ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 28ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τα ειδικά προβλήματα που θέτει ο θεσμός της μερικής απασχολήσεως σε σχέση με την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Arbeitsgericht Hamburg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ).
2.
Η Kowalska εργάστηκε στις υπηρεσίες της ελεύθερης και χανσεατικής πόλεως του Αμβούργου, ως δικαστικός υπάλληλος, από 1ης Οκτωβρίου 1974 έως 31ης Ιουλίου 1987. Κατείχε θέση μερικής απασχολήσεως. Με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας της έλαβε τη σύνταξη της. Έκτοτε λαμβάνει σύνταξη λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία, δεν έλαβε, όμως, την προσωρινή αποζημίωση (Übergangsgeld) που προβλέπει το άρθρο 62 της συλλογικής συμβάσεως των επί συμβάσει υπαλλήλων του Δημοσίου ( Bundesangestelltentarifvertrag, στο εξής: ΒΑΤ), με την αιτιολογία ότι δεν ήταν υπάλληλος πλήρους απασχολήσεως. Για τον λόγο αυτό προσέφυγε ενώπιον του Arbeitsgericht κατά της πόλεως του Αμβούργου, ισχυριζόμενη ότι οι διατάξεις της ΒΑΤ αντιβαίνουν προς το άρθρο 119 της Συνθήκης· ΕΟΚ, καθώς και προς τις διατάξεις της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975 ( 1 ).
3.
Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει, στη Διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής, ότι, ενώ στις θέσεις πλήρους απασχολήσεως η αναλογία γυναικών εργαζομένων, το έτος 1987, ήταν 55,5θ/ο στις κυρίως δημόσιες υπηρεσίες και 52,5 ο/ο στις υπόλοιπες υπηρεσίας, η αναλογία αυτή, για τις θέσεις μερικής απασχολήσεως, έφθανε το 77,3 και 97,8 ο/ο αντιστοίχως. Εξάλλου, μεταξύ των υπαλλήλων μερικής απασχολήσεως που εργάζονται περισσότερο από 20 ώρες εβδομαδιαίως, το ποσοστό των γυναικών είναι 90,2 ο/ο.
4.
Υποβλήθηκαν, κατά συνέπεια, δύο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν, αφενός μεν, το κατά πόσον συμβιβάζεται η ΒΑΤ με το άρθρο 19 της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου δε, τις συνέπειες του ενδεχόμενου ασυμβιβάστου σε σχέση με τη δικαιοπρακτική ελευθερία που απολαύουν τα μέρη μιας συλλογικής συμβάσεως.
5.
Το πρώτο ερώτημα προϋποθέτει την επίλυση ενός προκαταρκτικού προβλήματος. Η προσωρινή αποζημίωση που προβλέπει η ΒΑΤ έχει ή όχι τον νομικό χαρακτήρα της αμοιβής; Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς το θέμα αυτό. Επιβάλλεται, ωστόσο, να τονιστεί ότι το πρόβλημα αυτό τίθεται μόνο προκειμένου να καθοριστεί ο κοινοτικός κανόνας βάσει του οποίου θα εξεταστούν οι συγκεκριμένες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, αν δηλαδή θα είναι ο κανόνας του άρθρου 119 της Συνθήκης, στην περίπτωση που η αποζημίωση έχει τον χαρακτήρα της αμοιβής, ή ο κανόνας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986 ( 2 ), αν πρόκειται για παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Πρέπει ακόμα να τονισθεί ότι οι δύο αυτοί κανόνες εφαρμόζονται απευθείας ( 3 ) και, επομένως η Kowalska μπορεί να τους επικαλεστεί έναντι της πόλεως του Αμβούργου.
6.
Από μακρού, ήδη, χρόνου το Δικαστήριο επεχείρησε να χαράξει το δυσχερές όριο μεταξύ των αμοιβών και των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ( 4 ). Στην απόφαση Garland, το Δικαστήριο έκρινε ότι περιέχονται στον όρο « αμοιβή »
« όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου » ( 5 ).
Κατ' εφαρμογήν αυτής της νομολογίας το Δικαστήριο αναγνώρισε, στην υπόθεση Bilka, ότι έχουν τον χαρακτήρα αμοιβής οι συντάξεις που χορηγεί η επιχείρηση κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του συμβουλίου της επιχειρήσεως ( 6 ).
7.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σε μία εκκρεμούσα υπόθεση ( 7 ), το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν αποζημίωση λόγω απολύσεως έχει τον νομικό χαρακτήρα της αμοιβής.
8.
Κατά τη γνώμη μου δύο είναι τα κριτήρια που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο: αφενός μεν, η καταβολή ενός ποσού από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, έστω και έμμεση, αφετέρου δε, ο στενός σύνδεσμος μεταξύ της απασχολήσεως και της συγκεκριμένης παροχής. Ας εφαρμόσουμε τα κριτήρια αυτά στην προσωρινή αποζημίωση που προβλέπει η BAT. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται στους υπαλλήλους πλήρους απασχολήσεως οι οποίοι, κατά τον χρόνο διακοπής της σχέσεως εργασίας, έχουν ηλικία τουλάχιστον 21 ετών και έχουν παραμείνει για περίοδο τουλάχιστον έτους, χωρίς διακοπή, στον ίδιο εργοδότη ( 8 ). Πρέπει, επίσης, να συντρέχουν και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, ιδίως να μη φέρει ο εργαζόμενος την ευθύνη για τη διακοπή της σχέσεως εργασίας, να μην έχει λάβει αποζημίωση λόγω απολύσεως, να μην έχει εξεύρει αμέσως άλλη απασχόληση και να μην έχει αρνηθεί την τοποθέτηση του σε άλλη θέση εργασίας ( 9 ). Εξάλλου, το δικαίωμα για προσωρινή αποζημίωση παύει να υφίσταται σε περίπτωση διακοπής της σχέσεως εργασίας που αποτελεί συνέπεια της ορθολογικότερης οργανώσεως των υπηρεσιών ( 10 ). Στην πράξη, η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά στις περιπτώσεις συνταξιοδοτήσεως ή αποχωρήσεως από την υπηρεσία λόγω γεννήσεως τέκνου ( 11 ). Τέλος, το ποσό της προσωρινής αποζημιώσεως είναι ανάλογο του τελευταίου μισθού και της διάρκειας της απασχολήσεως ( 12 ).
9.
Για να υποστηρίξει την άποψη ότι η συγκεκριμένη αποζημίωση δεν έχει τον χαρακτήρα αμοιβής, η πόλη του Αμβούργου επικαλείται το γεγονός ότι προγενέστερα και μέχρι τη σύναψη της ΒΑΤ, στις 23 Φεβρουαρίου 1962, τη χορήγηση της προσωρινής αποζημιώσεως προέβλεπε κανονιστική απόφαση.
10.
Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό ευσταθεί. Αφενός μεν, στηρίζεται σε παρελθούσα νομική κατάσταση. Αφετέρου δε, η σχετική με το θέμα αυτό νομολογία του Δικαστηρίου δεν έχει αποδεχθεί ένα τέτοιο κριτήριο. Φρονώ, αντιθέτως, ότι η εν λόγω αποζημίωση συνδέεται απευθείας με τη σχέση εργασίας τόσο διά των προϋποθέσεων που προβλέπονται για τη γέννηση τον δικαιώματος για παροχή όσο και διά των κανόνων βάσει των οποίων προοοιορίξεται το ύφος της. Εξάλλου, η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται απευθείας στον μισθωτό από τον εργοδότη. Ο τελευταίος, όπως τονίστηκε στην προφορική διαδικασία, βαρύνεται αποκλειστικώς με τη δαπάνη που συνεπάγεται η εν λόγω παροχή. Βάσει των ανωτέρω, νομίζω ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η συγκεκριμένη παροχή έχει το χαρακτήρα αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 119.
11.
Θα εξετάσω τώρα αν η μη χορήγηση στους μερικώς απασχολουμένους εργαζομένους της συγκεκριμένης παροχής συνιστά διάκριση. Η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου έχει ήδη παγιωθεί. Στην απόφαση Bilka, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
« υπάρχει παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ από εταιρία πολυκαταστημάτων που αποκλείει τους απασχολουμένους με μειωμένο ωράριο από το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως, όταν το μέτρο αυτό πλήττει πολύ υψηλότερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν η επιχείρηση αποδείξει ότι το μέτρο αυτό εξηγείται από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο » ( 13 ).
Το Δικαστήριο ανατρέπει, στο θέμα αυτό, το βάρος της αποδείξεως για το αν η συγκεκριμένη διάταξη πηγάζει εκ συμβάσεως ή εκ του νόμου ( 14 ). Αναπέμπτει το ζήτημα στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει αν οι λόγοι που προβάλλονται προς δικαιολογία του επιδίκου μέτρου είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ( 15 ), και απαιτεί τα μέσα που επιλέγονται να ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη και να είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού ( 16 )
12.
Η πρώτη προϋπόθεση, κατά την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να θίγει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, συντρέχει αναμφισβήτητα στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τις στατιστικές που παρέθεσε σχετικά το αιτούν δικαστήριο στην Διάταξη του περί προδικαστικής παραπομπής.
13.
Ως προς τους λόγους που προβλήθηκαν προς δικαιολόγηση της επίδικης διάταξης, η πόλη του Αμβούργου τονίζει ότι « λαμβανομένης υπόψη της αρχικής διαφορετικής κοινωνικής καταστάσεως μεταξύ του προσωπικού μερικής απασχολήσεως και του προσωπικού πλήρους απασχολήσεως, το δικαίωμα για προσωρινή αποζημίωση σκοπίμως περιορίστηκε στη δεύτερη αυτή κατηγορία, καθόσον μόνο έναντι των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως, οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες τους και τις ανάγκες της οικογενείας τους αποκλειστικώς βάσει των εισοδημάτων που αποκομίζουν από την εργασία τους αυτή, ο εργοδότης φέρει την υποχρέωση να καταβάλλει προσωρινή ενίσχυση » ( 17 ).
14.
Το Δικαστήριο, όμως, έχει ήδη αγνοήσει μια τέτοια δικαιολογία. Στην υπόθεση Rinner-Kühn, ενώ η γερμανική κυβέρνηση προέβαλε τον ισχυρισμό ότι
« οι εργαζόμενοι που απασχολούνται λιγότερο από 10 ώρες εβδομαδιαίως ή 45 ώρες μηνιαίως δεν μπορούν να συγκριθούν με τους λοιπούς εργαζομένους, όσον αφορά τον βαθμό εντάξεως τους στην επιχείρηση και την οικονομική τους εξάρτηση από αυτή » ( 18 ),
το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι
« οι σκέψεις αυτές, επειδή αποτελούν απλές γενικεύσεις που αφορούν ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, δεν καθιστούν δυνατή τη συναγωγή κριτηρίων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο » ( 19 ).
15.
Η απόλυτη ομοιότητα των δικαιολογιών που προβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση επιβάλλει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί η ίδια λύση. Προτείνω, κατά συνέπεια, να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αποκλείει την εφαρμογή διατάξεων συλλογικής συμβάσεως που επιτρέπουν στους εργοδότες να μη χορηγούν στους μερικώς απασχολουμένους εργαζομένους προσωρινή αποζημίωση σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας για την οποία δεν ευθύνεται ο εργαζόμενος, όταν οι διατάξεις αυτές θίγουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ότι οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται εξ αντικειμενικών παραγόντων και είναι ξένες προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
16.
Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στις συνέπειες μιας ενδεχόμενης αποφάσεως δεχόμενης το ασυμβίβαστο έναντι της δικαιοπρα-κτικής ελευθερίας που απολαύουν οι συνάπτοντες συλλογική σύμβαση. Οι εργαζόμενοι μερικής απασχολήσεως, σε περίπτωση ασυμβιβάστου του άρθρου 62, παράγραφος 1, της ΒΑΤ, δικαιούνται, κατ' αναλογία προς το ωράριο εργασίας τους, να λάβουν προσωρινή αποζημίωση ή, αντιθέτως, η αρχή της δικαιο-πρακτικής ελευθερίας των μερών που συνάπτουν συλλογική σύμβαση αποκλείει την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος;
17.
Παρόμοιες δυσκολίες έχουν ήδη βρει τη λύση τους στη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις που ο σχετικός κανόνας δεν προέκυπτε από συλλογική σύμβαση, αλλά από νομοθετική διάταξη. Προσφάτως, στην υπόθεση Ruzius-Wilbrink, το εθνικό δικαστήριο έθεσε ερώτημα σχετικό με τις συνέπειες που προκύπτουν από την αναγνώριση του ασυμβιβάστου του ολλανδικού νόμου με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ ( 20 ), η οποία καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι
« ελλείψει καταλλήλων μέτρων εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ και σε περίπτωση υπάρξεως έμμεσης διάκρισης εκ μέρους τους κράτους, η κατηγορία που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση λόγω της διακρίσεως αυτής πρέπει να τυγχάνει της ιδίας μεταχειρίσεως και να υπάγεται στο ίδιο καθεστώς με τους άλλους δικαιούχους του επιδόματος' το καθεστώς αυτό εξακολουθεί να αποτελεί, εφόσον η οδηγία δεν έχει εκτελεστεί προσηκόντως, το μόνο νόμιμο σύστημα αναφοράς» ( 21 ).
Η απόφαση αυτή, εξάλλου, απλώς επιβεβαιώνει πάγια νομολογία κατά την οποία, ελλείψει μέτρων εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ,
« οι γυναίκες έχουν δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση » ( 22 ).
18.
Το μόνο νέο στοιχείο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι δεν πρόκειται για νομοθετική διάταξη, αλλά για διάταξη συμβατικής φύσεως, καθόσον προκύπτει από συλλογική σύμβαση.
19.
Δεν νομίζω ότι η διαφορά αυτή μπορεί να καταστήσει ανεφάρμοστη την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, το άρθρο 4 της οδηγίας 75/117 προβλέπει ότι τα « κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε συλλογικές συμβάσεις, μισθολόγια ή συμφωνίες περί μισθών ή σε ατομικές συμβάσεις εργασίας και που είναι αντίθετες στην αρχή της ισότητας των αμοιβών, να είναι άκυρες, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν ». Οι μεταγενέστερες οδηγίες επαναλαμβάνουν συχνά τις ίδιες διατάξεις ( 23 ). Το Δικαστήριο, εξάλλου, αντιλαμβάνεται την υποχρέωση αυτή κατά τρόπο ιδιαίτερα αυστηρό καθόσον απαιτεί οι ρήτρες των συμβάσεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως να μπορούν να καθίστανται ανενεργές, ακόμα και όταν οι συλλογικές συμβάσεις δεν έχουν δεσμευτικές έννομες συνέπειες ( 24 ).
20.
Φρονώ, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο στην απόφαση Defrenne II, κατά το μέτρο που αναγνώρισε ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης εφαρμόζεται τόσο επί των νομοθετικών διατάξεων όσο και επί των διατάξεων που προκύπτουν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας ( 25 ), καθώς jKoi κατά το μέτρο που περιόρισε ratione temporis την αναγνώριση της απευθείας εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ( 26 ), κατέληξε υποχρεωτικώς στο συμπέρασμα ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εφαρμόζουν επί της θιγομένης ομάδας εργαζομένων τις ευεργετικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων που δεν εφαρμόζονταν μέχρι τότε επ' αυτών, καθώς και ότι μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να περιορίζει, με την απόφαση του, τη συνέπεια αυτή σε εκείνους μόνο τους εργαζομένους οι οποίοι άσκησαν προσφυγή ή υπέβαλαν αντίστοιχη διοικητική ένσταση.
21.
Μόνο για τις ρήτρες εκείνες των συλλογικών συμβάσεων, « για τις οποίες δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι προστασίας που τις δικαιολογούσαν », η οδηγία 76/207 προβλέπει ότι το κράτος μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλέσει τους κοινωνικούς εταίρους να τις αναθεωρήσουν ( 27 ). Ως προς τους όρους εργασίας και προσβάσεως στην εργασία, η εν λόγω οδηγία διακρίνει ανάλογα με το αν οι σχετικές ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων οφείλονται σε λόγους προστασίας που δεν συντρέχουν πλέον, όπως για παράδειγμα την προστασία της γυναίκας υπό την ιδιότητα του γονέως ή του ηλικιωμένου εργαζομένου, ιδιότητα που μπορεί να χαρακτηρίζει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες εργαζομένους ( 28 ). Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου θέτει ορισμένα όρια στην παραπομπή του θέματος στις συλλογικές διαπραγματεύσεις δεδομένου ότι σε απόφαση του επί διαδικασίας παραβάσεως κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, καταδίκασε
« εθνική νομοθετική ρύθμιση, η οποία πολλά έτη μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλεπόταν για την εφαρμογή της οδηγίας παραπέμπει στους κοινωνικούς εταίρους την κατάργηση ορισμένων παρανόμων ρυθμίσεων, χωρίς να τους τάξει προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να εκπληρώσουν αυτή τους την υποχρέωση » ( 29 ).
22.
Ως προς την ισότητα αμοιβών, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η οδηγία 75/117 δεν περιέχει καμία διάταξη που να παραπέμπει σε συλλογικές διαπραγματεύσεις. Εξάλλου — χρειάζεται άραγε να λεχθεί; — η μη χορήγηση στους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως της προσωρινής αποζημιώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ρήτρα που έχει τεθεί για λόγους προστασίας. Συνεπώς, και μόνο λόγω του ασυμβιβάστου του άρθρου 62 της ΒΑΤ με τις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης, στους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως πρέπει να αναγνωριστούν τα Ιδια δικαιώματα για προσωρινή αποζημίωση με εκείνα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους πλήρους απασχολήσεως, κατ' αναλογία, βεβαίως, του προηγουμένου μισθού τους.
23.
Δεν θίγεται, εξάλλου, η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών, καθόσον αυτά παραμένουν ελεύθερα να προβούν σε αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων της ΒΑΤ, περιλαμβανομένης της καταργήσεως, έναντι όλων των εργαζομένων, της χορηγήσεως της εν λόγω αποζημιώσεως, υπό τον όρο της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ του προσωπικού πλήρους απασχολήσεως και του προσωπικού μερικής απασχολήσεως.
24.
Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να περιορίσει τις διαχρονικές συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδόσει στην παρούσα υπόθεση, όπως έπραξε και στην απόφαση Defrenne II. Προτείνω, ωστόσο, να μην αποφανθεί σχετικώς το Δικαστήριο. Πράγματι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, η απευθείας εφαρμογή του άρθρου 119 έχει αναγνωριστεί στο κοινοτικό δίκαιο από το έτος 1976. Κατά συνέπεια, οι κοινωνικοί εταίροι όφειλαν να λάβουν υπόψη τους τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως κατά τη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων. Η κατάσταση σήμερα δεν είναι η ίδια με εκείνη που είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως Defrenne II, με την οποία το Δικαστήριο για πρώτη φορά αναγνώρισε την απευθείας εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Συνεπώς, δεν νομίζω ότι για λόγους ασφαλείας δικαίου επιβάλλεται να περιοριστούν ratione temporis οι συνέπειες της αποφάσεως που πρόκειται να εκδόσει το Δικαστήριο.
25.
Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«1)
Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αποκλείει διατάξεις συλλογικής συμβάσεως που παρέχουν στους εργοδότες τη δυνατότητα να μη χορηγούν προσωρινή αποζημίωση στους μερικώς απασχολουμένους εργαζομένους, σε περίπτωση διακοπής της σχέσεως εργασίας για την οποία δεν φέρει ευθύνη ο εργαζόμενος, όταν οι διατάξεις αυτές θίγουν πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται εξ αντικειμενικών παραγόντων που είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
2)
Σε περίπτωση έμμεσης διάκρισης, στον τομέα των αμοιβών, στην οποία προβαίνει ο εργοδότης κατ' εφαρμογήν συλλογικής συμβάσεως, η θιγόμενη από τη διάκριση αυτή ομάδα, πρέπει να απολαύει της ίδιας μεταχειρίσεως και να υπάγεται αναλογικώς στο ίδιο σύστημα με την ομάδα των επωφελούμενων, σύστημα το οποίο, σε περίπτωση μη ορθής εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 4 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς. ».
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42 ).
( 2 ) Για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης ( ΕΕ L 225 της 12.8.1986, σ. 40 ).
( 3 ) Για το άρθρο 119 της Συνθήκης απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Defrcnne II, σκέψη 10 (43/75, Rec. 1976, σ. 455).
( 4 ) Απόφαση της 25ης Matou 1971, Detraine I (80/70, Rec. 1971, σ. 445)· απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, Defrenne III, σκέψεις 19 και 20 ( 149/77, Rec. 1978, σ. 1365)· απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, Bilka ( 170/84, Συλλογή 1986, σ. 1607)· απόφαση της 11ης Μαρτίου 1981, Worringham και Humphreys (69/80, Συλλογή 1981, σ. 767)· απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1984, Uefting ( 23/83, Συλλογή 1984, σ. 3225)· απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987, Newstead ( 192/85, Συλλογή 1987, σ. 4753 ).
( 5 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, σκέψη 5 ( 12/81, Συλλογή 1982, σ. 359 ).
( 6 ) 170/84, προαναφερθείσα, σκέψεις 20, 21 και 22.
( 7 ) C-262/88, Barber, βλέπε, σχετικώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven, σημεία 13 έως 16, απόφαση της 17ης Μαίου 1990, Συλλογή 1990, σα I-1889, I-1912.
( 8 ) Άρθρο 62, παράγραφος 1, της ΒΑΤ.
( 9 ) Άρθρο 62, παράγραφος 2, της ΒΑΤ.
( 10 ) Άρθρο 7, παράγραφος 4, της συλλογικής συμβάσεως περί της προστασίας των υπαλλήλων εκ μέτρων ορθολογικής οργανώσεως, την οποία αναφέρει η πόλη του Αμβούργου στις γραπτές παρατηρήσεις της, σ. 21 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 11 ) Βλέπε, σχετικώς, τις παρατηρήσεις της πόλεως του Αμβούργου, σ. 16 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 12 ) Όπ.π., σ. 15.
( 13 ) 170/84, προαναφερθείσα, διατακτικό, οι υπογραμμίσεις δικές μας.
( 14 ) Βλέπε απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Rinnker-Kūhn (171/88, Συλλογή 1989, σ. 2743)' απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, Ruzius-Wilbrink (C-102/88, Συλλογή 1989, σ. 4311).
( 15 ) Όπ.π.
( 16 ) 170/84, προαναφερθείσα, σκέψη 36.
( 17 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σ. 18 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 18 ) 171/88, προαναφερθείσα, σκέψη 13.
( 19 ) 171/88, προαναφερθείσα, σκέψη 14.
( 20 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160 ).
( 21 ) C-102/88, προαναφερθείσα, σκέψη 21.
( 22 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Federatie Nederlandse Vakbeweging, σκέψη 22 (71/85, Συλλογή 1986, σ. 3855)' απόφαση της 24ης Ιουνίου 1987, Borrie Clarke, σκέψη 13 (384/85, Συλλογή 1987, σ. 2865)· βλέπε επίσης απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, Norah McDermott και Ann Cotter, σκέψη 17 (286/85, Συλλογή 1987, σ. 1453)· και απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Α. Dik, Α. Menkutos-Demirci και Η. G. W. Laar-Vreeman, σκέψη 10 ( 80/87, Συλλογή 1988, σ. 1601 ).
( 23 ) Άρθρα 3, παράγραφος 2, στοιχείο β ), και' 5, παράγραφος 2, στοιχείο β), της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 )· άρθρο 7 της προαναφερθείσας οδηγίας 86/378/ΕΟΚ.
( 24 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1983, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( 165/82, Συλλογή 1983. σ. 3431 ).
( 25 ) 43/75, προαναφερθείσα, σκέψη 1.
( 26 ) 43/75, προαναφερθείσα, σκέψη 5.
( 27 ) Άρθρα 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), και 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ ).
( 28 ) Βλέπε, σχετικώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 14 (312/86, Συλλογή 1988,0.6315).
( 29 ) 312/86, προαναφερθείσα, σκέψη 22' σχόλιο επί της αποφάσεως αυτής, βλέπε Lanquetin, M. T., και Masse-Desscn, Η.: « Les droits particuliers pour les femmes dans les conventions collectives », Droit Social, no 718, σ. 551.
Full & Egal Universal Law Academy