ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
W. VAN GERV
της 2ας Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικός επί της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 3, σημείο ( 1 ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
« Για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 2 και στα πλαίσια της εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων Α και Β λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις υπό τους εξής όρους:
1)
Οι παραγωγοί που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής με βάση την οδηγία 72/159/ΕΟΚ ( 2 ), το οποίο κατατέθηκε πριν από την 1η Μαρτίου 1984, μπορούν να επιτύχουν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους:
—
εάν το σχέδιο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προβλέπει το σχέδιο ανάπτυξης,
—
εάν το σχέδιο έχει εκτελεστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1981, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που παραδόθηκαν το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου περατώθηκε το σχέδιο.
Μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη, αν το κράτος μέλος διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν χωρίς σχέδιο ανάπτυξης. »
2.
Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε, η ολλανδική κυβέρνηση τόνισε τη σημασία της υποθέσεως. Επί ενός συνόλου 33000 αιτήσεων πρόσθετης ποσότητας αναφοράς, 6600 (20ο/ο) αφορούσαν το άρθρο 11 της Beschikking superheffing ( 3 ), με την οποία εφαρμόστηκε στις Κάτω Χώρες η ανωτέρω διάταξη.
3.
Εν τω μεταξύ το Δικαστήριο έχει ήδη ερμηνεύσει, με την απόφαση που εξέδωσε στις 11 Ιουλίου 1989 στην υπόθεση Cornée ( 4 ), το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84. Η περίπτωση όμως που αφορούσε η υπόθεση εκείνη δεν είναι ακριβώς όμοια με την περίπτωση που μας απασχολεί εν προκειμένω. Η υπόθεση Cornée αφορούσε παραγωγούς των οποίων το σχέδιο αναπτύξεως βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως κατά το έτος 1983, δηλαδή το έτος αναφοράς για τη Γαλλία. Επομένως, για το σχέδιο αυτό Ισχυε το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84. Αντίθετα, ο Spronk είναι παραγωγός του οποίου το σχέδιο αναπτύξεως ολοκληρώθηκε το 1983, δηλαδή το έτος αναφοράς που επέλεξαν οι Κάτω Χώρες. Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει συγκεκριμένα ότι ο σταόλος που κατασκεύασε ο Spronk άρχισε να χρησιμοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους 1983 ( 5 ). Η προκειμένη περίπτωση επομένως πρέπει να εξεταστεί βάσει της δεύτερης περιπτώσεως της ανωτέρω διατάξεως.
4.
Όσον αφορά τα περιστατικά της κύριας υποθέσεως, το νομικό πλαίσιο και τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Ευχέρεια ή υποχρέωση;
5.
Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, πρώτον, αν το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 παρέχει απλώς στα κράτη μέλη την ευχέρεια να παραχωρούν ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει πριν την 1η Μαρτίου 1984 σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοπαραγωγής στο πλαίσιο της οδηγίας 72/159.
6.
Με την ανωτέρω απόφαση Cornée το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό. Έτσι, στη σκέψη 13 της αποφάσεως το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής όσον αφορά το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84 ( δηλαδή όσον αφορά την περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο αναπτύξεως βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως):
«Από το ίδιο το κείμενο της διατάξεως που προαναφέρθηκε προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται στα κράτη μέλη εξουσία εκτιμήσεως για να προβλέψουν ή όχι τη χορήγηση ειδικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και για να καθορίσουν, ενδεχομένως, το ποσό των χορηγήσεων αυτών » ( η υπογράμμιση δική μου ).
Η ίδια ερμηνεία πρέπει να δοθεί, κατά τη γνώμη μου, και στο άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση ( δηλαδή και στην περίπτωση την οποία αφορά η διαφορά στην κύρια δίκη και στην οποία το σχέδιο αναπτύξεως ολοκληρώθηκε μετά από την 1η Ιανουαρίου 1981 ).
Όρια της εξουσίας εκτιμήσεως
7.
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί επιπλέον να διευκρινιστούν τα όρια εντός των οποίων πρέπει να κινούνται τα κράτη μέλη, όταν αποφασίζουν, σύμφωνα με την ανωτέρω εξουσία εκτιμήσεως που έχουν, να παραχωρούν ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως.
8.
Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να μη λησμονείται ότι η πρόσθετη εισφορά καθιερώθηκε στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων με σκοπό κυρίως να τεθεί υπό έλεγχο η αύξηση της γαλακτοκομικής παραγωγής ( 6 ). Σε συμφωνία με τον σκοπό αυτό το άρθρο 5 του κανονισμού 857/84 επιβάλλει στα κράτη μέλη, όταν πρόκειται να παραχωρήσουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στις διάφορες προνομιούχες κατηγορίες παραγωγών που απαριθμούνται στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού, την υποχρέωση να κινούνται εντός των ορίων της συνολικής εγγυημένης ποσότητας που καθορίζεται για κάθε κράτος μέλος στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68. Οι συμπληρωματικές αυτές ποσότητες αντλούνται από την εφεδρική ποσότητα που δημιουργεί κάθε κράτος μέλος εντός των ορίων της εν λόγω εγγυημένης ποσότητας. Ο όγκος της εφεδρικής αυτής ποσότητας εξαρτάται κυρίως από το ποσοστό κατά το οποίο μειώνει το κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, τις ποσότητες αναφοράς των παραγωγών για τους οποίους δεν προβλέπεται καμία προτεραιότητα ( 7 ). Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η παραχώρηση συμπληρωματικών ποσοτήτων σε ορισμένη κατηγορία παραγωγών πραγματοποιείται κατ' ανάγκη εις βάρος των ποσοτήτων που μπορούν να παραχωρηθούν στις άλλες κατηγορίες. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη πρέπει να σταθμίζουν διττως τα αντικρουόμενα συμφέροντα: καταρχάς, μεταξύ παραγωγών για τους οποίους προβλέπεται προτεραιότητα και παραγωγών για τους οποίους δεν προβλέπεται, ακολούθως δε μεταξύ των ίδιων των παραγωγών με προτεραιότητα.
9.
Μεταξύ των τελευταίων αυτών παραγωγών σημαντική κατηγορία αποτελούν όσοι έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως. Το Δικαστήριο όμως έκρινε, με την απόφαση Cornée, ότι η πραγματοποίηση σχεδίου αναπτύξεως δεν παρέχει στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς το δικαίωμα να παράγουν την ποσότητα γάλακτος που αντιστοιχεί στους στόχους του σχεδίου αυτού ( σκέψη 26 ) και ότι οι παραγωγοί αυτοί δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αντιταχθούν σε ενδεχόμενες μειώσεις της ποσότητας αναφοράς τους, εφόσον από τη σχετική κοινοτική ρύθμιση επιτρέπονται οι μειώσεις αυτές, όπως εν προκειμένω, και οι μειώσεις αυτές δεν αναφέρονται ειδικά στις ποσότητες αναφοράς αυτής της κατηγορίας επιχειρηματιών ( σκέψη 27 ).
10.
Από τα ανωτέρω μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την παραχώρηση ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη, όταν κατόπιν σταθμίσεως των αντικρουόμενων συμφερόντων αποφασίζουν να παραχωρήσουν ειδική ποσότητα στην κατηγορία αυτή παραγωγών, μπορούν να καθορίζουν το ύψος της ποσότητας αυτής τελείως ελεύθερα, καθώς και τις προϋποθέσεις της παραχωρήσεως της. Τα κράτη μέλη δηλαδή πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84, δηλαδή να δίδουν στους παραγωγούς που έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις στην επιχείρηση τους τη δυνατότητα να αποκομίσουν τα οφέλη των επενδύσεων αυτών ( βλέπε σκέψη 12 της αποφάσεως Cornée ).
Σύμφωνα με τον σκοπό αυτό, το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 ορίζει ότι τα κράτη μέλη που παραχωρούν ειδική ποσότητα στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως πρέπει να τους παραχωρούν μια ποσότητα «που λαμβάνει υπόψη » είτε την παραγωγή που προβλέπει το σχέδιο αναπτύξεως, εφόσον το σχέδιο αυτό βρίσκεται ακόμη στο στάδιο εκτελέσεως (πρώτη περίπτωση), είτε την παραγωγή του έτους κατά τη διάρκεια του οποίου ολοκληρώθηκε η πραγματοποίηση του σχεδίου ( δεύτερη περίπτωση ).
11.
Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφαση Cornée ότι η έκφραση « που λαμβάνει υπόψη » έχει την έννοια ότι η παραχωρούμενη ποσότητα πρέπει να τελεί σε ορισμένη σχέση με την παραγωγή που έχει θέσει ως στόχο το σχέδιο αναπτύξεως (σκέψη 14). Έτσι, το Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η παραχώρηση ενιαίας κατ' αποκοπή ποσότητας σε όλους τους παραγωγούς είναι ασυμβίβαστη προς τον κανονισμό ( σκέψη 15 ). Τα κράτη μέλη εντούτοις δεν είναι υποχρεωμένα να τηρούν μια σχέση απόλυτης αναλογίας μεταξύ του στόχου που επιδιώκει το σχέδιο αναπτύξεως και της παραχωρούμενης ποσότητας. Με άλλα λόγια, μολονότι ο στόχος αυτός αποτελεί το κύριο συνδετικό κριτήριο, τα κράτη μπορούν να εφαρμόζουν και άλλα αντικειμενικά κριτήρια (σκέψη 16).
12.
Σύμφωνα με το γράμμα της οεύτερης περίπτωσης, τα κράτη μέλη πρέπει να παραχωρούν ειδική ποσότητα αναφοράς « που λαμβάνει υπόψη » τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που παρέδωσαν οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί κατά το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου περατώθηκε το σχέδιο.
Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Cornée (στην παράγραφο 20) τόνισα ότι η διάταξη αυτή δεν έχει αντικείμενο, όταν πρόκειται για παραγωγούς κράτους μέλους το οποίο έχει επιλέξει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, το ημερολογιακό έτος 1983 ως έτος αναφοράς, οι δε παραγωγοί αυτοί ολοκλήρωσαν την εκτέλεση του σχεδίου αναπτύξεως το 1981 ή το 1982. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η ποσότητα αναφοράς του έτους 1983 λαμβάνει κατ' ανάγκη υπόψη ετήσια γαλακτοπαραγωγή για την οποία χρησιμοποιήθηκαν πλήρως οι εγκαταστάσεις στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι επενδύσεις.
Τι συμβαίνει όταν η εκτέλεση του σχεδίου ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που έχει επιλέξει το κράτος μέλος; Πρέπει στην περίπτωση αυτή για τον υπολογισμό της ειδικής ποσότητας αναφοράς να ληφθεί ως βασικό κριτήριο η γαλακτοπαραγωγή που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια του έτους εντός του οποίου ολοκληρώθηκε η εκτέλεση του σχεδίου; Η καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν θα ήταν σύμφωνη με τον σκοπό της διατάξεως, με την οποία επιδιώκεται, όπως τόνισα παραπάνω (στην παράγραφο 10), να δοθεί η δυνατότητα αποκομίσεως των οφελών από τις πραγματοποιηθείσες επενδύσεις. Η γαλακτοπαραγωγή δηλαδή που επέτυχε ο Spronk κατά το 1983 δεν είναι αντιπροσωπευτική της αυξημένης ικανότητας παραγωγής που διαθέτει κατόπιν της ενάρξεως της χρησιμοποιήσεως του νέου σταύλου τον Νοέμβριο του 1983. Η παραχώρηση ποσότητας αναφοράς που θα λάμβανε υπόψη μόνο την παραγωγή που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια του έτους 1983 δεν θα ήταν σύμφωνη με την επιδίωξη του ανωτέρω σκοπού.
Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι προσάδει περισσότερο προς τον σκοπό του κανονισμού να ερμηνευθεί η δεύτερη περίπτωση υπό την έννοια ότι κατά την παραχώρηση της ποσότητας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα παραγωγής που έχει δημιουργηθεί μετά από την εκτέλεση του σχεδίου. Επομένως, τα κράτη μέλη οφείλουν, όταν υπολογίζουν τη συνολική παραγωγή του ημερολογιακού έτους βάσει προβολής της ( μεγαλύτερης ) παραγωγής που επιτεύχθηκε μετά από την εκτέλεση του σχεδίου ή εφαρμόζουν άλλα αντικειμενικά κριτήρια, να προσδιορίζουν τη σχέση μεταξύ, αφενός, της ειδικής ποσότητας που παραχωρούν και, αφετέρου, της ικανότητας παραγωγής η οποία εν μέρει μεν υπολογίστηκε κατόπιν προβολής, εν μέρει δε επετεύχθη πράγματι κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
13.
Η Επιτροπή υπενθύμισε με τις παρατηρήσεις της ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν την εξουσία εκτιμήσεως που τους αφήνει το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 τηρώντας παράλληλα τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα τις αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της απαγορεύσεως κάθε καταχρήσεως εξουσίας. Τα ανωτέρω είναι αυτονόητα και δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο χρειάζεται να τα αναφέρει στην απάντηση που θα δώσει στο αιτούν δικαστήριο.
Η εξουσία εκτιμήσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση
14.
Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, για τους παραγωγούς που έχουν αναλάβει υποχρέωση πραγματοποιήσεως επενδύσεων, ρύθμιση όπως αυτή που θεσπίστηκε με το άρθρο 11 της Beschikking superheffing.
15.
Το πρώτο χαρακτηριστικό του άρθρου 11 της Beschikking superheffing είναι ότι η εν λόγω ρύθμιση εφαρμόζεται τόσο στους παραγωγούς που έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις στο πλαίσιο εγκεκριμένου σχεδίου αναπτύξεως (όπως ο Spronk) όσο και στους παραγωγούς-επενδυτές που δεν έχουν υποβάλει τέτοιο σχέδιο.
Η δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι παραγωγοί που έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις χωρίς να έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 3, σημείο 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 857/84. Για να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, το κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει επαρκή στοιχεία. Το αν πληρούται η προϋπόθεση αυτή πρέπει να εξετάζεται φυσικά για κάθε παραγωγό, και μάλιστα για κάθε περίπτωση στην οποία πραγματοποιούνται επενδύσεις. Η προϋπόθεση αυτή δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι είναι παράνομη η γενική εθνική ρύθμιση που αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τόσο τους παραγωγούς-επενδυτές που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως όσο και αυτούς που δεν έχουν υποβάλει τέτοιο σχέδιο, εφόσον οι εθνικές αρχές λαμβάνουν, κατά την εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως, τα αναγκαία μέτρα ώστε η παραχώρηση ποσοτήτων αναφοράς στην τελευταία αυτή κατηγορία να στηρίζεται σε επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία.
16.
Επιπλέον, η ολλανδική ρύθμιση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η παραχωρούμενη ειδική ποσότητα υπολογίζεται βάσει της γαλακτοπαραγωγής που επιτεύχθηκε κατά το διάστημα ενός περίπου ημερολογιακού έτους πριν από την ανάληψη των υποχρεώσεων επενδύσεως ( 8 ). Στην ποσότητα αυτή προστίθεται μια ειδική ποσότητα, η οποία υπολογίζεται κατά τον ακόλουθο τόπο: προστίθεται καταρχάς μια κατ' αποκοπή ποσότητα γάλακτος ( 5500 χιλιόγραμμα) για κάθε νέα θέση σταυλισμοό ( 9 ) η πρόσθετη αυτή ποσότητα υφίσταται όμως τρεις αναλογικές μειώσεις: πρώτον, μια μείωση κατά 20 ο/ο, που αφορά όλους τους παραγωγοός-επενδυτές, πλην όσων έχουν μόλις αρχίσει να ασχολούνται με τη γαλακτοπαραγωγή, οπότε η μείωση είναι ίση με 10 % δεύτερον, μείωση κατά ένα τρίτο για τους παραγωγούς που, όπως ο Spronk, άρχισαν να χρησιμοποιούν πράγματι τις νέες θέσεις σταυ-λισμού κατά το οικονομικό έτος 1983 (η μείωση φθάνει τα δύο τρίτα στην περίπτωση των παραγωγών που άρχισαν να χρησιμοποιούν τις θέσεις σταυλισμοό μετά το 1983, αλλά πριν από την 1η Απριλίου 1985 )· τρίτον, μείωση κατά 8,65 ο/ο, που αφορά όλους τους παραγωγούς. Η παραχωρούμενη ποσότητα πάντως δεν μπορεί ποτέ να είναι μικρότερη από την ποσότητα που παραχωρείται βάσει των διατάξεων που ισχύουν για όλους γενικά τους παραγωγούς.
17.
Επομένως, οι παραγωγοί που, όπως ο Spronk, άρχισαν να χρησιμοποιούν πράγματι τις νέες εγκαταστάσεις τους το 1983 και των οποίων κατά συνέπεια το σχέδιο αναπτύξεως έχει ολοκληρωθεί μπορούν να αξιώσουν να τους παραχωρηθεί ειδική ποσότητα ανάλογη προς τον αριθμό των νέων θέσεων σταυλισμοό. Νομίζω ότι πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο, συνέπεια του οποίου είναι ότι η παραχωρούμενη ποσότητα λαμβάνει υπόψη την ικανότητα παραγωγής που υφίσταται μετά την πραγματοποίηση των επενδύσεων και επομένως πρόκειται για κριτήριο σύμφωνο με το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσα στη διάταξη αυτή προηγουμένως (στην παράγραφο 12). Η ολλανδική ρύθμιση προβλέπει βέβαια την κατ' αποκοπή παραχώρηση ποσότητας γάλακτος 5500 χιλιόγραμμων ανά νέα θέση σταυλισμού. Η ενιαία αυτή ποσότητα — σε σχέση με την οποία η ολλανδική κυβέρνηση διευκρινίζει όπ ισούται με τη μέση εθνική παραγωγή του 1983 και η οποία εξάλλου είναι η ποσότητα που προβλέπεται στο σχέδιο αναπτύξεως του Spronk — παίζει εδώ τον ρόλο μιας λογιστικής μονάδας, βάσει της οποίας είναι δυνατός ο υπολογισμός των ποσοτήτων αναφοράς χωρίς να χρειάζεται να είναι γνωστά τα αριθμητικά στοιχεία της πραγματικής παραγωγής ανά θέση σταυλισμού. Η ενιαία αυτή ποσότητα δεν έχει ως συνέπεια να παραχωρείται η ίδια κατ' αποκοπή ποσότητα αναφοράς σε κάθε παραγωγό. Επομένως, οι Κάτω Χώρες, εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό, δεν υπερέβησαν την εξουσία εκτιμήσεως που έχουν.
18.
Όπως ανέφερα ήδη ανωτέρω, το άρθρο 11 της Beschikking superheffing ορίζει ότι, για να υπολογιστεί η ποσότητα που πρέπει να παραχωρηθεί στους άλλους παραγωγούς, πλην όσων έχουν μόλις αρχίσει τη γαλακτοπαραγωγή, ο αριθμός των νέων θέσεων για ζώα μειώνεται κατά 200/0. Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, η μείωση αυτή προβλέφθηκε λόγω της ανάγκης σταθεροποιήσεως της παραγωγής στα επίπεδα του 1983, δεδομένου μάλιστα ότι η εθνική εφεδρική ποσότητα, που αποτελεί μέρος της όλης εθνικής ποσοστώσεως, είναι κατ' ανάγκη περιορισμένη. Τα στοιχεία αυτά υποχρέωσαν τις ολλανδικές αρχές να ακολουθούν περιοριστική πολιτική κατά την παραχώρηση συμπληρωματικών ποσοτήτων, δεδομένου μάλιστα ότι προτίμησαν να μην αυξήσουν το ποσοστό της γενικής μειώσεως, διότι η αύξηση αυτή θα είχε πλήξει δυσανάλογα τους άλλους παραγωγούς.
Το ποσοστό της μειώσεως αυτής είναι επομένως το αποτέλεσμα της σταθμίσεως των συμφερόντων των διαφόρων κατηγοριών παραγωγών, τη στάθμιση δε αυτή οφείλει να πραγματοποιήσει κάθε κράτος μέλος πριν προχωρήσει στην κατανομή της εγγυημένης συνολικής ποσότητας. Νομίζω ότι η πραγματοποίηση της μειώσεως αυτής εμπίπτει επίσης στην εξουσία εκτιμήσεως που έχει αφήσει το Συμβούλιο στα κράτη μέλη.
19.
Η ολλανδική ρύθμιση προβλέπει και μία άλλη μείωση της ποσότητας που υπολογίζεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των νέων θέσεων σταυλισμού, και συγκεκριμένα μείωση κατά ένα τρίτο ή κατά δύο τρίτα, ανάλογα με τον χρόνο κατά τον οποίο άρχισαν πράγματι να χρησιμοποιούνται οι νέες θέσεις.
Ο εκπρόσωπος της ολλανδικής κυβερνήσεως διευκρίνισε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν οφείλεται μόνο στον περιορισμένο όγκο των προς παραχώρηση ποσοτήτων, αλλά και στην επιλογή των Κάτω Χωρών να μειώσουν την ειδική ποσότητα, επειδή η επιβολή πρόσθετης εισφοράς φαινόταν ολοένα και πιθανότερη. Νομίζω ότι ούτε και η επιλογή αυτή εξέρχεται των ορίων της διακριτικής εξουσίας των κρατών μελών.
20.
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι οι συμφυείς προς την ολλανδική ρύθμιση περιορισμοί ενδέχεται να έχουν ως συνέπεια να μην παραχωρείται καμία ειδική ποσότητα σε παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως (πράγμα που πάντως δεν συνέβη στην περίπτωση του Spronk ) ή έστω να τους παραχωρείται ποσότητα που είναι (κατά πολύ) χαμηλότερη της ποσότητας που προβλέπεται στο σχέδιο.
Οι εθνικές ρυθμίσεις όμως που έχουν τέτοιες συνέπειες δεν είναι, για τον λόγο αυτό και μόνο, ασυμβίβαστες προς τις οικείες κοινοτικές διατάξεις. Όπως ανέφερα παραπάνω ( στην παράγραφο 9 ), το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Cornée ότι οι παραγωγοί που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως δεν μπορούν να επικαλεστούν ούτε την οδηγία 72/159 ούτε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για να αντιταχθούν στην εφαρμογή μιας κοινοτικής ρυθμίσεως που περιορίζει την παραγωγή και δεν τους αφορά συγκεκριμένα.
21.
Στη Διάταξη περί παραπομπής αναφέρονται ακόμη ορισμένες προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 11 της Beschikking superheffing εξαρτά την παραχώρηση ειδικών ποσοτήτων: δεν λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις πραγματοποιήσεως επενδύσεων που αναλήφθηκαν πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 198 Γ οι επενδύσεις για την κατασκευή θέσεων σταυλισμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής και αγελάδων αναπαραγωγής πρέπει να έχουν ορισμένο τουλάχιστον ύψος· η αύξηση του αριθμού των θέσεων αγελάδων γαλακτοπαραγωγής και αγελάδων αναπαραγωγής πρέπει να είναι ίση με ορισμένα τουλάχιστον ποσοστά. Εφόσον όμως από τη Διάταξη περί παραπομπής είναι σαφές ότι ο Spronk συγκεντρώνει όλες αυτές τις προϋποθέσεις, δεν χρειάζεται να τις εξετάσω περαιτέρω.
Συμπέρασμα
22.
Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1)
Το άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, παρέχει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν κατά πόσον πρέπει να παραχωρήσουν ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει πριν από την 1η Μαρτίου 1984 σχέδιο αναπτύξεως γαλακτοπαραγωγής στο πλαίσιο της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ.
2)
Για να είναι σύμφωνη με την ανωτέρω διάταξη, η ειδική ποσότητα αναφοράς που αποφασίζει το κράτος μέλος να παραχωρήσει στους παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως πρέπει, εφόσον το σχέδιο αυτό βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως κατά το έτος αναφοράς, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την παραγωγή που θέτει ως στόχο το σχέδιο ή, εφόσον η εκτέλεση του σχεδίου ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, να λαμβάνει προσηκόντως υπόψη την ικανότητα παραγωγής που έχει δημιουργηθεί κατόπιν των επενδύσεων.
3)
To άρθρο 3, σημείο 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ.) 857/84 δεν απαγορεύει τη θέσπιση εθνικών εκτελεστικών διατάξεων βάσει των οποίων οι παραγωγοί που έχουν αναλάβει υποχρεώσεις πραγματοποιήσεως επενδύσεων υποβάλλοντας (ή χωρίς να υποβάλουν) σχέδιο αναπτύξεως μπορούν να αξιώσουν να τους παραχωρηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, η οποία αποτελεί το άθροισμα της παραγωγής του έτους πριν από την ανάληψη της υποχρεώσεως πραγματοποιήσεως επενδύσεων και μιας ποσότητας για την οποία λαμβάνεται αντικειμενικά υπόψη η ικανότητα παραγωγής που έχει δημιουργηθεί από την κατασκευή των νέων θέσεων σταυλισμού, ακόμη και αν οι διατάξεις αυτές έχουν ως συνέπεια ότι δεν παραχωρείται καμία ειδική ποσότητα αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς που έχουν υποβάλει σχέδιο αναπτύξεως ή έστω ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς που τους παραχωρείται υπολείπεται κατά πολύ της παραγωγής που τίθεται ως στόχος στο σχέδιο. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ L 90, σ. 13 ).
( 2 ) Οδηγία 72/159/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, περί του εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ( PB L 96, σ. 1 ).
( 3 ) Απόφαση περί πρόσθετης εισφοράς του υπουργού γεωργίας και αλιείας των Κάτω Χωρών, της 18ης Απριλίου 1984 ( Stert 1984, σ. 79 ).
( 4 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 196/88 έως 198/88, Cornée ( Συλλογή 1989, σ. 2309 ). Βλέπε επίσης τις προτάσεις μου στις συνεκδικα-σθείσες αυτές υποθέσεις.
( 5 ) Στη Διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται ότι ο σταύλος άρχισε να χρησιμοποιείται τον Νοέμβριο 1983. Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η ποσότητα αναφοράς του Spronk υπολογίστηκε βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 4, στοιχείο α), της Beschikking superheffing, το οποίο αφορά την περίπτωση στην οποία οι θέσεις σταυλισμού αρχίζουν πράγματι να χρησιμοποιούνται το 1983.
( 6 ) Βλέπε άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 tou Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 82 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (EE L 90, σ. 10).
( 7 ) Κατά το πρώτο έτος το ποσοστό της μειώσεως ανερχόταν ήδη σε 8,65 στις Κάτω Χώρες.
( 8 ) Έτσι, στην περίπτωση tou Spronk, βάση tou υπολογισμού ήταν η ποσότητα γάλακτος που παρέδωσε το 1982.
( 9 ) Σε περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των αγελάδων της επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την ανάληψη της υποχρεώσεως πραγματοποιήσεως επενδύσεων υπερβαίνει τον αριθμό των θέσεων σταυλι-σμού που υπήρχαν πριν από την επέκταση, οι διατάξεις που εφαρμόζονται είναι λίγο διαφορετικές.
Full & Egal Universal Law Academy