ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-370/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Marshall είναι βρετανός υπήκοος και κάτοικος Σκωτίας. Είναι κύριος αλιευτικού σκάφους, νηολογημένου στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το οποίο ασκεί αλιευτική δραστηριότητα με βάση λιμένα της Σκωτίας.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1986 στο σκάφος αυτό διενεργήθηκε έλεγχος στα ύδατα που περιβάλλουν τις ακτές της Σκωτίας. Επί του σκάφους βρισκόταν ένα δίχτυ που ονομάζεται « μονόκλωνο δίχτυ απλάδι », η κατοχή του οποίου απαγορεύεται δυνάμει της αποφάσεως του Secretary of State for Scotland ( Υπουργού Σκωτίας), της 14ης Ιανουαρίου 1986 — The Inshore Fishing (Prohibition of Carriage of Monofilament Gill Nets) (Scotland) Order 1986, SI 1986/60 (στο εξής: η υπουργική απόφαση). Η απαγόρευση κατοχής των εν λόγω διχτύων αφορά αποκλειστικά τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη τα οποία πλέουν εντός των υδάτων που περιβάλλουν τις σκωτικές ακτές σε απόσταση έξι μιλίων από τις γραμμές βάσεως.
Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (EE L 24, σ. 14).
Οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα εξής:
« 2.
Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν τους όρους ή τις λεπτομέρειες καθαρά τοπικού χαρακτήρα που εφαρμόζονται αποκλειστικά στους αλιείς υπηκόους τους και που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων με τεχνικά μέτρα που συμπληρώνουν τα μέτρα που καθορίζονται στους κοινοτικούς κανονισμούς, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.
3.
Πριν από τη θέσπιση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει τη συμφωνία της Επιτροπής ως προς τη διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα με τη μία ή την άλλη των εν λόγω παραγράφων.
Η Επιτροπή λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αιτήσεως βάσει του πρώτου εδαφίου. »
Με απόφαση της 1ης Αυγούστου 1985, η Επιτροπή εξέφρασε τη συμφωνία της όσον αφορά τα μέτρα τα οποία σχεδίαζε να λάβει ο Secretary of State for Scotland.
Κατά του Marshall ασκήθηκε δίωξη ενώπιον του Sheriff Court του Stranraer· ενώπιον του δικαστηρίου ο Marshall υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω απόφαση είναι παράνομη, διότι εισάγει διακρίσεις σε βάρος των σκώτων αλιέων έναντι των άλλων αλιέων της Κοινότητας. Ο Sheriff δέχτηκε τον ισχυρισμό αυτό και απάλλαξε τον Marshall.
Κατά της αποφάσεως του Sheriff ο Εισαγγελέας άσκησε έφεση ενώπιον του High Court of Justiciary.
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ο Εισαγγελέας υποστήριξε ότι η υπουργική απόφαση δεν εισάγει διακρίσεις αντίθετες προς τη Συνθήκη, διότι ισχύει για τα αλιευτικά σκάφη υπό βρετανική σημαία και όχι για τα αλιευτικά σκάφη των άλλων κρατών μελών. Επιπλέον, η απόφαση αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, κατά το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου, δεδομένου ότι η απαγόρευση δεν αφορά παρά μόνο τα βρετανικά σκάφη και τυγχάνει εφαρμογής μόνο εντός των υδάτων που περιβάλλουν τις σκωτικές ακτές.
Εξάλλου η εισαγγελική αρχή φρονεί ότι η υπουργική απόφαση είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι τα εν λόγω δίχτυα χρησιμοποιούνται κυρίως για την παράνομη αλιεία σολομού και ελάχιστα μόνο για την αλιεία άλλων ειδών ιχθύων.
Αντίθετα ο Marshall υποστήριξε ότι η υπουργική απόφαση εισάγει διακρίσεις σε βάρος των βρετανών αλιέων και ειδικότερα σε βάρος των σκώτων αλιέων έναντι των άλλων αλιέων της Κοινότητας. Καταρχάς η απαγόρευση μεταφοράς μονόκλωνων διχτύων απλαδιών στα ύδατα που περιβάλλουν τις σκωτικές ακτές αφορά μόνο τους βρετανούς αλιείς. Επιπλέον, η διάκριση θίγει ειδικότερα τους αλιείς που εκκινούν από λιμένες της Σκωτίας, διότι τα σκάφη τους δεν επιτρέπεται να μεταφέρουν τα δίχτυα αυτά όταν διασχίζουν τη θαλάσσια ζώνη που περιβάλλει τον λιμένα από τον οποίο εκκινούν, ενώ οι αλιείς των άλλων κρατών μελών, όπως και οι βρετανοί αλιείς που δεν εκκινούν από λιμένα της Σκωτίας, μπορούν να μεταφέρουν επί του σκάφους τους τα εν λόγω δίχτυα, όταν εγκαταλείπουν τον λιμένα νηολογήσεως, και να τα χρησιμοποιούν εκτός των υδάτων που περιβάλλουν τις σκωτικές αρχές.
Εξάλλου, κατά τον Marshall, η υπουργική απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι απαγορεύει τη μεταφορά διχτύων για οποιοδήποτε σκοπό, ενώ ο σκοπός της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως είναι μόνο η αποφυγή της παράνομης αλιείας σολομού και, επομένως, θα αρκούσε η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως αυτού του τύπου διχτύων. Επομένως η απόφαση συνιστά επίσης παράνομη προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
Τέλος, η υπουργική απόφαση είναι, κατά τον Marshall, παράνομη, αφενός επειδή εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που έχει το εκδόν όργανο κατά το εσωτερικό δίκαιο και αφετέρου επειδή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83, το οποίο είναι και αυτό παράνομο, επειδή επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα αντίθετα προς τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης.
Κρίνοντας ότι η υπόθεση αφορούσε την ερμηνεία και το κύρος της οικείας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το High Court of Justiciary ανέστειλε με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1988, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων:
« 1)
Εμποδίζουν τα κράτη μέλη οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου να λαμβάνουν μέτρο που έχει εγκριθεί προηγουμένως νομίμως από την Επιτροπή και με το οποίο απαγορεύεται στα αλιευτικά σκάφη τα νηολογημένα στο οικείο κράτος μέλος, εφόσον το σκάφος αυτό πλέει εντός του τμήματος της αιγιαλίτιδας ζώνης του κράτους μέλους αυτού το οποίο περιβάλλει την ακτή του κράτους αυτού, να μεταφέρουν δίχτυα αλιείας ορισμένου τύπου και ορισμένης κατασκευής, η χρήση των οποίων όμως δεν απαγορεύεται κατά τα λοιπά από την κοινοτική νομοθεσία; Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;
2)
α)
Είναι έγκυρο κατά το κοινοτικό δίκαιο το άρθρο 19 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 171/83 του Συμβουλίου;
6)
Αν ναι, ένα μέτρο σαν αυτό που περιγράφεται στο ερώτημα 1 εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19; »
Η Διάταξη του High Court of Justiciary πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 1988.
Γραπτές παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ κατέθεσαν στις 20 Μαρτίου 1989 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, στις 7 Απριλίου 1989 η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. Ε. Collins, Treasury Solicitor, και στις 20 Απριλίου 1989 το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από την Sims-Robertson, μέλος της νομικής του υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσειστην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφάσισε να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πέμπτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί της συμφωνίας ενός sêvitcov μέτρου, όπως η επίμαχη υπουργική απόφαση, προς τις άεμεΑιώόεις αρχές της Σνναήκης.
Στις παρατηρήσεις του επί του πρώτου ερωτήματος, το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζει τη συμφωνία ενός εθνικού μέτρου, όπως η επίμαχη απόφαση, προς το άρθρο 7 και το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, την αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα των αλιέων να ασκούν ελεύθερα την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
Όσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, το Ηνωμένο Βασίλειο υπενθυμίζει καταρχάς ότι η απαγόρευση επιβολής διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, την οποία καθιερώνει το ανωτέρω άρθρο, δεν παραβιάζεται από το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος λαμβάνει ορισμένα μέτρα για τα άτομα ή τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα στο έδαφος του, τα οποία δεν εφαρμόζονται από άλλα κράτη μέλη, έστω και αν με τα μέτρα αυτά περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση τα άτομα ή οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σ' αυτό το κράτος μέλος σε σχέση με τα άτομα ή τις επιχειρήσεις που κατοικούν ή έχουν την έδρα τους σε άλλα κράτη μέλη. Εν προκειμένω, η υπουργική απόφαση δεν εισάγει καμία διάκριση σε βάρος των αλιευτικών σκαφών των άλλων κρατών μελών, καθόσον το μέτρο αυτό ισχύει μόνο για τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη.
Επιπλέον, το γεγονός ότι η υπουργική απόφαση επιβάλλει μεγαλύτερες δεσμεύσεις στους αλιείς που ασκούν τις δραστηριότητες τους με βάση λιμένες της ΣκωτΙας απ' ό,τι σ' εκείνους που έχουν ως βάση άλλους βρετανικούς λιμένες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης, δεδομένου ότι πρόκειται για διακρίσεις εντός του ίδιου κράτους μέλους.
Τέλος, ακόμα και αν οι βρετανοί αλιείς περιέρχονται πράγματι σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους αλιείς άλλων κρατών μελών, τότε πρόκειται απλώς για « αντίστροφη διάκριση», η οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αντίκειται στο άρθρο 7 της Συνθήκης.
Όσον αφορά το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που περιλαμβάνει η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά τα κοινοτικά μέτρα για την κοινή οργάνωση των αγορών ή τα εθνικά μέτρα που έχουν ως σκοπό την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Κατά συνέπεια, το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζεται επί εθνικών μέτρων όπως η προκειμένη απόφαση, που έχει ως σκοπό να συμπληρώσει τα κοινοτικά τεχνικά μέτρα περί διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Εξάλλου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης τυγχάνει εφαρμογής επί των εθνικών μέτρων όπως το ληφθέν με την υπουργική απόφαση, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι το γεγονός ότι απαγορεύεται στους υπαγόμενους στη δικαιοδοσία του αλιείς να επιδίδονται σε ορισμένες αλιευτικές δραστηριότητες εντός μιας καθορισμένης ζώνης δεν αποτελεί διάκριση σε βάρος μιας κατηγορίας παραγωγών: αφορά απλώς αυτές τις δραστηριότητες όταν ασκούνται εντός ενός τμήματος της εθνικής επικράτειας, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση εντός των υδάτων που περιβάλλουν τις ακτές της Σκωτίας.
Τέλος, η διαφορετική μεταχείριση των αλιέων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυθαίρετη, καθόσον η υπουργική απόφαση στηρίζεται στην ανάγκη πατάξεως της παράνομης αλιείας σολομού στα ύδατα που περιβάλλουν τις ακτές της Σκωτίας.
Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι η απαγόρευση κατοχής μονόκλωνων διχτύων απλαδιών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή αυτή, δεδομένου ότι τα δίχτυα αυτά ελάχιστα χρησιμοποιούνται για νόμιμους σκοπούς, δηλαδή για την αλιεία άλλων ειδών εκτός του σολομού. Εξάλλου, είναι πολύ ευκολότερη η απαγόρευση της κατοχής τέτοιων διχτύων παρά η απόδειξη του ότι χρησιμοποιήθηκαν για παράνομο σκοπό.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί, τέλος, ότι η υπουργική απόφαση δεν αποτελεί απαράδεκτη προσβολή του δικαιώματος των αλιέων να ασκούν ελεύθερα την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Πρώτον, οι ενδεχόμενοι περιορισμοί του δικαιώματος αλιείας είναι δικαιολογημένοι για την αποτροπή της παράνομης αλιείας σολομού και εξυπηρετούν επομένως το γενικό συμφέρον. Δεύτερον, δεν θίγουν την ουσία του δικαιώματος αλιείας, διότι η ελευθερία της αλιείας εξακολουθεί να υφίσταται, εφόσον γίνεται χρήση μη απαγορευόμενων διχτύων.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η υπουργική απόφαση συμβιβάζεται προς τα άρθρα 7 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Πράγματι, οι διατάξεις της αποφάσεως δεν εισάγουν διάκριση σε βάρος των αλιέων των άλλων κρατών μελών, διότι ισχύουν μόνο για τα υπό βρετανική σημαία σκάφη που πλέουν εντός θαλασσίας ζώνης στην οποία η αλιεία επιτρέπεται, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ), μόνο σε ορισμένα σκάφη του παράκτιου κράτους.
Επί τον κύρους τον άρθρου 19 του κανονισμού 171/83
Το Ενωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83 είναι έγκυρο, αφού απλώς παρέχει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για τους δικούς τους υπηκόους, τα οποία να συμπληρώνουν τους κοινοτικούς κανόνες και τα οποία να είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.
Συναφώς παρατηρεί ότι έχει παραχωρηθεί στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα να ρυθμίζουν ορισμένα ζητήματα αλιείας λόγω του ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ρυθμίζει όλες τις πλευρές της αλιείας. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να λαμβάνουν μέτρα διατηρήσεως για τα ύδατα που περιβάλλουν τις ακτές τους, διότι μπορούν, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, να περιορίζουν την άσκηση της αλιείας εντός των υδάτων αυτών υπέρ των δικών τους μόνο υπηκόων και των υπηκόων άλλων κρατών μελών που έχουν εκ παραδόσεως δικαιώματα σ' αυτά τα ύδατα. Εξάλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο, επικαλούμενο την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Romkes ( 53/86, Συλλογή 1987, σ. 2691 ), θεωρεί ότι, στους τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγορών, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να λαμβάνουν έναντι των υπηκόων τους μέτρα αυστηρότερα από εκείνα τα οποία έχει λάβει η Κοινότητα, εφόσον αυτά τα μέτρα συμβιβάζονται προς τους κοινοτικούς κανόνες.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83 είναι έγκυρο, επειδή συμβιβάζεται προς τα άρθρα 7 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Προσθέτει ότι είναι φυσικό να περιορίζονται τα εθνικά μέτρα που αφορά το άρθρο 19 στα σκάφη που φέρουν τη σημαία του οικείου κράτους, καθόσον αυτό το κράτος είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνο για τη δραστηριότητα των σκαφών αυτών. Εξάλλου η αρμοδιότητα που έχουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα καθαρά τοπικού χαρακτήρα δικαιολογείται από το γεγονός ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου επιφυλάσσει σε ορισμένα μόνο σκάφη του παράκτιου κράτους την πρόσβαση στην παράκτια ζώνη των δώδεκα μιλίων, με μόνους περιορισμούς εκείνους που προκύπτουν από τις σχέσεις « γειτονίας ».
Το Συμβούλιο θεωρεί και αυτό ότι, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να κλονίζει το κύρος του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83. ίίατά το Συμβούλιο, το γεγονός ότι αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη η εξουσία να λαμβάνουν μέτρα διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, εξαρτώντας παράλληλα την εφαρμογή των μέτρων αυτών από προηγούμενη άδεια της Επιτροπής, σημαίνει ότι έχει θεσπιστεί ένα σύστημα κατά το οποίο η Κοινότητα έχει μεν αρμοδιότητα προς λήψη μέτρων, αλλά έχει επιλέξει να μην την ασκεί, διότι τα θεσπιστέα μέτρα αφορούν μόνο καθαρά τοπικού χαρακτήρα καταστάσεις και ισχύουν αποκλειστικά για τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η αρμοδιότητα των κρατών μελών είναι σύμφωνη προς τις αρχές που καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 17 και 22 ( 804/79, Συλλογή 1981, σ. 1045 ). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «η εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας των θαλάσσιων πόρων ... ανήκει πλήρως και οριστικώς στην Κοινότητα ». Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν τελούν σε πλήρη αδυναμία « ενδεχομένης τροποποιήσεως των υπαρχόντων μέτρων διατηρήσεως, ανάλογα με την εξέλιξη των σχετικών βιολογικών και τεχνικών δεδομένων στον τομέα αυτό », υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι περιορισμένης εκτάσεως και δεν συνεπάγονται νέα πολιτική διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η λήψη εθνικών μέτρων δικαιολογείται πλήρως όσον αφορά την ουσία. Καταρχάς, η αναπαραγωγή των ιχθύων μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη βιολογική ζώνη, οπότε ενδέχεται να είναι αναγκαία η λήψη μέτρων καθαρά τοπικού χαρακτήρα. Επιπλέον, η λήψη αυστηρότερων μέτρων για τους ημεδαπούς αλιείς μπορεί να δικαιολογείται με σκοπό την εξασφάλιση, προς το κοινό συμφέρον, της μεγίστης δυνατής αποδοτικότητας των αλιευτικών δραστηριοτήτων και, επομένως, της σταθερότητας της αγοράς.
Το Συμβούλιο παρατηρεί ακόμη ότι η δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν εθνικά μέτρα εξηγείται από το γεγονός ότι τα κράτη εξακολουθούν να έχουν την εξουσία να περιορίζουν την πρόσβαση στα χωρικά τους ύδατα και ότι σ' αυτά ανατίθεται ο καθορισμός του τρόπου χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Ωστόσο, η εξουσία αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο σε συνεργασία με την Επιτροπή. Συναφώς, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή συμμετέχει ενεργά κατά τη νομοθετική διαδικασία λήψεως των εθνικών μέτρων, καθόσον ελέγχει τη συμφωνία τους προς τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83 και εκτιμά αν συμβιβάζονται προς την κοινή αλιευτική πολιτική.
Το Συμβούλιο συμφωνεί ότι τα εθνικά αυτά μέτρα μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή στους αλιείς ενός κράτους μέλους αυστηρότερων μέτρων από εκείνα τα οποία ισχύουν για τους αλιείς άλλων κρατών μελών. Αυτό το αποτέλεσμα εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβολή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον τα μέτρα εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλους τους αλιείς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του οικείου κράτους μέλους.
Επί του πεδίον εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονιά f ιού 171/83
Το Ενωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι η υπουργική απόφαση εμπίπτει στο άρθρο 19 του κανονισμού 171/83, διότι πληροί τις τιθέμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Καταρχάς, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως έχει καθαρά τοπικό χαρακτήρα, διότι η απόφαση ισχύει μόνο σε ένα τμήμα των βρετανικών υδάτων. Επιπλέον, η απόφαση αυτή αφορά μόνο τους βρετανούς αλιείς, διότι αναφέρεται μόνο στα φέροντα βρετανική σημαία αλιευτικά σκάφη. Τέλος, η απαγόρευση μεταφοράς συγκεκριμένου διχτύου αποτελεί τεχνικό μέτρο, διότι με αυτό επιδιώκεται απλώς η αποτροπή της χρησιμοποιήσεως του συγκεκριμένου αυτού είδους διχτύου.
Η Επινροηή εκτιμά επίσης ότι η υπουργική απόφαση καλύπτεται από το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83. Συναφώς υπογραμμίζει ότι ένα μέτρο που ισχύει στην παράκτια ζώνη των έξι μιλίων καθόλο το μήκος των σκωτικών ακτών είναι μέτρο καθαρά τοπικού χαρακτήρα, αν εξεταστεί στο πλαίσιο της Κοινότητας στο σύνολο της. Εξάλλου, η απόφαση είναι σύμφωνη προς την κοινή αλιευτική πολιτική, διότι αποσκοπεί στη διατήρηση των αποθεμάτων σολομού.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( πέμπτο τμήμα )
της 13ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-370/88,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justiciary ( Σκωτία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Procurator Fiscal, του Stranraer,
και
Andrew Marshall,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και ως προς το κύρος και την ερμηνεία του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 14 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
συγκείμενο από τους J. C Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, R. Joliét, F. Grévisse, και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
— το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον J. Ε. Collins,
— η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
— το Συμβούλιο, εκπροσωπούμενο από τη Μ. Sims-Robertson, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Α. Marshall, εκπροσωπηθέντος από τον J. Clarke, QC, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Μαΐου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1988, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου 1988, το High Court of Justiciary υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και ως προς το κύρος και την ερμηνεία του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΟΚ) 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου , 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 14 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του Α. Marshall, βρετανού αλιέα κατοίκου Σκοτίας, ο οποίος κατηγορείται ότι κατείχε παράνομα επί του σκάφους του ένα μονόκλωνο δίχτυ απλάδι.
3
Το άρθρο 19 του προαναφερθέντος κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ιδιαίτερα μέτρα περί διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
4
To άρθρο αυτό ορίζει ότι:
« 1.
Στην περίπτωση αλιευτικών αποθεμάτων αποκλειστικά τοπικών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τους αλιείς ενός μόνο κράτους μέλους, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να θεσπίζει μέτρα για να εξασφαλίζει τη διατήρηση και τη διαχείριση αυτών των αποθεμάτων, με την επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.
2.
Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν τους όρους ή τις λεπτομέρειες καθαρά τοπικού χαρακτήρα που εφαρμόζονται αποκλειστικά στους αλιείς υπηκόους τους και που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλιευμάτων με τεχνικά μέτρα που συμπληρώνουν τα μέτρα που καθορίζονται στους κοινοτικούς κανονισμούς, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και είναι σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική.
3.
Πριν από τη θέσπιση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, το εν λόγω κράτος μέλος εξασφαλίζει τη συμφωνία της Επιτροπής ως προς τη διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα με τη μία ή την άλλη των εν λόγω παραγράφων.
Η Επιτροπή λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αιτήσεως βάσει του πρώτου εδαφίου. »
5
Στις 14 Ιανουαρίου 1986, αφού έλαβε την άδεια της Επιτροπής, ο Secretary of State for Scotland (Υπουργός Σκωτίας) εξέδωσε, στο πλαίσιο του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 171/83, απόφαση σχετικά με τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων — The Inshore Fishing ( Prohibition of Carriage of Monofilament Gill Nets ) ( Scotland ) Order 1986 (SI 1986/60) (στο εξής: υπουργική απόφαση). Η εν λόγω απόφαση, η οποία αφορά αποκλειστικά τους βρετανούς αλιείς, τους απαγορεύει να κατέχουν μονόκλωνα δίχτυα απλάδια όταν πλέουν στα ύδατα που περιβάλλουν τις σκωτικές ακτές εντός ορίου έξι μιλίων.
6
Όπως εξήγησε η Βρετανική Κυβέρνηση, με την υπουργική αυτή απόφαση επιδιώκεται η τήρηση άλλης προγενέστερης αποφάσεως, η οποία απαγορεύει την αλιεία σολομού με δίχτυα του ίδιου είδους εντός της ίδιας θαλάσσιας ζώνης.
7
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1986 διενεργήθηκε έλεγχος επί του σκάφους του Marshall στα ύδατα που περιβάλλουν τις σκωτικές ακτές. Σ' αυτό υπήρχε ένα δίχτυ του οποίου η κατοχή απαγορεύεται από την απόφαση.
8
Κατά του Marshall ασκήθηκε ποινική δίωξη ενώπιον του Sheriff Court του Stranraer' στο δικαστήριο ο Marshall ισχυρίστηκε ότι η απόφαση είναι παράνομη διότι εισήγε διακρίσεις σε βάρος των βρετανών αλιέων και ειδικότερα σε βάρος των σκώτων αλιέων σε σχέση με τους άλλους αλιείς της Κοινότητας. Καταρχάς, η κατοχή των εν λόγω διχτύων απαγορεύεται μόνο στους βρετανούς αλιείς. Επιπλέον η διάκριση θίγει ειδικότερα τους βρετανούς αλιείς που αλιεύουν με βάση λιμένες της Σκωτίας. Οι αλιείς αυτοί, σε αντίθεση με τους αλιείς των άλλων κρατών μελών και τους βρετανούς αλιείς που δεν αλιεύουν με βάση λιμένες της Σκωτίας, στερούνται της δυνατότητας να χρησιμοποιούν μονόκλωνα δίχτυα απλάδια εκεί όπου η χρήση τους επιτρέπεται, διότι δεν μπορούν να τα μεταφέρουν όταν διασχίζουν τη θαλάσσια ζώνη που περιβάλλει τον λιμένα νηολογήσεως τους.
9
Ο Sheriff του Stranraer δέχθηκε τον ισχυρισμό του Marshall και τον απάλλαξε. Κατόπιν εφέσεως της εισαγγελικής αρχής, επελήφθη της υποθέσεως το High Court of Justiciary.
10
Προς επίλυση της διαφοράς το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
« 1)
Εμποδίζουν τα κράτη μέλη οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου να λαμβάνουν μέτρο που έχει εγκριθεί προηγουμένως νομίμως από την Επιτροπή και με το οποίο απαγορεύεται στα αλιευτικά σκάφη τα νηολογημένα στο οικείο κράτος μέλος, εφόσον το σκάφος αυτό πλέει εντός του τμήματος της αιγιαλίτιδας ζώνης του κράτους μέλους αυτού το οποίο περιβάλλει την ακτή του κράτους αυτού, να μεταφέρουν δίχτυα αλιείας ορισμένου τύπου και ορισμένης κατασκευής, η χρήση των οποίων όμως δεν απαγορεύεται κατά τα λοιπά από την κοινοτική νομοθεσία; Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;
2)
α)
Είναι έγκυρο κατά το κοινοτικό δίκαιο το άρθρο 19 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 171/83 του Συμβουλίου;
β)
Αν ναι, ένα μέτρο σαν αυτό που περιγράφεται στο ερώτημα 1 εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19;»
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι οικείες κοινοτικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του κύρους του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83
12
Ο Μαρσηαλλ ισχυρίστηκε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83 είναι ανίσχυρο, καθόσον επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα, στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τα οποία μπορούν να αντιβαίνουν προς τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός οδήγησε το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει ερώτημα ως προς το κύρος της εν λόγω διατάξεως.
13
Συναφώς αρκεί να σημειωθεί ότι τα εθνικά μέτρα διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, τα οποία ελήφθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83, πρέπει να είναι σύμφωνα προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως ορίζει το ίδιο το κείμενο της διατάξεως αυτής, περιλαμβανομένων φυσικά των θεμελιωδών αρχών του.
14
Επομένως, το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83 δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρο για τον λόγο ότι επιτρέπει τη λήψη εθνικών μέτρων αντιθέτων προς τις αρχές αυτές.
15
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 19 του κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου.
Επί του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 171/83
16
Ακόμη, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ένα μέτρο όπως η εν λόγω απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου.
17
Το μέτρο αυτό είναι φύσεως παρόμοιας προς εκείνα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 19 του κανονισμού 171/83. Καταρχάς, το εν λόγω μέτρο έχει καθαρά τοπικό χαρακτήρα, διότι ισχύει μόνο σε τμήμα των υδάτων του κράτους μέλους που το έλαβε. Στη συνέχεια, ισχύει μόνο έναντι των αλιέων που είναι υπήκοοι του κράτους αυτού, δεδομένου ότι αφορά μόνο τα σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους. Τέλος, αφού περιορίζεται στην απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένου είδους διχτύων, είναι τεχνικού χαρακτήρα.
18
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι εθνικό μέτρο, όπως η απόφαση αυτή, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου.
Επί της συμφωνίας ενός εθνικού μέτρου, όπως η απόφαση, προς τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης
19
Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ο Marshall υποστήριξε ακόμη ότι η απόφαση είναι παράνομη για πολλούς λόγους. Καταρχήν, εισάγει διακρίσεις βασιζόμενες στην ιθαγένεια, καθόσον εξαιτίας της οι βρετανοί αλιείς περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των άλλων αλιέων της Κοινότητας. Στη συνέχεια, εισάγει διακρίσεις που θίγουν ειδικότερα τους αλιείς οι οποίοι αλιεύουν με βάση λιμένες της Σκωτίας, διότι, αντίθετα προς τους άλλους βρετανούς αλιείς, δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τα εν λόγω δίχτυα στις θαλάσσιες ζώνες όπου επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τους. Επιπλέον, η απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι απαγορεύει την κατοχή των διχτύων, ενώ θα αρκούσε η απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως τους. Τέλος, συνιστά προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
20
Η επιχειρηματολογία αυτή οδήγησε το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει το ερώτημα αν^ το άρθρο 7 ή το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ή οι θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν τα κράτη μέλη να απαγορεύουν τη μεταφορά διχτύων ορισμένου είδους επί όλων των σκαφών που φέρουν τη σημαία του και πλέουν στα ύδατα που περιβάλλουν τις ακτές του.
21
Όσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση σε όλους τους δικούς τους υπηκόους. Επομένως, διακρίσεις μεταξύ των αλιέων που αλιεύουν με βάση λιμένες της Σκωτίας και των άλλων βρετανών αλιέων δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7. Εξάλλου, το επίδικο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο προς το άρθρο 7 για τον λόγο ότι, εξαιτίας του, οι αλιεύοντες με βάση λιμένες της Σκωτίας αλιείς περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των αλιέων των άλλων κρατών μελών. Πράγματι, οι θέσεις στις οποίες βρίσκονται οι δύο αυτές κατηγορίες αλιέων δεν είναι παρόμοιες, λαμβανομένης υπόψη της επιτακτικής ανάγκης διατηρήσεως του σολομού.
22
Όσον αφορά το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, από την απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, Apesco κατά Επιτροπής, σκέψη 23 (207/86, Συλλογή 1988, σ. 2151 ), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν την αρχή της ισότητας όταν θεσπίζουν μέτρα εκτελέσεως, αφορώντα μόνο τους δικούς τους υπηκόους, ενός κοινοτικού κανονισμού περί οργανώσεως γεωργικών αγορών.
23
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση όντως θίγει περισσότερο τους αλιείς που αλιεύουν με βάση λιμένες της Σκωτίας απ' ό,τι τους άλλους βρετανούς αλιείς: στους πρώτους απαγορεύεται να χρησιμοποιούν μονόκλωνα δίχτυα απλάδια ακόμα και εκεί όπου επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τους, αφού δεν μπορούν να κατέχουν τέτοια δίχτυα εντός των υδάτων που περιβάλλουν τον λιμένα νηολογήσεως τους.
24
Εντούτοις, αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να αποτελεί δυσμενή διάκριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, παρά μόνο αν είναι αυθαίρετη, δηλαδή αν στερείται επαρκούς δικαιολογίας και δεν στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους.
25
Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι ο σολομός πρέπει να διασχίσει την αναφερόμενη στην απόφαση θαλάσσια ζώνη για να φθάσει στους ποταμούς όπου γεννά τα αυγά του. Επομένως, είναι σημαντικό για τη διατήρηση του είδους ένα ορισμένο ποσοστό σολομών να μπορεί να φθάνει σ' αυτούς τους τόπους αναπαραγωγής.
26
Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερα μεγάλης αποτελεσματικότητας των μονόκλωνων διχτύων απλαδιών, τούτο προϋποθέτει την απαγόρευση της χρήσης τους. Για να εξασφαλιστεί η επιβολή του εν λόγω μέτρου δικαιολογείται αντικειμενικά η απαγόρευση κατοχής διχτύων αυτού του τύπου στη ζώνη αυτή. Πράγματι, η διενέργεια ελέγχων είναι ιδιαίτερα δυσχερής στην οικεία θαλάσσια ζώνη λόγω της εκτάσεως των ακτών. Συνεπώς, δεν ενήργησαν αυθαίρετα οι εθνικές αρχές οι οποίες προτίμησαν να απαγορεύσουν την κατοχή των διχτύων αυτών παρά να πολλαπλασιάσουν τους ελέγχους με σκοπό την απόδειξη της χρησιμοποιήσεως των εν λόγω διχτύων για παράνομους σκοπούς. Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει επίσης ότι το μέτρο αυτό δεν είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
27
Τέλος, όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής απασχολήσεως πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, Keller, σκέψη 8 ( 234/85, Συλλογή 1986, σ. 2897 ), η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπόκειται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από τους στόχους γενικού συμφέροντος τους οποίους επιδιώκει η Κοινότητα, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί δεν προσβάλλουν το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος.
28
Εν προκειμένω, οι περιορισμοί του δικαιώματος αλιείας δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον έχουν ως σκοπό τη διατήρηση του είδους. Εξάλλου δεν θίγουν το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος αλιείας, διότι η ελευθερία ασκήσεως αλιευτικής δραστηριότητας δεν εμποδίζεται εφόσον χρησιμοποιούνται τα επιτρεπόμενα δίχτυα.
29
Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι ούτε το άρθρο 7 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ούτε οι θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου κωλύουν ένα κράτος μέλος να απαγορεύει τη μεταφορά ορισμένου τύπου διχτύων σε όλα τα πλοία που φέρουν τη σημαία του και πλέουν στα περιβάλλοντα τις ακτές του ύδατα.
Eni ίων δικαστικών εξόδων
30
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πέμπτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το High Court of Justiciary, με Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1988, αποφαίνεται:
1)
Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 19 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 171/83 του Συμβουλίου.
2)
Εθνικό μέτρο όπως το θεσπισθέν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 171/83 του Συμβουλίου.
3)
Ούτε το άρθρο 7 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ούτε οι θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου κωλύουν ένα κράτος μέλος να απαγορεύει τη μεταφορά ορισμένου τύπου διχτύων σε όλα τα πλοία που φέρουν τη σημαία του και πλέουν στα περιβάλλοντα τις ακτές του ύδατα.
Moitinho de Almeida
Slynn
Joliét
Grévisse
Zuleeg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
J. C. Moitinho de Almeida
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy