ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 28ης Φεβρουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ καθεστώς αδειών και ποσοστώσεων όσον αφορά τις συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και αρνούμενη να χορηγήσει άδειες στους ιδιώτες που προτίθενται να διενεργήσουν τέτοιες μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/130/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για ορισμένες συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών ( 1 ).
2.
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι « κάθε κράτος μέλος πρέπει, το αργότερο πριν την 1η Οκτωβρίου 1975, να ελευθερώσει τις συνδυασμένες μεταφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1 από κάθε καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών ». Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 79/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( 2 ), ως συνδυασμένες σιδηρο-δρομικές/οδικές μεταφορές νοούνται « οι οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών στις οποίες το φορτηγό, το ρυμουλκούμενο, το ημιρυμουλκούμενο (με ή χωρίς τον ελκυστήρα ), το κινητό αμάξωμα και το κοντέινερ μήκους 20 ποδών και άνω μεταφέρονται διά σιδηροδρόμου από τον πλησιέστερο προς το σημείο φορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό φορτώσεως έως τον πλησιέστερο προς το σημείο εκφορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό εκφορτώσεως ».
3.
Στο δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή επισημαίνει την ύπαρξη του ιταλικού διατάγματος της 4ης Ιουλίου 1985 ( 3 ), το οποίο θεσπίζει καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών όσον αφορά τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μεμονωμένου ελκυστήρα προοριζομένου αποκλειστικά για τη μεταφορά ρυμουλκούμενων ή ημιρυμουλκουμένων στο πλαίσιο διεθνούς συνδυασμένης μεταφοράς. Ενόψει της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, μεταγενέστερο διάταγμα της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 ( 4 ) εξαίρεσε από το πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος αυτού τις συνδυασμένες μεταφορές μεταξύ κρατών μελών. Το διάταγμα, όμως, αυτό καταργήθηκε με διάταγμα της 24ης Οκτωβρίου 1986 ( 5 ).
4.
Η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο, με ημερομηνία 25 Μαΐου 1987, με το οποίο της εφιστούσε την προσοχή στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 75/130/ΕΟΚ, και στη συνέχεια, στις 4 Ιουλίου 1988, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία καλούσε την εν λόγω κυβέρνηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα εντός δύο μηνών. Η αιτιολογημένη γνώμη δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.
5.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη της παραβάσεως. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η ελευθέρωση των συνδυασμένων σιδηροδρομικών/οδικών μεταφορών δεν έχει εφαρμογή όσον αφορά τη μετακίνηση του ελκυστήρα από τους χώρους της επιχειρήσεως έως τον σιδηροδρομικό σταθμό φορτώσεως ούτε όσον αφορά τη μετακίνηση του ελκυστήρα από τον σιδηροδρομικό σταθμό εκφορτώσεως έως το σημείο εκφορτώσεως, όταν ο ελκυ-στήρας δεν έχει μεταφερθεί σιδηροδρομικώς, κάθε μία δε από τις μετακινήσεις αυτές διενεργείται εντός ενός και του αυτού κράτους μέλους ( « μη συνοδευόμενη μεταφορά » ). Προς υποστήριξη της απόψεως της, η καθής κυβέρνηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 6 της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, το οποίο ορίζει ότι η οδηγία αυτή « δεν τροποποιεί τους όρους που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και την πρόσβαση στην αγορά των μεταφορών ». Η καθής αναγνωρίζει μεν, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της, ότι το οδικώς διενεργούμενο τμήμα της « μη συνοδευόμενης μεταφοράς » εμπίπτει στην έννοια της διεθνούς συνδυασμένης μεταφοράς κατά το τροποποιημένο άρθρο 1 της οδηγίας, θεωρεί όμως ότι το νομικό καθεστώς των μη συνοδευομένων μεταφορών δεν μπορεί να είναι ίδιο με το καθεστώς που ισχύει για τις συνοδευόμενες μεταφορές.
6.
Οφείλω να πω ευθύς εξ αρχής ότι δεν θεωρώ την άποψη αυτή βάσιμη. Έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να μεταφέρουν σιδηροδρομικώς τον ελκυστήρα, μαζί με το φορτίο, προκειμένου να μπορούν να επωφεληθούν της ελευθερώσεως των διεθνών συνδυασμένων μεταφορών. Από οικονομικής απόψεως, η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται για τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες άσκοπη δαπάνη. Συνεπώς, αντιβαίνει άμεσα στον σκοπό της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οποίας « η χρησιμοποίηση της οδικής/σιδηροδρομικής μεθόδου (...) είναι οικονομικά πλεονεκτική προκειμένου περί μεγάλων αποστάσεων ».
7.
Από νομικής απόψεως, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στις διατάξεις ούτε στη γενική οικονομία της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ. Πράγματι, το άρθρο 1 της οδηγίας, όπως έχει μετά την τροποποίηση του από την οδηγία 79/5/ΕΟΚ, απαριθμώντας τις σιδηροδρομικώς μεταφερόμενες μονάδες, δεν αναφέρει την νποχρεωνική μεταφορά του ελκυστήρα και, επιπλέον, διευκρινίζει ότι το ημιρυμουλκούμενο μπορεί να μεταφερθεί σιδηροδρομικώς με ή χωρίς τον ελκυστήρα. Αναμφισβήτητα, η αρχική διατύπωση του άρθρου αυτού, όπως είχε κατά την έκδοση της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, ήταν διφορούμενη. Ο εκλυστήρας περιλαμβανόταν τότε στην εν λόγω απαρίθμηση και δεν υπήρχε στο κείμενο η μνεία « ( με ή χωρίς τον ελκυστήρα ) ». Μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 79/5/ΕΟΚ καμία αμφιβολία δεν είναι πλέον δυνατή. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει, παρεμπιπτόντως, ήδη κρίνει, με απόφαση της 7ης Ιουλίου 1987 ( 6 ), ότι υπάρχει διεθνής συνδυασμένη μεταφορά ανεξαρτήτως του αν το φέρον τη μηχανή όχημα μεταφέρεται ή όχι σιδηροδρομικώς μαζί με το ρυμουλκούμενο ( 7 ).
8.
Ασφαλώς η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το σημείο αυτό, κατά την άποψη της όμως από τις διατάξεις της οδηγίας απορρέουν δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, αναλόγως του αν η συνδυασμένη μεταφορά είναι ή δεν είναι « συνοδευόμενη ». Η ισχύς του διπλού αυτού καθεστώτος δεν συνάγεται από το γράμμα της οδηγίας. Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, η ελευθέρωση από κάθε καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών αφορά όλες τις συνδυασμένες μεταφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1. Συνεπώς, αν οι « μη συνοδευόμενες » συνδυασμένες μεταφορές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως, πρέπει να τύχουν εφαρμογής στην περίπτωση τους τα μέτρα ελευθερώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 2.
9.
Εξάλλου, όπως ανέφερε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, το άρθρο 6 αναφέρεται αφενός στους σχετικούς με την τεχνογνωσία και τις τεχνικές δυνατότητες όρους τους οποίους πρέπει να πληρούν οι επιχειρή-σεις που προτίθενται να διενεργήσουν οδικές μεταφορές και, αφετέρου, στις γενικές άδειες που χορηγούνται από τις διοικητικές υπηρεσίες των κρατών μελών και επιτρέπουν στις επιχειρήσεις την πραγματική άσκηση του επαγγέλματος του μεταφορέα. Αντιθέτως, το άρθρο 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όσον αφορά το δικαίωμα των επιχειρήσεων αυτών να διενεργήσουν συγκεκριμένες οδικές μεταφορές αποτελούσες τμήμα διεθνούς συνδυασμένης μεταφοράς, δικαίωμα του οποίου η άσκηση πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 της οδηγίας, να ελευθερωθεί από κάθε μέτρο ποσοστώσεων ή παροχής αδειών. Συνεπώς, το άρθρο 6 της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνον ενόψει των ακοπών της οδηγίας και της γενικής της οικονομίας, λαμβανομένων δηλαδή υπόψη των λοιπών διατάξεων της και, ιδίως, των διατάξεων του άρθρου 2. Επομένως, η προαναφερθείσα οδηγία δεν θίγει μεν τις θεσπιζόμενες από τα εθνικά δίκαια προϋποθέσεις προσβάσεως των επιχειρήσεων στην αγορά των μεταφορών, όμως οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να μην επηρεάζεται η ελευθέρωση των διεθνών συνδυασμένων μεταφορών. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της, η ερμηνεία που προτείνω δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 6.
10.
Τέλος, η άποψη του καθού κράτους δεν συμβιβάζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «η μεταφορά θεωρείται ως ενιαία ενέργεια από το σημείο αναχωρήσεως μέχρι το σημείο αφίξεώς της » ( 8 ).
11.
Η Ιταλική Κυβέρνηση, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της, παραθέτει ένα κείμενο στα ιταλικά, το οποίο, όπως φαίνεται, είναι ένα προπαρασκευαστικό έγγραφο εργασίας της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, από το οποίο προκύπτει, κατά την καθής, ότι η άποψη της θεωρείται από την Επιτροπή ως η νυν ισχύουσα στο κοινοτικό δίκαιο ρύθμιση. Πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι η άποψη ενός κοινοτικού οργάνου ως προς το περιεχόμενο ενός κειμένου δεν μπορεί να υπερισχύσει των σαφών διατάξεων του κειμένου αυτού. Εξάλλου, η εν λόγω πράξη αποτελεί εσωτερικό έγγραφο της Επιτροπής, το οποίο δεν εκφράζει την επίσημη θέση του οργάνου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, μόνο με την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής μας δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσουμε τη θέση αρχής της Επιτροπής επί των θεμάτων που μας απασχολούν. Τέλος, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το έγγραφο αυτό, δεν είναι βέβαιο ότι το περιεχόμενό του συνηγορεί απόλυτα υπέρ της θέσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως. Πράγματι, το έγγραφο αυτό, όχι μόνο δεν αποτελεί απλώς σχολιασμό της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ, αλλά, αντιθέτως, αναφέρει ότι, παρά την ύπαρξη της οδηγίας, «le misure d'attuazione adottate dagli Stati membri non hanno dato luogo alla creazione di un libero mercato » και επισημαίνει τα εμπόδια τα οποία υφίστανται ακόμα εξ αιτίας των εθνικών νομοθεσιών. Εξάλλου, όσον αφορά την κατάσταση στην Ιταλία, το εν λόγω έγγραφο αναφέρεται στην παρούσα διαδικασία: « (...) soltanto l'Italia applica restrizioni quantitative per i trasportatori nazionali ( dinanzi alla Corte ) ». Συνεπώς, η ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου δεν εμποδίζει την αναγνώριση της παραβάσεως.
12.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ καθεστώς αδειών και ποσοστώσεων όσον αφορά τις συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και αρνούμενη να χορηγήσει άδειες στους ιδιώτες που προτίθενται να διενεργήσουν τέτοιες μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/130/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για ορισμένες συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών·
2)
να καταδικάσει το καθού κράτος στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του παρεμβαίνοντος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 244.
( 2 ) Περί τροποποιήσεως της οδηγίας 75/130/ΕΟΚ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 94).
( 3 ) GURI αριθ. 197 της 22.8.1985.
( 4 ) GURI αριθ. 219 της 20.9.1986, σ. 18.
( 5 ) GURI αριθ. 263 της 12.11.1986, σ. 8.
( 6 ) Υπόθεση 420/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2983 ).
( 7 ) Σκέψεις 6 και 7.
( 8 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, υπόθεση 2/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1985, σ. 1127, σκέψη 16 ).
Full & Egal Universal Law Academy