ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 3ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Στην υπόθεση στην οποία αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί και πάλι με την ερμηνεία του όρου, από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, « οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος » και ενδεχομένως με την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης.
2.
Την ερμηνεία αυτή ζητεί το Crown Court του Chelmsford προκειμένου να κρίνει αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο ο Local Government ( Miscellaneous Provisions ) Act του 1982 που ισχύει στην Αγγλία και στην Ουαλλία. Προς το παρόν θα αναφέρω μόνο ότι ο νόμος αυτός αφορά το εμπόριο των ειδών « πορνογραφίας » ( που ορίζονται λεπτομερώς) και δίνει την ευχέρεια σε ορισμένες τοπικές αρχές να αποφασίσουν να θέσουν σε εφαρμογή το παράρτημα 3 του νόμου, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ότι το εμπόριο των εν λόγω ειδών υπόκειται σε ένα σύστημα αδειών εφόσον αποκτά μια σημαντική έκταση ( « significant degree » — σημαντικός βαθμός ).
3.
Το καθού στην κύρια δίκη έλαβε τέτοια απόφαση που ισχύει από 23 Ιουνίου 1983 — παρόμοια απόφαση ελήφθη και σε άλλους δήμους, όχι όμως σε όλο το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του νόμου. Το μέτρο αυτό επηρεάζει τους προσφεύγοντες στην κύρια δίκη που, εκτός των άλλων καταστημάτων που λειτουργούν εν μέρει με άδεια, εκμεταλλεύονται στην περιφέρεια του καθού και ένα κατάστημα ειδικευμένο στον εν λόγω τομέα όπου πωλούνται είδη εγχώριας παραγωγής και εισαγόμενα. Οι προσφεύγοντες συνέχισαν να εκμεταλλεύονται το εν λόγω κατάστημα παρά την άρνηση παροχής άδειας, διώχθηκαν ποινικώς ενώπιον του Magistrates Court του Southend και καταδικάστηκαν τον Φεβρουάριο του 1986. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση ενώπιον του Crown Court του Chelmsford. Στη δίκη εκείνη προέβαλαν κυρίως για υπεράσπιση τους ότι ο προαναφερθείς νόμος δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο διότι παρεμποδίζει τις εισαγωγές κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ (θα εξετάσω παρακάτω λεπτομερώς τα επιχειρήματα τους ). To Crown Court του Chelmsford δεν έκρινε αβάσιμο το επιχείρημα αυτό, ανέβαλε να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος ( εφόσον η τοπική αρχή αποφασίζει ότι η νομοθεσία έχει εφαρμογή στην οικεία περιοχή εκτός της υποχρεώσεως που βαρύνει τα καταστήματα πορνογραφικών ειδών να έχουν τη σχετική άδεια ) απαγορεύει την πώληση ( μεταξύ άλλων ) νομίμως κυκλοφορούντος πορνογραφικού υλικού από καταστήματα ειδών πορνογραφίας που δεν έχουν άδεια, και όταν το αποτέλεσμα της απαγόρευσης είναι ότι παρέχεται η εξουσία στην τοπική αρχή να ασκεί έλεγχο επί των καταστημάτων πορνογραφικού υλικού της περιοχής της, με συνέπεια ότι οι εκκαλούντες μείωσαν τις πωλήσεις αντικειμένων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη διότι προσπάθησαν να μην παραβούν τον “ νόμο ” με τα αποθέματα που διατηρούν, κατ' αυτόν τον τρόπο δε πώλησαν μικρότερο αριθμό αντικειμένων εισαγωγής από άλλα κράτη μέλη σε σύγκριση με ό,τι θα πωλούσαν υπό διαφορετικές συνθήκες και μειώθηκαν οι προοπτικές διαθέσεως πορνογραφικού υλικού κατασκευής άλλων κρατών μελών, αποτελεί η απαγόρευση αυτή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ερώτημα 1, δικαιολογείται το μέτρο αυτό βάσει του άρθρου 36;
3)
Αν η απαγόρευση που περιγράφεται στο ερώτημα 1 συνιστά παράβαση του άρθρου 30 και δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36, είναι γενικώς ανίσχυρη έναντι των εμπόρων στο κράτος μέλος ή μόνο κατά το μέρος που αφορά συναλλαγές επί ειδών κατασκευής άλλων κρατών μελών ή εισαγωγής από αυτά; »
4.
Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο γραπτώς και προφορικώς, θα αναπτύξω επί των ερωτημάτων αυτών την ακόλουθη ανάλυση.
Β — Η αποψή μου επί της υποθέσεως
5.
1. Αν λάβομε ως γνώμονα την κρίση που διατύπωσε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 30 με την απόφαση στην υπόθεση 8/74 ( 1 ), η οποία και επαναλαμβάνεται στις υποθέσεις που αφορούν αυτό το άρθρο (βλέπε ιδίως τις αποφάσεις στις υποθέσεις 75/81 και C-69/88 ( 2 ) ), αν εξετάσομε, δηλαδή, αν το επίδικο μέτρο είναι « ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο », είναι δύσκολο να μη δεχθούμε ότι ανταποκρίνεται στο κριτήριο αυτό.
6.
Συγκεκριμένα μπορούμε να υποθέσουμε ότι, αν δεν υπήρχε ο επίδικος νόμος και οι αποφάσεις των τοπικών αρχών που στηρίζονται σ' αυτόν, αν δηλαδή ήταν ελεύθερη η πώληση των ειδών πορνογραφίας, οι σχετικές πωλήσεις θα αυξάνονταν, επομένως θα αυξάνονταν και οι εισαγωγές. Πράγματι, μπορούμε να δεχθούμε ότι η απεριόριστη αύξηση των καταστημάτων πορνογραφίας θα προκαλέσει αύξηση της ζητήσεως η οποία θα είναι ευκολότερο να ικανοποιηθεί παρά στην περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος να μεταβεί σε άλλον τόπο ( όπου υπάρχουν καταστήματα πορνογραφικού υλικού με άδεια) ή να καταφύγει στην πώληση δι' αλληλογραφίας — που είναι ακόμα δυσχερέστερη. Επομένως η ρύθμιση της πωλήσεως ειδών πορνογραφίας μπορεί — ας το δεχθούμε εκ προοιμίου — να οδηγήσει σε μείωση των εισαγωγών και να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
7. 2.
Όπως προκύπτει όμως από την ανάλυση του συνόλου της σχετικής νομολογίας δεν μπορούμε να στηριχθούμε σ' αυτή τη θεώρηση. Συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα κρίση δεν αποτελεί τίποτε άλλο από το πρώτο βήμα στην εξέταση που απαιτείται εν προκειμένω. Μετά το πρώτο βήμα θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και άλλα στοιχεία και — όπως απέδειξαν η Επιτροπή και άλλες παρεμβαίνουσες — πρέπει, ιδίως, να διακρίνομε αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως.
8.
α)
Συνεχίζοντας λοιπόν την εξέταση της νομολογίας και έχοντας υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε απόλυτη και απερίφραστη απαγόρευση της πωλήσεως ορισμένων προϊόντων αλλά κανόνες περί διανομής, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις καθιστούν αδύνατη την πώληση των συγκεκριμένων προϊόντων (εφόσον φθάνει κάποιον σημαντικό βαθμό) από ορισμένους χώρους, βρίσκουμε παρόμοιες υποθέσεις που αφορούσαν και αυτές μόνο τον τρόπο εμπορίας ορισμένων προϊόντων, στις οποίες κρίθηκε ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είχε εφαρμογή ( χωρίς μάλιστα να αποκλείεται κάποιος αντίκτυπος επί των εισαγωγών ).
9.
Υπενθυμίζω λόγου χάρη την υπόθεση 155/80 ( 3 ) που αφορούσε την πώληση προϊόντων αρτοποιίας τα προϊόντα αυτά δεν μπορούσαν να παραδοθούν σε καταστήματα λιανικής πωλήσεως ούτε στους αγοραστές ορισμένες νυκτερινές ώρες παρά μόνο στους χονδρέμπορους και στους μεσάζοντες. Το Δικαστήριο έκρινε — η κρίση δε αυτή αποτελεί το κέντρο της αποφάσεως που εξέδωσε στην υπόθεση αυτή — ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο παραμένει παρ' όλα αυτά δυνατό, οπότε το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου 30.
10.
Υπενθυμίζω επίσης την απόφαση στην υπόθεση 75/81 (το Δικαστήριο είχε να αποφανθεί επί της απαγορεύσεως της πωλήσεως· ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών εντός ποτοπωλείων στο Βέλγιο). Στην υπόθεση εκείνη το σημαντικό στοιχείο ήταν ότι η ρύθμιση δεν αφορούσε άλλες μορφές εμπορίας, οπότε μπορούσε να λεχθεί — διότι δεν υπήρχε καμιά σχέση με τις εισαγωγές — ότι δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
11.
Επίσης ορθώς μνημονεύτηκε η υπόθεση 20/87 ( 4 ) (που αφορούσε μια γαλλική ρύθμιση σχετικά με τη χορήγηση αδειών σε μεγάλα καταστήματα, ικανή να περιορίσει τις πωλήσεις και ιδίως των εισαγομένων προϊόντων). Και στην υπόθεση εκείνη εξετάστηκε το ζήτημα αν έχει εφαρμογή το άρθρο 30, ο δε γενικός εισαγγελέας διατύπωσε βεβαίως αρνητική γνώμη, παρατηρώντας ότι η επίδικη ρύθμιση επηρέαζε αδιακρίτως την πώληση τόσο των εισαγομένων όσο και των εγχωρίων προϊόντων. Το Δικαστήριο συντάχτηκε με αυτή την άποψη. Εν πάση περιπτώσει — αυτό δε είναι σημαντικό — δεν θίγει καν το ζήτημα του άρθρου 30 με την απόφαση αλλά εξετάζει την επίδικη ρύθμιση μόνο βάσει του άρθρου 52 της Συνθήκης ( δικαίωμα εγκαταστάσεως ).
12.
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη απόφαση· η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση C-145/88 ( 5 ), που αφορούσε την απαγόρευση της πωλήσεως ορισμένων εμπορευμάτων την Κυριακή. Το ενδιαφέρον της έγκειται στο ότι, από την πρώτη παράγραφο στην οποία διατυπώνει την κρίση του, το Δικαστήριο, αφού παρατηρεί ότι η επίδικη ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εισαγόμενα και στα εγχώρια προϊόντα, κρίνει ότι η εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων δεν καθίσταται καταρχήν δυσχερέστερη από την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων.
13.
Με βάση αυτή τη νομολογία νομίζω, όχι χωρίς λόγο, ότι η ίδια κρίση αρμόζει και στην παρούσα υπόθεση, ότι δηλαδή η επίδικη ρύθμιση δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, όπως στην προαναφερθείσα υπόθεση έτσι και εδώ εύλογο παρίσταται το συμπέρασμα ότι ο Local Government Act του 1982 δεν έχει καμιά σχέση με το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεδομένου ότι η εμπορία των προϊόντων στα οποία αναφέρεται είναι δυνατή, εν πάση περιπτώσει, με άλλα κυκλώματα και όχι μέσω των καταστημάτων ειδών πορνογραφίας, δηλαδή μέσω καταστημάτων για τα οποία δεν απαιτείται άδεια (διότι η πώληση πορνογραφικού υλικού εκεί δεν φθάνει σε « σημαντικό βαθμό » ) ή μέσω πωλήσεως δι' αλληλογραφίας ακόμη και αν — όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση — η δεύτερη αυτή λύση υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς ( άσχετους με την προέλευση των εμπορευμάτων ).
14.
β )
Αντιθέτως, ορισμένες άλλες αποφάσεις που μνημονεύτηκαν κατά τη διαδικασία είναι κατ' ουσίαν άσχετες και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα εν προκειμένω.
15.
Οι αποφάσεις αυτές αφορούν περιπτώσεις στις οποίες — προκειμένου περί διατάξεων αδιακρίτως εφαρμοζομένων στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα — το Δικαστήριο εξέτασε κυρίως αν η επίδικη ρύθμιση είχε στην πράξη ως αποτέλεσμα τη δυσμενέστερη μεταχείριση των εισαγομένων εμπορευμάτων, οπότε θα ενέπιπτε στο άρθρο 30. Η Επιτροπή υπογράμμισε ορθά ότι πρόκειται κυρίως για περιπτώσεις ρυθμίσεως των όρων τονς οποίους πρέπει να πληρούν τα ¿àia ra προϊόντα ( περιπτώσεις στις οποίες η ανάγκη προσαρμογής των εισαγομένων προϊόντων μπορούσε να δυσχεράνει την εμπορία — βλέπε τη νομολογία που μνημονεύει η Επιτροπή στη σελίδα 10 του υπομνήματος της) ή ακόμη για περιπτώσεις όπου υπήρχε τουλάχιστον ένας περιορισμός της διαφημίσεως για ορισμένα προϊόντα ( βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις 152/78 και C-362/88 ( 6 )), κατά τούτο δε οι υποθέσεις εκείνες δεν ομοιάζουν με την υπό κρίση.
16.
Ακόμη και αν παρ' όλα αυτά δεχθούμε τα κριτήρια που διατυπώθηκαν με τις προμνημο-νευθείσες αποφάσεις για την εξέταση της υπό κρίση υποθέσεως — πράγμα όχι απίθανο αν ληφθεί υπόψη η αναφορά του παραπέμποντος δικαστηρίου στη μείωση των πωλήσεων προϊόντων εισαγωγής από άλλα κράτη μέλη που αντιμετώπισε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης —, δεν θα πρέπει πάλι να τροποποιηθεί τελικά το συμπέρασμα ως προς το αν έχει εφαρμογή το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
17.
Ως προς αυτό το σημείο γνωρίζομε ότι οι εκκαλούντες προβάλλουν τα ακόλουθα επιχειρήματα: πρώτον, όταν εφαρμόζεται ο επίδικος βρετανικός νόμος και δεν χορηγείται άδεια σε κάποιο κατάστημα ειδών πορνογραφίας, το εμπόριο των ειδών αυτών δεν διενεργείται σε σημαντικό βαθμό. Τα εισαγόμενα εμπορεύματα επηρεάζονται ιδιαιτέρως διότι είναι πρωτότυπα ( « conspicuous » ), πράγμα που δεν επιτρέπει την έκθεση και την πώληση τους σε καταστήματα μικρών διαστάσεων. Τα εμπορεύματα αυτά επηρεάζονται ιδιαιτέρως και λόγω του ότι τα καταστήματα που είναι οργανωμένα κατά τον τρόπο που επιβάλλει η άρνηση χορηγήσεως άδειας μπορούν να διατηρούν μόνο μικρά αποθέματα· είναι όμως αναμφισβήτητο ότι οι εισαγωγές τότε μόνο μπορούν να πραγματοποιηθούν επικερδώς όταν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες.
18.
Στο σημείο αυτό μπορούμε ήδη να πούμε ότι το πρώτο επιχείρημα (ότι τα εισαγόμενα προϊόντα είναι εύγλωττα) δεν ελήφθη υπόψη από το αιτούν δικαστήριο μεταξύ των σκέψεων που το οδήγησαν στην απόφαση του και επομένως δεν χρειάζεται να το εξετάσομε. Ίσως το αποφασιστικό στοιχείο έγκειται στο ότι οι διάδικοι δεν απέδειξαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά τρόπο πειστικό ότι τα εισαγόμενα προϊόντα εμφάνιζαν ιδιαίτερη πρωτοτυπία (εν πάση περιπτώσει η βρετανική κυβέρνηση παρατήρησε σχετικώς ότι κατά τη διαδικασία η δομή της παραγωγής δεν διαφέρει σ' αυτό το σημείο μεταξύ των κρατών μελών και ότι « πρωτότυπα » είδη πορνογραφίας παράγονται και στο Ηνωμένο Βασίλειο ). Εκείνο που έχει επίσης σημασία εν προκειμένω είναι ότι το κριτήριο που χρησιμοποιεί ο βρετανικός νόμος του 1982, δηλαδή ο « σημαντικός βαθμός », σημαίνει μόνο ότι ο νόμος αναφέρεται στα καταστήματα που πωλούν πορνογραφικό υλικό κατά κύριο λόγο (και όχι απλώς δευτερευόντως σε σχέση με την πώληση περιοδικών) (η βρετανική κυβέρνηση μνημονεύει τη σχετική νομολογία με το υπόμνημα της ). 'Ετσι όμως δεν εμποδίζεται καθόλου ή πώληση πρωτότυπου πορνογραφικού υλικού ακόμη και από καταστήματα που δεν έχουν άδεια εφόσον δεν ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τέτοιου είδους πωλήσεις.
19.
Σημαντικό είναι εξάλλου — αυτό δε αφορά το δεύτερο τμήμα της υπό εξέταση επιχειρηματολογίας — ότι δεν έγινε λόγος κατά τη διαδικασία για μείωση του συνολικού όγκον των εισαγωγών πορνογραφικού υλικού (η βρετανική κυβέρνηση το αρνήθηκε κατηγορηματικά παρατηρώντας ότι η πώληση των ειδών αυτών είναι δυνατή και εκτός των ειδικών καταστημάτων)· έγινε απλώς δεκτό ότι μειώθηκαν οι εισαγωγές των προσφευγουσών. Εκείνο όμως που έχει σημασία κατά την έννοια του άρθρου 30 είναι βεβαίως η πρώτη περίπτωση. Επιπλέον, ορθώς διατυπώθηκαν αμφιβολίες σχετικά με τη φερομένη εξέλιξη των εισαγωγών των εκκαλούντων. Οι αμφιβολίες αυτές στηρίζονται στη διαπίστωση ότι αυτοί αναπτύσσουν εμπορική δραστηριότητα μεγάλης εκτάσεως ( αποτελούν μέλη ενός ομίλου εταιριών που — όπως αναφέρθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση — εκμεταλλεύεται περισσότερα από 50 καταστήματα πορνογραφικού υλικού στο Ηνωμένο Βασίλειο). Έχουν επομένως τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν εισαγωγές αρκετές ώστε να είναι κερδοφόρες, το δε στοιχείο ότι ο επίδικος βρετανικός νόμος δεν αφορά καθόλου τα αποθέματα ούτε τον όγκο τους — όπως ανέφερε με πειστικά επιχειρήματα ο εκπρόσωπος του Southend Borough Council — ενισχύει αρκετά τη δυνατότητα αυτή. Άρα δεν μπορεί να γίνει λόγος για ειδικό εμπόδιο στις εισαγωγές που αποτελεί ο επίδικος στην κύρια δίκη βρετανικός νόμος.
20.
γ )
Από την εξέταση όλων των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη βάσει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ — όπως προκύπτουν από τη νομολογία — επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο επίδικος βρετανικός νόμος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστος προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21. 3.
Αν γίνει δεκτό αυτό το συμπέρασμα παρέλκει η εξέταση του ζητήματος που υπεβλήθη επίσης, αν δηλαδή το επίδικο μέτρο μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Για να εξαντλήσω πάντως το θέμα — για την απίθανη περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 30 —, θα προσθέσω τα ακόλουθα.
22.
α )
Πρώτον, μπορούμε να εξετάσουμε εδώ τα στοιχεία στα οποία έχει καταλήξει η νομολογία — η σχετική με τις ρυθμίσεις του εμπορίου που εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα — όσον αφορά τις « επιτακτικές ανάγκες » που γίνονται δεκτές ως δικαιολογία. Ως τέτοιες ανάγκες λαμβάνονται υπόψη « μεταξύ άλλων » (όρος που υποδηλοί ενδεικτική απαρίθμηση) οι θεωρήσεις που ανάγονται στην ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και στην προστασία των καταναλωτών (βλέπε αποφάσεις επί των υποθέσεων 120/78 ( 7 ) και 16/83 ( 8 )). Η απόφαση επί της υποθέσεως 302/86 ( 9 ) αναφέρει επίσης την προστασία του περιβάλλοντος και η απόφαση στην υπόθεση C-145/88 αναφέρει γενικώς τη νόμιμη επιδίωξη στόχων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
23.
Εν προκειμένω είναι φανερό ότι μπορούμε αβίαστα να λάβομε υπόψη ως δικαιολογία την προσταοία τον καταναλωτή.
24.
Καίτοι δεν απαγορεύεται η ίδια η πώληση των ειδών για τα οποία πρόκειται, η ανάγκη αυτή υπάρχει διότι είναι δυνατό, χάρη στον επίδικο νόμο, να εντοπιστεί η πώληση των εν λόγω ειδών σε ορισμένους χώρους (όπου μπορεί να περιοριστεί για την προστασία, λόγου χάρη, των νέων ή ορισμένων κατηγοριών ατόμων ιδιαίτερα ευαίσθητων) και να περιοριστεί ο αριθμός των καταστημάτων ειδών πορνογραφίας) — ώστε να μην κατακλυσθούν ορισμένες κοινότητες από αντικείμενα αυτού του είδους, πράγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει ατμόσφαιρα εκλύσεως των ηθών. Νομίζω όμως ότι οι θεωρήσεις αυτές προβάλλονται μάλλον βάσει του άρθρου 36 (περιορισμοί των εισαγωγών για λόγους δημόσιας ηθικής ).
25.
Επιπλέον, η επίδικη ρύθμιση μπορεί να συμβάλλει στην προστασία του καταναλωτή καθότι καθιστά δυνατό τον έλεγχο των καταστημάτων πωλήσεως που έχουν άδεια. Είναι δυνατό δηλαδή — με περιστασιακούς ελέγχους — να εμποδίζεται η πώληση στους ανήλικους (που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στα καταστήματα πορνογραφικού υλικού ) ή — με την απειλή ανακλήσεως της άδειας — να επηρεαστεί η διαχείριση των καταστημάτων και να αποφευχθούν επίμεμπτες πρακτικές (όσον αφορά τις τιμές και την ποιότητα ).
26.
Εξάλλου πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίδικη ρύθμιση λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας (η σπουδαιότητα της οποίας υπογραμμίστηκε με την απόφαση στην υπόθεση 302/86 ), δεδομένου ότι οι τοπικές αρχές μπορούν, με την πρακτική που ακολουθούν στο θέμα της χορηγήσεως των αδειών και που δεν διαφεύγει τον ένδικο έλεγχο, να φροντίζουν για την εύλογη ροή των πωλήσεων των εν λόγω ειδών που θεωρούνται τρέχοντα είδη του εμπορίου. Αντιστρόφως, το στοιχείο ότι η προστασία του καταναλωτή όπως την περιέγραψα δεν εξασφαλίζεται ομοιόμορφα σε ολόκληρη τη χώρα δεν είναι αποφασιστικής σημασίας διότι δεν προκύπτει από τη νομολογία ούτε συνάγεται απλώς και απεριφράστως από τη φύση των πραγμάτων η σχετική υποχρέωση.
27.
β )
Εξάλλου, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρον 36 της Συνθήκης ΕΟΚ που προβλέπει τη δυνατότητα δικαιολογήσεως των εμποδίων στις εισαγωγές από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας.
28.
Οι πρώτοι από τους λόγους αυτούς ισχύουν κατά το μέτρο που η επίδικη ρύθμιση εξασφαλίζει κάποια προστασία των νέων και των ευαίσθητων στρωμάτων του πληθυσμού' οι δεύτεροι ισχύουν κατά το μέρος που με την επίδικη ρύθμιση μπορεί να αποφευχθεί η εγκατάσταση καταστημάτων πορνογραφικού υλικού σε ορισμένες ζώνες ( π. χ. ζώνες κατοικιών στις οποίες θα προκαλούσε ενόχληση η έντονη κίνηση του σχετικού εμπορίου ).
29.
Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς υπογραμμίστηκε — αντίθετα με ό,τι παρατήρησαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης — ότι δεν υπάρχει σχετικώς καμιά υποχρέωση ενιαίας εφαρμογής του κανόνα σε ολόκληρη τη χώρα ( αυτό προκύπτει ιδίως από τις αποφάσεις στις υποθέσεις 34/79 ( 10 ) και 121/85 ( 11 )). Επομένως δεν είναι επιλήψιμο το ότι η εφαρμογή του επίδικου νόμου ανατίθεται στις τοπικές αρχές που είναι περισσότερο αρμόδιες να εκτιμήσουν τη συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση. Ορθώς αναφέρθηκε εξάλλου ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 34/79) σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται, στον τομέα αυτό, να καθορίσει το ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας κατά την οικεία κλίμακα αξιών και να επιλέξει τον κατάλληλο τύπο καθώς επίσης και ότι, στο θέμα της διατηρήσεως της δημοσίας τάξεως, τα κράτη μέλη έχουν ένα περιθώριο εκτιμήσεως ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 30/77 ( 12 ) ), εκ του οποίου μπορούν να προκύψουν καταστάσεις που διαφέρουν αναλόγως του τόπου και του χρόνου.
30.
Εξάλλου — αυτό δε είναι κάθε άλλο παρά αμελητέο — οι υποστηρικτές του επίδικου νόμου ορθώς ισχυρίζονται ότι ο περιορισμός της υποχρεώσεως κατοχής αδείας στα καταστήματα που διακινούν πορνογραφικό υλικό σε σημαντικό βαθμό ( « significant degree » ) ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας, καίτοι μπορεί να επικρατήσει κάποια αβεβαιότητα για ορισμένο διάστημα, η οποία θα εκλείψει προοδευτικά με τη διαμόρφωση της νομολογίας.
31.
γ)
Τέλος, δεδομένου ότι τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι η επίδικη ρύθμιση εμπίπτει στην τελευταία φράση του άρθρου 36, που απαγορεύει την αυθαίρετη διάκριση και τους συγκεκαλυμμένους περιορισμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( δεν υποστηρίχθηκε ότι ο νόμος αποτελεί αφεαυτού αυθαίρετη διάκριση, αλλά μόνο ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυθαίρετα), επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η επίδικη ρύθμιση — στην περίπτωση που κριθεί παρ' όλα αυτά ότι εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ — δικαιολογείται εν πάση περιπτώσει από τις προεκτεθείσες θεωρήσεις.
Γ — Προτάσεις
32.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Crown Court του Chelmsford:
« Από την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά τη σχετική νομολογία δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να στηρίζει το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του Local Government ( Miscellaneous Provisions ) Act του 1982 σε ορισμένο δήμο, που συνεπάγεται απαγόρευση της πωλήσεως πορνογραφικού υλικού σε καταστήματα πορνογραφικού υλικού που δεν έχουν την προς τούτο άδεια, μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 30. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville ( 8/74, Sig.1974, α 837 ).
( 2 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1982, Joseph Henri Thomas Blesgen κατά Βελγικού Δημοσίου (75/81, Συλλογή 1982, σ. 1211)· απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990, Η. Krante GmbH κατά Ontvanger der Directe Belastingen και Ολλανδικού Δημοσίου (C-69/88, Sig. 1990, σ. I-583 ).
( 3 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, Διαδικασία σχετική με χρηματικές ποινές κατά Sergius Oebel ( 155/80, Συλλογή 1981, σ. 1993).
( 4 ) Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987, Εισαγγελική αρχή κατά Gauchard ( 20/87, Συλλογή 1987, σ. 4879 ).
( 5 ) Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989, Torfaen Borough Council/B & Q pic ( C-145/88, Συλλογή 1989, o. 3851 ).
( 6 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας ( 152/78, Sig. 1980, σ. 2299)· απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990, GBINNOBM (C-362/88, Συλλογή 1990, σ. I-667 ).
( 7 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewę κατά Bundesmonopolverwaltung für Branntwein ( 120/78, Sig. 1979,0.649).
( 8 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, Pranü ( 16/83, Συλλογή 1984, σ. 1299).
( 9 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας ( 302/86, Συλλογή 1988, σ. 4607 ).
( 10 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, Ποινική δίωξη κατά Μ. D. Henn και F. Ε. Darby ( 34/79, Sig. 1979, σ. 3795 ).
( 11 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, Conegate Ltd κατά HM Customs & Excise (121/85, Συλλογή 1986, σ. 1007).
( 12 ) Απόφαση της 27ης ΟκττωβρΙου 1977, Bouchereau ( 30/77, Sig. 1977, α 1999 ).
Full & Egal Universal Law Academy