ' αναλογία του ύψους των αποδοχών αυτών.
13
Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, είναι σημαντικό να καθοριστεί αν η εφαρμογή μιας εθνικής νομοθεσίας όπως αυτή με την οποία εισήχθη το σύστημα MIRAS έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή στους μονίμους και μη υπαλλήλους των Κοινοτήτων, άμεσα ή έμμεσα, φορολογικής επιβαρύνσεως επί του μισθού τους.
14
Από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το σύστημα MIRAS, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, αποσκοπεί στην ανακούφιση των δανειοληπτών από τις επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την καταβολή τόκων για ενυπόθηκα δάνεια ώστε να ενθαρρυνθεί εκ μέρους των ιδιωτών η αγορά ή η βελτίωση της κατοικίας τους. Όσον αφορά τα πρόσωπα των οποίων το φορολογητέο εισόδημα είναι τόσο χαμηλό ώστε να μην επιβαρύνονται ούτε με τον βασικό συντελεστή, το ίδιο αυτό σύστημα έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση άμεσης επιδότησης στους δικαιούχους, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, ουδεμία υφίσταται σχέση μεταξύ της φορολογικής επιβαρύνσεως και της εκπτώσεως που γίνεται επί της καταβολής των τόκων.
15
Ενόψει μιας τέτοιας καταστάσεως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να χορηγούν στους μονίμους και μη μονίμους υπαλλήλους της Κοινότητας τις ίδιες επιδοτήσεις με αυτές που παρέχουν στους δικαιούχους οι οποίοι ορίζονται κατά τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις. Το άρθρο αυτό απλώς επιβάλλει να μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο, όταν υπόκειται σε ορισμένες φορολογικές επιβαρύνσεις, να τύχει όλων των φορολογικών πλεονεκτημάτων που παρέχονται κατά νόμον στους υποκειμένους στον φόρο, ώστε να αποφεύγεται η υποβολή του εν λόγω προσώπου σε μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση.
16
Όσον αφορά το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως το Δικαστήριο επισήμανε με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1986, Hurd (44/84, Συλλογή 1986, σ. 29), η διάταξη αυτή απαγορεύει, κυρίως, στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων ικανών να παρεμβάλλουν εμπόδια στη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων. Καίτοι ένα μέτρο όπως το σύστημα MIRAS μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων ενός οικονομικού πλεονεκτήματος του οποίου θα ετύγχαναν αν δεν είχαν την ιδιότητα αυτή, δεν προκύπτει ότι το μέτρο αυτό είναι ικανό να αποτρέπει ορισμένα πρόσωπα από το να εισέρχονται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων ή να τα ωθεί στο να εγκαταλείπουν τα καθήκοντα που ασκούν εκεί και να μπορεί, κατά συνέπεια, να παρακωλύει τη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων.
17
Όσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, δεν αμφισβητείται ότι το σύστημα MIRAS δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εξ αυτού ωφελουμένων αναλόγως της ιθαγενείας τους. Επομένως, ούτε η διάταξη αυτή μπορεί να ασκήσει επιρροή όσον αφορά την εκτίμηση που πρέπει να γίνει σχετικά με το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου.
18
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της Συνθήκης καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος, το οποίο επιδοτεί τους τόκους που καταβάλλουν οι ιδιώτες για δάνεια προοριζόμενα για την αγορά ή τη βελτίωση της κύριας κατοικίας τους που κείται στο κράτος αυτό, όταν οι ενδιαφερόμενοι έχουν, εντός του εν λόγω κράτους, φορολογητέο εισόδημα που υπολείπεται του ύψους των καταβαλλομένων τόκων, να μην υπάγει στη ρύθμιση αυτή τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων, όταν το φορολογητέο τους στο εν λόγω κράτος εισόδημα υπολείπεται του ύψους των τόκων που καταβάλλουν.
19
Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο ερώτημα αυτό, το δεύτερο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου.
Επί των δικαστικών εξόδων
20
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η βρετανική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Office of the Special Commissioners of Income Tax, με Διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 1988, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της Συνθήκης καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος, το οποίο επιδοτεί τους τόκους που καταβάλλουν οι ιδιώτες για δάνεια προοριζόμενα για την αγορά ή τη βελτίωση της κύριας κατοικίας τους που κείται στο κράτος αυτό, όταν οι ενδιαφερόμενοι έχουν, εντός του εν λόγω κράτους, φορολογητέο εισόδημα που υπολείπεται του ύψους των καταβαλλομένων τόκων, να μην υπάγει στη ρύθμιση αυτή τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων, όταν το φορολογητέο τους στο εν λόγω κράτος εισόδημα υπολείπεται του ύψους των τόκων που καταβάλλουν.
Κακούρη
Koopmans
Mancini
O'Higgins
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Ν. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy