ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 6ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι ώκαστες,
1.
Οι επιπτώσεις ενός λάθους της εθνικής διοικήσεως στον τελωνειακό τομέα έναντι των καλόπιστων επιχειρηματιών αποτελεί εκ νέου το αντικείμενο προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο από το Finanzgericht Hamburg ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Το Δικαστήριο έχει ήδη, πράγματι, κληθεί να αποφανθεί επί παρόμοιων δυσχερειών στην απόφαση Binder ( 1 ).
2.
Το Δικαστήριο γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983, η εταιρία Erwin Behn Verpackungsbedarf GmbH ( στο εξής: εταιρία Behn ) εισήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από το Βασίλειο της Ισπανίας, που δεν είχε ακόμη προσχωρήσει στην Κοινότητα, και από άλλες τρίτες χώρες, αλεύκαστο χαρτί για σάκους μεγάλης περιεκτικότητας υπαγόμενο στη δασμολογική διάκριση 48.01 Γ II α του κοινού δασμολογίου. Τα εμπορεύματα αυτά διασαφήζονταν κάθε μήνα υπό το σύστημα της γενικής διασαφήσεως. Το Hauptzollamt του Itzehoe υπολόγισε τους δασμούς με συντελεστές 3 και 7,5 ο/ο, σύμφωνα με τις πραγματοποιηθείσες από την Behn διασαφήσεις και τις ενδείξεις που αναφέρονταν την εποχή εκείνη στο γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως. Όμως, ο εφαρμοστέος συντελεστής κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες για τα χαρτιά και τα χαρτόνια kraft για σάκους μεγάλης περιεκτικότητας ανερχόταν σε 8 % για το έτος 1983. Εξάλλου, ήταν ταυτόσημος με αυτόν του έτους 1982. Για τις εισαγωγές των ίδιων προϊόντων από το Βασίλειο της Ισπανίας, ο συνήθης συντελεστής 8 % επηρεαζόταν από έναν συντελεστή μειώσεως 60 %, ανερχόταν επομένως σε 3,2θ/ο, από της εκδόσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1524/70 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1970, περί συνάψεως συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ισπανίας και περί θεσπίσεων διατάξεων για την εφαρμογή της ( 2 ). Το Hauptzollamt, βασιζόμενο στο γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως, εφάρμοσε εκ λάθους τον συντελεστή 7,5 ο/ο και, επομένως, τον μειωμένο συντελεστή 3 ο/ο, οι οποίοι αφορούσαν, από της θεσπίσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3000/82 του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1982 ( 3 ), το χαρτί και τα χαρτόνια kraft μη κατονομαζόμενα. Το γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 151/83 απόφαση του ομοσπονδιακού Υπουργού των Οικονομικών, της 17ης Αυγούστου 1983.
3.
Με τρεις αποφάσεις, της 19ης και 26ης Οκτωβρίου και της 2ας Νοεμβρίου 1983, το Hauptzollamt εισέπραξε εκ των υστέρων συνολικώς 4866,40 γερμανικών μάρκων ( DM ) ως μη εισπραχθέντες δασμούς. Εντούτοις, η εταιρία Behn άσκησε ένσταση κατά των τριών αυτών αποφάσεων. Κατ' εφαρμογήν της διαδικασίας του κανονισμού (ΕΟΚ) 1573/80 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1980 ( 4 ), και, ιδίως, του άρθρου του 4, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή ζητώντας τη λήψη αποφάσεως. Η Επιτροπή αποφάσισε, στις 4 Νοεμβρίου 1985, ότι έπρεπε να πραγματοποιηθεί η εκ των υστέρων είσπραξη.
4.
Το Finanzgericht Hamburg, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά, υπέβαλε εν συνεχεία στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα, στα οποία πρόκειται για το κύρος της προαναφερθείσας αποφάσεως της 4ης Νοεμβρίου 1985, αλλά τα οποία κατ' ουσίαν αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979 ( 5 ).
5.
Το εν λόγω άρθρο 5 προβλέπει τρεις περιορισμούς του δικαιώματος της εκ των υστέρων εισπράξεως:
—
αποκλείεται παντελώς οποιαδήποτε ενέργεια προς τον σκοπό αυτό οσάκις το εισπραχθέν ποσό, κατώτερο του νομίμως οφειλομένου ποσού, υπολογίστηκε βάσει πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες τις δεσμεύουν (παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση)·
—
ομοίως αποκλείεται οποιαδήποτε ενέργεια οσάκις το ίδιο αυτό ποσό υπολογίσθηκε βάσει διατάξεων γενικού χαρακτήρα που μεταγενεστέρως ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση (παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση)·
—
οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη συνεπεία λάθους που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον φορολογούμενο (παράγραφος 2 ).
6.
Απ' όσο φαίνεται, οι διατάξεις της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 5 δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας. Αντιθέτως, όσον αφορά τη διάταξη της παραγράφου 2, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αναγνωρίσει ότι η διάταξη αυτή
«... πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εφόσον συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να μην πραγματοποιηθεί η είσπραξη των δασμών » ( 6 ).
Επιπλέον, ανέλυσε τις διατάξεις της παραγράφου αυτής στην απόφαση Binder.
7.
Το πρώτο ερώτημα αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, και το δεύτερο την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου. Εντούτοις, θα εξετάσω πρώτα το δεύτερο ερώτημα καθόσον, όπως έχω τονίσει στις προτάσεις μου στην υπόθεση Binder ( 7 ), αν το εν λόγω λάθος συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, η « εκ των υστέρων » είσπραξη είναι απολύτως αδύνατη. Μόνο εάν δεν συμβαίνει αυτό εναπόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει αν πρέπει ή όχι να πραγματοποιηθεί η « εκ των υστέρων » είσπραξη, ενόψει των διατάξεων της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου.
8.
Είναι γνωστό ότι, στον τελωνειακό τομέα, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τις εθνικές διοικητικές υπηρεσίες τη γνώμη τους ως προς ορισμένα σημεία της ρυθμίσεως σχετικά με τα εμπορεύματα που επιθυμεί να διασαφήσει. 'Ομως, κατά τη θεωρία, η γνώμη που παρέχεται κατ' αυτόν τον τρόπο από τις τελωνειακές υπηρεσίες δεν έχει καμία νομική αξία και αποτελεί μόνο απλή πληροφορία που δεν δεσμεύει τη διοίκηση ( 8 ). Η αναφορά στο άρθρο 5, παράγραφος 1, των « πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες τις αρμόδιες αρχές και οι οποίες δεσμεύουν αυτές » απέβλεπε στο να ληφθεί υπόψη το σύστημα του γερμανικού δικαίου των « υποχρεωτικών δασμολογικών πληροφοριών » ( « Verbindliche Zolltarif Auskünfte » ), παρασχεθέν δυνάμει της παραγράφου 23 του γερμανικού τελωνειακού νόμου της 14ης Ιουνίου 1961 ( 9 ), ως προς το οποίο το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση Siemers ( 10 ) ότι συμβιβάζεται προς το κοινό δασμολόγιο. Επομένως, πρόκειται για το ερώτημα αν είναι δυνατό να περιληφθεί στην έννοια των « πληροφοριών που δόθηκαν από αυτές τις ίδιες αρμόδιες αρχές » το γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως, που είναι κείμενο γενικού χαρακτήρα, ή αν πρέπει να περιοριστεί η έννοια αυτή μόνο στις ακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν από τη διοίκηση σε ορισμένο επιχειρηματία και που αφορούν την εισαγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων.
9.
Νομίζω ότι, ως προς το σημείο αυτό, η δεύτερη άποψη είναι η μόνη ορθή. Πράγματι, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες αποκλείεται η δυνατότητα της « εκ των υστέρων » εισπράξεως: είτε όταν το λάθος οφείλεται σε « πληροφορίες » που δόθηκαν από την ίδια την αρμόδια αρχή (πρώτη περίπτωση), είτε όταν το λάθος οφείλεται σε « διατάξεις γενικού χαρακτήρα που μεταγενεστέρως ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση » (δεύτερη περίπτωση). Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να περιλάβει στην κακώς ορισθείσα έννοια των « πληροφοριών » διατάξεις γενικού χαρακτήρα, όπως οι διοικητικές οδηγίες ή τα κείμενα κανονιστικής φύσεως, θα είχε επίσης αναφέρει στην πρώτη περίπτωση την έκφραση « διατάξεις γενικού χαρακτήρα » που αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση. Κατόπιν αυτού, το άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο δεν είναι παρά η εφαρμογή της αρχής της αιτιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να εκλαμβάνεται υπό την έννοια ότι η εν λόγω εμπιστοσύνη μπορεί να βασίζεται είτε σε μια ειοική πληροφορία που δόθηκε από τις τελωνειακές υπηρεσίες στον προβαίνοντα σε τελωνειακή διασάφηση ή σε οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο επιχειρηματία, είτε σε ένα καμένο γενικού χαρακτήρα που μεταγενεστέρως ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση. Αντιθέτως, η αιτιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί, ελλείψει δικαστικής αποφάσεως περί ακυρώσεως, να βασίζεται σε ένα κείμενο γενικής ισχύος αντίθετο προς τις διατάξεις που έχουν νομική ισχύ. Διαφορετική απόφαση ως προς αυτό θα κατέληγε στην ανατροπή της ιεραρχίας των νομικών κανόνων. Εξάλλου, αυτή τη λύση δίνει το γερμανικό δίκαιο εφόσον το Bundesfinanzhof ( 11 ) έκρινε με απόφαση ότι ο φορολογούμενος δεν μπορεί να επικαλεστεί την εμπιστοσύνη του στο κύρος των διατάξεων αποφάσεως του ομοσπονδιακού Υπουργού των Οικονομικών αντίθετης προς διατάξεις νομοθετικής φύσεως. Κατά το δικαστήριο αυτό, η αντίθετη λύση θα καθιστούσε δυνατή την κατάργηση των νομοθετικών διατάξεων με μια διοικητική απόφαση γενικού χαρακτήρα. Επομένως, η αιτιολογημένη εμπιστοσύνη μπορεί να προστατεύεται μόνο στο πλαίσιο συγκεκριμένης νομικής σχέσεως μεταξύ της αρμοδίας διοικητικής αρχής και του φορολογουμένου!
10.
Επομένως, το γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως, λαμβάνοντας υπόψη τον γενικό και ενδεικτικό του χαρακτήρα, καθόσον συγκεντρώνει κανόνες εθνικού και κοινοτικού δικαίου και λόγω του ότι δεν αφορά την ιδιαίτερη κατάσταση συγκεκριμένου επιχειρηματία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πληροφορία που δόθηκε από την αρμόδια αρχή και να αποτελέσει το έρεισμα για την απόλυτη αδυναμία πραγματοποιήσεως της « εκ των υστέρων » εισπράξεως. Προτείνω στο Δικαστήριο να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα απάντηση υπό αυτή την έννοια.
11.
Εντούτοις, θεωρώ σκόπιμο να διευκρινίσω ένα σημείο. Στις γραπτές της παρατηρήσεις ( 12 ), η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, αφορά μόνο το σύστημα του γερμανικού δικαίου των « υποχρεωτικών δασμολογικών πληροφοριών ». Θεωρώ αναγκαίο να παρατηρήσω ότι τίποτε, ούτε στο κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ούτε στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1697/79, δεν δείχνει ότι αυτή ήταν η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη. Η Επιτροπή επισημαίνει στις γραπτές της παρατηρήσεις ( 13 ) ότι παρόμοιο σύστημα υφίσταται στο ισπανικό δίκαιο. Μου φαίνεται εντελώς αντίθετο προς την αρχή της ισότητας μεταξύ των κρατών μελών καθώς και προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου να γίνει δεκτό, βάσει της αναφοράς και μόνο των προθέσεων της Επιτροπής, ότι μια διάταξη κανονισμού του Συμβουλίου, διατυπωθείσα κατά τρόπο γενικό, χωρίς καμία ιδιαίτερη διευκρίνιση στις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κειμένου, είναι εφαρμοστέα μόνο στο σύστημα που έχει θεσπιστεί σε δεδομένο κράτος μέλος.
12.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται ως προς το κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία διατάχθηκε η εκ των υστέρων είσπραξη. Ισχυρίζεται ότι η Επίσημη Εφημερίοα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν μπορεί να μελετάται ούτε στις εγκαταστάσεις του Hauptzollamt ούτε, αναμφίβολα, στην. έδρα της εταιρίας Bėhn, ότι ο συντελεστής των δασμών για την εισαγωγή από το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ήταν εύκολο να καθοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τον συντελεστή μειώσεως που έπρεπε να εφαρμοστεί στον συντελεστή του κοινού δασμολογίου, τέλος δε ότι η εμπιστοσύνη της εταιρίας Behn στο γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως προστατεύεται. Επομένως, κρίνει ότι το λάθος δεν μπορούσε λογικά να διαγνωστεί από την τελευταία αυτή και ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι, συνεπώς, αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
13.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικά ότι το να γίνει δεκτή η δυνατότητα; επικλήσεως της αρχής της αιτιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς το γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως δεν συμβιβάζεται προς την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου. Δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη και παραπέμπω ως προς το σημείο αυτό στις προτάσεις μου στην υπόθεση Binder ( 14 ), αφού υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο επικύρωσε την ανάλυση μου εξετάζοντας με την απόφαση του αν ο εν λόγω επιχειρηματίας μπορούσε να επικαλεστεί την ύπαρξη αιτιολογημένης εμπιστοσύνης στην προσθήκη ενός λανθασμένου συντελεστή στο γερμανικό δασμολόγιο χρήσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο διέκρινε, σύμφωνα με τις προτάσεις μου, μεταξύ των επαγγελματιών εισαγωγέων και των λοιπών. Πράγματι, αφού το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εν λόγω εταιρία στην υπόθεση Binder
« είναι επαγγελματίας του κλάδου του οποίου η δραστηριότητα είναι επικεντρωμένη κυρίως στις εισαγωγέςεξαγωγές »,
συνήγαγε από αυτό ότι:
« μια τέτοια εταιρία δεν μπορεί να στηρίζει τη δικαιολογημένη της εμπιστοσύνη ως προς τον ισχύοντα δασμολογικό συντελεστή στην ύπαρξη προτάσεως της Επιτροπής που περιέχει τον εν λόγω συντελεστή και στην αναγραφή του συντελεστή αυτού σε ένα δασμολόγιο εθνικής χρήσεως, »
και καταλήγει ότι:
« κατά συνέπεια, δεν φαίνεται υπέρμετρη η απαίτηση όπως ο επιχειρηματίας αυτός βεβαιώνεται; από την ανάγνωση της σχετικής Επίσημης Εφημερίδας, για το κοινοτικό δίκαιο που εφαρμόζεται στις πράξεις που διενεργεί, έστω κάί αν, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εν λόγω συντελεστής αφορούσε μόνο τα προϊόντα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας και είχε καθοριστεί με διεθνή εμπορική συμφωνία που η Κοινότητα είχε συνάψει με τη Γιουγκοσλαβία ( 15 )».
14.
Αυτή η νομολογία πρέπει επίσης να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Πράγματι, η εταιρία Behn είναι επαγγελματίας επιχειρηματίας, ειδικευμένος σε είδη συσκευασίας, και, επιπλέον, δικαιούται να κάνει χρήση, όσον αφορά τις διασαφήσεις του, του συστήματος της γενικής διασαφήσεως που επιτρέπεται μόνο στους ικανούς και έμπειρους εισαγωγείς ( 16 ).
15.
Επομένως, θεωρώ ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι από την εξέταση του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να μπορεί να επηρεάσει το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 1985.
16.
Προτείνω, επομένως, να δοθεί η εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της “ εκ των υστέρων ” εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται σε εθνικό δασμολόγιο χρήσεως που συγκεντρώνει κανόνες εθνικού και κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων το κοινό δασμολόγιο.
2)
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να μπορεί να επηρεάσει το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 1985 — COM( 85 ) 1709 τελικό — που απευθύνθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989 ( 161/88, Συλλογή 1989, σ. 2415 ).
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 120.
( 3 ) Περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 590/68 περί του κοινού δασμολογίου ( ΕΕ L 318 της 15.11.1982, σ.1).
( 4 ) Περί καθορισμού των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1697/79 του Συμβουλίου, περί της εισπράξεως « εκ των υστέρων » εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν είχαν απαιτηθεί από τον οφειλέτη, για εμπορεύματα δηλωθέντα για τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής τέτοιου είδους δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/020, σ.243).
( 5 ) Περί της « εκ των υστέρων » εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασα-φήστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254 ).
( 6 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost, σκέψη 22 (314/85, Συλλογή 1987, σ. 4199 ).
( 7 ) Σκέψη 22.
( 8 ) Claude J. Ben και Henri Tremeau: « Le droit douanier », Régime des opérations de commerce international en France et dans la CEE, 2η έκδοση, αριθ. 252, σ. 177.
( 9 ) 'Αρθρο 23, Bundesgesetzblatt Ι, σ. 737· άρθρα 28 έως 31 του γενικού γερμανικού τελωνειακού κώδικα της 29ης Νοεμβρίου 1961, Bundesgesetzblatt Ι, α 1937.
( 10 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1971, σκέψεις 10 έως 13.( 30/71, Rec. 1971, σ. 919).
( 11 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, VII R 55/83 BFHE 146,294.
( 12 ) Σ. 8 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 13 ) Σ. 9 της γαλλιιςής μεταφράσεως.
( 14 ) Σημεία 10 έως 16.
( 15 ) Υπόθεση 161/88, προαναφερθείσα, σκέψη 22.
( 16 ) Άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/695/EOK του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262 ).
Full & Egal Universal Law Academy