ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ
GIUSEPPE TESAURO
της 28ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα προδικαστική παραπομπή αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού των εξόδων μεταφοράς, κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
2.
Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου ( 1 ), για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εισαχθέντα εμπορεύματα τιμή προστίθενται « τα έξοδα μεταφοράς ... μέχρι του τόπου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος ».
Στην προκειμένη περίπτωση η μεταφορά περιελάμβανε μία εκτός Κοινότητας διαδρομή ( Χονγκ Κονγκ-Αμβούργο ), που πραγματοποιήθηκε με πλοίο, και μία ενδοκοινοτική διαδρομή ( Αμβούργο-Φραγκφούρτη ) για την οποία χρησιμοποιήθηκε άλλο μεταφορικό μέσο. Για ολόκληρη τη διαδρομή καθορίστηκε και καταβλήθηκε ενιαία τιμή· δεν υφίσταται, συνεπώς, χωριστό τιμολόγιο βάσει του οποίου θα μπορούσαν να καθορισθούν τα έξοδα μεταφοράς που αντιστοιχούν σε καθεμία από τις ανωτέρω διαδρομές.
Το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί, κατόπιν αυτού, από το Δικαστήριο να αποφανθεί βάσει ποίου κριτηρίου πρέπει να πραγματοποιείται ο υπολογισμός των εξόδων μεταφοράς που αφορούν εξωκοινοτική διαδρομή σε περίπτωση όπως η παρούσα.
3.
Φρονώ ότι επιβάλλεται σχετικώς να τονισθεί ότι ουσιαστικός σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να διευκολύνει το διεθνές εμπόριο εισάγοντας ένα δίκαιο, ενιαίο και ουδέτερο σύστημα υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας, το οποίο να μη λαμβάνει υπόψη του αυθαίρετες ή πλασματικές δασμολογητέες αξίες (βλέπε έκτη αιτιολογική σκέψη). Εξάλλου, όπως έχει ήδη υπογραμμιστεί, σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς, η βασική αρχή, όπως έχει τονίσει στη νομολογία του το Δικαστήριο, είναι ότι τα έξοδα που πρέπει να περιλαμβάνονται στη δασμολογητέα αξία είναι εκείνα που « πράγματι» καταβλήθηκαν από τον αγοραστή για τη μεταφορά του εμπορεύματος μέχρι του σημείου εισόδου των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ( 2 ). Αντιθέτως, τα έξοδα τα οποία πράγματι βαρύνουν τα εμπορεύματα για τη μεταφορά τους εντός της Κοινότητας πρέπει, καταρχήν, να εκπίπτουν από την τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων ( 3 ).
4.
Όταν για τα έξοδα που αφορούν τις διαδρομές εντός και εκτός της Κοινότητας έχουν εκδοθεί χωριστά τιμολόγια, δεν είναι δυσχερής ο καθορισμός των σχετικών πραγματικών εξόδων. Πράγματι, από τα υποβαλλόμενα τιμολόγια συνάγονται, υπό την επιφύλαξη ελέγχου, τα έξοδα που πράγματι καταβλήθηκαν.
Αντιθέτως, ανακύπτει πρόβλημα όταν δεν υπάρχουν τέτοια δικαιολογητικά. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει υπολογισμός βάσει ενός κατά προσέγγιση κριτηρίου.
5.
Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο κριτήριο το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), του προαναφερθέντος κανονισμού, βάσει του οποίου η αρμόδια εθνική υπηρεσία εξέδωσε την προσβαλλόμενη στην κύρια δίκη πράξη. Η διάταξη αυτή ορίζει, πράγματι, τα ακόλουθα:
«Όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται με το ίδιο μέσο μεταφοράς μέχρις ενός σημείου που ευρίσκεται πέρα από τον τόπο εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, τα έξοδα μεταφοράς κατανέμονται κατ' αναλογία προς τη διανυόμενη απόσταση εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος, εκτός αν παρέχεται στην τελωνειακή υπηρεσία απόδειξη των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν, βάσει υποχρεωτικού και γενικού τιμολογίου, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων μέχρι του τόπου εισόδου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος. »
Όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα της προαναφερθείσας διάταξης, η κατανομή των εξόδων ανάλογα με τη διανυθείσα εντός και εκτός της Κοινότητας απόσταση προϋποθέτει ενιαίο μεταφορικό μέσο και, κατά συνέπεια, ενιαία τιμή για το σύνολο της διαδρομής. Είναι, όμως, επίσης προφανές, και οι διάδικοι συμφωνούν επί του σημείου αυτού, ότι το γεγονός πως τα εμπορεύματα πραγματοποίησαν το σύνολο της διαδρομής εντός του ιδίου εμπορευματοκιβωτίου — όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση — δεν έχει καμία σημασία για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Το εμπορευματοκιβώτιο δεν αποτελεί μεταφορικό μέσο. Εκείνο που έχει, αντιθέτως, σημασία είναι το πώς μεταφέρθηκε το συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο. Εάν, όπως στην παρούσα υπόθεση, το εμπορευματοκιβώτιο μεταφέρθηκε καταρχάς με πλοίο και κατόπιν με φορτηγό αυτοκίνητο, η ενιαία τιμή μεταφοράς, λόγω της διαδοχικής εφαρμογής διαφορετικών τιμολογίων ( και μάλιστα σημαντικά διαφορετικών), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ομοιόμορφη, η δε κατανομή της τιμής αυτής με μόνο κριτήριο την απόσταση ουδέποτε μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική των πραγματικών εξόδων που καταβλήθηκαν για κάθε τμήμα της συνολικής διαδρομής. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο α), αποκλείεται στην παρούσα περίπτωση.
6.
Ελλείψει άλλης ειδικής διατάξεως που να έχει εφαρμογή στην περίπτωση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να καθοριστεί, ενδεχομένως κατ' αναλογία, κανόνας βάσει του οποίου θα μπορεί να υπολογιστεί η δασμολογητέα αξία σύμφωνα με τους στόχους και την οικονομία του κανονισμού.
Η Επιτροπή παρατηρεί, σχετικώς, ότι το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει ότι « αν η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν δύναται να καθοριστεί κατ' εφαρμογήν των άρθρων 3, 4, 5, 6 ή 7 καθορίζεται με εύλογο τρόπο, συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις της συμφωνίας και του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου και βάσει των διαθεσίμων στοιχείων εντός της Κοινότητος». Συνεπώς, ο ίδιος ο κανονισμός ορίζει τις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν η εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία των συγκεκριμένων περιπτώσεων καθιστά εμφανή ορισμένα κενά της κανονιστικής ρυθμίσεως περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η πλέον σύμφωνη προς τις αρχές αυτές λύση είναι να αφαιρούνται από τα συνολικά έξοδα μεταφοράς τα έξοδα που αφορούν τη μεταφορά εντός της Κοινότητας, τα οποία πρέπει να υπολογίζονται βάσει των τιμών που συνήθως εφαρμόζονται για το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε. Το καθοριζόμενο κατ' αποκοπήν ποσό μπορεί κατόπιν να διορθώνεται, ενδεχομένως, κατόπιν υποβολής δικαιολογητικών από τα οποία να αποδεικνύεται ότι τα έξοδα που πράγματι καταβλήθηκαν για την εξωκοινοτική διαδρομή είναι διαφορετικά. Η Επιτροπή τονίζει ότι το κριτήριο που προτείνει δεν επιτρέπει απλώς την εύλογη εκτίμηση των εξόδων μεταφοράς εκτός της Κοινότητας, αλλά είναι και απλό και σίγουρο στην εφαρμογή του, καθόσον στηρίζεται σε στοιχεία (οι συνήθως εφαρμοζόμενες εντός της Κοινότητας τιμές) τα οποία έχουν στη διάθεση τους οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές.
Βεβαίως, όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, το κριτήριο αυτό, θεωρητικώς τουλάχιστον, θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια στρεβλώσεις, καθόσον προϋποθέτει ότι τα αναφερόμενα στη μεταφορά εντός της Κοινότητας έξοδα πρέπει να υπολογίζονται πάντοτε βάσει της ίδιας τιμής, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι όσο αυξάνεται το μήκος της συνολικής διαδρομής τόσο μειώνεται το ανά μονάδα κόστος της διανυομένης εντός της Κοινότητας αποστάσεως. Ωστόσο, είναι επίσης αληθές ότι ο κίνδυνος αυτός είναι στην πραγματικότητα ελάχιστος. Η εξεταζόμενη περίπτωση είναι, πράγματι, εκείνη κατά την οποία η μεταφορά πραγματοποιείται με διαφορετικά μέσα — εάν το μέσο μεταφοράς ήταν ενιαίο, θα είχε εφαρμογή το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο α ) — στην περίπτωση δε αυτή, η αλλαγή του μεταφορικού μέσου συμπίπτει συνήθως με την είσοδο εντός της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, και κατά το μέτρο τουλάχιστον που η εντός της Κοινότητας διαδρομή πραγματοποιείται με μεταφορικό μέσο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιήθηκε για το προηγούμενο τμήμα της διαδρομής, πρέπει να θεωρηθεί ότι το κόστος που αφορά τη μεταφορά εντός της Κοινότητας καθορίζεται κατά τρόπο αυτοτελή, βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμών, και ότι, κατά συνέπεια, το ανά μονάδα πραγματικό κόστος της εν λόγω μεταφοράς δεν διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το συνολικό μήκος της διαδρομής.
Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι το προτεινόμενο από την Επιτροπή κριτήριο είναι σύμφωνο προς τον κανονισμό και μπορεί να εφαρμοστεί για τον καθορισμό των εξόδων μεταφοράς που πρέπει να περιληφθούν στη δασμολογητέα αξία.
7.
Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο κανονισμός προσφέρει και μία άλλη λύση στο πρόβλημα αυτό. Στην παρούσα περίπτωση, η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι, ελλείψει χωριστών τιμολογίων, είναι αδύνατο να εξακριβωθεί ποιο ακριβώς είναι το ποσό των εξόδων που αφορούν την εκτός της Κοινότητας μεταφορά και βαρύνουν τα εμπορεύματα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να εξομοιωθεί με τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μεταφορά πραγματοποιείται δωρεάν ή με τα μεταφορικά μέσα του αγοραστή, περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει και ρυθμίζει κατά παρόμοιο τρόπο το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του κανονισμού. Επιβάλλεται, ιδίως, να τονισθεί ότι στην περίπτωση μεταφοράς που πραγματοποιείται με τα μεταφορικά μέσα του αγοραστή, είναι επίσης αδύνατος ο καθορισμός του ακριβούς κόστους της εξωκοινοτικής μεταφοράς, γι' αυτόν δε ακριβώς τον λόγο ο κανονισμός ορίζει ότι τα έξοδα μέχρι το σημείο εισόδου στην Κοινότητα υπολογίζονται κατ' αποκοπήν « σύμφωνα με το σύνηθες τιμολόγιο μεταφοράς που ισχύει για τον ίδιο τρόπο μεταφοράς ».
Λόγω ταυτότητας σκοπού, ο κανόνας του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ), μπορεί κατ' αναλογία να επεκταθεί και σε περίπτωση όμοια με την παρούσα, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι ο ενδιαφερόμενος θα έχει τη δυνατότητα να προτείνει άλλον υπολογισμό, εφόσον είναι σε θέση να προσκομίσει δικαιολογητικά από τα οποία να προκύπτουν τα πράγματι καταβληθέντα έξοδα.
8.
Επιβάλλεται, εξάλλου, να τονισθεί ότι τα εξετασθέντα δύο κριτήρια δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές, καθόσον πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, για υπολογισμό βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμών εξάλλου, θα πρέπει στην πράξη να καταλήγουν στα ίδια αποτελέσματα. Φρονώ, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να εφαρμόζουν το ένα ή το άλλο από τα εν λόγω κριτήρια προτιμώντας, στην πράξη, εκείνο που επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πληρέστερα και ακριβέστερα στοιχεία και το οποίο καταλήγει, κατά συνέπεια, στον ακριβέστερο δυνατό υπολογισμό του πραγματικού κόστους μεταφοράς για την εκτός της Κοινότητας διαδρομή.
9.
Κατόπιν των σκέψεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο την ακόλουθη απάντηση:
« Σε περίπτωση όμοια με αυτήν που εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο, τα έξοδα που πράγματι καταβλήθηκαν για την εκτός της Κοινότητας διαδρομή, τα οποία πρέπει να περιληφθούν στη δασμολογητέα αξία, πρέπει να υπολογίζονται είτε δι' αφαιρέσεως του κόστους της ενδοκοινοτικής μεταφοράς ( καθοριζομένου βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων εντός της Κοινότητας ) από το συνολικό κόστος μεταφοράς είτε καθοριζομένου απευθείας του κόστους που αντιστοιχεί στην εκτός της Κοινότητας μεταφορά, βάσει των συνήθως εφαρμοζομένων τιμολογίων.
Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να επιλέγουν το κριτήριο που κρίνουν προσφορότερο για υπολογισμό που να ανταποκρίνεται στα πράγματι καταβληθέντα έξοδα μεταφοράς. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218 ).
( 2 ) Βλέπε απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1970, Edding ( 27/70, Race. 1970, σ. 1035 ).
( 3 ) Βλέπε απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1980, Meyer-Uetze (84/79, Race. 1980, σ. 291 ).
Full & Egal Universal Law Academy