ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 13ης Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικασνές,
1.
Το Tribunal d'instance του Παρισιού (πέμπτου διοικητικού διαμερίσματος) υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής: άρθρο 11, παράγραφος 2 ) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968 ( 1 ). Πρόκειται για τη διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα των υπαλλήλων των Κοινοτήτων να μεταφέρουν, κατά τον χρόνο της μονιμοποιήσεις τους, στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτήσει από προηγούμενη επαγγελματική τους δραστηριότητα.
2.
Το αιτούν δικαστήριο σάς υπέβαλε το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Michel Weiser, γάλλου υπηκόου μονίμου υπαλλήλου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και του Caisse nationale des barreaux français ( Εθνικού ταμείου δικηγορικών συλλόγων Γαλλίας, στο εξής: CNBF). Ο Μ. Weiser, προτού διοριστεί, από 1ης Ιουλίου 1984, ως δόκιμος υπάλληλος υπό την ιδιότητα του γλωσσομαθούς νομικού στο Δικαστήριο, είχε ασκήσει, από τις 5 Δεκεμβρίου 1967 και μετά, δικηγορία εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο του Παρισιού. Υπό την ιδιότητα του αυτή, είχε αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Όταν, την 1η Απριλίου 1985, μονιμοποιήθηκε ως γλωσσομαθής νομικός, ζήτησε, τον Σεπτέμβριο του 1985, από το CNBF τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στο ταμείο αυτό προς το κοινοτικό ασφαλιστικό σύστημα. Ακριβώς λόγω της σχετικής αρνήσεως εκ μέρους του οργανισμού αυτού, η οποία επικυρώθηκε κατόπιν της αιτήσεως θεραπείας που υπέβαλε ο Μ. Weiser, ο τελευταίος προσέφυγε στα εθνικά δικαστήρια, το δε Tribunal d'instance του Παρισιού (πέμπτου διοικητικού διαμερίσματος) υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα απτόμενο ενός σημείου της αιτιολογίας της αρνητικής αυτής αποφάσεως.
3.
To CNBF διευκρίνισε τους λόγους της αρνήσεως του με την από 3 Οκτωβρίου 1986 απάντηση του στην αίτηση θεραπείας που υπέβαλε ο Μ. Weiser· ανέφερε ότι υιοθετούσε την άποψη της αρμόδιας υπηρεσίας του γαλλικού Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Εθνικής Αλληλεγγύης, της οποίας τη γνώμη είχε ζητήσει. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, αφενός, το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεν έχει, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ της Γαλλίας και των Κοινοτήτων, απευθείας εφαρμογή στη Γαλλία και, αφετέρου, οι δικηγόροι, ως μη μισθωτοί, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής και δεν μπορούν, όταν μονιμοποιούνται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, να ζητήσουν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους.
4.
Υπενθυμίζω, προκαταρκτικώς, το περιεχόμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2, και, ειδικότερα, του πρώτου εδαφίου: « Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποιήσεώς του να καταβάλει στις Κοινότητες: — είτε το στατιστικό ισοδύναμο των δικαιωμάτων επί της συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση, όπου υπαγόταν, — είτε το κατ' αποκοπή ποσό της εξαγοράς που του οφείλεται από το ταμείο συντάξεων αυτής της διοικήσεως, του οργανισμού ή της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της αποχωρήσεως του ».
5.
Όπως ορθώς παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο, κακώς το CNBF και το Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων αμφισβητούν αυτή καθαυτή τη δυνατότητα απευθείας εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2. Κατά τη σαφέστατη διατύπωση — που αναφέρει με την απόφαση του το αιτούν δικαστήριο — της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981, Επιτροπή κατά Βελγίου ( 2 ), η οποία αφορά ακριβώς τις υποχρεώσεις των κρατών μελών ενόψει του άρθρου 11, παράγραφος 2, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των κοινοτικών υπαλλήλων, που έχει θεσπιστεί με κανονισμό ο οποίος συγκεντρώνει
« όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζει το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, παράγραφος 2, ... είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος » ( 3 ).
6.
Είναι αληθές ότι η έννοια της δυνατότητας απευθείας εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, είναι σχετική, καθόσον, αν τα κράτη μέλη δεν έχουν καθορίσει τους κανόνες που ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής και δεν μπορεί να δοθεί συνέχεια στις αιτήσεις των κοινοτικών υπαλλήλων οι οποίοι έχουν αποκτήσει, στα κράτη αυτά, συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Βεβαίως, από τη δυνατότητα απευθείας εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως απορρέει ότι ο εν λόγω κανονισμός
« συνεπάγεται υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη σε όλη την έκταση που η σύμπραξη τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του » ( 4 )
και ότι,
« στις περιπτώσεις, όπου μία διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ανάγκη λήψεως εκτελεστικών μέτρων επί του εθνικού πεδίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο γενικό ή ειδικό μέτρο, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ» ( 5 ).
Γνωρίζετε, ωστόσο, ότι η θέσπιση, εκ μέρους των κρατών μελών, των αναγκαίων μέτρων για την πραγματική εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, παρουσιάζει προβλήματα και ότι η πλειονότητα των εν λόγω κρατών — οκτώ κράτη στα δώδεκα, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή — βρίσκεται ακόμα, εικοσιοκτώ έτη μετά τη θέσπιση της πρώτης διατάξεως για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ( 6 ), στο στάδιο της καταρτίσεως των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής. Η κατάσταση αυτή ανάγκασε επανειλημμένως την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
7.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η Γαλλία δεν έχει ακόμα θεσπίσει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, αλλά επίκειται η σύναψη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των αρμοδίων εθνικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών της Επιτροπής. Συνεπώς, αν, υπό τις σημερινές συνθήκες, είναι σαφές ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι αιτήσεις μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που υποβάλλονται στους γαλλικούς οργανισμούς που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά συστήματα, φαίνεται ότι, στο εγγύς μέλλον, θα μπορούν να γίνονται δεκτές στη Γαλλία οι αιτήσεις που υποβάλλονται από πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν τη μεταφορά που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2.
8.
Με τον δεύτερο λόγο που προέβαλε το CNBF προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του Μ. Weiser τίθεται ακριβώς το ζήτημα κατά πόσον ένας υπάλληλος, ο οποίος, πριν από τη μονιμοποίηση του στις Κοινότητες, έχει ασκήσει, ως μη μισθωτός, το επάγγελμα του δικηγόρου, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη μεταφορά αυτή, ακριβώς δε σ' αυτό το ζήτημα αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Έστω και αν το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί, ελλείψει λεπτομερών κανόνων εφαρμογής, να διατάξει τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, οφείλει να αποφανθεί, παρά ταύτα, επί διαφοράς ως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, και, ως εκ τούτου, ως προς αν οι υπάλληλοι οι οποίοι έχουν αποκτήσει, πριν από τη μονιμοποίηση τους, συνταξιοδοτικά δικαιώματα από την άσκηση ανεξάρτητου επαγγέλματος, έχουν καταρχήν το δικαίωμα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους. Εν προκειμένω, δεν τίθεται το, σχετικά δευτερεύον, θέμα των λεπτομερών κανόνων της μεταφοράς, αλλά το θέμα, το οποίο θέτει αυτό καθαυτό το άρθρο 11, παράγραφος 2, της αρχής του δικαιώματος μεταφοράς. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία διατυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στην προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 1989, Retter ( 7 ), το άρθρο 11, παράγραφος 2, απαγορεύει, ήδη από την έναρξη της ισχύος του, και, επομένως, πριν από τη θέσπιση οποιασδήποτε εθνικής εκτελεστικής ρυθμίσεως, εθνικά μέτρα που αποκλείουν τη δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και καταλήγουν να αποστερούν τους υπαλλήλους από δικαίωμα που τους παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
9.
Είναι, συνεπώς, απολύτως σαφές ότι τα ζητήματα που αφορούν την αρχή του δικαιώματος της μεταφοράς και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, διακρίνονται και είναι, ανεξαρτητα από τα ζητήματα που αφορούν τις εθνικές εκτελεστικές ρυθμίσεις, καθώς και ότι τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκτιμήσουν τη νομιμότητα, ενόψει της διατάξεως αυτής, των αποφάσεων οργανισμού διαχειρίσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, με τις οποίες τίθεται υπό αμφισβήτηση ακριβώς η αρχή τους δικαιώματος ιδιώτη για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του.
10.
Όσον αφορά τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, ως προς το αν μπορεί να αναγνωριστεί δικαίωμα μεταφοράς σε υπάλληλο ο οποίος έχει αποκτήσει, πριν από τη μονιμοποίηση του, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ασκών, ως μη μισθωτός, το δικηγορικό επάγγελμα, παρατηρείται μια κάποια σύγκλιση απόψεων στις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο το CNBF, η Επιτροπή και η γαλλική κυβέρνηση. Οι ανωτέρω συμφωνούν ότι η διατύπωση του άρθρου 11, παράγραφος 2, είναι σαφής, υπό την έννοια ότι το άρθρο αυτό αφορά τους υπαλλήλους που εισέρχονται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά τη λήξη « των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση », διατύπωση η οποία καλύπτει, σύμφωνα με την έκφραση της Επιτροπής, « τις μισθωτές επαγγελματικές δραστηριότητες ή τις δραστηριότητες που διέπονται από οργανισμό δημοσίων υπαλλήλων » ( 8 ). Ομοίως, και το CNBF συνάγει από τη διατύπωση αυτή ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεν καλύπτει και τους υπαλλήλους οι οποίοι έπαυσαν να ασκούν ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα και ότι ο περιορισμός αυτός οφείλεται σε ενσυνείδητη επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη. Η γαλλική κυβέρνηση αναφέρει, από την πλευρά της, ότι οι εν λόγω διατάξεις « δεν φαίνεται ... να αφορούν τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει προηγουμένως ως μη μισθωτός » ( 9 ). Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι χρησιμοποιούμενοι όροι « δύσκολα καλύπτουν και τις ανεξάρτητες επαγγελματικές δραστηριότητες » ( 10 ). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ωστόσο, ο εκπρόσωπος της, αφού άκουσε την αγόρευση του δικηγόρου του Μ. Weiser, δήλωσε ότι το γράμμα της επίμαχης διατάξεως δεν είναι απαλλαγμένο κάθε αμφιλογίας και επιτρέπει μια κάποια ελαστικότητα στην ερμηνεία του.
11.
Ο Μ. Weiser, από την πλευρά του, πρότεινε, με τις γραπτές παρατηρήσεις του, μια ερμηνεία που αποκλίνει από την αυστηρή γραμματική ανάλυση του άρθρου 11, παράγραφος 2, και λαμβάνει υπόψη το αντικείμενο και τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως. Ακούσατε, ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τον εκπρόσωπο του ο οποίος ανέλυσε τις χρησιμοποιούμενες στο άρθρο 11, παράγραφος 2, εκφράσεις και υπογράμμισε ότι οι όροι « καθήκοντα », « σε », και « εθνικός οργανισμός » δεν ήταν τόσο σαφείς ώστε να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής τους υπαλλήλους που έχουν ασκήσει προηγουμένως, στη Γαλλία, το επάγγελμα του δικηγόρου.
12.
Παρατηρώ, σ' αυτό το πρώτο στάδιο της συζητήσεως, ότι, οτιδήποτε και αν αναπτύχθηκε σχετικά ενώπιον του Δικαστηρίου, το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεν φαίνεται διφορούμενο. Στην πραγματικότητα, φαίνεται να αφορά μόνο τους υπαλλήλους που ασκούσαν προηγουμένως μισθωτή δραστηριότητα ή δραστηριότητα διεπόμενη από οργανισμό δημοσίων υπαλλήλων. Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να θεωρηθεί ότι οι όροι « [ καθήκοντα ] ... σε επιχείρηση » μπορούν να αφορούν την ανεξάρτητη δικηγορία. Ομοίως, πιστεύω ότι οι νοητικές ακροβασίες που επιχειρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, προκειμένου να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι δικηγόροι, στη Γαλλία, ως μέλη δικηγορικού συλλόγου εκλαμβανομένου ως « εθνικού οργανισμού » και ως ασκούντες « καθήκοντα »« σε »« εθνικούς οργανισμούς » καλούμενους δικαστήρια, είναι δυνατόν να καλύπτονται από τους όρους του άρθρου 11, παράγραφος 2, υπήρξαν περισσότερο εντυπωσιακές παρά πειστικές. Η διάταξη αυτή αναφέρεται καταρχάς στα « καθήκοντα » τα οποία ο υπάλληλος ασκούσε προηγουμένως « σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση », κατόπιν δε αναφέρει τα «(δικαιώματα) επί της συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει (ο υπάλληλος) στη διοίκηση, τον εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή την επιχείρηση, όπου υπαγόταν» ( 11 ). Πιστεύω ότι δεν χωρεί συζήτηση ότι οι διοικήσεις, οργανισμοί ή επιχειρήσεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή είναι οι φορείς στην υπηρεσία των οποίων απασχολούνταν επαγγελματικώς εκείνος ο οποίος έγινε κοινοτικός υπάλληλος και, αντιστοίχως, οι φορείς από τους οποίους ελάμβανε την αμοιβή τον. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί το άρθρο 11, παράγραφος 2, αναφέρονται σε σχέση εργοδότη και εργαζομένου, θα ήταν δε προφανής παρανόηση αν ο δικηγόρος ο οποίος ασκεί, ως ελεύθερος επαγγελματίας, το επάγγελμα του στο πλαίσιο των σχετικών επαγγελματικών κανόνων που ισχύουν, π.χ., στη Γαλλία, εκλαμβανόταν ως ασκών τα καθήκοντα του « στον » δικηγορικό σύλλογο ή « στα » δικαστήρια, ή ως υπαγόμενος στον εν λόγω δικηγορικό σύλλογο. Πράγματι, ούτε ο δικηγορικός σύλλογος ούτε τα δικαστήρια δεν είναι, ως προς τον δικηγόρο αυτό, εργοδότης υπό την έννοια της επίμαχης διάταξης του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
13.
Θεωρώ, επομένως, ότι δεν πρέπει να επιχειρείται η πάση θυσία υπαγωγή της περιπτώσεως του υπαλλήλου ο οποίος, στο παρελθόν, έχει ασκήσει το ανεξάρτητο επάγγελμα του δικηγόρου στους όρους του άρθρου 11, παράγραφος 2, με τη βοήθεια λεκτικών τεχνασμάτων. Θα προσθέσω ότι η ερμηνευτική απόπειρα η οποία συνίσταται στην εξομοίωση του δικηγορικού συλλόγου προς « εθνικό οργανισμό » υπό την έννοια της διατάξεως αυτής και τη θεώρηση του δικηγόρου ως « υπαγομένου » σ' αυτόν τον « εθνικό οργανισμό » ουδόλως παρέχει λύση στις — όλως πιθανές — περιπτώσεις υπαλλήλων οι οποίοι, προτού εισέλθουν στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, έχουν αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο πλαίσιο ελευθερίων επαγγελμάτων στα οποία δεν υπάρχει οργάνωση αντίστοιχη προς αυτή των δικηγορικών συλλόγων.
14.
Μήπως λοιπόν πρέπει να παραμείνουμε στην αυστηρή γραμματική ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2; Όπως μόλις ανέφερα, ο Μ. Weiser πρότεινε με τις γραπτές παρατηρήσεις του στο Δικαστήριο να προχωρήσει πέρα από τη γραμματική ερμηνεία και να καθορίσει το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως αναλόγως του επιδιωκομένου σκοπού. Ο Μ. Weiser υπογραμμίζει, ειδικότερα, ότι βασική επιδίωξη της διατάξεως είναι να αναγνωρίσει στον υπάλληλο μια κάποια ισοδυναμία όσον αφορά το επαγγελματικό παρελθόν του, και ότι, ενόψει της επιδιώξεως αυτής, τίποτα δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής μόνο σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, ήτοι των υπαλλήλων οι οποίοι ήταν προηγουμένως υπάλληλοι εθνικού ή διεθνούς οργανισμού ή υπάλληλοι επιχειρήσεως, και την εξαίρεση άλλων, οι οποίοι ασκούσαν προηγουμένως ανεξάρτητη δραστηριότητα, εφόσον τόσον οι μεν όσο και οι δε έχουν αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπό τους αυτούς όρους. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι χρησιμοποιούμενοι στο άρθρο 11, παράγραφος 2, όροι δεν είναι περιοριστικοί.
15.
Η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, Επιτροπή κατά Βελγίου, περιέχει σημαντικές ενδείξεις ως προς τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 11, παράγραφος 2. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναφέρει, ειδικότερα, ότι
«θεσπίζοντας υπέρ των υπαλλήλων ένα σύστημα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων »,
η διάταξη αυτή
« αποβλέπει στο να διευκολύνει την κίνηση από εθνικές θέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, στην κοινοτική διοίκηση και στο να διασφαλίσει, με τον τρόπο αυτό, στις Κοινότητες τις καλύτερες δυνατότητες επιλογής ειδικευμένου προσωπικού, προικισμένου ήδη με κατάλληλη επαγγελματική πείρα » ( 12 ).
Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο προσθέτει ότι, προοριζόμενο να επιτρέψει τον συντονισμό μεταξύ κοινοτικού και εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, το άρθρο 11, παράγραφος 2,
« αποβλέπει στο να επιτύχει ώστε τα κεκτημένα από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στα ίδια τα κράτη τους δικαιώματα, παρά τον ενδεχομένως περιορισμένο ή ακόμα υπό αίρεση ή μελλοντικό χαρακτήρα τους ή την ανεπάρκεια τους για να επιτρέψουν την άμεση απονομή συντάξεως, να δυνηθούν να διαφυλαχθούν προς όφελος του υπαλλήλου και να ληφθούν υπόψη από το ... κοινοτικό σύστημα » ( 13 ).
16.
Αν εξετάσουμε για λίγο τα δύο αυτά χωρία, θα παρατηρήσουμε ότι το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας τον σκοπό του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεν αναφέρεται σε διάκριση μεταξύ των προγενεστέρων επαγγελματικών δραστηριοτήτων των υπαλλήλων, αναλόγως του αν οι δραστηριότητες αυτές ασκήθηκαν με την ιδιότητα του μισθωτού, υπό ευρεία έννοια, ή με την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία. Η διάταξη αυτή αποβλέπει, όπως αναφέρει το Δικαστήριο, « στο να διευκολύνει την κίνηση από εθνικές θέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές », πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής καλύπτει και τα ανεξάρτητα επαγγέλματα, όπως το δικηγορικό επάγγελμα στη Γαλλία. Μήπως δεν λέγεται, στην καθημερινή ομιλία, ότι κάποιος « περνά στον ιδιωτικό τομέα » όταν αυτός εγκαταλείπει τη δημόσια διοίκηση είτε για να εργαστεί ως μισθωτός σε επιχείρηση είτε για να ασκήσει ανεξάρτητη δραστηριότητα; Στο τελευταίο χωρίο της αποφάσεως του Δικαστηρίου, το οποίο παρέθεσα ανωτέρω, αναφέρεται ως στόχος το « [ να επιτευχθεί ] ώστε τα κεκτημένα από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στα ίδια τα κράτη τους δικαιώματα ... να δυνηθούν να διαφυλαχθούν » χωρίς να διακρίνεται μεταξύ των επαγγελματικών δραστηριοτήτων βάσει των οποίων έχουν κτηθεί τα εν λόγω δικαιώματα.
17.
Ωστόσο, έχω ορισμένους ενδοιασμούς να προτείνω στο Δικαστήριο να θεωρήσει, με την αιτιολογία ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, είναι υπερβολικά περιοριστικοί ενόψει του σκοπού που επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή, ότι οι όροι αυτοί έχουν ευρύτερη έννοια ή ότι οι περιπτώσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή δεν απαριθμούνται περιοριστικώς. Πράγματι, δεν θεωρώ ότι μπορεί εύκολα να δοθεί σε μια διάταξη νόημα το οποίο αποκλίνει προδήλως από το γράμμα του κειμένου, με την αιτιολογία ότι μια ερμηνεία βαίνουσα πέραν της σαφούς εννοίας των όρων της διατάξεως εξυπηρετεί καλύτερα τον σκοπό της διατάξεως. Δεν νομίζω ότι αρκούν λόγοι σκοπιμότητας προκειμένου να προσδοθεί σε ένα νόμο περιεχόμενο μη ηθελημένο. Υιοθετώ, ως προς το θέμα αυτό, την παρατήρηση του γενικού εισαγγελέα Mayras, την οποία υπενθυμίζει η Επιτροπή ( 14 )
« Ναι μεν, προκειμένου να προσδιοριστεί η έννοια ή η έκταση εφαρμογής μιας κοινοτικής ρυθμίσεως, μπορεί, ενδεχομένως, να αναζητηθεί ο σκοπός και το πνεύμα των διατάξεων της, λαμβανομένης υπόψη της γενικής οικονομίας του νομοθετήματος στο οποίο περιέχεται η ρύθμιση, δεν είναι, όμως, απαραίτητη η προσφυγή στην ερμηνευτική αυτή μέθοδο όταν το σχετικό κείμενο είναι αυτό καθαυτό σαφές και η έννοια των όρων του δεν μπορεί, λαμβανομένων υπόψη των γραμματικών, σημασιολογικών και συντακτικών κανόνων, να αμφισβητηθεί » ( 15 ).
18.
Θα παρατηρήσω, εξάλλου, ότι κανένα από τα νομολογιακά προηγούμενα, τα οποία αναφέρονται στα υποβληθέντα υπομνήματα, δεν αφορά περιπτώσεις τόσο « εποικοδομητικής » ερμηνείας όπως αυτή που προτείνει ο Μ. Weiser. Ειδικότερα, η απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976, Brack ( 16 ), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ένας μη μισθωτός μπορούσε να θεωρηθεί ως εργαζόμενος υπό την έννοια συγκεκριμένης διατάξεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ο οποίος είχε τότε εφαρμογή στους μισθωτούς, αφορούσε περίπτωση επικαλύψεως, από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως, της καταστάσεως μισθωτού από μεταγενέστερη κατάσταση μη μισθωτού, και, συνεπώς, δεν θεωρώ ότι από την απόφαση αυτή μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση. Επιπλέον, το επιχείρημα του προσφεύγοντος της κύριας δίκης όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 είναι αμφίρροπο. Συγκεκριμένα, αν ο κανονισμός αυτός, ο οποίος, αρχικά, αφορούσε τους μισθωτούς, έχει σήμερα εφαρμογή και στους μη μισθωτούς, αυτό δεν οφείλεται σε αναλογική ερμηνεία αλλά, όπως τονίζει το CNBF, σε επέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη, ήτοι στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981 ( 17 ).
19.
Πρέπει, ωστόσο, να διερωτηθούμε, τώρα, μήπως η ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, σύμφωνα με τη σαφή και μη διφορούμενη έννοια των όρων του, είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση το κόρος της εν λόγω διατάξεως. Ο Μ. Weiser και η Επιτροπή αμφισβητούν ρητώς το κύρος της. Νομίζω, εξάλλου, ότι και η γαλλική κυβέρνηση έκανε, τουλάχιστον σε ένα σημείο, σχετική νύξη. Το υποβληθέν ερώτημα δεν αποκλείει την εξέταση του κύρους του άρθρου 11, παράγραφος 2, στο μέτρο που, για ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση του Μ. Weiser, το « [ δικαίωμα ] να ζητήσει την εφαρμογή υπέρ αυτού των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 2 » ( 18 ) μπορεί να εξαρτάται από την εφαρμογή υπέρτερου κανόνα, έχοντος εφαρμογή και στην υπό κρίση περίπτωση. Θα προσθέσω ότι, όπως σαφώς αναφέρει και η απόφαση του Δικαστηplou της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Lenoir ( 19 ), στο Δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει το κύρος κανονιστικής διατάξεως, έστω και αν δεν ζητείται τούτο με το προδικαστικό ερώτημα, όταν το Δικαστήριο προτίθεται να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή κατά τρόπον ώστε να μπορεί η εν λόγω διάταξη να θεωρηθεί ανίσχυρη.
20.
Ο Μ. Weiser υποστηρίζει ότι η περιοριστική ερμηνεία θα καθιστούσε το άρθρο 11, παράγραφος 2, ανίσχυρο στο μέτρο που η διάταξη αυτή « παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποκλείοντας από το πεδίο εφαρμογής της — χωρίς αντικειμενική δικαιολογία — ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων » ( 20 ). Η Επιτροπή αναπτύσσει, αναλυτικότερα, ανάλογη άποψη, αναφέροντας ότι η έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, η οποία συνάγεται από τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως, « δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον η εφαρμογή της θα συνεπαγόταν παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, αρχής η οποία συνιστά θεμελιώδη κανόνα της οργανώσεως του κοινοτικού υπαλληλικού καθεστώτος » ( 21 ), φρονεί δε ότι πρέπει να ακολουθηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαΐου 1979, Newth κατά Επιτροπής ( 22 ) , κατά την οποία «σε περίπτωση κανόνα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, έστω και σαφούς, ο οποίος συνεπάγεται ... παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου, ο δεύτερος αυτός κανόνας πρέπει να υπερισχύσει και να αποκλείσει την εφαρμογή του πρώτου» ( 23 ).
21.
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι η γαλλική κυβέρνηση « καταλήγει στη διαπίστωση ότι οι επίδικες διατάξεις του κανονισμού, όπως είναι διατυπωμένες και ερμηνεύονται σήμερα, δεν συμβάλλουν στη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των μισθωτών και των μη μισθωτών που είναι ασφαλισμένοι σε σύστημα ασφαλίσεως γήρατος » ( 24 ). Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή την οδηγεί όχι να υποστηρίξει ρητώς το ανίσχυρο της διατάξεως αλλά να μην διατυπώσει αντίρρηση στο να παρασχεθούν στους μη μισθωτούς, είτε με τροποποίηση της κανονιστικής ρυθμίσεως είτε με φιλικό διακανονισμό, οι ίδιες δυνατότητες που παρέχονται και στους μισθωτούς. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ωστόσο, ο εκπρόσωπος της γαλλικής κυβερνήσεως ανέφερε ότι δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί και η δυνατότητα της αναγνωρίσεως του μερικώς ανίσχυρου του άρθρου 11, παράγραφος 2.
22.
Με την προαναφερθείσα απόφαση Newth, η οποία αφορούσε τον καθορισμό του νομίσματος στο οποίο έπρεπε να καταβληθεί η αποζημίωση λόγω απομακρύνσεως από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 50 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή του γενικού κανόνα του ανωτέρω άρθρου, ο οποίος προβλέπει την καταβολή της αποζημιώσεως στο νόμισμα του κράτους μέλους της τελευταίας θέσεως του συνεπαγόταν, στην περίπτωση του Newth, παραβίαση της « αρχής της ισότητας μεταξύ υπαλλήλων οι οποίοι βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις», αρχής η οποία χαρακτηρίζεται ως « υπέρτερος κανόνας δικαίου » ( 25 ). Πιο πρόσφατα, και μάλιστα προκειμένου για μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη σημασία της εν λόγω αρχής. Συγκεκριμένα, με την προαναφερθείσα απόφαση Retter, το Δικαστήριο έκρινε ότι εάν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ είχε περιορισμένο νομικό κύρος σε σχέση προς τους κανονισμούς υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, αυτό θα συνιστούσε, για τους υπαλλήλους της ΕΚΑΧ,
«προσβολή της αρχής της ισότητας ... ασυμβίβαστη προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου » ( 26 ).
23.
Η απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 11, παράγραφος 2, ερμηνευόμενο αποκλειστικώς και μόνο υπό το φως των σαφών όρων του, συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ υπαλλήλων οι οποίοι βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις εξαρτάται, ακριβώς, από το συγκρίσιμο ή μη των καταστάσεων των υπαλλήλων οι οποίοι, πριν από τη μονιμοποίηση τους, είχαν ασκήσει καθήκοντα ως μισθωτοί « lato sensu » σε σχέση προς τις καταστάσεις των υπαλλήλων οι οποίοι είχαν ασκήσει μη μισθωτές δραστηριότητες, όπως η δικηγορία στη Γαλλία. Πώς μπορεί να εκτιμηθεί το συγκρίσιμο ή το μη συγκρίσιμο; Ποιοι είναι οι όροι της συγκρίσεως;
24.
Είναι προφανές ότι η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας μισθωτού, υπό ευρεία έννοια, και η άσκηση ανεξάρτητης δραστηριότητας εμφανίζουν πάμπολλες διαφορές. Είναι, ωστόσο, οι διαφορές αυτές ουσιώδεις από της πλευράς του ζητήματος που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση; Συνεπάγονται αδυναμία συγκρίσεως η οποία να επιτρέπει την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, των υπαλλήλων που εγκαταλείπουν μη μισθωτή δραστηριότητα; Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι σημασία έχουν μόνον οι διαφορές που έχουν σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2. Θα υπενθυμίσω ότι το άρθρο αυτό αποβλέπει στο να καταστήσει δυνατό στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων, κατά τον χρόνο της μονιμοποιήσεώς τους, να μεταφέρουν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο εθνικού ασφαλιστικού συστήματος ή ασφαλιστικού συστήματος διεθνούς οργανισμού. Ακριβώς με αναφορά στο δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το άρθρο αυτό στους υπαλλήλους θα πρέπει να εκτιμηθεί αν υπάρχουν ή όχι διαφορές μεταξύ των πρώην μισθωτών και των πρώην δικηγόρων που ασκούσαν ανεξάρτητη δικηγορία.
25.
Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω οριοθετήσεως του ζητήματος, η Επιτροπή αναλύει τη διαφορά μεταχειρίσεως ουσιαστικά ενόψει του σκοπού του άρθρου 11, παράγραφος 2, όπως ο σκοπός αυτός έχει διευκρινιστεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου. Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα σύστημα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων το οποίο αποβλέπει
« στο να διευκολύνει την κίνηση από εθνικές θέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, στην κοινοτική διοίκηση και στο να διασφαλίσει, με τον τρόπο αυτό, στις Κοινότητες τις καλύτερες δυνατότητες επιλογής ειδικευμένου προσωπικού, προικισμένου ήδη με κατάλληλη επαγγελματική πείρα » ( 27 ),
η Επιτροπή θεωρεί ότι, ενόψει του σκοπού αυτού, οι δύο κατηγορίες υπαλλήλων — ήτοι η κατηγορία των πρώην « μισθωτών » και η κατηγορία των πρώην « ανεξαρτήτων » εργαζομένων — « βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις και, επομένως, πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως », καθώς και ότι « η μία κατηγορία δεν πρέπει να ευνοείται, σε σχέση προς την άλλη, από πλευράς κοινωνικής προστασίας ή ευνοϊκότερων συνθηκών προσλήψεως » ( 28 ).
26.
Σημειώνω, εν προκειμένω, ότι συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής. Σε σχέση προς τον ανωτέρω αναφερθέντα σκοπό, δεν διακρίνω διαφορές μεταξύ « πρώην μισθωτών » και « πρώην ανεξαρτήτων εργαζομένων » οι οποίες να μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση τους. Καμία από τις — υπάρχουσες — διαφορές μεταξύ του ίτροψουμένον καθεστώτος του μισθωτού εν στενή εννοία και του προψονμένον καθεστώτος του ανεξαρτήτου εργαζομένου δεν φαίνεται να έχει σχέση με τον σκοπό αυτό.
27.
Η διαφορά μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, η οποία δεν δικαιολογείται από πλευράς επιδιωκομένου σκοπού, μπορεί μήπως να δικαιολογηθεί ενόψει των τεχνικών χαρακτηριστικών της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων; Κανένα από τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιτρέπει τη συναγωγή αυτού του συμπεράσματος. Εφόσον το άρθρο 11, παράγραφος 2, προβλέπει ότι ο μονιμοποιούμενος υπάλληλος έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει στο κοινοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία έχει αποκτήσει στο πλαίσιο εθνικού ασφαλιστικού συστήματος ή συστήματος διεπομένου από το διεθνές δίκαιο, και εφόσον πρόκειται για υπαλλήλους, πρώην μισθωτούς και πρώην « ανεξάρτητους εργαζόμενους« που έχουν όλοι αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο πλαίσιο εθνικού ασφαλιστικού συστήματος ή ασφαλιστικού συστήματος διεπόμενου από το διεθνές δίκαιο, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατόν να προβλέπεται διαφορετική μεταχείριση των μεν και των δε παρά μόνον σε σχέση με τις τεχνικές διαφορές που παρουσιάζει η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από τους μεν και από τους δε. Ελλείψει τέτοιων διαφορών, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει αποκτήσει μη μισθωτός δικηγόρος ο οποίος καθίσταται κοινοτικός υπάλληλος είναι, a priori, τεχνικώς δυνατόν να μεταφερθούν στο κοινοτικό σύστημα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τις οποίες μεταφέρονται τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί από μισθωτούς μονιμοποιούμενους στις Κοινότητες. Στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απαγόρευση της μεταφοράς για τη μία κατηγορία υπαλλήλων, όταν η μεταφορά αυτή επιτρέπεται για την άλλη.
28.
Ως γνωστόν, δεν αναφέρθηκε καμία τεχνική διαφορά. Εξάλλου, η γαλλική κυβέρνηση δεν φαίνεται να πιστεύει ότι υφίσταται καθοριστική διαφορά, δεδομένου ότι προτείνει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, και αναφέρει μάλιστα ότι, ελλείψει τροποποιήσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως, αρκεί η συμφωνία των ενδιαφερομένων ταμείων για να γίνει η μεταφορά. To CNBF, από την πλευρά του, ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ουσιαστικά δυσκολίες που αφορούν μάλλον την ανάγκη καταγραφής των πολυαρίθμων συνταξιοδοτικών συστημάτων που θα αφορούσε η ρύθμιση σε περίπτωση που επιτρεπόταν η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των μη μισθωτών, παρά τα εμπόδια που θα παρουσίαζε, από τεχνικής πλευράς, η ίδια η μεταφορά των δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι το CNBF αναφέρθηκε, κατά τρόπον άλλωστε όχι αρκετά σαφή, μάλλον στο ζήτημα των κανόνων εφαρμογής παρά στο ζήτημα της αρχής του δικαιώματος μεταφοράς, το οποίο είναι το μόνο που ενδιαφέρει στην υπό κρίση περίπτωση.
29.
Θα παρατηρήσω, ωστόσο, ότι το σύστημα που προβλέπεται στη Γαλλία για τους δικηγόρους που εισέρχονται στον δικαστικό κλάδο, και το οποίο τους επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνυπολογίσουν ενόψει της συνταξιοδοτήσεως τους από το δημόσιο τις περιόδους κατά τις οποίες άσκησαν δικηγορία, δεν παρέχει κανένα στοιχείο ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη ή απουσία τεχνικών εμποδίων σε περίπτωση μεταφοράς δικαιωμάτων ανάλογης με εκείνη που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, στο ταμείο συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων δεν καταβάλλεται ούτε το στατιστικό ισοδύναμο ούτε το κατ' αποκοπή ποσό εξαγοράς. Αντιθέτως, το δημόσιο υποκαθιστά τους δικαστικούς πρώην δικηγόρους στην απαίτηση επί του ποσού των παροχών το οποίο οι τελευταίοι δικαιούνται ενδεχομένως, από το συνταξιοδοτικό σύστημα των δικηγόρων, για τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη για τη συνταξιοδότηση τους από το Δημόσιο ( 29 ). Με άλλες λέξεις, το CNBF, αντί να καταβάλει, κατά τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεως, στον πρώην δικηγόρο που κατέστη δικαστικός τη σύνταξη την οποία θα δικαιούτο, οφείλει να καταβάλει το ποσό αυτό στο δημόσιο ταμείο. Πρόκειται, συνεπώς, για σύστημα διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, το οποίο, κατά συνέπεια, δεν προσφέρεται για σύγκριση.
30.
Καθόσον δεν αναφέρθηκε καμία τεχνική δυσκολία, προκειμένου περί συνταξιοδοτικών συστημάτων όπως το σύστημα των γάλλων δικηγόρων, όσον αφορά τη μεταφορά, με μία από τις δύο μορφές που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2 — στατιστικό ισοδύναμο ή κατ' αποκοπή ποσό εξαγοράς —, των δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί στα πλαίσια ενός τέτοιου συστήματος, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να παρεμποδιστεί η μεταφορά αυτή.
31.
Συνεπώς, στο σημείο αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, ερμηνευόμενο κατά τη σαφή σημασία των όρων του, εισάγει μη δικαιολογημένη διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των υπαλλήλων οι οποίοι, όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τόσο από πλευράς τους σκοπού της διατάξεως αυτής όσο και από πλευράς τεχνικών μεταφοράς, βρίσκονται σε συγκρίσιμες καταστάσεις. Συνεπώς, ως προς το θέμα αυτό, το εν λόγω άρθρο παραβιάζει την αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί υπέρτερο κανόνα δικαίου.
32.
Θεωρώ απαραίτητο να τονίσω εδώ, προς αποφυγή συγχύσεων, ότι η εν λόγω αρχή ουδόλως ταυτίζεται με την αρχή της ισότητας μισθωτών και μη μισθωτών, η οποία πουθενά δεν αναφέρεται ως γενικός κανόνας του κοινοτικού δικαίου, γραπτού ή νομολογιακού. Ενόψει της ερμηνείας μιας διατάξεως που αποβλέπει στο να παράσχει στον « [ υπάλληλο ] που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων ... την ευχέρεια, κατά τον χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να καταβάλει στις Κοινότητες: — είτε το στατιστικό ισοδύναμο..., — είτε το κατ' αποκοπή ποσό της εξαγοράς », πρέπει να εξεταστεί μήπως η διάταξη αυτή, διακρίνοντας μεταξύ των υπαλλήλων οι οποίοι εισέρχονται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων εγκαταλείποντας δραστηριότητα μισθωτού, υπό ευρεία έννοια, και εκείνων οι οποίοι εισέρχονται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων αφού έχουν ασκήσει μη μισθωτή δραστηριότητα, παραβιάζει την ήδη αναφερθείσα γνωστή · αΡΧή της ισότητας των υπαλλήλων των οποίων οι καταστάσεις είναι συγκρίσιμες.
33.
Θα ήθελα να επιμείνω ιδιαίτερα επί του τελευταίου αυτού σημείου. Το Δικαστήριο δεν καλείται να εκτιμήσει διάταξη η οποία μπορεί να συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ μισθωτών και μη μισθωτών. Πρόκειται για διάταξη η οποία μπορεί να εφαρμοστεί υπέρ ορισμένων υπαλλήλων των Κοινοτήτων, διότι ασκούσαν προηγουμένως δραστηριότητες μισθωτού, αποκλειόμενης της εφαρμογής της υπέρ άλλων υπαλλήλων των Κοινοτήτων, επειδή προηγουμένως ασκούσαν μη μισθωτή δραστηριότητα. Είναι, συνεπώς, εύκολο να κατανοηθεί γιατί ο κανονισμός 1408/71 δεν αποτελεί σχετικό προηγούμενο ούτε, όπως ήδη ανέφερα, υπέρ της διασταλτικής ερμηνείας των όρων του άρθρου 11, παράγραφος 2 ( 30 ), ούτε υπέρ της μη εφαρμογής της αρχής της ισότητας. Το γεγονός ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού που έχουν εφαρμογή στους μισθωτούς, σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν άνευ άλλου τινός στους μη μισθωτούς δεν διαφωτίζει καθόλου όσον αφορά την έκταση εφαρμογής της αρχής της ισότητας στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, αυτό που καλείται εν προκειμένω να κρίνει το Δικαστήριο είναι τα αποτελέσματα μιας διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όχι έναντι, αφενός, των μισθωτών και, αφετέρου, των μη μισθωτών, αλλά έναντι των vw υπαλλήλων των οποίων το αιαφορετικό επαγγελματικό παρελθόν συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση στο παρόν.
34.
Είμαι συνεπώς, απόλυτα πεπεισμένος ότι η αρχή στην οποία, όπως ελέχθη, το Δικαστήριο αναφέρθηκε ιδίως με τις αποφάσεις Newth και Retter μπορεί κάλλιστα να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.
35.
Ποιες συνέπειες πρέπει το Διικαστήριο να συναγάγει από τη διαπίστωση της παραβιάσεως της αρχής της ισότητας προκειμένου να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα; Η Επιτροπή φρονεί ότι δύο λύσεις είναι δυνατές. Η πρώτη συνίσταται στο να δοθεί τελικά διασταλτική ερμηνεία στο άρθρο 11, παράγραφος 2, προκειμένου να θεωρηθεί ότι το κείμενο αυτό συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πρόκειται, κατά κάποιο τρόπο, για ερμηνεία σύμφωνη με την αρχή αυτή. Η δεύτερη λύση συνίσταται στη διαπίστωση του ανίσχυρου του άρθρου Π, παράγραφος 2, καθότι δεν προβλέπει, για τους υπαλλήλους οι οποίοι, πριν από την είσοδο τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, έχουν αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα από την άσκηση ανεξαρτήτου επαγγέλματος, τη δυνατότητα της μεταφοράς των δικαιωμάτων αυτών στο κοινοτικό σύστημα. Στην περίπτωση αυτή, όπως αποφάνθηκε και το Δικαστήριο με την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989, Pinna 2 ( 31 ), πρέπει να θεωρηθεί ότι η αρχή της ισότητας δεν επιτρέπει στις εθνικές αρχές να εφαρμόσουν εξαίρεση αντιβαίνουσα στο κοινοτικό δίκαιο και ότι εναπόκειται στις αρχές αυτές
« να λάβουν στην έννομη τάξη τους τα μέτρα που καθίστανται αναγκαία κατόπιν της κηρύξεως της διατάξεως ως ανίσχυρης στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης » ( 32 )
36.
Και εγώ θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών λύσεων. Η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της συμβιβαστικής λύσεως, η οποία συνίσταται στη σύμφωνη με την αρχή αυτή — διασταλτική — ερμηνεία της διατάξεως. Αν προκριθεί η λύση αυτή, αυτό θα σήμαινε ότι η διασταλιτική ερμηνεία, η οποία βαίνει πέραν της σαφούς εννοίας των όρων μιας διατάξεως, δεν δικαιλογείται από λόγους σκοπιμότητας αλλά δικαιολογείται από λόγους νομιμότητας. Οφείλω να πω ότι θεωρώ τη λύση αυτή δύσκολα αποδεκτή, καθότι, όπως ήδη έχω αναφέρει, φαίνεται είναι απολύτως αδύνατον οι όροι του άρθρου 11, παράγραφος 2, να καλύπτουν και την περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος, πριν από την είσοδο του στις Κοινότητες, έχει ασκήσει ελεύθερη δικηγορία. Θεωρώ, επίσης, δύσκολο να προστεθούν, έστω και προς χάριν της υπέρτερης αρχής της ισότητας, επιπλέον στοιχεία στην έννοια των όρων της διατάξεως αυτής.
37.
Φρονώ, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο οφείλει να στραφεί προς τη λύση η οποία συνίσταται στην αναγνώριση του ανίσχυρου του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθόσον'δεν επιτρέπει στους υπαλλήλους που έχουν αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα από προηγούμενη ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα να μεταφέρουν τα δικαιώματα αυτά στο κοινοτικό σύστημα. Ασφαλώς, είναι φυσικό να θέλει το Δικαστήριο να αποφύγει τη « δραματοποίηση » την οποία συνεπάγεται συνήθως η αναγνώριση του ανίσχυρου μιας διατάξεως. Νομίζω, ωστόσο, ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, ανταποκρίνεται περισσότερο στην κατάσταση και, επιπλέον, εν προκειμένω, το κύρος της διατάξεως αμφισβητείται μόνο ως προς τις καταστάσεις που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της και όχι ως προς τις καταστάσεις που ήδη εμπίπτουν σ' αυτό.
38.
Θα παρατηρήσω, ως προς ένα σημείο που εθίγη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι κανένα πραγματικά σαφές και συγκεκριμένο επιχείρημα δεν προβλήθηκε προκειμένου να υποστηριχθεί η πρόταση που συνίσταται στο να περιορίσει το Δικαστήριο, εν ανάγκη, χρονικώς τα αποτελέσματα της διασταλτικής ερμηνείας ή της αναγνωρίσεως του ανίσχυρου. Δεδομένου του χαρακτήρα εξαιρέσεως που έχει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτός ο χρονικός περιορισμός της ισχύος προδικαστικής αποφάσεως, θεωρώ ότι η λύση αυτή δεν δικαιολογείται στην υπό κρίση περίπτωση.
39.
Θα προσθέσω, τέλος, ότι με μια απάντηση, η οποία θα επιτρέπει να μην αποκλειστούν από το ευεργέτημα της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων οι υπάλληλοι οι οποίοι έχουν αποκτήσει τέτοια δικαιώματα από ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ότι πρόσωπα τα οποία έχουν ασκήσει παρόμοια επαγγέλματα σε διαφορετικά κράτη μέλη δεν θα τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, απολύτως αδικαιο-, λόγητης στην περίπτωση αυτή. Ας ληφθεί, πράγματι, υπόψη ότι αν στη Γαλλία απαγορεύεται η άσκηση δικηγορίας με αντιμισθία, η δυνατότητα αυτή υφίσταται σε άλλα κράτη μέλη. Φρονώ ότι θα πρέπει να αποφευχθεί μια κατάσταση, κατά την οποία θα επιτρέπεται η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στους πρώην δικηγόρους από ορισμένα κράτη μέλη που γίνονται κοινοτικοί υπάλληλοι, ενώ θα απαγορεύεται για τους πρώην δικηγόρους από άλλα κράτη μέλη.
40.
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση:
« Ένας υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ο οποίος, προτού εισέλθει στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, είχε αποκτήσει, στο πλαίσιο εθνικού ασφαλιστικού συστήματος, συνταξιοδοτικά δικαιώματα από την άσκηση ανεξάρτητης δικηγορίας δεν μπορεί να εξαιρεθεί από την εφαρμογή της ευνοϊκής ρυθμίσεως περί μεταφοράς των δικαιωμάτων αυτών, την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη στο μέτρο που εξαιρεί από τη δυνατότητα μεταφοράς τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συνταξιοδοτικού συστήματος μη μισθωτού επαγγέλματος. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108 ).
( 2 ) 137/80, Συλλογή 1981, σ. 2393.
( 3 ) Σκέψη 7.
( 4 ) Σκέψη 8.
( 5 ) Σκέψη 9.
( 6 ) Κανονισμοί αριθ. 31 (ΕΟΚ) και 11 (ΕΚΑΕ) των Συμβουλίων, της 18ης Δεκεμβρίου 1961 (JO L 45, σ. 1385 ), οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, και κανονισμός περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ, που θεσπίστηκε από την Επιτροπή των προέδρων της ΕΚΑΧ και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962 (κανονισμός ο οποίος δεν δημοσιεύθηκε ).
( 7 ) 130/87, Συλλογή σ. 865.
( 8 ) Υπόμνημα της Επιτροπής σ. 3.
( 9 ) Υπόμνημα της γαλλικής κυβερνήσεως, σ. 4.
( 10 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 4.
( 11 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) 137/80, σκέψη II.
( 13 ) Σκέψη 12.
( 14 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 4.
( 15 ) Προτάσεις στην υπόθεση 233/72, Gunella κατά Επιτροπής, Rec 1973, σ. 483.
( 16 ) 17/76, Rec. 1976, σ. 1429.
( 17 ) Περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 1408/71 « περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος » ( ΕΕ L 143 της 29.5.1981, σ. 1 ).
( 18 ) Απόσπασμα του κειμένου του ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
( 19 ) 313/86, και ειδικότερα σκέψη 12.
( 20 ) Υπόμνημα του Μ. Weiser, σ. 10.
( 21 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 4.
( 22 ) 156/78, Ρεψ. 1979, σ. 1941.
( 23 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 4 και 5.
( 24 ) Υπόμνημα της γαλλικής κυβερνήσεως, σ. 5.
( 25 ) 156/78, σκέψη 13.
( 26 ) Προαναφερθείσα απόφαση 130/87, σκέψη 17.
( 27 ) Προαναφερθείσα απόφαση 137/80, σκέψη 11.
( 28 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 6 και 7.
( 29 ) Βλέπε διάταγμα αριθ. 83.893, της 5ης Οκτωβρίου 1983, και ειδικότερα το άρθρο 3, τρίτο εδάφιο, JORF (Εφημε-ρίόα της Κυβερνήοεως της ΓαλΙικης Δημοκρατίας) της 8ης Οκτωβρίου 1983, σ. 3021.
( 30 ) Βλέπε τις παρούσες προτάσεις, παράγραφος 18.
( 31 ) 359/87, Συλλογή 1989, σ. 585.
( 32 ) Σκέψη 13.
Full & Egal Universal Law Academy