ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 6ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
1.
Στην παρούσα δίκη, η Ελλάδα ζητεί, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 88/630/ΕΟΚ της Επιτροπής ( ΕΕ 1988, L 353, σ. 30 ), καθ' μέτρο αυτή αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών που υπέβαλε η Ελλάδα σχετικά με τις δαπάνες του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων για το 1986 (στο εξής: Ταμείο). Στις 26 Απριλίου 1989, απορρίφθηκε αίτηση της Ελλάδας, με την οποία αυτή ζητούσε την αναστολή εκτελέσεως της αμφισβητούμενης αποφάσεως.
2.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, σε συνδυασμό προς το παράρτημα, της αμφισβητούμενης αποφάσεως, οι δαπάνες τις οποίες καταλόγισε η προσφεύγουσα για το οικονομικό έτος 1986 ανήλθαν σε 168406791240 δραχμές. Από το ποσό αυτό, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι έπρεπε να καταλογιστεί στο Ταμείο μόνο το ποσό των 161532024085 δραχμών, αφήνοντας 6874767155 δραχμές εις βάρος της προσφεύγουσας.
3.
Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για τις διορθώσεις που προετίθετο να επιφέρει στους λογαριασμούς της η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια διμερών συζητήσεων που προηγήθηκαν της εκδόσεως της αμφισβητούμενης αποφάσεως. Οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή σ' αυτήν την απόφαση εκτίθενται στη Συνοπτική Έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν για την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1986 (στο εξής: Συνοπτική Έκθεση ), αποσπάσματα της οποίας είναι συνημμένα στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.
4.
Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε σειρά υποθέσεων που έχουν ως επίδικο αντικείμενο την εκ μέρους των ελληνικών αρχών διαχείριση των γεωργικών προϊόντων. Τέσσερις τέτοιες υποθέσεις εκδικάσθηκαν ήδη κατά το τρέχον έτος (αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1990, υποθέσεις C-259/87, C-334/87 και C-335/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-2845, I-2849 και I-2875, αντιστοίχως, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1990, σ. I-3125 ). Υπό το φως αυτών των αποφάσεων, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από μια σειρά αιτιάσεων, τις οποίες είχε προβάλει στην παρούσα υπόθεση. Παραμένουν ουσιαστικά έξι αιτιάσεις, τις οποίες θα εξετάσω κατά σειρά.
α ) Η αρμοδιότητα της Επιτροπής προς έκδοση αποφάσεων
5.
Η προσφεύγουσα προέβαλε ένα επιχείρημα, το οποίο, αν ευσταθούσε, θα σήμαινε ότι η απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί εν όλω και ότι η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να αναθεωρήσει την όλη στάση της σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη. Το επιχείρημα αυτό το αντέτεινε στην άρνηση της Επιτροπής να καταλογίσει στο Ταμείο ορισμένες δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η προσφεύγουσα στον τομέα των σιτηρών. Η αιτίαση αυτή της προσφεύγουσας περιείχε αρχικά σειρά στοιχείων, εκ των οποίων όμως όλα τα άλλα τα ανεκάλεσε.
6.
Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, για την εκκαθάριση των λογαριασμών τους οποίους υποβάλλουν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να εκδίδει αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά την προσφεύγουσα, το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), σύμφωνα με το οποίο εκκαθαρίζονται οι υποβαλλόμενοι από τα κράτη μέλη λογαριασμοί. Αντίθετα από ό,τι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο α, όπου χρησιμοποιείται η λέξη « αποφασίζει », το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, αναφέρει απλώς ότι η Επιτροπή «εκκαθαρίζει (...) τους λογαριασμούς». Κατά την προσφεύγουσα, η τελευταία αυτή διάταξη δεν απονέμει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να εκδίδει προς το σκοπό αυτό αποφάσεις.
7.
Το επιχείρημα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, απατηλό. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δυσχερώς θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί πώς θα μπορούσαν να εκκαθαριστούν οι λογαριασμοί χωρίς να εκδώσει προς τούτο απόφαση. Η προσφεύγουσα δεν λέει αν φρονεί ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να εκδίδει για τον σκοπό αυτό κάποιου άλλου τύπου πράξη κατά την έννοια του άρθρου 189. Εξ άλλου, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του Ταμείου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115), αναφέρεται ρητά σε αποφάσεις για την εκκαθάριση των λογαριασμών, εκδιδόμενες σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 729/70, πριν ορίσει τι πρέπει να περιέχουν οι αποφάσεις αυτές. Δεν έχω, επομένως, καμμία αμφιβολία για το ότι η τελευταία αυτή διάταξη έχει την έννοια ότι απονέμει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις.
8.
Προτείνω, επομένως, να απορριφθεί ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι, κατά την έκδοση της αμφισβητούμενης αποφάσεως, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητας της.
β ) Προγραμματικές συμφωνίες
9.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων (στο εξής: ΚΥΔΕΠ), οργάνωση αγροτικών συνεταιρισμών, που δρα ως οργανισμός παρεμβάσεως της ΕΟΚ για ορισμένα προϊόντα, ανέλαβε, για λογαριασμό του Δημοσίου, να εκποιήσει τα ευρισκόμενα στην κατοχή της αποθέματα μαλακού σίτου. Στην εκποίηση αυτή προέβη, σύμφωνα με την Επιτροπή, με δύο « προγραμματικές συμφωνίες », όπως αποκαλούνται, που προέβλεπαν την υποχρέωση εξαγωγής, εντός ορισμένης προθεσμίας, του εν λόγω σίτου, μετά την μεταποίηση του σε αλεύρι. Ονομάζονται « προγραμματικές συμφωνίες », διότι ορίζουν πρόγραμμα για το πώς θα διατεθούν τα αποθέματα σιτηρών της ΚΥΔΕΠ. Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν επίδικο αντικείμενο και μιας άλλης υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, της C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας.
10.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η πρώτη τέτοια σύμβαση συνήφθη με αλευροβιομηχανίες και αφορούσε συνολικά 500000 τόννους μαλακού σίτου, που, όπως αναφέρει, εξήλθαν από τα κρατικά αποθέματα μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου 1983. Οι αγοραστές υποχρεούνταν να εξαγάγουν το σιτάρι εντός οκτώ μηνών από την παραλαβή. Η συναλλαγή αυτή εστοίχισε στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την Επιτροπή, 1500 εκατομμύρια δραχμές. Η δεύτερη σύμβαση συνήφθη μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Κυβερνήσεως και αφορούσε 400000 τόννους μαλακού σίτου. Βάσει της συμβάσεως αυτής, η ΚΥΔΕΠ εξήγαγε 290000 τόννους αλεύρου κατά το 1984. Η δαπάνη για το Ελληνικό Δημόσιο ήταν 710 εκατομμύρια δραχμές. Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι η σύναψη των συμβάσεων αυτών απετέλεσε παρότρυνση για την εξαγωγή αλεύρου, για την οποία θα έπρεπε να καταβληθούν επιστροφές, βαρύνουσες το Ταμείο· επί πλέον, οι ρυθμίσεις που καθιστούσαν δυνατή τη διάθεση του αλεύρου στη διεθνή αγορά κάτω των συνήθων τιμών εμπεριείχαν στοιχεία κρατικής ενισχύσεως.
11.
Η Επιτροπή επίσης ισχυρίζεται ότι άλλες δύο παρόμοιες συμβάσεις συνήψε η ΚΥΔΕΠ με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας το 1985 για την εξαγωγή 40000 τόννων σιμιγδαλίου από σκληρό σίτο και ποσότητα ζυμαρικών ισοδύναμη με 15000 τόννους σκληρού σίτου. Κατά την Επιτροπή, το άνοιγμα από τις εξαγωγές αυτές καλύφθηκε από το Δημόσιο.
12.
Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο αιτιάσεις κατά των διορθώσεων που επέφερε η Επιτροπή σχετικά με τις συμβάσεις αυτές. Η πρώτη αφορά το υποστατό των συμβάσεων, η δεύτερη τις χρηματοοικονομικές σχέσεις της ΚΥΔΕΠ με το Ελληνικό Δημόσιο.
13.
Η προσφεύγουσα δεν αρνείται ότι υλοποιήθηκαν προγραμματικές συμφωνίες για το αλεύρι από μαλακό σίτο, αρνείται όμως ότι συνήφθη οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία για το σιμιγδάλι σκληρού σίτου. Η Επιτροπή αναφέρεται όμως, στη Συνοπτική της Έκθεση, σε ενημερωτικό σημείωμα με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1985, το οποίο απηύθυνε ο Γενικός Διευθυντής της ΚΥΔΕΠ στο Διοικητικό της Συμβούλιο. Το σημείωμα αυτό, το οποίο είναι συνημμένο, ως παράρτημα VI, στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής, αναφέρεται στην υπογραφή από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας προγραμματικής συμφωνίας για την εξαγωγή 40000 τόννων σιμιγδαλίου, που θα απορροφούσε 78000 τόννους σκληρού σίτου. Αναφέρεται επίσης σε προγραμματική συμφωνία για την εξαγωγή ποσότητας ζυμαρικών ισοδύναμης προς 15000 τόννους σκληρού σίτου. Το άνοιγμα που προέκυψε από τις συμβάσεις αυτές, επρόκειτο, σύμφωνα με το σημείωμα, να καλυφθεί από το Δημόσιο με συνολική πίστωση 535,5 σχεδόν εκατομμυρίων δραχμών.
14.
Η προσφεύγουσα δεν αναφέρεται στο σημείωμα αυτό, ούτε αμφισβητεί την ακρίβεια του. Αλλωστε, κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε για να αποδείξει ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν εκτελέστηκαν. Θεωρώ, επομένως, ότι καλώς η Επιτροπή συνήγαγε ότι οι τέσσερις αναφερόμενες στη Συνοπτική Έκθεση προγραμματικές συμφωνίες υλοποιήθηκαν.
15.
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου, η προσφεύγουσα τονίζει ότι η ΚΥΔΕΠ είναι συνεταιριστική οργάνωση ενεργούσα για λογαριασμό των μελών της, που είναι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, οι οποίες αποτελούνται με τη σειρά τους από παραγωγούς. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά την ελληνική νομοθεσία, τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ πρέπει να καλύπτονται από τα μέλη της και από το δικό της αποθεματικό εξ ημισείας. Η προσφεύγουσα δεν αρνείται ότι η ΚΥΔΕΠ λαμβάνει σημαντικά χρηματικά ποσά από το Δημόσιο· ισχυρίζεται όμως ότι τα ποσά αυτά αποσκοπούν στη χρηματοδότηση των γενικών τρεχουσών αναγκών της και όχι στην κάλυψη των ελλειμμάτων της.
16.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την τυπική ιδιότητα της ΚΥΔΕΠ κατά την ελληνική νομοθεσία, αποδεικνύει όμως, με αδιαμφισβήτητα έγγραφα πειστήρια, ότι αυτή παρεμβαίνει στον τομέα των σιτηρών επιδιώκοντας στόχους εθνικής πολιτικής, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, το οποίο και καλύπτει τα ελλείμματα της από τον εθνικό προϋπολογισμό. Έτσι, παραδείγματος χάρη, το πρακτικό της συνεδρίασης της κοινής επιτροπής των Υπουργείων Εμπορίου και Γεωργίας, που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 1984 (παράρτημα VII του υπομνήματος αντικρούσεως), παραθέτει αναλυτικά το ποσό με το οποίο θα επιβαρυνόταν το Δημόσιο για την εκ μέρους της ΚΥΔΕΠ διαχείριση διαφόρων σιτηρών, περιλαμβανομένου και του σκληρού σίτου. Επί πλέον, η ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για το 1986 (βλ. παράρτημα IX του υπομνήματος αντικρούσεως) εκθέτει αναλυτικά πώς οι αγοραπωλησίες της ΚΥΔΕΠ συνέβαλαν στο έλλειμμα του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού. Στην ετήσια έκθεση για το 1985 (παράρτημα Χ του υπομνήματος αντικρούσεως ), η ΚΥΔΕΠ κατατάσσεται από την τράπεζα ως δημόσιος οργανισμός.
17.
Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, στην ετήσια έκθεση της για το 1987, η Τράπεζα της Ελλάδος κατατάσσει την ΚΥΔΕΠ στον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζει όμως ότι η ΚΥΔΕΠ λαμβάνει χρήματα από το κράτος προς κάλυψη των «χρηματοδοτικών αναγκών» της. Η προσφεύγουσα αντιδιαστέλλει τις « χρηματοδοτικές ανάγκες » από τα ελλείμματα που εμφανίζει η ΚΥΔΕΠ λόγω εκτελέσεως των προγραμματικών συμφωνιών.
18.
Οι οικονομικοί δεσμοί ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου εξετάστηκαν αρκετά αναλυτικά από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-35/88. Εκεί το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα, επεμβαίνοντας στις αγοραπωλησίες κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ, καλύπτοντας το έλλειμμα που εμφάνιζε η ΚΥΔΕΠ λόγω της παρεμβάσεως της στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και διευκολύνοντας, χάρη στην εγγύηση του Δημοσίου, την δανειοδότηση της ΚΥΔΕΠ από την Τράπεζα της Ελλάδος, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από το κοινοτικό δίκαιο. Επί πλέον, η Ελληνική Κυβέρνηση δέχτηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι οι επιδοτήσεις που χορηγούσε στην ΚΥΔΕΠ, για να μπορέσει αυτή να καλύψει τα ελλείμματα τα οποία εμφάνιζε λόγω της επί ζημία πωλήσεως κτηνοτροφικών δημητριακών, συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.
19.
Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη αφορούσε μόνο το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1981 και 26ης Μαρτίου 1984. Το διάστημα αυτό δεν συμπίπτει πλήρως με εκείνο κατά το οποίο φέρεται ότι υλοποιήθηκαν οι επίδικες εδώ προγραμματικές συμφωνίες. Επί πλέον, το επίδικο στην υπόθεση C-35/88 προϊόν, ήτοι τα κτηνοτροφικά δημητριακά, καίτοι παρεμφερές, δεν ήταν ακριβώς το ίδιο με το κρινόμενο εδώ. Πάντως, η προσφεύγουσα δεν υπαινίχθηκε ότι ο ρόλος της ΚΥΔΕΠ μεταβλήθηκε ουσιωδώς μετά τις 26 Μαρτίου 1984, ούτε ότι οι δεσμοί μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Δημοσίου όσον αφορά τον σκληρό σίτο και το σιμιγδάλι ήσαν χαλαρότεροι απ' ό,τι για τα κτηνοτροφικά δημητριακά. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-35/88, σε συνδυασμό προς τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή στην παρούσα δίκη, ενισχύει το συμπέρασμα ότι τα ελλείμματα που εμφάνισε η ΚΥΔΕΠ λόγω της εκτελέσεως των υπό κρίση προγραμματικών συμφωνιών καλύφθηκαν από το Δημόσιο.
20.
Η προσφεύγουσα δεν αντέτεινε κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο, ούτε κατά την παρούσα δίκη ούτε κατά τις προηγηθείσες αυτής έρευνες, για να καταρρίψει τα συμπεράσματα τα οποία η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να αντλήσει. Πράγματι, η Συνοπτική Έκθεση καταγράφει σειρά εμποδίων, τα οποία παρενεβλήθησαν στην προσπάθεια της Επιτροπής να προσδιορίσει την έκταση των μεταφορών πιστώσεων, στις οποίες προέβη το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ της ΚΥΔΕΠ. Ειδικότερα, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να προσπελάσει στα γραφεία της ΚΥΔΕΠ και ότι η ΚΥΔΕΠ αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήματα της Επιτροπής σχετικά με τις μεταφορές που ενδεχομένως της έγιναν από δημοσίους πόρους. Η απροθυμία των ελληνικών αρχών να συνεργασθούν με την Επιτροπή, στην προσπάθεια της τελευταίας να διαλευκάνει τη σχέση μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Δημοσίου, επικρίθηκε στην υπόθεση C-35/88, όπου το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η Ελλάδα, παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 της Συνθήκης. Οι ελληνικές αρχές δεν φαίνεται να επέδειξαν περισσότερο πνεύμα συνεργασίας στα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαφοράς.
21.
Προτείνω, επομένως, να απορριφθεί η αιτίαση κατά της αποφάσεως της Επιτροπής η αφορώσα τις προγραμματικές συμφωνίες.
γ ) Η αγορά ζωοτροφών
22.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ΚΥΔΕΠ δρα στην αγορά ζωοτροφών ως εκπρόσωπος του Δημοσίου, οτιδήποτε δε ελλείμματα εμφανίζει λόγω της δραστηριότητας της αυτής καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Επιτροπή αναφέρεται και πάλι, μεταξύ άλλων, στο πρακτικό της συνεδρίασης της κοινής επιτροπής των Υπουργείων Εμπορίου και Γεωργίας, που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 1984 (παράρτημα VII του υπομνήματος αντικρούσεως). Το έγγραφο αυτό αναλύει τη δαπάνη την οποία προεκάλεσε στο Δημόσιο κατά το έτος 1982η εκ μέρους της ΚΥΔΕΠ διαχείριση της αγοράς κτηνοτροφικών ζωοτροφών, δαπάνη που ανήλθε συνολικά σε πάνω από 7900 εκατομμύρια δραχμές.
23.
Η Επιτροπή αντλεί τα εξής συμπεράσματα: Πρώτον, η ΚΥΔΕΠ διαχειρίζεται την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών ενεργώντας ως κρατικό μονοπώλιο. Δεύτερον, η εκ μέρους του Δημοσίου κάλυψη των δαπανών, τις οποίες πραγματοποιεί εις εκτέλεση της αποστολής της αυτής η ΚΥΔΕΠ, δείχνει ότι τα εν λόγω προϊόντα διετίθεντο κάτω της τιμής κόστους. Αυτό ισοδυναμούσε με χορήγηση κρατικής ενισχύσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα είναι σημαντικός εξαγωγέας συνθέτων ζωοτροφών, ισχυρίζεται δε ότι, χωρίς την παρεχόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγηση, οι εν λόγω εξαγωγές δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, εφόσον οι τιμές θα ήσαν πολύ υψηλότερες. Γι' αυτό τον λόγο αρνήθηκε να εγκρίνει την επιβάρυνση του Ταμείου με τις επιστροφές που χορηγήθηκαν λόγω εξαγωγής κτηνοτροφικών δημητριακών για το διάστημα 1982-1986.
24.
Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι το σύνολο σχεδόν των κτηνοτροφικών δημητριακών που παράγονται στην Ελλάδα περνά από την ΚΥΔΕΠ. Παραδέχεται επίσης ότι η τιμή με την οποία η ΚΥΔΕΠ αγοράζει κτηνοτροφικά δημητριακά ενδέχεται να είναι υψηλότερη από την τιμή παρεμβάσεως, οσάκις το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς. Αρνείται όμως ότι η ΚΥΔΕΠ αποτελεί κρατικό μονοπώλιο, επαναλαμβάνοντας τον ισχυρισμό της ότι το 50% των ελλειμμάτων που ενδεχομένως εμφανίζει καλύπτεται από τα μέλη της, το δε υπόλοιπο από το δικό της αποθεματικό.
25.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η τιμή των κτηνοτροφικών δημητριακών ασκεί μικρή επίδραση στη ζήτηση, καθ' ότι μόνο ζωοτροφές συγκεκριμένων προδιαγραφών ικανοποιούν τις απαιτήσεις των αγοραστών. Δεν υπονοεί βέβαια ότι η Ελλάδα είναι η μόνη παραγωγός ζωοτροφών καλής ποιότητας, ούτε ότι η τιμή είναι αδιάφορη στους αγοραστές, όταν έχουν να κάνουν με ζωοτροφές εφάμιλλης ποιότητας προσφερόμενες από διάφορους προμηθευτές. Η προσφεύγουσα προσκομίζει επίσης στατιστικά στοιχεία, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι ελληνικές ζωοτροφές είναι συχνά μη ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα εξάγει τέτοιες ζωοτροφές κυρίως σε χώρες για τις οποίες τα άλλα κράτη μέλη δεν εκδηλώνουν μεγάλο ενδιαφέρον, όπως η Βουλγαρία και η Μάλτα. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δείχνουν ότι οι δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ δεν επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά. Η προσφεύγουσα τονίζει επίσης ότι, ούτως ή άλλως, η Ελλάδα εξάγει μικρό μόνο κλάσμα της διαφοράς μεταξύ της συνολικής της παραγωγής ζωοτροφών και της εγχώριας κατανάλωσης.
26.
Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών δεν επηρέασαν τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών μελών είναι, κατά την άποψη μου, αλυσιτελής. Η ουσία της άποψης της Επιτροπής είναι ότι οι δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ και του Ελληνικού Δημοσίου διευκόλυναν εξαγωγές ζωοτροφών που διαφορετικά δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί. Αυτές, κατά την Επιτροπή, είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το ύψος των επιστροφών λόγω εξαγωγής, με τις οποίες η προσφεύγουσα επιδίωξε να επιβαρύνει το Ταμείο. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν εξεδήλωσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για πολλές από τις αγορές στις οποίες εξήγαγε ζωοτροφές η Ελλάδα δεν έχει σχέση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι εξαγωγές αυτές κατέστησαν δυνατές μόνο χάρη στην επιδότηση τους.
27.
Όσον αφορά τους οικονομικούς δεσμούς ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου, η Επιτροπή προσκόμισε τους ισολογισμούς της ΚΥΔΕΠ των ετών 1983, 1984 και 1985. Από αυτούς προκύπτει ότι τα συνολικά αποθεματικά της ΚΥΔΕΠ για καθένα από τα έτη αυτά ανέρχονταν αντιστοίχως σε 120, 1400 και 1440 περίπου εκατομμύρια δραχμές. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το άνοιγμα της ΚΥΔΕΠ, κατά το 1982 μόνο, από κτηνοτροφικά δημητριακά ανήλθε σε πάνω από 7900 εκατομμύρια δραχμές. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ΚΥΔΕΠ ευρισκόταν σε πλήρη αδυναμία να καλύψει έστω και το 50 % του ελλείματός της με δικά της αποθεματικά. Επί πλέον, το πρακτικό της 14ης Φεβρουαρίου 1984, στο οποίο εμφαίνεται η έκταση των ανοιγμάτων της ΚΥΔΕΠ το 1982, αναφέρει κατηγορηματικά ότι τα ανοίγματα αυτά θα επεβάρυναν το Δημόσιο.
28.
Τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίζει η Επιτροπή στην παρούσα δίκη επιρρωννύονται από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-35/88, στην οποία προαναφέρθηκα. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο στήριξε το πόρισμα του ότι η Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1981 και 26ης Μαρτίου 1984, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις κοινοτικές διατάξεις περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, στα ακόλουθα πραγματικά στοιχεία.
29.
Πρώτον, οι ελληνικές αρχές καθόρισαν την τιμή πωλήσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών και την ποσότητα που θα πωλούσε η ΚΥΔΕΠ στους παραγωγούς και σε επιχειρήσεις παράγουσες σύνθετες ζωοτροφές. Δεύτερον, το Ελληνικό Δημόσιο κάλυπτε το έλλειμμα το οποίο εμφάνιζε η ΚΥΔΕΠ λόγω της πρακτικής που της επέβαλλε η Κυβέρνηση να πωλεί με ζημία. Τρίτον, το Ελληνικό Δημόσιο, εμφανιζόμενο ως εγγυητής, διευκόλυνε τον δανεισμό της ΚΥΔΕΠ από την Τράπεζα της Ελλάδος, για να μπορεί αυτή να χρηματοδοτεί τις αγοραπωλησίες της στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών. Τέταρτον, η τιμή με την οποία η ΚΥΔΕΠ αγόραζε κτηνοτροφικά δημητριακά καθοριζόταν από τις ελληνικές αρχές. Το Δικαστήριο, επομένως, συνήγαγε ότι οι ελληνικές αρχές έλεγχαν τον τρόπο παρέμβασης της ΚΥΔΕΠ στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών.
30.
Βέβαια, το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην υπόθεση C-35/88 δεν ταυτίζεται ακριβώς με το εδώ υπό κρίση. Ωστόσο, τα δύο μερικώς συμπίπτουν, η δε προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι, από τις 26 Μαρτίου 1984 και εντεύθεν, μεσολάβησε κάποια ουσιώδης μεταβολή στον ρόλο της ΚΥΔΕΠ. Καίτοι η προσφεύγουσα αναφέρει, στο υπόμνημα απαντήσεως της, ότι τυχόν ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ προερχόμενα από τη διαχείριση του τομέα των κτηνοτροφικών δημητριακών θα μπορούσαν να καλυφθούν με δανεισμό από την Τράπεζα της Ελλάδος, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζει για το ότι η ευχέρεια αυτή αξιοποιήθηκε, ούτε για τους όρους υπό τους οποίους η Τράπεζα της Ελλάδος θα ήταν διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει την ΚΥΔΕΠ. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-35/88 προκύπτει σαφώς ότι, μεταξύ 1981 και 1984, η σχέση ΚΥΔΕΠ και τράπεζας δεν ήταν ισότιμη, φαίνεται δε μάλλον απίθανο η σχέση αυτή να άλλαξε ριζικά μεταξύ 1984 και 1986.
31.
Οι όποιες αμφιβολίες απομένουν (προσωπικώς δεν τρέφω και πολλές ) πρέπει, κατά την άποψη μου, να αρθούν προς όφελος της Επιτροπής. Όπως προανέφερα και όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-35/88, η προσφεύγουσα δεν ήταν όσο έπρεπε ειλικρινής στις επαφές της με την Επιτροπή όσον αφορά τις σχέσεις ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου. Βάσει των πληροφοριών που διέθετε, καλώς, κατά την άποψη μου, η Επιτροπή συνήγαγε ότι οι αμφισβητούμενες επιστροφές για τα κτηνοτροφικά δημητριακά δεν έπρεπε να καταλογιστούν στο Ταμείο.
δ ) Ο σκληρός σίτος
32.
Σύμφωνα με την έκθεση της 36ης Γενικής Συνελεύσεως της ΚΥΔΕΠ (υπόμνημα αντικρούσεως, παράρτημα XII ), περί τους 65000 τόννους σκληρού σίτου παραδόθηκαν στην κοινοτική παρέμβαση διά της ΚΥΔΕΠ κατά το 1985. Ο εν λόγω σίτος δεν αγοράστηκε από παραγωγούς αλλά απλώς μεταφέρθηκε από εθνικά αποθέματα, που ήδη βρίσκονταν στην κατοχή της ΚΥΔΕΠ. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το Δημόσιο απέδωσε στην ΚΥΔΕΠ τη διαφορά μεταξύ της αρχικής δαπάνης που αυτή είχε πραγματοποιήσει για τον σίτο και της τιμής παρεμβάσεως. Ο ισχυρισμός αυτός βρίσκει έρεισμα στο σημείωμα της 6ης Ιουνίου 1985, το οποίο απηύθυνε ο Γενικός Διευθυντής της ΚΥΔΕΠ στο Διοικητικό της Συμβούλιο ( υπόμνημα αντικρούσεως, παράρτημα VI ).
33.
Στην έκθεση της 36ης Γενικής Συνελεύσεως της ΚΥΔΕΠ, αναγνωρίζεται ότι ο παραγόμενος στην Ελλάδα σκληρός σίτος συχνά υστερεί σε σχέση με τις ποιοτικές προδιαγραφές, που πρέπει, κατά τις κοινοτικές διατάξεις, να πληρούνται για να παραδοθούν τα σιτηρά στην παρέμβαση. Φαίνεται να αναγνωρίζεται ότι η ποσότητα που παραδόθηκε στην παρέμβαση το 1985 εμφάνιζε « ελάχιστες αποκλίσεις » από τις κοινοτικές προδιαγραφές. Η Επιτροπή επίσης υπαινίσσεται, στη Συνοπτική Έκθεση, ότι ο σκληρός σίτος παραδόθηκε στην παρέμβαση το 1985 όχι προς υλοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, αλλά βάσει εθνικής πολιτικής στήριξης της αγοράς, το κόστος της οποίας οι ελληνικές αρχές επεδίωξαν να μετακυλίσουν στο Ταμείο. Γι' αυτό και η Επιτροπή δεν ενέκρινε το κόστος της παρέμβασης για 65000 τόννους σκληρού σίτου που αγοράστηκαν το 1985.
34.
Το ιστορικό της Ελλάδας σχετικά με τον σκληρό σίτο είναι βεβαρημένο. Στην υπόθεση214/86, Ελλάδα κατά Επιτροπής, (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 367 ), στην οποία η Ελλάδα προσέβαλλε την εκκαθάριση των λογαριασμών του 1982, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο σκληρός σίτος εσοδείας 1982 είχε παραδοθεί στην παρέμβαση στην Ελλάδα κατά παράβαση των κοινοτικών ποιοτικών προδιαγραφών. Ακόμη, στην υπόθεση C-281/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 4015 ), το Δικαστήριο έκρινε, κατά τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, ότι η Ελλάδα, δίδοντας εντολή στην ΚΥΔΕΠ να αγοράσει υποβαθμισμένο σκληρό σίτο εσοδείας 1982, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις διατάξεις περί κοινής οργανώσεως της αγοράς των σιτηρών.
35.
Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι ο επίδικος σίτος δεν ανταποκρινόταν στις οικείες ποιοτικές προδιαγραφές. Παρά τις παρατηρήσεις που περιέχονται στην έκθεση της 36ης Γενικής Συνελεύσεως της ΚΥΔΕΠ, ισχυρίζεται ότι όλος ο σίτος είχε ελεγχθεί, όταν παραδόθηκε στην ΚΥΔΕΠ, και κριθεί σύμφωνος με τα ποιοτικά κριτήρια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1569/77 της Επιτροπής, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 203 ). Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η προσφεύγουσα προσκόμισε σειρά δικαιολογητικών που χρονολογούνται από την εποχή κατά την οποία διενεργήθηκαν οι έρευνες. Ισχυρίζεται ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής ενημερώθηκαν για την ύπαρξη των στοιχείων αυτών επανειλημμένα, αλλ' ότι η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να μην τα εξετάσει.
36.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω δικαιολογητικά δεν της εμφανίστηκαν το γεγονός όμως ότι η ΚΥΔΕΠ αναγνωρίζει ότι ο επίδικος σίτος δεν ανταποκρινόταν απολύτως στα ισχύοντα ποιοτικά κριτήρια αποτελεί ισχυρή ένδειξη, αν όχι πλήρη απόδειξη, ότι αυτό πράγματι ίσχυε. Στη συνέχεια του υπομνήματος αντικρούσεως, η Επιτροπή μεταθέτει την έμφαση της επιχειρηματολογίας της από την ποιότητα του σίτου στους λόγους για τους οποίους παραδόθηκε στην παρέμβαση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κύριος λόγος της μη εγκρίσεως των δαπανών παρεμβάσεως ήταν ότι ο σίτος είχε υπαχθεί στην παρέμβαση όχι σύμφωνα με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, αλλά για να ανακουφισθεί οικονομικά η ΚΥΔΕΠ από τα διογκωμένα αποθέματα απωλήτων δημητριακών. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η Επιτροπή διατείνεται ότι, είτε ο επίδικος σίτος ήταν σύμφωνος με τις ισχύουσες ποιοτικές προδιαγραφές είτε όχι, το γεγονός και μόνον ότι μεταφέρθηκε στην παρέμβαση προς εξυπηρέτηση στόχων εθνικής πολιτικής αρκεί για να δικαιολογήσει την άρνηση της Επιτροπής να εγκρίνει τον καταλογισμό της δαπάνης της δικαιοπραξίας αυτής στο Ταμείο.
37.
Όσον αφορά την ποιότητα του επίδικου σίτου, η προσφεύγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει ότι οι ισχύουσες προδιαγραφές είχαν τηρηθεί: βλ., π.χ., υπόθεση 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14). Θεωρώ όμως ότι, το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε δικαιολογητικά, καταρτισθέντα κατά τον χρόνο της παραδόσεως του σίτου στην ΚΥΔΕΠ, για να αποδείξει ότι οι ισχύουσες ποιοτικές προδιαγραφές είχαν τηρηθεί, αρκεί για να μεταφερθεί το βάρος της αποδείξεως στην Επιτροπή. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση φάνηκε ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι ο επίδικος σίτος ήταν κατώτερης ποιότητας, καθ' ότι δεν είχε πράγματι εξετάσει την ποιότητα tou επίδικου σίτου. Είμαι, επομένως, υποχρεωμένος να δεχτώ ότι ο επίδικος σίτος ανταποκρινόταν στις ισχύουσες ποιοτικές προδιαγραφές.
38.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας όσον αφορά πάντα τον σκληρό σίτο άπτεται της νομιμότητας της απόφασης της ΚΥΔΕΠ να μεταφέρει τον επίδικο σίτο στην παρέμβαση. Το επίδικο αυτό ζήτημα δεν το αναπτύσσει η προσφεύγουσα ούτε στο δικόγραφο της προσφυγής της, ίσως διότι η Επιτροπή αρχικά έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον ισχυρισμό της ότι ο επίδικος σίτος ήταν κατώτερης ποιότητας. Οι αιτιάσεις όμως της Επιτροπής ότι καταχρηστικώς παραδόθηκε στην παρέμβαση ο σίτος εκτίθενται στη Συνοπτική Έκθεση και αναπτύσσονται αναλυτικότερα στο υπόμνημα αντικρούσεως. Δεν θεωρώ, επομένως, ότι επλήγη το δικαίωμα ακροάσεως της προσφεύγουσας.
39.
Στην προαναφερθείσα υπόθεση C-281/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο ανέφερε, επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη νομολογία του, ότι, σε τομείς καλυπτόμενους από κοινή οργάνωση αγοράς, κατά μείζονα δε λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν, μέσω εθνικών διατάξεων θεσπιζόμενων μονομερώς, στον προβλεπόμενο από την κοινή οργάνωση μηχανισμό διαμορφώσεως τιμών. Το Δικαστήριο, ως εκ τούτου, έκρινε ότι η Ελλάδα, δίδοντας εντολή στην ΚΥΔΕΠ να αγοράσει υποβαθμισμένο σκληρό σίτο εσοδείας 1982, είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από τις διατάξεις περί κοινής οργανώσεως της αγοράς των σιτηρών.
40.
Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα δεν αρνείται ότι ο επίδικος σίτος είχε αγοραστεί αρχικά σύμφωνα με την εθνική πολιτική στηρίξεως των τιμών και ότι αργότερα μόνο μεταφέρθηκε στην κοινοτική παρέμβαση. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-281/87 καθιστά σαφές ότι ο τρόπος με τον οποίο αρχικά αγοράστηκε από την ΚΥΔΕΠ ο σίτος ήταν παράνομος, εφόσον παρενέβαινε στον μηχανισμό που καθιερώνεται με τις κοινοτικές διατάξεις περί κοινής οργανώσεως της αγοράς των σιτηρών. Η επακολουθήσασα μεταφορά του σίτου στην κοινοτική παρέμβαση ήταν όλως τεχνητή, εφόσον έγινε όχι για να εξασφαλίσει τους παραγωγούς, πράγμα σύμφωνο με τους σκοπούς μιας γνήσιας αγοράς στην παρέμβαση, αλλά για να μετακυλίσει στο Ταμείο μέρος της δαπάνης μιας εθνικής πολιτικής στηρίξεως των τιμών, που ήταν η ίδια παράνομη.
41.
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, έστω και αν οι 65000 τόννοι σκληρού σίτου, τους οποίους αγόρασαν οι ελληνικές αρχές το 1985, ήσαν σύμφωνοι με τις οικείες ποιοτικές προδιαγραφές, η δαπάνη της αγοράς αυτής δεν είναι καταλογιστέα στο Ταμείο, εφόσον αυτή δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με τους σκοπούς των διατάξεων περί κοινής οργανώσεως της αγοράς των σιτηρών. Και αυτό το σκέλος της προσφυγής της προσφεύγουσας πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
ε ) Εκπρόθεσμη σύναψη συμβάσεως
42.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1082/85, περί θεσπίσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση των τυριών κεφαλοτύρι και κασέρι ( ΕΕ 1985, L 114, σ. 29 ), ορίζει ότι οι συμβάσεις αποθεματοποιήσεως συνάπτονται «το αργότερο 40 ημέρες μετά την ημερομηνία ενάρξεως της υπό σύμβαση αποθεματοποιήσεως». Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μια σύμβαση, που αφορούσε ορισμένη ποσότητα τυριού καλυπτομένου από αυτόν τον κανονισμό, συνήφθη 63ημέρες μετά την έναρξη της αποθεματοποιήσεως. Γι' αυτό αρνήθηκε να καταλογίσει τη δαπάνη αυτή στο Ταμείο.
43.
Η προσφεύγουσα αναφέρει ότι, πριν υπογραφούν οι εν λόγω συμβάσεις, ο αποθεματοποιός υποχρεούται να υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία εμφαίνοντα ότι το τυρί τέθηκε πράγματι σε αποθεματοποίηση. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη αυτή ποσότητα, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία καθυστέρησαν στο ταχυδρομείο κατά την περίοδο που προηγείται των Χριστουγέννων ( δεν διευκρινίζει όμως η προσφεύγουσα, στο δικόγραφο της προσφυγής της, την ημερομηνία κατά την οποία τα αποδεικτικά στοιχεία ταχυδρομήθηκαν ). Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ταχυδρομική καθυστέρηση συνιστά ανωτέρα βία και ότι η μη τήρηση της προθεσμίας του κανονισμού 1082/85 πρέπει γι' αυτό να παραβλεφθεί.
44.
Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα αυτό. Γίνεται παγίως δεκτό ότι, « ακόμη και αν η έννοια της ανωτέρας βίας δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί ωστόσο η μη επέλευση του οικείου γεγονότος να οφείλεται σε περιστάσεις άσχετες προς εκείνον που επικαλείται το γεγονός, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, των οποίων οι συνέπειες παρίστανται αναπόφευκτες έστω και αν καταβληθεί κάθε δυνατή επιμέλεια » ( βλ., π.χ., υπόθεση 109/86, Θεοδωράκης κατά Ελλάδος, Συλλογή 1987, σ. 4319' προαναφερθείσες υποθέσεις C-334/87 και C-335/87). Η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνωρίζει, στο δικόγραφο της προσφυγής της, ότι είναι γνωστή η καθυστέρηση των ταχυδρομείων κατά την περίοδο που προηγείται των Χριστουγέννων. Δεν είναι, επομένως, παράλογο να αναμένει κανείς, από αυτούς που έχουν να τηρήσουν σημαντικές προθεσμίες, να λάβουν σχετικά τα μέτρα τους ταχυδρομώντας έγκαιρα ή χρησιμοποιώντας κάποιο άλλο μέσο για την αποστολή εγγράφων, όπως telefax, γραμματοκομιστή ή ιδιόχειρη παράδοση.
45.
Καταλήγω, άρα, ότι ο ισχυρισμός αυτός της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
στ) Πωλήσεις, σε καθορισμένες τιμές, σταφίδων συγκομιδής 1983
46.
Στην εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1985, έγινε διόρθωση, ώστε να ληφθεί υπόψη η επίδραση την οποία είχαν στο Ταμείο οι δαπάνες για αποθεματοποίηση και οικονομικές αντισταθμίσεις, οι οποίες προήλθαν από τους περιορισμούς τους οποίους επέβαλαν οι ελληνικές αρχές στις εξαγωγές σταφίδας συγκομιδής 1983. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι οι περιορισμοί αυτοί εμπόδισαν την ομαλή λειτουργία του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3444/84, για την πώληση, σε τιμή που καθορίζεται εκ των προτέρων, των σταφίδων συγκομιδής 1983 που κατέχουν οι ελληνικοί οργανισμοί αποθεματοποίησης (ΕΕ 1984, L 318, σ. 33), ο οποίος ίσχυσε από τις 10 Δεκεμβρίου 1984 μέχρι τις 9 Ιανουαρίου 1985. Αυτό προκάλεσε απότομη πτώση των πωλουμένων ποσοτήτων και αντίστοιχη διόγκωση των δαπανών αποθεματοποιήσεως. Επί πλέον, — ισχυρίζεται η Επιτροπή — όταν χαλάρωσαν οι περιορισμοί, η ποιότητα της σταφίδας είχε υποβαθμιστεί, με αποτέλεσμα να πρέπει κατ' ανάγκη να πωληθεί αυτή σε κατώτερες τιμές.
47.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα των ελληνικών αρχών επηρέασαν επίσης τα ποσά που δηλώθηκαν στο Ταμείο για το 1986. Δημοσιονομικές διορθώσεις έγιναν, ως εκ τούτου, για το έτος αυτό για λόγους παρόμοιους με το 1985.
48.
Στην υπόθεση C-335/87, η Ελλάδα αμφισβήτησε ανεπιτυχώς τις διορθώσεις που έγιναν για τη σταφίδα του 1985. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές είχαν όντως εφαρμόσει τους περιορισμούς που της προσάπτονταν και ότι δικαιολογημένα η Επιτροπή επέφερε τις ανάλογες διορθώσεις στους λογαριασμούς που είχε υποβάλει η Ελλάδα για το 1985.
49.
Στην παρούσα δίκη, η προσφεύγουσα και πάλι αρνείται την οποιαδήποτε επιβολή περιορισμών στην εξαγωγή σταφίδας συγκομιδής 1983. Το μόνο στοιχείο το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, για να διακρίνει από την άποψη αυτή το 1986 από το 1985, είναι η έκδοση του προεδρικού διατάγματος 215/86. Ισχυρίζεται ότι με το διάταγμα αυτό ήρθησαν οι όποιοι περιορισμοί απέμεναν σχετικά με την εξαγωγή της σταφίδας. Το διάταγμα όμως εκδόθηκε μόλις στις 13 Ιουνίου 1986, η δε έκδοση του δεν αρκεί, κατά την άποψη μου, για να αποδειχθεί ότι τα αποτελέσματα των περιορισμών επί της εξαγωγής σταφίδας, τους οποίους έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-335/87, περιορίστηκαν στο 1985. Και όντως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι περισσότερες από τις δαπάνες αποθεματοποιήσεως, για τις οποίες η Επιτροπή επέφερε δημοσιονομικές διορθώσεις για το 1986, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 1986.
50.
Όπως επίσης προκύπτει από τη δικογραφία, η προσφεύγουσα επεδίωξε να καταλογίσει στο Ταμείο για το 1986 οικονομικές αντισταθμίσεις, που καταβλήθηκαν για σταφίδες εσοδείας 1983, οι οποίες πωλήθηκαν σε τιμές κατώτερες των καθοριζομένων στον κανονισμό 3444/84. Η προσφεύγουσα όμως δεν αποπειράθηκε να αποκρούσει το πόρισμα της Επιτροπής ότι οι κατώτερες αυτές τιμές οφείλονταν στους περιορισμούς επί των εξαγωγών, για τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση C-335/87, ότι παρεμπόδισαν την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που καθιερώθηκε με τον κανονισμό αυτό.
51.
Θεωρώ, επομένως, ότι το τελευταίο σκέλος της προσφυγής της προσφεύγουσας πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Γενικές παρατηρήσεις
52.
Τέλος, θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω κάποιες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στο πλαίσιο των σχέσεων τους με το Ταμείο. Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής υλοποιείται μέσω ενός συστήματος που βασίζεται στην αρχή της εμπιστοσύνης και κατά το οποίο η διαχείριση του Ταμείου εναποτίθεται κυρίως στις αρμόδιες εθνικές αρχές: βλ., π.χ., υπόθεση 349/85, Δανία κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 19). 'Ετσι, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη να:
«—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες [ πλημμέλειες ],
—
να ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας ανωμαλιών [πλημμελειών] ή αμελειών ποσά. »
Αν η ολική αναζήτηση των ποσών αυτών αποβαίνει αδύνατη, οι οικονομικές συνέπειες, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, βαρύνουν την Κοινότητα, μόνον εφόσον δεν είναι υπαίτιες οι εθνικές αρχές.
53.
Κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως τους να μεριμνούν για την αυστηρή τήρηση των σχετικών κοινοτικών κανόνων, τα κράτη μέλη ενεργούν στην ουσία ως διαχειριστές του Ταμείου.
Ο όποιος έλεγχος αποφασίσει ενδεχομένως να διενεργήσει η Επιτροπή είναι επικουρικός προς την επιτήρηση την οποία ασκούν τα κράτη μέλη, όπως προκύπτει σαφώς από την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 729/70 και όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, στην υπόθεση C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-3571, σκέψη 20). Πάντως, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να συνεργάζονται πλήρως με την Επιτροπή κατά την άσκηση των ελεγκτικών της αρμοδιοτήτων. Η υποχρέωση αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, του οποίου το πρώτο εδάφιο ορίζει:
« Τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής κάθε πληροφορία αναγκαία για την καλή λειτουργία του Ταμείου και λαμβάνουν κάθε μέτρο που δύναται να διευκολύνει τους ελέγχους τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να ενεργήσει στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των επιτοπίων ελέγχων. »
Την υποχρέωση την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη η διάταξη αυτή ενισχύει το άρθρο 5 της Συνθήκης.
54.
Θεωρώ ότι τα κράτη μέλη, ως διαχειριστές του Ταμείου, έχουν το καθήκον να μεριμνούν ώστε οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πραγματοποιούνται οι δαπάνες, που προορίζονται να καταλογισθούν στο Ταμείο, να είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερες. 'Αλλως, ο φόρτος εργασίας που επιρρίπτεται στην Επιτροπή, κατά την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων που της αναθέτει ο κανονισμός 729/70, είναι υπέρμετρος. Η Επιτροπή δεν έχει απλώς την εξουσία, αλλά και το καθήκον να μην εγκρίνει οποιαδήποτε δαπάνη πραγματοποιηθείσα από τα κράτη μέλη, αν δεν πεισθεί ότι αυτή εκτελέστηκε σε αυστηρή συμμόρφωση προς τις οικείες κοινοτικές διατάξεις. Στην περίπτωση που η Επιτροπή αρνείται να καταλογίσει ορισμένες δαπάνες στο Ταμείο με την αιτιολογία της παραβάσεως των οικείων διατάξεων, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις χρηματοδοτήσεως της συγκεκριμένης πράξεως έχουν τηρηθεί: βλ., π.χ., υπόθεση 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14 ), που προαναφέρθηκε στην παράγραφο 37. Τα κράτη μέλη που παραβαίνουν την υποχρέωση τους να εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και που δεν επιδεικνύουν την προσήκουσα ειλικρίνεια στις επαφές τους με την Επιτροπή θα δυσκολευτούν αναπόφευκτα να απαλλαγούν από το βάρος αυτό.
Η πρόταση μου
55.
Είμαι, επομένως, της γνώμης ότι πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy