ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-367/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1. Νομικό πλούσιο
1.1. Η κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17, στο εξής: οδηγία), έχει συμπληρωθεί και τροποποιηθεί με μεταγενέστερες οδηγίες, τελευταία από τις οποίες είναι η οδηγία 89/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1989 ( ΕΕ L 92, σ. 15 ). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 88/664/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988 (ΕΕ L 382, σ. 41 ), προβλέπει απαλλαγή των προϊόντων που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης και περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών από τον φόρο κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, στο πλαίσιο της κυκλοφορίας ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα και η συνολική αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο. Για τους ταξιδιώτες ηλικίας κάτω των 15 ετών το όριο της απαλλαγής είναι 100 ECU ( παράγραφος 2 ).
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι για την εφαρμογή της οδηγίας «θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρα οι εισαγωγές οι οποίες: α) παρουσιάζουν ευκαιριακό χαρακτήρα- β) αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν από τη φύση τους ή την ποσότητα τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον ». Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου 3 (η οποία προστέθηκε με την τέταρτη οδηγία 78/1033/ΕΟΚ τόυ Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 100) ορίζει την έννοια των « προσωπικών αποσκευών ».
Το άρθρο 4 της οδηγίας καθορίζει ποσοτικά όρια για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων και ειδικότερα τα προϊόντα καπνού, τα οινοπνευματώδη ποτά, τα αρώματα, τον καφέ και το τσάι. Τα εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά απαλλάσσονται των φόρων μόνον εφόσον δεν υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα (συνολικά 1,5, 3 και 5 λίτρα, αναλόγως του είδους των οινοπνευματωδών ποτών). Για τον ζύθο δεν προβλέπονται τέτοια όρια.
Εντός των ποσοτικών ορίων που καθορίζει η προαναφερθείσα διάταξη και τηρουμένων των περιορισμών ως προς τους ταξιδιώτες ηλικίας κάτω των 15 ετών, η αξία των απαριθμου-μένων εμπορευμάτων δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της κατά τα άρθρα 1 και 2 απαλλαγής.
Αφότου η Ιρλανδία προσχώρησε στην Κοινότητα, της έχουν επιτραπεί ορισμένες αποκλίσεις από τις διατάξεις της οδηγίας 69/169, καθώς και ο περιορισμός σε 85 ECU της κατά μονάδα αξίας των εμπορευμάτων τα οποία επιτρέπεται να εισάγουν οι ταξιδιώτες στο ιρλανδικό έδαφος με τις αποσκευές τους ( προαναφερθείσα οδηγία 88/664 ).
1.2. Η εθνική ρύθμιση
Με διοικητικό μέτρο που έλαβε τον Νοέμβριο του 1984, η Ιρλανδία περιόρισε το ανώτατο όριο της ποσότητας ζύθου την οποία μπορούν να εισάγουν αφορολόγητη οι ταξιδιώτες διά των χερσαίων συνόρων σε 12 λίτρα (ή 21 πίντες ) κατ' άτομο.
Οι εισαγωγές ποσοτήτων που υπερβαίνουν αυτό το όριο θεωρούνται εμπορικού χαρακτήρα και επομένως φορολογούνται.
2. Ιοτορικό νης διαφοράς
Με έγγραφο της 27ης Δεκεμβρίου 1984, η Επιτροπή ζήτησε από τις ιρλανδικές αρχές να επανεξετάσουν επειγόντως το επίμαχο διοικητικό μέτρο.
Με έγγραφα της 5ης Μαρτίου 1985 και της 16ης Ιουλίου 1985, η Ιρλανδική Κυβέρνηση προέβαλε επιχειρήματα τα οποία δεν έπεισαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
Στις 3 Απριλίου 1986 η Επιτροπή κάλεσε την Ιρλανδική Κυβέρνηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις της επί του ασυμβίβαστου του φορολογικού καθεστώτος που εισήγαγε με το διοικητικό μέτρο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169.
Με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1986, η Ιρλανδική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν ήταν διατεθειμένη να καταργήσει τον κανόνα των 12 λίτρων, δεν διατύπωσε δε νέα επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεως της.
Στις 29 Ιουλίου 1987, η Επιτροπή διατύπωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, μη συμμορφούμενη προς την προαναφερθείσα οδηγία, η Ιρλανδική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, την κάλεσε δε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 1987, η Ιρλανδία ζήτησε δίμηνη παράταση της προθεσμίας εντός της οποίας όφειλε να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη.
Με την οριστική της απάντηση, της 18ης Νοεμβρίου 1987, η Ιρλανδία δεν μετέβαλε την αρχική της θέση.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1988.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικώς. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 12 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 69/169, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη·
2)
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιρλανοική Κυβέρνηση, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Εππροπή υποστηρίζει ότι το επίμαχο μέτρο αντίκειται στην οδηγία.
Κατά την άποψη της, από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981, Rewę Ι, Handelsgesellschaft Rev/e κατά Hauptzollamt Kiel, 158/80, Συλλογή 1981, σ. 1805, και της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Handelsgesellschaft Rewę κατά Hauptzollämter Flensburg, Itzehoe και Lübeck-West, 278/82, Συλλογή 1984, σ. 721 ) προκύπτει ότι η σχετική κοινοτική νομοθεσία ρυθμίζει το ζήτημα εξαντλητικά και ότι τα κράτη μέλη διατηρούν μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζει η ίδια η οδηγία.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ζύθος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εμπορευμάτων που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπου καθορίζονται τα ανώτατα ποσοτικά όρια για ορισμένα προϊόντα. Για να τυγχάνει ο ζύθος της απαλλαγής που ( προβλέπουν τα άρθρα 1 και 2 αρκεί να περιέχεται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών, να πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, να έχει αποκτηθεί σύμφωνα με τους γενικούς όρους φορολογήσεως που ισχύουν στην εσωτερική αγορά ενός από τα κράτη μέλη και να πρόκειται για εισαγωγή μη εμπορικού χαρακτήρα, η δε συνολική αξία των εμπορευμάτων να μην υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο.
Κατά την Επιτροπή, ο περιορισμός των 12 λίτρων είναι, επιπλέον, αυθαίρετος. Συνεπάγεται αυτομάτως τον κατά τεκμήριο εμπορικό χαρακτήρα της εισαγωγής εφόσον η εισαγομένη ποσότητα ζύθου υπερβαίνει τα 12 λίτρα, ακόμα και αν πρόκειται για ευκαιριακή εισαγωγή εμπορευμάτων προοριζομένων για προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή για δώρα. Η ύπαρξη τέτοιου εμπορικού χαρακτήρα πρέπει να κρίνεται « σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση », λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπέρ μιας ερμηνείας της οδηγίας που να επιτρέπει στα κράτη μέλη την εφαρμογή ποσοτικού ορίου 10 έως 13 λίτρων για τον ζύθο, κατά το μέτρο που στην ποσότητα αυτή περιέχεται ó ίδιος όγκος οινοπνεύματος όπως και στην ποσότητα των οινοπνευματωδών ποτών που μπορούν να εισάγουν αφορολόγητα οι ταξιδιώτες με τις προσωπικές τους αποσκευές δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, είναι αβάσιμη, εφόσον για τον ζύθο δεν μπορεί να θεσπισθεί κανένα ποσοτικό όριο.
Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγία εντάσσεται στην προσπάθεια για εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς και ότι θα είχε αποτελέσματα αντίθετα προς τον στόχο αυτό αν προέβλεπε τη δυνατότητα θεσπίσεως νέων ποσοτικών περιορισμών, το μόνο αποτέλεσμα των οποίων θα ήταν η μεγαλύτερη στεγανοποίηση της αγοράς, ενώ η αγορά αυτή πρέπει, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/230/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1972, που τροποποιεί την οδηγία 69/169/ΕΟΚ, να εξελιχθεί προοδευτικά σε εσωτερική αγορά.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το ότι ο ζύθος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των οινοπνευματωδών ποτών που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας, των οποίων η αφορολόγητη εισαγωγή υπόκειται σε ειδικά ποσοτικά όρια, αποτελεί ασυνέπεια και είναι παράλογη. Η ίδια η Επιτροπή θεωρεί ότι τα οινοπνευματώδη ποτά που είναι ομοειδή με τα απαριθμούμενα στο άρθρο 4 της οδηγίας πρέπει να υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς. Την πρόταση αυτή έκανε στο Συμβούλιο, που δέχθηκε να προσθέσει στα ποτά αυτά την τάφια, το σακέ και τα ομοειδή ποτά με βαθμό οινοπνεύματος ίσο ή κατώτερο των 22 ο/ο vol. ( άρθρο 1 της οδηγίας 85/348/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, ΕΕ L 183, σ. 24).
Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η ποσότητα ζύθου που ισοδυναμεί, από άποψη κατ' όγκον περιεκτικότητας σε οινόπνευμα, προς τις ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας είναι 10 έως 13 λίτρα ( 13,3, 10 και 13,3 λίτρα ζύθου έναντι των προβλεπομένων ποσοτήτων απεσταγμένων ποτών, ενισχυμένων οίνων κ.λπ. και οίνου αντίστοιχα ). Επομένως, το επίμαχο μέτρο είναι σύμφωνο προς το πνεύμα των ποσοτικών περιορισμών που θέτει η οδηγία.
Κατά την άποψη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, το τεκμήριο υπέρ του εμπορικού σκοπού της εισαγωγής πρέπει να αναφέρεται σε βέβαια ποσοτικά όρια, δεδομένου ότι η προτεινομένη από την Επιτροπή εκτίμηση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι υποκειμενική, στερείται αντικειμενικότητας και διαφάνειας και δεν παρέχει καμιά ασφάλεια δικαίου.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, ακόμα, ότι η μη ύπαρξη ορίου θα είχε ως συνέπεια την επανάληψη των περιπτώσεων καταστρατηγήσεως οι οποίες παρατηρήθηκαν προ του Νοεμβρίου του 1984, οπότε ζητήθηκε απαλλαγή για ποσότητες ζύθου μέχρι 120 λίτρα ανά όχημα από πρόσωπα που επέστρεφαν από τη Βόρεια Ιρλανδία και εισήγαν ζύθο όχι για προσωπική κατανάλωση αλλά προς μεταπώληση. Εξακριβώθηκε τότε ότι ζύθος που είχε εισαχθεί στην Ιρλανδία με τις αποσκευές των ταξιδιωτών πωλήθηκε λιανικώς.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 6ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-367/88,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον D. Grant Lawrence και εν συνεχεία από τον Johannes Føns Buhl, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον Louis Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον James O'Reilly, SC, στην Ιρλανδία με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 12 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως έχει τροποποιηθεί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, Τ. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, προέδρους τμήματος, F. Α. Schockweiler και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων, που ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 12 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 17 ), όπως έχει τροποποιηθεί, με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985 ( EE L 183, σ. 24), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίμαχη απαλλαγή, η οποία θεσπίστηκε με το « Notice by the Revenue Commissioners, Customs Controls on Cross-Border Traffic » του Νοεμβρίου 1984, αντίκειται στα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας οδηγίας, καθόσον η εισαγωγή άνω των 12 λίτρων ζύθου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει άνευ ετέρου εμπορικό χαρακτήρα.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
4
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την οδηγία 69/169, όπως έχει τροποποιηθεί, τα εμπορεύματα που, όπως ο ζύθος, δεν περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, και επομένως δεν υπόκεινται σε ποσοτικά όρια μπορούν στο πλαίσιο της κυκλοφορίας των ταξιδιωτών μεταξύ των κρατών μελών, να εισάγονται απαλλασσόμενα του φόρου κύκλου εργασιών και των ειδικών φόρων καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή, « εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρος και η συνολική αξία των εμπορευμάτων δεν υπερβαίνει τα 390 ECU κατ' άτομο » ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Θεωρούνται μη εμπορικού χαρακτήρα οι εισαγωγές οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς εμπορεύματα που προορίζονται για την προσωπική ή οικογενειακή χρήση των ταξιδιωτών ή που προορίζονται για δώρα, με την επιφύλαξη ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν δύνανται να παρουσιάζουν, ως εκ της φύσεως ή της ποσότητας τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον ( άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β ).
5
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών παρομοίων προς τα απαριθμούμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β, της οδηγίας, τα οποία υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς, πρέπει να υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς. Σχετικώς, θεωρεί ότι τα ποσοτικά όρια που καθορίζονται, με την προαναφερθείσα διάταξη, σε 1,5 λίτρα για τα οινοπνευματώδη ποτά σταθερού βαθμού οινοπνεύματος, σε 3 λίτρα για τους ενισχυμένους οίνους με βαθμό οινοπνεύματος 15o και σε 5 λίτρα για τους κοινούς οίνους, που ισοδυναμούν κατ' όγκο σε 13,3, 10 και 13,3 λίτρα ζύθου αντίστοιχα.
6
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η λήψη του επιμάχου μέτρου ήταν απαραίτητη λόγω των πολυαρίθμων καταστρατηγήσεων στις οποίες προέβαιναν οι ταξιδιώτες, εισάγοντας μεγάλες ποσότητες ζύθου απαλλασσομένου από τον φόρο (μέχρι 120 λίτρα ανά όχημα), για να τις μεταπωλήσουν κατόπιν, και της δυσχέρειας εξακριβώσεως σε κάθε μία περίπτωση του εμπορικού ή μη χαρακτήρα της εισαγωγής, δεδομένης της αδυναμίας επαληθεύσεως της ειλικρίνειας των δικαιολογητικών που εμφανίζουν οι ταξιδιώτες.
7
Πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., την πιο πρόσφατη, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 7, C-158/88, Συλλογή 1990, σ. I-2367), τα κράτη μέλη διατηρούν στον εν λόγω τομέα μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζουν οι ίδιες οι διατάξεις των σχετικών οδηγιών. Οι διατάξεις αυτές, όμως, δεν προβλέπουν τη δυνατότητα καθορισμού ποσοτικών ορίων για εμπορεύματα που δεν περιλαμβάνονται ρητώς στην απαρίθμηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/169.
8
Τέτοιο ποσοτικό όριο μπορεί να καθορισθεί μόνο με οδηγία τροποποιούσα την οδηγία 69/169, όπως έγινε, μεταξύ άλλων, με την προαναφερθείσα οδηγία 85/348, ή με μέτρο διασφαλίσεως προβλεπόμενο από τη Συνθήκη.
9
Σχετικώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, με την απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, C-208/88 (Συλλογή 1990, σ. I-4445), που εξέδωσε την ίδια ημέρα με την παρούσα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου υπέρ του εμπορικού χαρακτήρα της εισαγωγής εφόσον αυτή αφορά ποσότητα ζύθου υπερβαίνουσα ορισμένο ποσοτικό όριο σημαίνει προσθήκη στο κείμενο του άρθρου 4 της οδηγίας ενός προϊόντος που δεν περιλαμβάνεται στην απαρίθμηση του άρθρου αυτού. Το ίδιο ισχύει όταν τέτοιο αμάχητο τεκμήριο εφαρμόζεται, δυνάμει του προαναφερθέντος « Notice », μόνο στις μεταξύ των ταξιδιωτών και δημοσίας διοικήσεως σχέσεις, διότι η υποχρέωση των πρώτων να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για να αποδεικνύουν τον μη εμπορικό χαρακτήρα μιας εισαγωγής καταλήγει πρακτικώς στο ίδιο αποτέλεσμα. Ενόψει της φύσεως των εν λόγω ενδίκων διαφορών, η προσφυγή στη δικαιοσύνη είναι πρακτικώς ανέφικτη.
10
Επομένως, διαπιστώνεται ότι η Ιρλανδία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 12 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 85/348 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιρλανδία, Θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ φορολογική απαλλαγή για τον εισαγόμενο με τις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών ζύθο μόνο μέχρι την ποσότητα των 12 λίτρων, πράγμα που είναι αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 69/169/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών διατάξεων, των σχετικών με τις απαλλαγές από τους φόρους κύκλου εργασιών και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως που εισπράττονται κατά την εισαγωγή στο πλαίσιο της διεθνούς κυκλοφορίας των ταξιδιωτών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 85/348/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Due
Mancini
O'Higgins
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Schockweiler
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Δεκεμβρίου 1990.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy