ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 8ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι αικαανές,
1.
Μάταια θα αναζητούσε κανείς κάποιο νέο στοιχείο στην παρούσα προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε σχέση με την προηγούμενη υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (στο εξής: υπόθεση Alean ), επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989 ( 1 ).
2.
Στις 17 Νοεμβρίου 1987 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση ( 2 ) με την οποία διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα, λόγω ελλείψεως κοινοποιήσεως, και το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά επιδοτήσεως 2 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων ( DM ) που χορήγησε το 1985 το Ομόσπονδο Κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης στην επιχείρηση BUG-Alutechnik GmbH. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, η Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία δεν προσέβαλε την απόφαση, απηύθυνε στην Επιτροπή έγγραφο με το οποίο την επικρίνει και υποστηρίζει ιδίως ότι, δεδομένου ότι η επιδότηση αντικαθιστά εγγύηση 7 εκατομμυρίων DM, η αξία της ενισχύσεως είναι, στην πραγματικότητα αρνητική. Εξάλλου, κατά την άποψη της Κυβερνήσεως αυτής, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εμποδίζει την ανάκτηση της ενισχύσεως.
3.
Αυτό είναι το επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, καθώς και το επιχείρημα που αντλείται από την εκπνοή της προθεσμίας ενός έτους που προβλέπει το άρθρο 48, παράγραφος 4, του νόμου περί διοικητικής διαδικασίας του Ομόσπονδου Κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων.
4.
Ας αναφερθεί ευθύς εξαρχής ότι οι σκέψεις της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1989 φαίνεται ότι οδηγούν στο να διαπιστωθεί, χωρίς δυσκολία, ότι υφίσταται παράβαση, ελπίζω όμως ότι το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θα εκμεταλλευθεί την ευκαιρία της παρούσας υποθέσεως για να διευκρινίσει τους κανόνες που διέπουν την αναζήτηση των κρατικών ενισχύσεων και να επιδοκιμάσει δικαστηριακά τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι κοινοτικές αρχές για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα των διατάξεων της Συνθήκης που εφαρμόζονται στον τομέα αυτό.
5.
Όσον αφορά την ίδια την παράβαση, το καθού η προσφυγή κράτος έχει ήδη, επ' ευκαιρία της υποθέσεως Alean, επικαλεστεί την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στην προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή λόγω της μη εκτελέσεως της αποφάσεως που αφορούσε μια ενίσχυση που δεν είχε κοινοποιηθεί και ήταν ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά.
6.
Το Δικαστήριο δέχθηκε, σύμφωνα με προηγούμενες αποφάσεις του ( 3 ), ως μόνο αμυντικό ισχυρισμό που θα μπορούσε ακόμα να προβληθεί στον τομέα αυτό κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως τον ισχυρισμό της απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως, διαπίστωσε όμως ότι η καθής Κυβέρνηση περιορίστηκε
« στο να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή πολιτικές και νομικές δυσχέρειες που παρουσίαζε η εφαρμογή της αποφάσεως, χωρίς να έχει προβεί σε κανένα διάβημα προς την εν λόγω επιχείρηση για την ανάκτηση της ενισχύσεως και χωρίς να έχει προτείνει στην Επιτροπή τρόπους εφαρμογής της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατό να υπερπηδηθούν οι εν λόγω δυσχέρειες » ( 4 ).
7.
Προηγουμένως το Δικαστήριο είχε υπενθυμίσει ότι το κράτος μέλος που συναντά δυσχέρειες εκτελέσεως που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν μπορεί να θέτει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της αποφάσεως, και ότι στην περίπτωση αυτή το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, από το οποίο διαπνέεται συγκεκριμένα το άρθρο 5 της Συνθήκης, επιβάλλει την καλόπιστη συνεργασία ώστε να υπερπηδηθούν οι εν λόγω δυσχέρειες τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως δε εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις.
8.
Το Δικαστήριο κατέληξε:
« υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των επιχειρημάτων της καθής που στηρίζονται στην εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων επί της ανακτήσεως των ενισχύσεων, πρέπει κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι η καθής Κυβέρνηση δεν προβάλλει βασίμως την απόλυτη αδυναμία της εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής » ( 5 ).
9.
Η συλλογιστική αυτή μπορεί να μεταφερθεί πλήρως στην παρούσα υπόθεση, στην οποία η Γερμανική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι προέβη σε καμία ενέργεια έναντι της επιχειρήσεως BUG-Alutechnik για την αναζήτηση της ενισχύσεως ούτε ότι πρότεινε στην Επιτροπήτον κατάλληλο τρόπο εκτελέσεως της αποφάσεως ώστε να υπερπηδηθούν προβαλλόμενες νομικές δυσχέρειες εκτελέσεως. Επομένως υφίσταται, νομίζω, παράβαση.
10.
Εντούτοις, όπως ανέφερα, νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει σαφή θέση όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται από την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και από τις εσωτερικές δικονομικές διατάξεις.
11.
Η Γερμανική Κυβέρνηση στηρίζεται σε ένα obiter dictum της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1989 ( 6 ) για να υποστηρίξει ότι το Δικαστήριο ανέθεσε στις εθνικές αρχές τη μέριμνα να λάβουν υπόψη το « συμφέρον της Κοινότητας » υπό το πρίσμα της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που επικαλέστηκε η επιχείρηση που έλαβε την ενίσχυση ( 7 ). Υπογραμμίζει επίσης ( 8 ) ότι, στη σκέψη αυτή, το Δικαστήριο ανέφερε ρητά την απόφαση Deutsche Milchkontor ( 9 ). Υπενθυμίζω ότι η απόφαση αυτή αναγνωρίζει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι συμβιβάζεται με τη Συνθήκη η εθνική νομοθεσία που εξασφαλίζει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σ' έναν τομέα όπως αυτός της αναζητήσεως των κοινοτικών ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία.
12.
Καταρχάς ένα κατά κάποιο τρόπο « εκ προοιμίου » επιχείρημα της Επιτροπής δεν πρέπει, νομίζω, να γίνει δεκτό. Η Επιτροπή ( 10 ) παρατηρεί συγκεκριμένα ότι η απόφαση Deutsehe Milchkontor δεν αφορά το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων και ότι η κρίσιμη στην υπόθεση αυτή διάταξη κοινοτικού δικαίου' ( 11 ) περιλαμβάνει ρητή παραπομπή στο εθνικό δίκαιο όσον αφορά την αναζήτηση των κοινοτικών ενισχύσεων που είχαν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία. Δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη αυτή. Πράγματι δεν νομίζω ότι η διαφορά της φύσεως των κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων πρέπει να οδηγήσει στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων όσον αφορά την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων εξάλλου η νομολογία του Δικαστηρίου δεν προβαίνει σε τέτοια διάκριση ( 12 ). Εκτός αυτού, η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1989, παραπέμποντας ρητά στην απόφαση Deutsche Milchkontor, θέλησε, νομίζω, να υποδηλώσει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αρχή που ανήκει στην κοινοτική έννομη τάξη, όσον αφορά τις αγωγές αναζητήσεως κρατικών ενισχύσεων.
13.
Επομένως είναι, κατά τη γνώμη μου, αναμφίβολο ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει να μπορεί να ληφθεί υπόψη, η μεγαλύτερη όμως δυσκολία έγκειται, νομίζω, αφενός στον καθορισμό της αρχής που είναι αρμόδια να αξιολογήσει την εμπιστοσύνη αυτή υπό το πρίσμα του κοινοτικού συμφέροντος και αφετέρου στις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στην επιχείρηση που έλαβε την ενίσχυση να επικαλεστεί επιτυχώς την αρχή αυτή.
14.
Ως προς το πρώτο σημείο, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον πρόκειται για διάταξη του εθνικού δικαίου, μόνη η εθνική αρχή είναι αρμόδια για την ερμηνεία και την εφαρμογή της ( 13 ). Από αυτό συνάγει ότι η απόφαση που έλαβε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική.
15.
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στην απόφαση Deutsche Milchkontor το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε
«ότι οι αρχές της τήρησης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου περιλαμβάνονται στην κοινοτική έννομη τάξη »,
κατέληξε στο ότι
« δεν είναι συνεπώς δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει σ' αυτή την έννομη τάξη το γεγονός ότι μία εθνική νομοθεσία εξασφαλίζει την τήρηση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου σ' έναν τομέα, όπως της αναζήτησης κοινοτικών ενισχύσεων που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία » ( 14 ).
16.
Έτσι, επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που αναγνωρίζει ένα εθνικό δίκαιο μπορεί να γίνει μόνο στο μέτρο που αυτή είναι σύμφωνη με μία αρχή που περιλαμβάνεται στην κοινοτική έννομη τάξη, υπό την επιφύλαξη, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ότι λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας ( 15 ) και η ανάγκη να μη θιγεί το πεδίο εφαρμογής και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου ( 16 ).
17.
Εντούτοις, νομίζω ότι, για να μη στερείται κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, εφόσον δεν συντρέχουν εξαιρετικές συνθήκες που όντως δεν υφίστανται στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αμφισβητήθηκε, μόνο η επιχείρηση που έλαβε την ασυμβίβαστη ενίσχυση μπορεί να επικαλεστεί, ενδεχομένως, την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αντιταχθεί στην αγωγή αναζητήσεως της ενισχύσεως του εν λόγω κράτους. Στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο όπου ήχθη η διαφορά να εκτιμήσει αυτό τον αμυντικό ισχυρισμό, λαμβανομένων υπόψη των κανόνων που συνήγαγε το Δικαστήριο στην απόφαση Deutsche Milchkontor και, αν είναι αναγκαίο, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Αντίθετα, δεν είναι κατ' αρχήν δυνατό να γίνει δεκτό ότι το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η απόφαση της Επιτροπής μπορεί, με δική τον πρωτοβουλία, ενώ δεν προσέβαλε την απόφαση, να αρνηθεί να την εκτελέσει επικαλούμενο τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου. Αυτό θα έθιγε σημαντικά τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, και επομένως θα μείωνε σημαντικά την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού καθεστώτος περί ενισχύσεων ( 17 ).
18.
Η ανάλυση αυτή ενισχύεται εξάλλου από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί ενισχύσεων ( 18 ), που δέχεται, όπως υπενθύμισα, ως μόνο αμυντικό ισχυρισμό που μπορεί να προβληθεί κατά της προσφυγής λόγω παραβάσεως τον ισχυρισμό της απόλυτης αδυναμίας της ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως.
19.
Το δεύτερο σημείο χρήζει περισσοτέρων παρατηρήσεων. Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Alean ( 19 ), θεώρησα ότι μπορώ από τη φιλοσοφία της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη να συναγάγω την υποχρέωση κάθε επιχειρήσεως που λαμβάνει κρατική ενίσχυση να επαληθεύσει άν αυτή έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Η άποψη αυτή ευθυγραμμίζεται με τις προσπάθειες της Επιτροπής να εξασφαλίσει την τήρηση της κοινοτικής νομιμότητας όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, όπως αποδεικνύεται από την ανακοίνωση της του 1983 ( 20 ), με την οποία συγκεκριμένα η Επιτροπή ενημερώνει « τους δυνάμει δικαιούχους των κρατικών ενισχύσεων για τον πρόωρο χαρακτήρα των ενισχύσεων αυτών που χορηγούνται παράνομα, με την έννοια ότι κάθε δικαιούχος ενισχύσεως η οποία χορηγείται παράνομα, δηλαδή πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση για το αν συμφωνεί με τη Συνθήκη, είναι δυνατόν να υποχρεωθεί να επιστρέψει την ενίσχυση ». Αυτός ο προσωρινός χαρακτήρας της χορηγήσεως ενισχύσεως η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί αναγνωρίστηκε, εξάλλου, από το Δικαστήριο με δύο πρόσφατες αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου ( 21 ) και 21ης Μαρτίου ( 22 ) 1990, στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι
« η Επιτροπή, όταν διαπιστώνει ότι μία ενίσχυση θεσπίζεται ή τροποποιείται χωρίς να έχει κοινοποιηθεί, έχει την εξουσία, αφού παράσχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σχετικώς, να το υποχρεώσει με προσωρινή απόφαση, εν αναμονή του πορίσματος της εξετάσεως, να αναστείλει αμέσως την καταβολή της » ( 23 ).
20.
Βεβαίως πρέπει να υπάρχει δημοσιότητα των κοινοποιήσεων των ενισχύσεων που χορηγούν τα κράτη και των ενδεχομένων αποφάσεων της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ ( 24 ). Νομίζω όμως ότι οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν ενισχύσεις πρέπει να μπορούν να επαληθεύσουν την ύπαρξη κοινοποιήσεως απευθυνόμενες τόσο στις εθνικές διοικήσεις όσο και στην Επιτροπή.
21.
Ας μου επιτραπεί σχετικά να υπενθυμίσω τα αριθμητικά στοιχεία που εξέθεσε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, όσον αφορά την εξέλιξη του συνολικού ποσού των ενισχύσεων που όεν είχαν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη και των οποίων την ανάκτηση ζήτησε η Επιτροπή: 5 εκατομμύρια Ecu το 1985, 11 εκατομμύρια το 1986 και 747 εκατομμύρια το 1987 ( 25 ). Αυτή η τεράστια αύξηση δείχνει τη νομολογιακή σημασία της παρούσας υποθέσεως. Ήρθε επομένως η στιγμή για το Δικαστήριο να υπενθυμίσει, κατά κάποιο τρόπο, τους « κανόνες του παιχνιδιού » όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις. Ενστερνίζομαι βέβαια ανεπιφύλακτα την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, νομίζω όμως ότι πρέπει να διακηρυχθεί εκ νέου επισήμως ο αναγκαίος συμβιβασμός της αρχής αυτής με το κοινοτικό σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και να αναφερθούν συγκεκριμένα οι λεπτομέρειες εφαρμογής του.
22.
Ας υπενθυμιστεί καταρχάς ότι η επιχείρηση που έλαβε ενίσχυση έχει ήδη, ως πρόσωπο το οποίο η απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά, τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής που διατάσσει την ανάκτηση της ενισχύσεως ( 26 ). Το Δικαστήριο, αν επελαμβάνετο τέτοιας προσφυγής, θα έκρινε αναπόφευκτα την απόφαση αυτή υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στο μέτρο που αυτά, κατά πάγια νομολογία ( 27 ), ανήκουν στην κοινοτική έννομη τάξη, και ιδίως υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως έπραξε το Δικαστήριο στην απόφαση Deufil ( 28 ).
23.
Εξάλλου, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Boussac ( 29 ), η επιχείρηση που έλαβε μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση μπορεί να υποχρεωθεί από το οικείο κράτος να την επιστρέψει, έχει όμως τη βεβαιότητα ότι η Επιτροπή θα προβεί σε ουσιαστική εξέταση όσον αφορά το αν η ενίσχυση αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
24.
Κατά συνέπεια δεν θεωρώ υπερβολικό το συμπέρασμα ότι, πΑψ αννιΟετον αποδείξεως, η επιχείρηση που δεν εξακρίβωσε αν η ενίσχυση είχε κοινοποιηθεί δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
25.
Πράγματι, οι επιχειρηματίες που λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις είναι επαγγελματίες που οφείλουν να επιδεικνύουν επιμέλεια, όπως απαιτεί εξάλλου ρητά το άρθρο 48 του εν λόγω γερμανικού νόμου ( 30 ). Η υποχρέωση που τους επιβάλλεται, να εξακριβώσουν αν η ενίσχυση που τους χορηγήθηκε κοινοποιήθηκε προηγουμένως στην Επιτροπή, δεν είναι νομίζω ούτε υπερβολική ούτε η τήρηση της παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.
26.
Εντούτοις, πρέπει συγχρόνως να προστατευθεί τόσο η ίδια η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσο και η σχετική εξουσία εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου Kat, κατά συνέπεια, πρέπει να διατυπωθεί επιφύλαξη για την περίπτωση στην οποία η επιχείρηση, παρόλον ότι δεν εξακρίβωσε την κοινοποίηση της ενισχύσεως, βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε πρέπει πάντως να της αναγνωριστεί το πλεονέκτημα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να μπορεί να προβεί, στην περίπτωση αυτή, σε συγκεκριμένη εκτίμηση της συμπεριφοράς της επιχειρήσεως που έλαβε την ενίσχυση, υποβάλλοντας εν ανάγκη προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν οι δισταγμοί που μπορούν να έχουν ορισμένες επιχειρήσεις όσον αφορά την ανάγκη κοινοποιήσεως ορισμένων « ατύπων » μορφών ενισχύσεων ( 31 ). Αυτός όμως ο in concreto χαρακτήρας της εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να αντιταχθεί στην in abstracto αντίληψη περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που επικαλείται στην προκειμένη περίπτωση το καθού κράτος για να αρνηθεί την εκτέλεση της κοινοτικής αποφάσεως που διατάσσει την ανάκτηση της εν λόγω ενισχύσεως. Η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν τεκμαίρεται, αλλά αποδεικνύεται.
27.
Θα διατυπώσω επίσης ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με το επιχείρημα που αντλείται από το εθνικό διοικητικό δίκαιο, το οποίο προβλέπει ότι μία διοικητική πράξη δεν μπορεί να ανακληθεί μετά την πάροδο έτους από της ημερομηνίας κατά την οποία οι αρχές έλαβαν γνώση των λόγων που δικαιολογούν την ανάκληση της πράξεως ( 32 ).
28.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως της η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε καταρχάς ότι στην προκειμένη υπόθεση η προθεσμία αυτή είχε, σε κάθε περίπτωση, εκπνεύσει κατά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, διότι η αφετηρία της προθεσμίας ήταν η στιγμή κατά την οποία η αρμόδια αρχή του Ομόσπονδου Κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης χορήγησε την επίδικη ενίσχυση, δηλαδή το 1985 ( 33 ). Κατόπιν, κατά το στάδιο της ανταπαντήσεως, προτάθηκαν περισσότερο πολύπλοκες θεωρητικές κατασκευές: αφετηρία της εν λόγω προθεσμίας είναι η ημέρα κατά την οποία η Επιτροπή έλαβε γνώση της χορηγήσεως της ενισχύσεως- η κοινοτική αρχή μπορεί πάντως να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, για την περίπτωση που δεν μπορεί να ληφθεί απόφαση μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα ( 34 ).
29.
Υπενθυμίζω ότι η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων παραπέμπει στους κανόνες του εθνικού δικονομικού δικαίου, υπό τον όρον ότι οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να είναι ούτε ευνοϊκότεροι για τις αγωγές που στηρίζονται στο εθνικό δίκαιο ούτε να καθιστούν αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη ( 35 ). Με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990 ( 36 ), το Δικαστήριο εφάρμοσε τη νομολογία αυτή στην ειδική περίπτωση των κρατικών ενισχύσεων αποφαινόμενο ότι
« καταρχήν, η αναζήτηση μιας παρανόμως χορηγηθείσας ενίσχυσης πρέπει να γίνεται κατά τις ενδεδειγμένες δικονομικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, με την επιφύλαξη όμως ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται έτσι ώστε να μην καθίσταται αδννανη η αναζήτηση που επιτάσσει το εθνικό δίκαιο » ( 37 ).
30.
Αν όμως περιοριστεί κανείς στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την εκπνοή μιας προθεσμίας, ως αφετηρία της οποίας έχει ορισθεί η ημέρα κατά την οποία οι εθνικές αρχές έλαβαν γνώση του λόγου που δικαιολογεί την ανάκληση της πράξεως. Το να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μπορεί να επικαλεστεί, επί αναζητήσεως των ενισχύσεων, μια τέτοια προθεσμία αποκλείει προφανώς κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής αναζητήσεως. Πρέπει επιπλέον να υπογραμμιστεί ότι τελικά είναι το ίδιο το κράτος που υπέχει την υποχρέωση κοινοποιήσεως που καθορίζει την αφετηρία της προθεσμίας. Η απόφαση της Επιτροπής επιβάλλει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 38 ), την υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος, με μόνη επιφύλαξη το ενδεχόμενο της απόλυτης αδυναμίας που διαπιστώνεται έπειτα από δραστική αναζήτηση λύσεως στο πλαίσιο διαλόγου μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους. Επιβάλλει στο κράτος αυτό να αναζητήσει την ενίσχυση, χρησιμοποιώντας βέβαια τις εθνικές διαδικασίες, χωρίς όμως να μπορεί να τις επικαλεστεί για τη δημιουργία καταστάσεως στην οποία η ανάκτηση θα ήταν, σε κάθε περίπτωση, αδύνατη.
31.
Η Γερμανική Κυβέρνηση, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της, προτείνει, όπως ανέφερα, ως αφετηρία της προθεσμίας ενός έτους την ημέρα κατά την οποία η Επιτροπή έλαβε γνώση της ενισχύσεως. Ας παρατηρηθεί σχετικά ότι πρόκειται για οπωσδήποτε παράτολμη ερμηνεία της εν λόγω εθνικής διατάξεως. Το άρθρο 48 του νόμου περί διοικητικής διαδικασίας του Ομόσπονδου Κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης αναφέρεται μόνο στη γνώση των γεγονότων που δικαιολογούν την ανάκληση της πλημμελούς πράξεως από τις εθνικές διοικητικές αρχές, και όχι από την Επιτροπή. Εφόσον όμως, κατόπιν της αποφάσεως επί της υποθέσεως Boussac, η ενίσχυση που δεν έχει κοινοποιηθεί δεν είναι γι' αυτόν και μόνον τον λόγο παράνομη, νομίζω ότι αφετηρία της προθεσμίας ανακλήσεως της πράξεως με την οποία χορηγήθηκε η ενίσχυση που διατηρείται χωρίς νόμιμη αιτία αποτελεί η έκδοση από την Επιτροπή οριστικής αποφάσεως ως προς το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Με άλλα λόγια, και χωρίς να υποκαθιστώ το εθνικό δικαστήριο που είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, νομίζω ότι η εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου περί αναζητήσεως των ενισχύσεων, και ιδίως το άρθρο 48 του νόμου περί διοικητικής διαδικασίας, θα έπρεπε να οδηγήσει τις γερμανικές αρχές στην ανάκληση της πράξεως εντός προθεσμίας ενός έτους από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως επί της ουσίας που εξέδωσε η Επιτροπή.
32.
Βέβαια, αν οι γερμανικές αρχές, απόαμέλεια, δεν τηρήσουν την προθεσμία αυτή, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αν πρέπει να μην εφαρμόσει την προθεσμία, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που υπενθυμίζεται πρόσφατα στην προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, εφόσον η προθεσμία αυτή θα εφαρμοζόταν έτσι ώστε να « καθίσταται αδύνατη η αναζήτηση που επιτάσσει το κοινοτικό δίκαιο» ( 39 ). Η συνέπεια αυτή δεν θα έθιγε εξάλλου την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον οι αποφάσεις της Επιτροπής δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, επομένως, η επιχείρηση που έλαβε την ενίσχυση, πολύ πριν εκπνεύσει η προθεσμία ενός έτους, θα γνώριζε ήδη ότι η ενίσχυση που έλαβε κρίθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
33.
Όπως ανέφερα προηγουμένως, το Δικαστήριο πρέπει, νομίζω, να επωφεληθεί από την παρούσα υπόθεση για να αξιολογήσει τα επιχειρήματα αυτά, μόνον όμως στο πλαίσιο ενδεχομένης προδικαστικής παραπομπής τα επιχειρήματα αυτά θα είναι κρίσιμα. Στην προκειμένη περίπτωση αρκεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει τις νομολογιακές αρχές που προκύπτουν από την υπόθεση Alean.
34.
Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη συμμορφούμενη προς την απόφαση 88/174/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 1987, σχετικά με ενίσχυση που χορήγησε το Ομόσπονδο Κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης στην BUG-Alutechnik GmbH, επιχείρηση κατασκευής ημικατεργασμένων και κατεργασμένων προϊόντων αλουμινίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) 94/87, Συλλογή 1989, σ. 175.
( 2 ) 88/Ι74/ΕΟΚ, σχετικά με ενίσχυση την οποία χορήγησε το Land Baden-Württemberg της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην BUG-Alutechnik GmbH, επιχείρηση που παράγει ήμικατεργασμένα προϊόντα αλουμινίου ( ΕΕ L 79 της 24.3.1988, σ. 29 ).
( 3 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Βελγίου ( 52/84, Συλλογή 1986, σ. 89 ).
( 4 ) Προαναφερθείσα απόφαση 94/87, σκέψη 10.
( 5 ) Σκέψη 11.
( 6 ) Σκέψη 12.
( 7 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως, σσ. 5 και 6.
( 8 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 2.
( 9 ) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, Deutsche Milchkontor, σκέψεις 30 έως 32 ( 205/82 έως 215/82, Συλλογή 1983, σ. 2633).
( 10 ) Υπόμνημααπαντήσεως, σ.2.
( 11 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ).
( 12 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, 77/76, Cucchi, Rec. 1977, σ. 987· 177/78, MeCarren, Rec. 1979, σ. 2161 61/79, Denkavit ¡taliana, Rec. 1980, σ. 1205' 130/79, Express Dairy Foods, Rec. 1980, σ. 1887' απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Dianco (331/85, 376/85 και 378/85, Συλλογή 1988, σ. 1099).
( 13 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 5.
( 14 ) 205/82 έως 215/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 30.
( 15 ) 205/82 έως 215/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 32.
( 16 ) 205/82 έως 215/82, που προαναφέρθηκε, σκέψη 22.
( 17 ) Βλέπε, σχετικά, τις προτάσεις μου της 29ης Νοεμβρίου 1988 επί της προαναφερθείσας υποθέσεως 94/87, σημεία 3 και4(Συλλογή 1989, σ. 175).
( 18 ) Προαναφερθείσα απόφαση 52/84.
( 19 ) 94/87, που προαναφέρθηκε, σημεία 14 έως 18.
( 20 ) EE C 318 της 24.11.1983, σ. 3.
( 21 ) C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής ( στο εξής: Boussac ), Συλλογή 1990, σ. I-307.
( 22 ) C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-959.
( 23 ) C-301/87, που προαναφέρθηκε, σκέψη 19' C-142/87, που προαναφέρθηκε, σκέψη 15.
( 24 ) Βλέπε, σχετικά, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην προαναφερθείσα υπόθεση C-142/87, σημείο 8.
( 25 ) Αυτά τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται στην απάντηση του Drillan στη γραπτή ερώτηση αριθ. 181/88 (EE C 151 της 19.6.1989, σ. 9).
( 26 ) Αρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
( 27 ) Παραδείγματος χάρη, απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, Defrcnne ( 149/77, Rec. 1978 σ. 1365 ).
( 28 ) Απόφαση της 24ης ΦεΡρουαρΙου 1987, σκέψεις 20 έως 25 (310/85, Συλλογή 1987, σ. 901).
( 29 ) C-30I/87, που προαναφέρθηκε.
( 30 ) Βλέπε υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 5 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 31 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, στην απόφαση Deufil, που προαναφέρθηκε, τις συζητήσεις σχετικά με τη φύση των ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος Ι.
( 32 ) Άρθρο 48, παράγραφος 4, του Verwaltungsverfahrensgesetz, που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 6 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 33 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 8 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 34 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 10 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 35 ) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, τις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio ( 199/82, Συλλογή 1983, σ. 3595)· της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Barra (309/85, Συλλογή 1988, σ. 355 ).
( 36 ) C-142/87, που προαναφέρθηκε.
( 37 ) Σκέψη 61, η υπογράμμιση δική μου.
( 38 ) 52/84, που προαναφέρθηκε, σκέψη 11.
( 39 ) Σκέψη 61.
Full & Egal Universal Law Academy