ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 4ης Ιουνίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση αποτελεί συνέχεια της υποθέσεως 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321 ), και της υποθέσεως 170/86, Von Deetzen ( Συλλογή 1988, σ. 2355 ), στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( ΕΕ 1984, L 90, σ. 13 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ 1984, L 132, σ. 11), ήταν ανίσχυρος καθόσον δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς γάλακτος οι οποίοι είχαν αναλάβει υποχρέωση μη εμπορίας βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977 (OJ 1977, L 131, σ. 1). Κατόπιν των δύο αυτών αποφάσεων, που εκδόθηκαν στις 28 Απριλίου 1988, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ 1989, L 84, σ. 2 ), με τον οποίο προστέθηκε ένα άρθρο 3α στον κανονισμό 857/84, η δε Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1033/89, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ 1989, L 110, σ. 27), με τον οποίο προστέθηκε ένα άρθρο 7α στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 ( ΕΕ 1988, L 139, σ. 12 ), ο οποίος είναι ο κανονισμός περί κωδικοποιήσεως διατάξεων που αντικατέστησε τον κανονισμό 1371/84. Στο εξής θα αναφέρομαι σ' αυτές τις δυο νέες διατάξεις με τους όρους «το νέο άρθρο 3α » και « το νέο άρθρο 7α » αντιστοίχως.
2.
Δυνάμει της νέας νομοθετικής ρυθμίσεως παρασχέθηκε η δυνατότητα χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς σε πρόσωπα τα οποία, όπως ο von Deetzen, είχαν αναλάβει υποχρέωση μη εμπορίας έναντι καταβολής πριμοδοτήσεως, δυνάμει του κανονισμού 1078/77. Στο εξής θα αποκαλώ « ειδική ποσότητα αναφοράς » τη βάσει του νέου άρθρου 3α χορηγούμενη ποσότητα αναφοράς. Ο von Deetzen έχει συμπληρώσει τώρα τη συντάξιμη ηλικία και επιθυμεί να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα τέκνα του να αναλάβουν το αγρόκτημα.
3.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1988, κατόπιν της προαναφερθείσας αποφάσεως στην υπόθεση 170/86, Von Deetzen, το Finanzgericht Hamburg ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, υποβάλλοντας αρχικά τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:
«1)
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 177 Συνθήκης ΕΟΚ υπό την έννοια ότι επιτρέπεται εκ νέου υποβολή αιτήσεως προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όταν το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση, επειδή τα αρμόδια όργανα της Κοινότητας δεν θέσπισαν καμία ρύθμιση, μετά την κήρυξη από το Δικαστήριο ανίσχυρου ενός κανόνα δικαίου, για τη θεραπεία δε αυτής της νομικής καταστάσεως είναι αναγκαία η θέσπιση διατάξεων;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποια αποτελέσματα παράγει η απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 170/86, δεδομένου ότι το Συμβούλιο, της Κοινότητας έχει παραλείψει έκτοτε να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια; »
Τα ερωτήματα αυτά κατέστησαν προφανώς άνευ αντικειμένου λόγω της θεσπίσεως, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1989, νέας ρυθμίσεως από το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Με Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1989, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 20 Οκτωβρίου 1989, το Finanzgericht απέσυρε τα προηγουμένως υποβληθέντα ερωτήματα και τα αντικατέστησε με τα εξής:
«1)
Είναι έγκυροι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, καθώς και ο βασιζόμενος σε αυτόν κανονισμός (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, καθόσον η ειδική ποσότητα αναφοράς του άρθρου 3α, παράγραφος 2, ισούται μόνο προς το 60 % της ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος η οποία ελήφθη ως βάση για την πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής;
2)
Είναι έγκυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού, κατά το οποίο η ειδική ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα, σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως της εκμεταλλεύσεως πριν από τη λήξη της ογδόης περιόδου εφαρμογής της ρυθμίσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
α)
Πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος πώληση κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης την εισφορά της εκμεταλλεύσεως σε αστική εταιρία, στην οποία συμμετέχει ο παραγωγός ο οποίος δικαιούται την ειδική ποσότητα αναφοράς;
Πρόκειται περί πωλήσεως όταν ο εισφέρων την εκμετάλλευση του αποχωρεί από την εταιρία λόγω θανάτου ή για άλλους λόγους και το εταιρικό του μερίδιο προσαυξάνει το μερίδιο των λοιπών εταίρων;
β)
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ μεταβίβαση μέσω ανάλογης προς την κληρονομια πράξεως” [με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο ] κατά την έννοια του άρθρου 7α, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1546/88, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89; Εμπίπτει στον όρο αυτό, μεταξύ άλλων, και η εκμίσθωση της εκμεταλλεύσεως σε πρόσωπο το οποίο, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, κληρονομεί τον παραγωγό ο οποίος δικαιούται την ειδική ποσότητα αναφοράς; »
Το πρώτο ερώνημα
4.
Το πρώτο ερώτημα του Finanzgericht αναφέρεται στο κύρος του περιορισμού σχετικά με το ύψος της δυνάμενης να χορηγηθεί ειδικής ποσότητας αναφοράς, ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 2 του νέου άρθρου 3α. Βάσει της παραγράφου αυτής, η ειδική ποσότητα αναφοράς περιορίστηκε στο 60 ο/ο της παραδοθείσας ποσότητας γάλακτος ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πώλησε ο παραγωγός κατά τη διάρκεια του έτους που προηγήθηκε της καταθέσεως της αιτήσεως του πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής (στο εξής: κανόνας του 60 ο/ο ).
5.
Στις 12 Ιουλίου 1980, ο von Deetzen έλαβε πριμοδότηση μη εμπορίας, υπολογισθείσα βάσει της ύψους 190665 χλγ. γάλακτος προηγουμένης παραγωγής του, έναντι της οποίας δέχθηκε να μην παραγάγει γάλα μέχρι τις 7 Σεπτεμβρίου 1985. Δυνάμει του κανόνα του 60%, στις 20 Ιουνίου 1989 το Landwirtschaftskammer Weser-Ems του χορήγησε ειδική ποσότητα αναφοράς ύψους μόνο 114399 χλγ. (αντιστοιχούσα δηλ. στο 60% των 190665 χλγ).
6.
Εν τω μεταξύ όμως, μετά την υποβολή των εν λόγω ερωτημάτων, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το κύρος του κανόνα του 60 % στις αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl, και C-217/89, Pastätter. Με τις αποφάσεις αυτές ο ανωτέρω κανόνας κρίθηκε ανίσχυρος, οπότε αρκεί να ισχύσουν και στην παρούσα υπόθεση όσα έγιναν δεκτά με τις ανωτέρω αποφάσεις.
Το δεύτερο ερώτημα
7.
Το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht αφορά το κύρος της παραγράφου 4, δεύτερο εδάφιο, του νέου άρθρου 3α, κατά την οποία η ειδική ποσότητα αναφοράς επιστρέφει στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα « σε περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης της εκμετάλλευσης πριν από τη λήξη της όγδοης περιόδου εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς », δηλαδή πριν την 1η Απριλίου 1992 (στο εξής: κανόνας του χρονικού περιορισμού ). Όπως υπογραμμίζει το Finanzgericht, η πώληση ή εκμίσθωση μιας εκμεταλλεύσεως δεν συνεπάγεται μια τέτοια κατάργηση της ποσότητας αναφοράς προκειμένου περί παραγωγών οι οποίοι δεν βασίστηκαν στο νέο άρθρο 3α για να λάβουν την ποσότητά τους αναφοράς. Για τους παραγωγούς αυτούς, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( ΕΕ 1985, L 68, σ. 1 ), ορίζει ότι:
« Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν. »
Οι διαδικασίες αυτές προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, το οποίο ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι:
«(...)
1.
Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση.
2.
Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης ενός ή περισσοτέρων τμημάτων μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων που προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη (... )
3.
Οι διατάξεις των σημείων 1 και 2 (...) εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, κατ' αναλογία προς άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που περιλαμβάνουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς.
(...)»
8.
Σχετικά με τη μεταβίβαση της ειδικής ποσότητας αναφοράς θεσπίστηκαν λεπτομερείς κανόνες με το νέο άρθρο 7α, το οποίο, επαναλαμβάνω, προστέθηκε στον κανονισμό 1546/88 με τον κανονισμό 1033/89. Όπως είδαμε πιο πάνω, το άρθρο 7 θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς στις συνήθεις περιπτώσεις. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7α ορίζει ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται υπό τους ίδιους όρους « που καθορίζονται (... ) σε περίπτωση μεταβίβασης λόγω κληρονομίας ή μέσω ανάλογης προς την κληρονομία πράξης [με κληρονομική διαδοχή ή με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο]». Στην περίπτωση αυτή, εντούτοις, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των κανόνων που εφαρμόζονται στα άτομα που έλαβαν ειδική ποσότητα αναφοράς και εκείνων που εφαρμόζονται στους παραγωγούς οι οποίοι δεν μετείχαν σε κάποιο σύστημα μη εμπορίας. Ενόψει της περιπτώσεως 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 7 ( που παρατίθεται ανωτέρω ), με τον όρο « ανάλογος (...) τρόπος» στο νέο άρθρο 7α εννοείται « τρόπος με παρόμοια έννομα αποτελέσματα όσον αφορά τους παραγωγούς ».
9.
Εντούτοις, όταν η εκμετάλλευση μεταβιβάζεται με πώληση ή με εκμίσθωση, εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες, αφενός, σε εκείνους οι οποίοι δεν συμμετείχαν σε κάποιο σύστημα μη εμπορίας και, αφετέρου, σε εκείνους που έλαβαν ειδική ποσότητα αναφοράς: μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση χάνεται η ποσότητα αναφοράς δυνάμει της παραγράφου 4, δεύτερο εδάφιο, του νέου άρθρου 3α. Με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του νέου άρθρου 7α θεσπίζονται λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως.
10.
Ποια είναι η δικαιολογία για αυτή τη διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών που έλαβαν ειδική ποσότητα αναφοράς, σε αντίθεση προς εκείνους που δεν συμμετείχαν σε κάποιο σύστημα μη εμπορίας; Στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 764/89 παρατίθεται η εξής αιτιολογία:
« (... ) οι χορηγούμενες ποσότητες δεν προορίζονται να αποτελέσουν παροχή αχρεωστήτου κέρδους [αδικαιολογήτου οφέλους] αλλά να παραχθούν πραγματικά από τους παραγωγούς στους οποίους εδόθησαν (...) θα πρέπει για τον σκοπό αυτό να υποβληθούν σε [ να εξαρτηθούν από ] ορισμένους περιοριστικούς όρους ».
Πράγματι, στο νέο άρθρο 3α προβλέπονται ορισμένοι τέτοιοι « περιοριστικοί όροι ». Πιο συγκεκριμένα, οι αιτούντες ειδική ποσότητα αναφοράς έπρεπε να μην είχαν παύσει τη δραστηριότητα τους ή να μην είχαν μεταβιβάσει το σύνολο της γαλακτοκομικής τους επιχειρήσεως πριν από το τέλος της περιόδου μη εμπορίας τους (άρθρο 3α, παράγραφος 1, περίπτωση α) · όφειλαν να αποδείξουν ότι μπορούσαν να παραγάγουν στην εκμετάλλευση τους τη ζητούμενη ποσότητα αναφοράς (άρθρο 3α, παράγραφος 1, περίπτωση β)· όφειλαν να αποδείξουν, εντός δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ότι είχαν επαναλάβει τις πωλήσεις ή παραδόσεις γάλακτος σε επίπεδο ανερχόμενο τουλάχιστον στο 80 ο/ο της προσωρινής ποσότητας αναφοράς που είχαν λάβει (άρθρο 3α, παράγραφοι 1 και 3)· σημειώνω ότι η 29η Μαρτίου 1989, ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αποτελούσε τη χρονική αφετηρία για την υποβολή αιτήσεων προς χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, αυτές δε οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν εντός τριών μηνών από την ημερομηνία αυτή: βλ. άρθρο 3α, παράγραφος 1. Οι αχρησιμοποίητες ποσότητες αναφοράς δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο προσωρινής παραχωρήσεως (άρθρο 3α, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο ). Τέλος, η ποσότητα αναφοράς επέστρεφε στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως της εκμεταλλεύσεως πριν από το τέλος της « ογδόης περιόδου », δηλαδή πριν από την 1η Απριλίου 1992 (άρθρο 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο)· αυτή είναι η επίμαχη διάταξη στην παρούσα υπόθεση.
11.
Όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο στις γραπτές παρατηρήσεις του, είναι σαφές ότι οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στην αποφυγή του ενδεχομένου να ζητούν οι παραγωγοί ειδική ποσότητα αναφοράς με αποκλειστικό σκοπό να αποκτήσει η εκμετάλλευση τους μεγαλύτερη αγοραία αξία, ενώ, αντίθετα, οι διατάξεις αυτές δεν επηρεάζουν εκείνους που χρησιμοποιούν την ποσόστωση συνεχίζοντας την παραγωγή γάλακτος. Παρά τις αμφιβολίες του Finanzgericht, νομίζω ότι η συλλογιστική του κοινοτικού νομοθέτη εκφράζεται με σαφήνεια στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 764/89. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, όσων είχαν. ζητήσει ειδική ποσότητα αναφοράς και, αφετέρου, όσων είχαν ήδη ποσότητα αναφοράς χωρίς να συμμετάσχουν σε κάποιο σύστημα μη εμπορίας μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι ανήκοντες στην πρώτη ομάδα επαναλαμβάνουν την παραγωγή γάλακτος, έχοντας συμμετάσχει προηγουμένως σε ένα τέτοιο σύστημα. Ο όρος σύμφωνα με τον οποίο η εκμετάλλευση δεν μπορεί να πωληθεί ή να εκμισθωθεί πριν από την 1η Απριλίου 1992 μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα ενός συνόλου προϋποθέσεων που αποσκοπούν στο να υποχρεωθεί ο παραγωγός ο οποίος ζητεί ειδική ποσότητα αναφοράς να επαναλάβει όντως την παραγωγή γάλακτος σε επίπεδο που να αντιστοιχεί στην ποσότητα αναφοράς την οποία ζήτησε.
12.
Πράγματι, στην προαναφερθείσα υπόθεση 170/86 (σκέψη 13), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο von Deetzen μπορούσε θεμιτώς να αναμένει ότι θα είχε τη δυνατότητα να επαναλάβει την παραγωγή χωρίς να υπόκειται, μετά τη λήξη της δεσμεύσεως του, σε « ειδικούς περιορισμούς, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που παρέχονται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση [περί συστήματος μη εμπορίας ] ». Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι στις περιοριστικές προϋποθέσεις του νέου άρθρου 3α περιλαμβάνονται περιορισμοί οι οποίοι επηρεάζουν ειδικά εκείνους που επαναλαμβάνουν την παραγωγή γάλακτος έχοντας συμμετάσχει προηγουμένως σε ένα τέτοιο σύστημα. Μόνο στην περίπτωση αυτών των παραγωγών η διατήρηση της ποσότητας αναφοράς συνδέεται προς τη χρησιμοποίηση της με σκοπό την παραγωγή γάλακτος.
13.
Νομίζω ωστόσο ότι πρέπει να καθοριστεί προσεκτικότερα το περιεχόμενο της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των παραγωγών. Με τη σκέψη 15 της αποφάσεως στην υπόθεση 170/86 το Δικαστήριο δέχθηκε, συναφώς, τα εξής:
« (... ) ένας τέτοιος πλήρης και διαρκής αποκλεισμός, για όλο τον χρόνο εφαρμογής της ρυθμίσεως στον τομέα της συμπληρωματικής εισφοράς, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία των ενδιαφερομένων παραγωγών να αρχίσουν εκ νέου την εμπορία του γάλακτος με τη λήξη της πενταετούς περιόδου, δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τους παραγωγούς αυτούς στο χρονικό σημείο κατά το οποίο ανέλαβαν, προσωρινώς, τη δέσμευση να μην παραδίδουν γάλα. Πράγματι, ούτε από τις διατάξεις ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1078/77 προκύπτει ότι η δέσμευση περί [ μη ] εμπορίας που αναλαμβάνεται βάσει αυτού του κανονισμού μπορεί να συνεπάγεται, με τη λήξη της, την αδυναμία της εκ νέου ασκήσεως της εν λόγω δραστηριδτητας. Το αποτέλεσμα αυτό συνιστά, επομένως, προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που μπορούσαν να έχουν οι παραγωγοί ως προς τον περιορισμένο χαρακτήρα των αποτελεσμάτων του συστήματος στο οποίο δέχθηκαν να υπαχθούν» (η υπογράμμιση δική μου).
Ομοίως, στην υπόθεση C-189/89, Spagl, και στην υπόθεση C-217/89, Pastätter (προαναφερθείσες στην παράγραφο 6 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η παροχή ειδικής ποσότητας αναφοράς περιορισμένης στο 60% της προηγουμένης παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή, σε βάρος των παραγωγών που επαναλάμβαναν την παραγωγή γάλακτος, περιορισμού σχετικά με την παραγωγή ο οποίος είναι υπερδιπλάσιος του υψηλότερου από τα σχετικά ποσοστά μειώσεως που επιβλήθηκαν σε εκείνους που δεν είχαν συμμετάσχει σε σύστημα μη εμπορίας ( βλ. σκέψη 24 της αποφάσεως Spagl και σκέψη 15 της αποφάσεως Pastätter ). Με άλλα λόγια, σε βάρος του παραγωγού, ο οποίος δέχθηκε να αναστείλει την παραγωγή του για περιορισμένο χρονικό διάστημα, επιβάλλεται περαιτέρω περιορισμός επί της παραγωγής, ο οποίος επηρεάζει ειδικά τη δυνατότητά του να επαναλάβει τις γεωργικές δραστηριότητες του. Επομένως, μολονότι οι υποθέσεις Spagl και Pastätter βαίνουν μακρύτερα από την υπόθεση 170/86, καθόσον αφορούν περιορισμό ο οποίος δεν έχει ως αποτέλεσμα πλήρη αποκλεισμό του παραγωγού από τη δυνατότητα παραγωγής γάλακτος, εντούτοις, οι δύο αυτές αποφάσεις εξακολουθούν να αφορούν το γεγονός ότι οι εν λόγω παραγωγοί μπορούσαν δικαιολογημένα να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να επαναλάβουν την παραγωγή μετά τη λήξη του συστήματος μη εμπορίας.
14.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη περιλαμβάνει όχι μόνο τη δυνατότητα επαναλήψεως της παραγωγής από τον ίδιο τον γεωργό, αλλά και από τους καθολικούς του διαδόχους ή από τα άτομα εκείνα που απέκτησαν την εκμετάλλευση με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο: βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, υπόθεση C-314/89, Rauh κατά Hauptzollamt Nürnberg-Fürth. Στην υπόθεση αυτή, ο εικαζόμενος κληρονόμος γεωργού ο οποίος είχε συμμετάσχει σε σύστημα μη εμπορίας ανέλαβε την εκμετάλλευση από τους γονείς του μετά τη λήξη της υποχρεώσεώς τους περί μη εμπορίας, πριν όμως δοθεί η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων προς χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δικαίωμα υποβολής αιτήσεως προς χορήγηση ποσότητας αναφοράς έχουν όχι μόνο οι γεωργοί που είχαν αναλάβει υποχρέωση μη εμπορίας, αλλά και εκείνοι οι οποίοι ανέλαβαν την εκμετάλλευση με κληρονομική διαδοχή ή με ανάλογο τρόπο: βλ. τη σκέψη 23 της αποφάσεως. Κατά τη γνώμη μου, το λογικό έρεισμα της εν λόγω αποφάσεως είναι ότι, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γεωργικές δραστηριότητες ενός παραγωγού συνεχίζονται από τον ή τους διαδόχους του, οπότε ο παραγωγός μπορεί δικαιολογημένα να αναμένει ότι οι γεωργικές δραστηριότητες θα μπορούν να συνεχιστούν με τον τρόπο αυτό. Η άποψη μου είναι ότι οι παραγωγοί δεν μπορούσαν να πιστεύουν δικαιολογημένα ότι η ποσότητα αναφοράς θα μπορούσε να μεταβιβάζεται σε άτομο που δεν έχει σχέση με τον παραγωγό με την εμπορικής φύσεως δικαιοπραξία της πωλήσεως ή της εκμισθώσεως.
15.
Νομίζω, επομένως, ότι ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη εκείνων οι οποίοι συμμετείχαν σε σύστημα μη εμπορίας αφορά τη δυνατότητα επαναλήψεως της παραγωγής μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας και όχι τη δυνατότητα ρευστοποιήσεως της αγοραίας αξίας της ποσότητας αναφοράς. Επομένως, όταν ο von Deetzen ανέλαβε την υποχρέωση μη εμπορίας, δεν μπορούσε να αναμένει δικαιολογημένα ότι θα έχει τη δυνατότητα να αποκομίσει ενδεχόμενα οικονομικά οφέλη από ένα σύστημα ποσοτήτων αναφοράς το οποίο δεν υφίστατο ακόμα κατά τον χρόνο της αναλήψεως της σχετικής υποχρεώσεως.
16.
Από αυτό έπεται ότι οι όροι που επιβλήθηκαν στους παραγωγούς που επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι η επιστροφή των εν λόγω παραγωγών δεν θα είναι απλώς μεταβατική ή μερική, δεν συνεπάγονται διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών τους. Ειδικότερα, ο όρος βάσει του οποίου η εκμετάλλευση δεν έπρεπε να μεταβιβασθεί πριν από την 1η Απριλίου 1992 (εξαιρέσει των περιπτώσεων μεταβιβάσεως λόγω κληρονομικής διαδοχής ή με ανάλογο τρόπο ), δηλαδή εντός τριών ετών από τη χορήγηση της ειδικής ποσότητας αναφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των παραγωγών.
17.
Ομοίως, κατά την άποψή μου, ο όρος αυτός δεν αντιβαίνει σε καμία άλλη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Είναι ακριβές ότι όσοι έλαβαν ειδική ποσότητα αναφοράς δεν έτυχαν της ίδιας μεταχειρίσεως σε σχέση με τους άλλους παραγωγούς, οι οποίοι έλαβαν ποσότητες αναφοράς, στους οποίους δεν επιβλήθηκαν περιορισμοί. Ωστόσο, νομίζω ότι αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν συνεπάγεται επιβολή δυσμενών διακρίσεων, δεδομένου ότι μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διαφορετικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται οι δύο ομάδες παραγωγών. Εκείνοι οι οποίοι επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος μετά τη λήξη της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας επανήλθαν στην αγορά ενώ το σύστημα των ποσοτήτων αναφοράς υφίστατο ήδη από μερικά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ποσότητες αναφοράς απέκτησαν σημαντική οικονομική αξία. Επομένως, δικαιολογημένα επιβλήθηκαν στους εν λόγω παραγωγούς ορισμένες προϋποθέσεις με σκοπό να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποκτήσουν ένα καθαρά οικονομικό πλεονέκτημα με τη χορήγηση της ποσότητας αναφοράς. Οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν ήταν αναγκαίο να επιβληθούν όταν άρχισε να ισχύει για πρώτη φορά το σύστημα των ποσοτήτων αναφοράς, αφού οι ποσότητες αναφοράς δεν είχαν ακόμη αποκτήσει αγοραία αξία.
18.
Επιπλέον, δεν νομίζω ότι ο κανόνας του χρονικού περιορισμού μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Αποτελεί βέβαια προσωρινό περιορισμό της δυνατότητας επικερδούς μεταβιβάσεως μιας γεωργικής επιχειρήσεως. Κατά την άποψη μου, εντούτοις, ο εν λόγω περιορισμός δικαιολογείται, δεδομένης της ανάγκης που υπήρχε να αποθαρρυνθεί η επανάληψη της παραγωγής γάλακτος με μόνο σκοπό την αύξηση της αξίας της επιχειρήσεως (λόγω χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς), ενώ, αντίθετα, σκοπός της χορηγήσεως της ποσότητας αναφοράς είναι η χρησιμοποίηση της για παραγωγή γάλακτος. Η δυνατότητα μεταβιβάσεως της ποσότητας αναφοράς σε τέτοιες περιπτώσεις θα είχε ως συνέπεια την αύξηση του συνολικού όγκου των ποσοτήτων αναφοράς, σε βάρος του στόχου της Κοινότητας ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο της παραγωγής γάλακτος. Από την άλλη πλευρά, το μόνο συμφέρον το οποίο θα εξυπηρετείτο θα ήταν το συμφέρον των παραγωγών που ήλπιζαν να κερδοσκοπήσουν. 'Οπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 265/87, Schräder κατά Hauptzollamt Gronau (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 13) το δικαίωμα ιδιοκτησίας, ναι μεν αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, πλην όμως δεν είναι απόλυτο προνόμιο, στη δε άσκηση του δικαιώματος αυτού μπορούν να επιβάλλονται περιορισμοί υπέρ του γενικού συμφέροντος, εφόσον δεν προσβάλλουν την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού.
19.
Τέλος, δεδομένου ότι ο κανόνας του χρονικού περιορισμού ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα τριών ετών από της χορηγήσεως της ποσότητας αναφοράς, δεν πιστεύω ότι μπορεί να λεχθεί ότι θίγει την αρχή της αναλογικότητας.
20.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, δεν αποδείχθηκε ότι η διάταξη στην οποία αναφέρεται το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht είναι ανίσχυρη. Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσω στα απομένοντα ερωτήματα.
Το τρίτο ερώτημα
21.
Το τρίτο ερώτημα, το οποίο έχει δύο σκέλη, αφορά τη διάκριση μεταξύ, αφενός, πωλήσεως ή εκμισθώσεως και, αφετέρου, μεταβιβάσεως με κληρονομική διαδοχή. Υπενθυμίζω ότι μόνο στην πρώτη περίπτωση η μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως οδηγεί σε απώλεια της ειδικής ποσότητας αναφοράς. Το αντικείμενο του ερωτήματος είναι να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται σε διάφορες υποθετικές περιπτώσεις.
22.
Στην κύρια δίκη ο von Deetzen ζητεί να πληροφορηθεί τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποσυρθεί από την επιχείρηση του χωρίς τούτο να προκαλέσει την απώλεια της ποσότητάς του αναφοράς. Δεν νομίζω ότι τα δικαστήρια οποιουδήποτε κράτους μέλους μπορούν να θεωρήσουν ότι υποχρεούνται να απαντήσουν σε υποθετικά ερωτήματα σε τέτοιες περιπτώσεις · εν πάση όμως περιπτώσει, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, τούτο είναι ζήτημα της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου. Ασφαλώς, μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες, στο πλαίσιο της αιτήσεως προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177, το Δικαστήριο θα αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις οι οποίες είναι πολύ γενικές ή υποθετικές: βλ. την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18). Ωστόσο, τέτοιες περιπτώσεις είναι σπάνιες, εάν δε το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που ανέκυψαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο, κατά γενικό κανόνα, δεν θα αρνηθεί να απαντήσει. Από την άλλη πλευρά, αν τα ερωτήματα αφορούν τα αποτελέσματα μεταβιβάσεων, οι ακριβείς λεπτομέρειες των οποίων είναι άγνωστες, όπως εν προκειμένω, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο θα δώσει γενικές μόνο οδηγίες για την επίλυση του σχετικού προβλήματος από το εθνικό δικαστήριο.
α) Η έννοια της « πωλήσεως »
23.
Με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, το Finanzgericht ερωτά αν στην έννοια της «πωλήσεως» που αναφέρεται στην παράγραφο 4, δεύτερο εδάφιο, του νέου άρθρου 3α περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι τρόποι μεταβιβάσεως: πρώτον, όταν ο κάτοχος της ποσότητας αναφοράς παραγωγός εισφέρει την εκμετάλλευση σε αστική εταιρία στην οποία μετέχει και ο ίδιος και, δεύτερον, όταν ο παραγωγός αυτός παύει να μετέχει στην εν λόγω εταιρία λόγω θανάτου ή άλλης αιτίας και το εταιρικό του μερίδιο προσαυξάνει το μερίδιο των λοιπών εταίρων.
24.
Όπως είδαμε, ο κανόνας του χρονικού περιορισμού μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος είναι η αποφυγή του ενδεχομένου να παρέχονται αδικαιολόγητα οφέλη στους παραγωγούς με τη χορήγηση των ποσοτήτων αναφοράς. Οι παραγωγοί θα προσπορίζονταν τέτοια οφέλη εάν σκοπός της αποκτήσεως της ειδικής ποσότητας αναφοράς ήταν η άμεση αύξηση της αγοραίας αξίας της εκμεταλλεύσεως και όχι η επανάληψη της παραγωγής γάλακτος. Αντιθέτως, δεν υπάρχει λόγος να απόλλυται η ποσότητα αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως, της οποίας σκοπός είναι μόνο η εξασφάλιση της δυνατότητας του δικαιούχου της ποσότητας αναφοράς ή των κληρονόμων του να συνεχίσουν τις γεωργικές δραστηριότητες τους.
25.
Υπενθυμίζω ότι, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, περίπτωση 3, του κανονισμού 1546/88, οι περιλαμβανόμενοι στην παράγραφο αυτή κανόνες σχετικά με τη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς εφαρμόζονται σε « άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που περιλαμβάνουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς ». Σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως « με κληρονομική διαδοχή ή με παρεμφερή προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο », το νέο άρθρο 7α, παράγραφος 2, προβλέπει την εφαρμογή των ίδιων κανόνων που ισχύουν όσον αφορά τη μεταβίβαση της ειδικής ποσότητας αναφοράς. Αντίθετα, το άρθρο 7α, παράγραφος 2, αναφέρεται απλώς στην «περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 3α, παράγραφος 4 (...)». Επομένως, το νέο άρθρο 7α, παράγραφος 2, δεν επεκτείνει ρητώς τον κανόνα του χρονικού περιορισμού στους τρόπους που είναι « ανάλογοι » προς την πώληση ή την εκμίσθωση. Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, η σχετική επέκταση συνάγεται εμμέσως από το σύστημα του νέου άρθρου 7α, το οποίο, όπως το άρθρο 7 του ιδίου κανονισμού, αναφέρεται στα αποτελέσματα και όχι μόνο στη μορφή των εν λόγω μεταβιβάσεων.
26.
Μπορεί σχετικά να προβληθεί η αντίρρηση ότι ο κανόνας του χρονικού περιορισμού αποτελεί παράλληλα περιορισμό της ασκήσεως του δικαιώματος ιδιοκτησίας των παραγωγών οι οποίοι διαθέτουν ποσότητα αναφοράς και ότι, επομένως, απαιτείται η ύπαρξη ρητής διατάξεως για να μπορεί να επεκταθεί ο κανόνας αυτός στις μεταβιβάσεις οι οποίες έχουν « ανάλογα έννομα αποτελέσματα » προς την πώληση ή την εκμίσθωση. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αρκεί το γεγονός ότι οι εν λόγω διατάξεις προσφέρονται για μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία, δεδομένου του γράμματός τους, της αλληλουχίας τους και του σκοπού τους. Τούτο θα ίσχυε ακόμη και στην περίπτωση επιβολής κυρώσεως: βλ. την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, υπόθεση 117/83, Könecke (Συλλογή 1984, σ. 3291, σκέψεις 11 έως 16 ). Άρα τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση διατάξεων οι οποίες απλώς περιορίζουν την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Όπως είδαμε, σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η αποτροπή του ενδεχομένου της άμεσης ρευστοποιήσεως της αγοραίας αξίας των ποσοτήτων αναφοράς. Αυτή η ρευστοποίηση μπορεί να γίνει με μεταβιβάσεις οι οποίες έχουν ανάλογα έννομα αποτελέσματα προς την πώληση ή την εκμίσθωση με την ίδια ευκολία που θα μπορούσε να γίνεται με την ίδια την πώληση ή την εκμίσθωση · σε περίπτωση, επομένως, οποιασδήποτε συσταλτικής ερμηνείας του νέου άρθρου 3α, παράγραφος 4, και του νέου άρθρου 7α, παράγραφος 2, θα διακυβευόταν ο σαφής σκοπός των εν λόγω διατάξεων.
27.
Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι χρησιμοποιούμενοι στο νέο άρθρο 3α όροι « πώληση » και « εκμίσθωση » καλύπτουν επίσης τις μεταβιβάσεις που έχουν « ανάλογα έννομα αποτελέσματα» όσον αφορά τους παραγωγούς. Τούτο περιλαμβάνει όχι μόνο τις μεταβιβάσεις οι οποίες έχουν τη μορφή της πωλήσεως ή της εκμισθώσεως, αλλά και άλλους τρόπους μεταβιβάσεως, με _ τους οποίους δικαίωμα επί της εκμεταλλεύσεως μεταβιβάζεται από τον δικαιούχο της ποσότητας αναφοράς σε άλλο πρόσωπο, εφόσον σκοπός της εν λόγω μεταβιβάσεως είναι η ρευστοποίηση της αγοραίας αξίας της ποσότητας αναφοράς.
28.
Το αν μία μεταβίβαση έχει ως αποκλειστικό σκοπό να εξασφαλίσει στον αρχικό κάτοχο της ποσότητας αναφοράς τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί γεωργικές δραστηριότητες και όχι να του παράσχει τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την αγοραία αξία της ποσότητας αναφοράς μπορεί να καθοριστεί μόνο με εξέταση των λεπτομερειών της εν λόγω μεταβιβάσεως· τούτο είναι δε ασφαλώς έργο του εθνικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση που η σχετική δικαιοπραξία συνίσταται στη σύσταση εταιρίας, η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από τις λεπτομέρειες της εταιρικής συμφωνίας και τα αποτελέσματά της κατά το εθνικό δίκαιο. Επομένως, ως κριτήριο πρέπει να λαμβάνεται το αν η σύσταση της εταιρίας έχει ως αποτέλεσμα την παραχώρηση μιας ποσότητας αναφοράς ή των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από αυτήν με αντάλλαγμα άλλα πλεονεκτήματα ή παροχές. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, ο κάτοχος της ποσότητας αναφοράς ρευστοποιεί την αγοραία αξία του συνόλου ή μέρους της ποσότητας αυτής. Αυτό ασφαλώς συμβαίνει, κατά γενικό κανόνα, στην περίπτωση που η σύσταση της εταιρίας αποτελεί διευθέτηση εμπορικής φύσεως μεταξύ ατόμων που διαπραγματεύονται επί ίσοις όροις. Από την άλλη πλευρά, η σύσταση εταιρίας με τους εικαζομένους κληρονόμους μπορεί να μην καλύπτεται από τους όρους « πώληση » ή « εκμίσθωση » ως αποτελούσα τρόπο μεταβίβασης ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή: βλ. κατωτέρω, παράγραφοι 32 και 33.
29.
Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ακολουθήσει παρόμοιες αρχές για την εκτίμηση των δικαιοπραξιών με τις οποίες ο αρχικός κάτοχος της ποσότητας αναφοράς παύει πλέον να είναι μέτοχος εταιρίας. Αν σκοπός ή αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας είναι να παρασχεθεί δυνατότητα στον κάτοχο της ποσότητας αναφοράς να ρευστοποιήσει την αξία της συμμετοχής του, π. χ. με εξαγορά της από τους απομένοντες εταίρους, είναι σαφές ότι μπορεί να θεωρηθεί ως « πώληση » όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα του χρονικού περιορισμού, ενώ, όπως είδαμε, δικαιοπραξία ανάλογη προς την πώληση ή την εκμίσθωση μπορεί να έχει ήδη συναφθεί κατά τον χρόνο της συστάσεως της εταιρίας.
30.
Το Finanzgericht αναφέρεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος της ποσότητας αναφοράς παύει να είναι μέλος της εταιρίας λόγω θανάτου, το δε εταιρικό του μερίδιο προσαυξάνει τα μερίδια των υπολοίπων εταίρων. Ανάλογα με τις περιστάσεις, τούτο μπορεί να θεωρηθεί ευκολότερα ως «πώληση» ή ως «κληρονομική διαδοχή». Νομίζω όμως ότι το πρόβλημα αυτό είναι προτιμότερο να εξαταστεί στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του ερωτήματος του Finanzgericht ( βλ. κατωτέρω, παράγραφοι 35 και 36 ).
β) Η έννοια των όρων « κληρονομική διαδοχή ή (...) ανάλογος προς την κληρονομική διαδοχή τρόπος»
31.
Υπενθυμίζω ότι το νέο άρθρο 7α, παράγραφος 1, ορίζει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως « με κληρονομική διαδοχή ή με ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή τρόπο », η ειδική ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται βάσει των συνήθων κανόνων περί ποσοτήτων αναφοράς. Επομένως, οι μεταβιβάσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την παράλληλη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς και όχι την απώλεια της. Με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός του, το Finanzgericht ερωτά πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έκφραση « μεταβίβαση με τρόπο ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή » και, ειδικότερα, αν η έκφραση αυτή καλύπτει την εκμίσθωση της επιχειρήσεως στον νόμιμο κληρονόμο του κατόχου της ποσότητας αναφοράς.
32.
Όπως και στην περίπτωση της ερμηνείας των όρων « πώληση » και « εκμίσθωση », νομίζω ότι το βασικό κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το αν η δικαιοπραξία αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της αγοραίας αξίας της ποσότητας αναφοράς και όχι στην εξασφάλιση της δυνατότητας του αρχικού κατόχου της ποσότητας αναφοράς να συνεχίσει τις γεωργικές του δραστηριότητες. Επιπλέον, είναι σαφές ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 7 και 7α του κανονισμού 1546/88, ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γεωργικές δραστηριότητες του κατόχου της ποσότητας αναφοράς συνεχίζονται από τους κληρονόμους του, οπότε στην περίπτωση αυτή οι κληρονόμοι πρέπει να δικαιούνται να διατηρήσουν την ποσότητα αναφοράς.
33.
Συνεπώς, καταρχήν, ως τρόποι μεταβιβάσεως « ανάλογοι » προς την κληρονομική διαδοχή μπορούν να θεωρηθούν οι συμφωνίες που συνάπτει εν ζωή ο κάτοχος της ποσότητας αναφοράς με τους εικαζομένους κληρονόμους του: βλ. την υπόθεση C-314/89, Rauh, προαναφερθείσα στο σημείο 14. Και πάλι, όμως, το αν μια συγκεκριμένη συμφωνία συνιστά « κληρονομική διαδοχή ή μεταβίβαση (... ) με τρόπο ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή » εξαρτάται από τις λεπτομέρειες της εν λόγω συμφωνίας. Υπάρχουν ορισμένοι τρόποι μεταβιβάσεως οι οποίοι δεν καλύπτονται από αυτήν την έκφραση, ακόμη και όταν πρόκειται για μεταβίβαση προς τον εικαζόμενο κληρονόμο: για παράδειγμα, όταν η εκμετάλλευση πωλείται σε τιμή που αντιπροσωπεύει την πλήρη αγοραία αξία της. Και πάλι, αρμόδιο να εξετάσει τις λεπτομέρειες της σχετικής μεταβιβάσεως, για να διαπιστώσει ποιος είναι ο σκοπός που επιδιώκεται κυρίως, είναι το εθνικό δικαστήριο.
34.
Στην περίπτωση εκμισθώσεως της εκμεταλλεύσεως σε εικαζόμενο κληρονόμο, και πάλι η σχετική δικαιοπραξία δεν πρέπει να αποτελεί έμμεσο τρόπο προς ρευστοποίηση της αξίας της ποσότητας αναφοράς. Ακόμη, αντικείμενο της ανωτέρω δικαιοπραξίας πρέπει να είναι η παροχή της δυνατότητας ασκήσεως γεωργικής δραστηριότητας μόνο στον εικαζόμενο κληρονόμο. Επομένως, εκμίσθωση σε εικαζόμενο κληρονόμο η οποία δεν μπορεί να καταγγελθεί ενόσο ζει ο κάτοχος της ποσότητας αναφοράς, χωρίς δυνατότητα υπεκμισθώσεως ή περαιτέρω παραχωρήσεως κατά τη διάρκεια της ανωτέρω περιόδου, μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ότι υπάγεται στην έννοια της « κληρονομικής διαδοχής ή της μεταβιβάσεως (...) με τρόπο παρεμφερή προς την κληρονομική διαδοχή », όσον αφορά την εφαρμογή του νέου άρθρου 7α, παράγραφος 1.
35.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι υποχρεωτικό να θεωρηθεί ως μεταβίβαση « ανάλογη » προς την κληρονομική διαδοχή κάθε μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου που συνδέεται με τον θάνατο του κατόχου της ποσόσητας αναφοράς. Για να επιστρέψω στο ζήτημα της μεταβιβάσεως εταιρικού μεριδίου λόγω θανάτου ενός εταίρου (βλ. ανωτέρω σημείο 30), ασφαλώς υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τούτο μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενεργειών καθαρά εμπορικής φύσεως. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, εντούτοις, θα πρέπει να καθοριστεί αν υπήρξε « πώληση » κατά τη στιγμή της συστάσεως της εταιρίας ή κατά τον χρόνο του θανάτου του κατόχου της ποσότητας αναφοράς. Αν και το τελευταίο χρονικό σημείο συνιστά τον χρόνο κατά τον οποίο το εταιρικό μερίδιο του κατόχου της ποσότητας αναφοράς περιέρχεται στους λοιπούς εταίρους, από την εξέταση των όρων της σχετικής συμφωνίας που συνήφθη κατά τη σύσταση της εταιρίας ενδέχεται να προκύψει ότι ήδη από τη σύσταση της εταιρίας υπήρχε μεταβίβαση ανάλογη προς « πώληση ».
36.
Αντίθετα, εάν ο παραγωγός συνέστησε την εταιρία με τους εικαζομένους κληρονόμους του, η μεταβίβαση του εταιρικού του μεριδίου μετά τον θάνατό του είναι πολύ φυσικό να θεωρηθεί ως τρόπος μεταβιβάσεως ανάλογος προς την κληρονομική διαδοχή, έστω και αν η μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου στους άλλους εταίρους είναι ζήτημα διεπόμενο ρητώς από την εταιρική συμφωνία και όχι από τη διαθήκη του κατόχου της ποσότητας αναφοράς. Και πάλι, η πραγματική φύση της σχετικής δικαιοπραξίας πρέπει να συναχθεί βάσει των όρων της συμφωνίας που συνήφθη κατά τον χρόνο συστάσεως της εταιρίας, είναι δε δυνατό να θεωρηθεί ότι υπήρξε ήδη τρόπος μεταβιβάσεως σύμφωνος προς την κοινοτική ρύθμιση κατά τον χρόνο της συστάσεως της εταιρίας.
Συμπέρασμα
37.
Συνεπώς προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του Finanzgericht:
« 1)
Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, είναι ανίσχυρο καθόσον περιορίζει την ειδική ποσότητα αναφοράς που προβλέπει η διάταξη σε 60 ο/ο της ποσότητας γάλακτος που παραδόθηκε ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά την περίοδο των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγούνται της υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής.
2)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να επηρεάζει το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89.
3)
α )
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 3α, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 764/89, οι όροι « πώληση » και « εκμίσθωση » έχουν την έννοια ότι περιλαμβάνουν κάθε μεταβίβαση που έχει ως αντικείμενο τη ρευστοποίηση της αξίας της ποσότητας αναφοράς, όχι όμως εκείνη η οποία έχει ως σκοπό να διευκολύνει τη συνέχιση της παραγωγής γάλακτος στο πλαίσιο της εκμεταλλεύσεως από τον κάτοχο της ποσότητας αναφοράς ή τους εικαζομένους κληρονόμους του.
β)
Η έκφραση « μεταβίβαση ( της εκμεταλλεύσεως ) με κληρονομική διαδοχή ή με τρόπο ανάλογο προς την κληρονομική διαδοχή » που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1 του άρθρου 7α του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει τις μεταβιβάσεις μεταξύ του αρχικού κατόχου της ποσότητας αναφοράς και των εικαζομένων κληρονόμων του οι οποίες έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν τη συνέχιση της παραγωγής γάλακτος στην εκμετάλλευση, όχι όμως εκείνες που αποσκοπούν στη ρευστοποίηση της αξίας της ποσότητας αναφοράς.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπον: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy