ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 29ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαστές,
1.
Για μία ακόμη φορά, η αίτηση αυτή για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς παραγωγής γάλακτος σε αγρότες, των οποίων το επίπεδο παραγωγής γάλακτος έχει επηρεαστεί από εξαιρετικά γεγονότα.
2.
Θα υπομνήσω ότι, προκειμένου να συγκρατηθεί η παραγωγή γάλακτος, ο κανονισμός ΕΟΚ 856/84 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού ΕΟΚ 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, εισήγαγε μία εισφορά, προστιθέμενη στην εισφορά συνυπευθυνότητας, επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδίδονται πέρα μιας ποσότητας αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (ΕΕ L 90, σ. 10). Για τη θέση σε εφαρμογή του συστήματος των εισφορών, τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων. Κατά την εναλλακτική λύση Α, η εισφορά οφείλεται από τους παραγωγούς γάλακτος επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν σε ένα αγοραστή και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου, υπερβαίνουν μία ποσότητα αναφοράς που έχει χορηγηθεί στον εν λόγω παραγωγό. Κατά την εναλλακτική λύση Β, στον αγοραστή εναπόκειται να πληρώσει την εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν από τους παραγωγούς και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, υπερβαίνουν συγκεκριμένη ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγήθηκαν εντός ενός κράτους μέλους δεν πρέπει να υπερβαίνει μία συνολική εγγυημένη ποσότητα, η οποία ισούται με την ποσότητα γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που παραδόθηκε εντός του εν λόγω κράτους μέλους κατά το 1981, προσαυξημένη κατά 1 ο/ο.
3.
Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής του συστήματος των εισφορών και, ιδίως, ο καθορισμός των ποσοτήτων αναφοράς, προβλέπονται στον κανονισμό ΕΟΚ 857/84 του Συμβουλίου ( ΕΕ L 90, σ. 13 ). Όταν εφαρμόζεται η εναλλακτική λύση Α, η ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε σε ένα παραγωγό (δηλαδή η ποσότητα που απαλλάσσεται της συμπληρωματικής εισφοράς ) πρέπει, καταρχήν, να είναι ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1981 ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ). Πάντως, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η ποσότητα αναφοράς θα είναι ίση προς την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους 1982 ή 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μη ξεπεραστεί η συνολική εγγυημένη ποσότητα για το εν λόγω κράτος μέλος ( άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη φράση). Το εν λόγω ποσοστό μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που πρόκειται να καθορίσει η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς, την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή κατά την ίδια χρονική περίοδο (άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη φράση ). Εξάλλου, τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ).
4.
Το άρθρο 3 προβλέπει τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς σε περίπτωση ιδιαίτερων καταστάσεων. Το άρθρο 3, ψηφίο 3, αναφέρεται στα εξαιρετικά γεγονότα και προβλέπει ότι « οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή, κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, έχει επηρεασθεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, επιτυγχάνουν, ύστερα από αίτηση τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983 ». Η περίπτωση επιζωοτίας που πλήττει το σύνολο ή τμήμα του ζωικού κεφαλαίου γαλακτοπαραγωγής του παραγωγού περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καταστάσεων που δικαιολογούν την επιλογή ενός εναλλακτικού έτους αναφοράς, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 3, ψηφίο 3.
5.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής ( ΕΕ L 132, σ. 11 ) καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, διευκρινίζει τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη από τα κράτη μέλη σε περίπτωση που, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, μεταβάλουν το ποσοστό προκειμένου να καθορίσουν τις ποσότητες αναφοράς. Το άρθρο 3 προσθέτει ορισμένες περιπτώσεις στον κατάλογο των ιδιαίτερων καταστάσεων κατά τις οποίες δικαιολογείται η χρησιμοποίηση ενός άλλου έτους αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84.
6.
Για την εφαρμογή του συστήματος των συμπληρωματικών εισφορών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε να εφαρμόσει την εναλλακτική λύση Α και όρισε το έτος 1983 ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Οι εθνικοί κανόνες εφαρμογής, που περιέχονται στην Milch-Garantiemengen-Verordnung (κανονιστική απόφαση σχετικά με τις εγγυημένες ποσότητες γάλακτος) της 25ης Μαΐου 1984, προέβλεπαν ότι η ποσότητα που χορηγείται ατομικά στους παραγωγούς έπρεπε να αντιστοιχεί στην ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε σε ένα αγοραστή κατά το 1983, μειωμένη κατά 4% (άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη φράση). Όταν η παραδοθείσα κατά το 1983 ποσότητα ήταν ανώτερη από αυτή που παραδόθηκε κατά το 1981, η ποσότητα αναφοράς μειωνόταν κατά ένα επιπλέον ποσοστό που μπορούσε να φθάσει μέχρι το 5 ο/ο, σύμφωνα με ένα υπολογισμό χαρακτηριζόμενο « Steigerungsabzug » ή μείωση, που βασίζεται στην αύξηση της παραγωγής ( άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, όπως τροποποιήθηκε με μία νέα εθνική κανονιστική απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984).
7.
Ο Berkenheide, προσφεύγων της κύριας δίκης, είναι παραγωγός γάλακτος. Κατά τη Διάταξη περί παραπομπής, παρέδωσε στο γαλακτοκομείο, τον αγοραστή, 114306 κιλά γάλακτος το 1980, 105970 κιλά το 1981, 102472 κιλά το 1982 και 121721 κιλά το 1983. Η ποσότητα αναφοράς που του χορηγήθηκε υπολογίστηκε με βάση τις παραδόσεις του κατά το 1983 μειωμένες κατά 4 ο/ο, δηλαδή περίπου 116900 κιλά και, δεδομένου ότι οι παραδόσεις του κατά το 1983 ήταν υψηλότερες από ό,τι το 1981, η ποσότητα αυτή μειώθηκε περαιτέρω, κατά 4,9 ο/ο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να του χορηγηθεί ποσότητα 110900 κιλών γάλακτος.
8.
Ο Berkenheide αμφισβήτησε τη χορήγηση αυτή, ισχυριζόμενος ότι η επιπλέον μείωση κατά 4,9θ/ο δεν ήταν δικαιολογημένη στην περίπτωση του και ότι, επομένως, είχε δικαίωμα για ποσότητα 116900 κιλών. Τόνισε δε ότι η εκμετάλλευση του είχε πληγεί από επιδημία μαστίτιδας το 1981 και το 1982 και ότι με ένα πιστοποιητικό της 20ής Μαΐου 1986, εκδοθέν από το Landwirtschaftskammer Westfalen-Lippe, είχε αναγνωριστεί ότι η παραγωγή του γάλακτος κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών είχε επηρεαστεί από ένα εξαιρετικό γεγονός κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84. Ο Berkenheide ισχυρίστηκε ότι, για την εφαρμογή της επιπλέον μειώσεως που προβλέπεται από την εθνική κανονιστική ρύθμιση, το άρθρο 3, ψηφίο 3, του επέτρεπε να χρησιμοποιήσει όχι την πραγματική του παραγωγή κατά το 1981 αλλά, αντιθέτως, την ποσότητα που θα είχε παραγάγει, αν δεν είχε ενσκήψει η εν λόγω επιδημία μαστίτιδας. Αν ληφθούν ως σημεία αναφοράς τα εν λόγω θεωρούμενα ως ορθά στοιχεία, είναι σαφές ότι δεν υπήρξε αύξηση της παραγωγής του μεταξύ των ετών 1981 και 1983 και ότι δεν έπρεπε να μειωθεί περαιτέρω η ποσόστωση του.
9.
Κρίνοντας ότι κατά τη δίκη ανέκυπτε ζήτημα κοινοτικού δικαίου, το Finanzgericht Düsseldorf υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Υφίσταται παράβαση του άρθρου 3, ψηφίο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( ΕΕ L 90, σ. 13 ), σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984 ( ΕΕ L 132, σ. 11 ), σε περίπτωση που το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, της γερμανικής αποφάσεως της 25ης Μαΐου 1984 ( BGBl. 1984 Ι, σ. 720 ), όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη τροποποιητική απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1984 ( BGBl. 1984 Ι, σ. 1255), ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η γαλακτοκομική παραγωγή είχε επηρεασθεί κατά το ημερολογιακό έτος 1981 από ένα εξαιρετικό γεγονός (επιζωοτία) κατά την έννοια των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων, δεν λαμβάνεται ως βάση, κατά τον υπολογισμό της μειώσεως που βασίζεται στην αύξηση της παραγωγής, η κατά το έτος 1981 πράγματι παραχθείσα ποσότητα γάλακτος, αλλά η ποσότητα την οποία ο γαλακτοπαραγωγός κατ' εκτίμηση θα είχε παραγάγει αν δεν είχε συμβεί το εν λόγω γεγονός; »
10.
Όπως έχει διατυπωθεί, το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα αποσκοπεί στο να καταδειχθεί ότι συγκεκριμένη ερμηνεία διατάξεως του εθνικού δικαστού συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Βεβαίως, δεν έχει αρμοδιότητα το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης. Πάντως, εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου υπό την έννοια ότι με αυτό ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει αν, όταν ένα κράτος μέλος επέλεξε το 1983 και όχι το 1981 ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και προβλέπει με την εθνική του εκτελεστική κανονιστική ρύθμιση μία επιπλέον μείωση των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών, των οποίων το ύψος παραγωγής γάλακτος κατά το 1983 ήταν υψηλότερο από ό,τι το 1981, το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 έχει την έννοια ότι ένας παραγωγός μπορεί να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει υπόψη, προκειμένου να αποφασίσει αν η ποσόστωση του πρέπει να μειωθεί τόσο, το γεγονός ότι το 1981η παραγωγή του γάλακτος επηρεάστηκε από ένα εξαιρετικό γεγονός. Με άλλα λόγια, μπορεί ένας παραγωγός να επικαλεστεί το άρθρο 3, ψηφίο 3, προκειμένου να αντιταχθεί στην ως προς αυτόν εφαρμογή της συμπληρωματικής μειώσεως;
11.
Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Το άρθρο 3, ψηφίο 3, επιτρέπει στον παραγωγό να επιλέξει ένα άλλο έτος αναφοράς κατά την περίοδο μεταξύ 1981 και 1983, όταν η παραγωγή του γάλακτος έχει επηρεαστεί από ένα εξαιρετικό γεγονός κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που έχει επιλέξει το οικείο κράτος μέλος.Ομως, στην παρούσα περίπτωση, ρ Berkenheide δεν ζητεί ένα άλλο έτος αναφοράς και, εν πάση περιπτώσει, το 1981 και το 1982 επηρεάστηκε η γαλακτοκομική του παραγωγή από ένα εξαιρετικό γεγονός (δηλαδή την επιδημία μαστίτιδας) και όχι το 1983, που ορίσθηκε ως έτος αναφοράς από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
12.
Η νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στην απόφαση που εκδόθηκε στην, υπόθεση 84/87, Erpelding κατά Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας (Συλλογή 1988, σ. 2647), επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 πρέπει να ερμηνευτεί αυστηρά. Στην υπόθεση εκείνη, ένας παραγωγός του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή είχε επηρεαστεί από ένα εξαιρετικό γεγονός ( όπως στην παρούσα περίπτωση, από επιδημία μαστίτιδας) κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1981 και 1983 ζήτησε να ληφθεί υπόψη, για τον καθορισμό της ποσοστώσεως του, είτε η ποσότητα που παραδόθηκε κατά τη διάρκεια ενός έτους πριν από το 1981 είτε η θεωρητική ποσότητα που θα είχε παραδώσει, αν δεν είχε επέλθει το εξαιρετικό γεγονός. Το Δικαστήριο έκρινε:
« Όπως προκύπτει από την οικονομία και τον σκοπό της, η σχετική ρύθμιση απαριθμεί περιοριστικά τις καταστάσεις στις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων, για τον καθορισμό των οποίων περιέχει σαφείς διατάξεις. » ( Σκέψη 18.)
13.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι το άρθρο 3, ψηφίο 3, του κανονισμού 857/84 δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να βοηθήσει τον Berkenheide. Πάντως, με μία γραπτή ερώτηση προς τη γερμανική κυβέρνηση και την Επιτροπή, το Δικαστήριο ζήτησε να πληροφορηθεί αν το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εξεταστεί εν αναφορά προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, παρά εν αναφορά προς το άρθρο 3, ψηφίο 3, και οι δύο απάντησαν καταφατικά. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, καθιστά δυνατό σε ένα κράτος μέλος να προβλέπει ότι η ποσόστωση πρέπει να είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε το 1982 ή το 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που αποσκοπεί στο να μη ξεπεραστεί η συνολική εγγυημένη ποσότητα από το άθροισμα των ατομικών ποσοστώσεων και να προσαρμοστεί το εν λόγω ποσοστό σε σχέση προς ορισμένο αριθμό παραγόντων, περιλαμβανομένης της εξελίξεως των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς κατά την περίοδο μεταξύ 1981 και 1983. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβλεψε στην εκτελεστική κανονιστική της ρύθμιση μία πρώτη μείωση 4 ο/ο για όλες τις ποσοστώσεις και μία επιπλέον μείωση που μπορούσε να φθάνει μέχρι 5% σχετικά με τους παραγωγούς, των οποίων η παραγωγή γάλακτος αυξήθηκε μεταξύ του 1981 και του 1983. Κατ' ουσίαν, η διαφορά στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται στην εν λόγω επιπλέον μείωση.
14.
Αν το προδικαστικό ερώτημα αναμορφωθεί ενόψει του άρθρου 2, παράγραφος 2, μπορεί να γίνει αντιληπτό υπό την έννοια ότι με αυτό ερωτάται αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει το 1983 ως έτος αναφοράς και κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στη δεύτερη φράση του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, για να μεταβάλει το ποσοστό που εφαρμόζεται κατά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς για τους παραγωγούς, έτσι ώστε να προβλέπει στην εθνική εκτελεστική κανονιστική του ρύθμιση μία επιπλέον μείωση των ποσοτήτων αναφοράς, των οποίων το επίπεδο παραγωγής ήταν υψηλότερο το 1983 από ό,τι το 1981, ένας παραγωγός μπορεί να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει υπόψη, προκειμένου να αποφασίσει αν η ποσόστωση του πρέπει να μειωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, το γεγονός ότι το 1981η γαλακτοκομική του παραγωγή επηρεάστηκε από ένα εξαιρετικό γεγονός.
15.
Κατά τη γνώμη μου, στο εναλλακτικό αυτό ερώτημα πρέπει επίσης να δοθεί αρνητική απάντηση. Η δεύτερη φράση του άρθρου 2, παράγραφος 2, παρέχει σε ένα κράτος μέλος τη δυνατότητα να προσαρμόσει το προηγουμένως θεσπισθέν ποσοστό προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η συνολική εγγυημένη ποσότητα δεν έχει ξεπεραστεί. Πάντως, αν ένα κράτος μέλος κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, πρέπει να αναφέρεται σε ένα ή περισσότερους από τους γενικούς αντικειμενικούς παράγοντες που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1371/84. Δεν υπάρχει τίποτε στη διατύπωση των διατάξεων αυτών που να επιτρέπει τη σκέψη ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει υπόψη την κατάσταση ατομικών παραγωγών κατά τη μεταβολή του ποσοστού.
16.
Κατά τη γνώμη μου, και αυτή η ερμηνεία αποκλείεται επίσης από το σύστημα της κανονιστικής ρυθμίσεως θεωρούμενης στο σύνολο της. Όπως έχω ήδη πει, στην προαναφερθείσα υπόθεση 84/87, Ėrpelding, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο κανονισμός 857/84 διατυπώνει ακριβείς κανόνες σχετικά με τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς. Για τον λόγο αυτό, ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης ενδείξεως στο άρθρο 2, παράγραφος 2, οι ατομικές δυσχερείς καταστάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως. Επιπλέον δε, το άρθρο 3, ψηφίο 3, αναφέρεται ήδη στις δυσχερείς καταστάσεις και, δίδοντας στους παραγωγούς, των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεαστεί από ένα εξαιρετικό γεγονός κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που έχει επιλέξει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, τη δυνατότητα να επιλέξουν ένα άλλο έτος αναφοράς εντός της περιόδου 1981 και 1983, ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των εν λόγω παραγωγών ( 84/87, Erpelding, σκέψη 28 ).
17.
Τέλος, κατά τη γνώμη μου, το να καθίσταται δυνατό στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, την ατομική κατάσταση παραγωγών όπως ο Berkenheide μπορεί, επίσης, να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του δικαίου και την αποτελεσματικότητα του συστήματος των εισφορών. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι δεν είναι δυνατόν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1371/84, να μπορεί ο Berkenheide να αντιταχθεί στην εφαρμογή της επιπλέον μειώσεως της ποσοστώσεως του που προβλέπεται από την εθνική κανονιστική ρύθμιση.
18.
Συνεπώς, θεωρώ ότι στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«Τόσο οι διατάξεις του άρθρου 3, ψηφίο 3, του κανονισμού ΕΟΚ 857/84 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 3, του κανονισμού ΕΟΚ 1371/84 της Επιτροπής, όσο και οι διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει το 1983 και όχι το 1981 ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και προβλέπει στην εθνική εκτελεστική κανονιστική του ρύθμιση μία επιπλέον μείωση των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών, των οποίων το επίπεδο γαλακτοκομικής παραγωγής ήταν υψηλότερο το 1983 από ό,τι το 1981, ένας παραγωγός δεν μπορεί να απαιτήσει από το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει υπόψη, όταν εφαρμόζει ως προς αυτόν την εν λόγω επιπλέον μείωση, το γεγονός ότι το 1981η γαλακτοκομική του παραγωγή επηρεάστηκε από ένα εξαιρετικό γεγονός. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy