ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 23ης Ιανουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις 4 Ιουλίου 1983, οι τελωνειακές αρχές του Eynatten, στο Βέλγιο, σταμάτησαν για έλεγχο τον Houben, κάτοικο Βελγίου, ο οποίος επέβαινε του αυτοκινήτου του επιστρέφων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι τελωνειακοί διαπίστωσαν την εισαγωγή, χωρίς διασάφηση και καταβολή δασμών, ενός κασετοφώνου, ενός συντονιστή και δύο μεγαφώνων, όλων μάρκας Pioneer, τα οποία ήταν τοποθετημένα στο όχημα. Στις 17 Δεκεμβρίου 1984, ο Houben εμφανίστηκε για να δικαστεί ενώπιον του Tribunal correctionnel του Verviers το οποίο, για διαδικαστικούς λόγους, παρέπεμψε την υπόθεση στο Tribunal του Tongres. Το τελευταίο αθώωσε τον κατηγορούμενο. Όμως, ο βέλγος Υπουργός Οικονομικών και η Εισαγγελική Αρχή άσκησαν έφεση ενώπιον του Cour ď appel της Αμβέρσας.
2.
Όπως φαίνεται, η κατά του Houben δίωξη ασκήθηκε βάσει των άρθρων 220 έως 222 του βελγικού νόμου της 18ης Ιουλίου 1977 (στο εξής: βελγικός νόμος), σχετικά με γενικές διατάξεις περί των τελωνείων και ειδικών φόρων καταναλώσεως ( 1 )λόγω του ότι το εν λόγω πρόσωπο ούτε είχε προβεί σε διασάφηση εισαγωγής για τα επίμαχα προϊόντα ούτε είχε καταβάλει τους δασμούς. Πράγματι, το άρθρο 220 του βελγικού νόμου υποχρεώνει τους πάντες να προβαίνουν στις απαιτούμενες τελωνειακές διασαφήσεις, επί ποινή φυλακίσεως ( 2 ). Για τα εμπορεύματα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να υποβάλλεται διασάφηση, χωρίς όμως να απαιτείται η καταβολή εισαγωγικών δασμών ( 3 ). Σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, για τα μικράς αξίας εμπορεύματα επιτρέπεται στην πράξη να γίνεται προφορική απλώς δήλωση. Εξάλλου, όταν ανακαλύπτονται εμπορεύματα στο εσωτερικό του βελγικού εδάφους, δηλαδή εκτός της ακτίνας δικαιοδοσίας των τελωνείων, η διοίκηση φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 224 του βελγικού νόμου, το βάρος της αποδείξεως ότι η σχετική εισαγωγή έγινε, ενδεχομένως, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων. Αντιθέτως, όσον αφορά τα εμπορεύματα που ανακαλύπτονται στα σύνορα ή εντός της ακτίνας δικαιοδοσίας των τελωνείων, ο εισαγωγέας φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως.
3.
Όπως προκύπτει, ενώπιον του Cour ď appel της Αμβέρσας ανέκυψε διαφωνία, όσον αφορά την έννοια των « εμπορευμάτων που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία» και τον τρόπο της αποδείξεως. Συναφώς, δεν είναι περιττό να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις της Βελγικής Κυβερνήσεως, κατά την ενώπιον του Tribunal της Tongres διαδικασία προέκυψε ότι ο Houben είχε αγοράσει τα εν λόγω ραδιοφωνικά μέρη Hi-Fi από έναν τρίτο, ο οποίος το είχε ο ίδιος αποκτήσει από έναν στρατιωτικό που υπηρετούσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Όμως, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 2, της Συμφωνίας της 3ης Αυγούστου 1959, περί συμπληρώσεως της Συμβάσεως μεταξύ των μετεχόντων στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο κρατών σχετικά με το καθεστώς των ενόπλων τους δυνάμεων, όσον αφορά τις σταθμεύουσες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αλλοδαπές ένοπλες δυνάμεις, για τα εμπορεύματα που προορίζονται για τα στρατιωτικά πρατήρια τροφίμων και ειδών καθημερινής χρήσεως αλλοδαπού στρατού που σταθμεύει σ' αυτό το κράτος δεν καταβάλλονται κανενός είδους εισαγωγικοί δασμοί. Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση των εν λόγω εμπορευμάτων, ούτε εκ χαριστικής ούτε εξ επαχθούς αιτίας ( 4 ).
4.
Κατόπιν τούτου, το Cour d'appel της Αμβέρσας υπέβαλε στο Δικαστήριο ένα σύνολο ερωτημάτων με τα οποία του ζητείται κατ' ουσίαν να αποφανθεί, αφενός, επί της εννοίας των « εμπορευμάτων που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία » και, αφετέρου, επί του βάρους της αποδείξεως του ότι οι διατυπώσεις εισαγωγής έχουν δεόντως τηρηθεί και οι δασμοί καταβληθεί.
5.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν παρουσιάζει δυσκολίες. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης θεωρεί ως ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους «τα προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί σ' αυτό το κράνος μέλος οι απαιτούμενοι δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, και για τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις» ( 5 ). Ο ορισμός αυτός ισχύει έστω και αν, μετά την καταβολή των δασμών και τη συμπλήρωση των διατυπώσεων εισαγωγής, τα αγαθά εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη υπογραμμίσει τον έντονο χαρακτήρα ενότητας του καθεστώτος που διέπει τα αγαθά που παράγονται εντός κράτους μέλους και αυτών που βρίσκονται εκεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπενθυμίζοντας, με την απόφαση του Peureux, ότι
« η απαγόρευση των ( περιορισμών στις ανταλλαγές) στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ισχύει εξίσου τόσο για τα προϊόντα που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, αφού είχαν τεθεί εκεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, όσο και για τα προϊόντα που κατάγονται από το εν λόγω κράτος μέλος » ( 6 ).
6.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα εμπεριέχει προφανώς δύο ελαφρώς διαφορετικά ζητήματα: το πρώτο αφορά την απόδειξη του χαρακτήρα των εμπορευμάτων ως τελούντων υπό ελεύθερη κυκλοφορία, όταν αυτά βρίσκονται εντός κράτους μέλους, ενώ το δεύτερο έχει σχέση με την ίδια αυτή απόδειξη κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής τους εντός αυτού του κράτους. Ο διττός αυτός χαρακτήρας αντικατοπτρίζει πιθανώς τη διάκριση που κάνει το βελγικό δίκαιο σχετικά με το βάρος της αποδείξεως των κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων πραγματοποιούμενων εισαγωγών, ανάλογα με το αν τα εμπορεύματα βρίσκονται ή όχι εντός της ακτίνας δικαιοδοσίας των τελωνείων.
7.
Μια τέτοια διάκριση δεν φαίνεται να έχει σημασία από απόψεως του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, το ζήτημα της αποδείξεως του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων διέπεται ήδη από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( 7 ). Ας σημειωθεί, ευθύς εξαρχής, ότι πρέπει να αποκλεισθούν από τη σχετική εξέταση οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 678/85 ( 8 ) και 679/85 ( 9 ) του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 1985, περί των οποίων η βελγική κυβέρνηση κάνει μνεία στις γραπτές της παρατηρήσεις ( 10 ), και οι οποίοι δεν άρχισαν να εφαρμόζονται παρά μετά την 1η Ιανουαρίου 1988 και δεν είναι, επομένως, δυνατό να εμπίπτουν σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
8.
Ο κανονισμός 222/77 εφαρμόζεται επί της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κοινοτικών ή μη, μεταξύ δύο σημείων ευρισκόμενων εντός της Κοινότητας ( 11 ). Ο κανονισμός αυτός διακρίνει δύο διαδικασίες κοινοτικής διαμετακομίσεως ( 11 ). Η μία, καλούμενη διαδικασία εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, αφορά κατ' ουσίαν τα εμπορεύματα που δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, δηλαδή των εμπορευμάτων που προέρχονται από τρίτα κράτη και δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η άλλη, καλούμενη διαδικασία εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, εφαρμόζεται κυρίως επί των εμπορευμάτων που κατάγονται από τα κράτη μέλη ή βρίσκονται εντός αυτών σε ελεύθερη κυκλοφορία· τα εμπορεύματα αυτά καλούνται « κοινοτικά εμπορεύματα » ( 12 ).
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77 θεσπίζει ένα τεκμήριο, θεωρώντας ως κοινοτικά εμπορεύματα τα εμπορεύματα « που εισέρχονται κανονικά στο έδαφος συγκεκριμένου κράτους μέλους μέσω εσωτερικών συνόρων, πλην αν έχει προσκομιστεί παραστατικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που να τα αφορά » ( 13 ). Κατά το άρθρο 39 του ίδιου κανονισμού, «για να κυκλοφορήσουν εμπορεύματα υπό τη διαδικασία της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο δηλώσεως » σύμφωνα με ένα αντίτυπο που αποκαλείται Τ2.
9.
Όπως υπέμνησα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Trend-Moden, 117/88, ο κοινοτικός χαρακτήρας των εμπορευμάτων μπορεί επίσης να αποδεικνύεται και από άλλα έντυπα που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτό καθώς και από τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΟΚ) 223/77 ( 14 ). Στο πλαίσιο της διαδικασίας της κοινοτικής διαμετακομίσεως, τα εμπορεύματα λογίζονται ως κοινοτικής καταγωγής, εκτός αν προσκομίζεται παραστατικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Εξάλλου, το τεκμήριο αυτό δικαιολογεί το ότι τα παραστατικά εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως μπορούν να προσκομίζονται και εκ των υστέρων ( 15 ).
10.
Ωστόσο, η υποβληθείσα στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου κατάσταση προκύπτει από ειδικές διατάξεις εφαρμοζόμενες επί εμπορευμάτων που συνοδεύονται από ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους, διατάξεις που περιέχονται στον τίτλο IV του κανονισμού 222/77.
11.
Το άρθρο 49 του εν λόγω κανονισμού, που εντάσσεται στον ανωτέρω τίτλο, προβλέπει ότι « το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως δεν είναι υποχρεωτικό για τις μεταφορές εμπορευμάτων που συνοδεύουν τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους, εφόσον δεν πρόκειται για εμπορεύματα που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς ». Κατά συνέπεια, όταν τα εμπορεύματα δεν ταξιδεύουν υπό το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν εμπίπτουν στις ευεργετικές διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρά μόνο « όταν δηλούνται ως κοινοτικά εμπορεύματα, χωρίς να υφίσταται αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής » και, στις λοιπές περιπτώσεις, « επί τη προσκομίσει παραστατικού εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως » ( 16 ).
12.
Πιστεύω ότι η ερμηνεία της διατάξεως αυτής αποτελεί το κλειδί για την επίλυση των υποβαλλόμενων σήμερα στην κρίση του Δικαστηρίου ερωτημάτων. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 222/77, το οποίο θεσπίζει, όπως προανέφερα, το τεκμήριο ότι τα εμπορεύματα λογίζονται ως κοινοτικά, ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 49, παράγραφος 2. Ως εκ τούτου, για να αποδείξει ένας ταξιδιώτης την κοινοτική καταγωγή των εμπορευμάτων, είναι υποχρεωμένος είτε να προσκομίσει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως είτε να δηλώσει τα εμπορεύματα ως κοινοτικά, εκτός αν υφίσταται αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής. Νομίζω ότι η τελευταία αυτή δυνατότητα έχει την έννοια ότι απλή δήλωση του ταξιδιώτη αρκεί για τη διαπίστωση του κοινοτικού χαρακτήρα των εμπορευμάτων, εκτός αν η τελωνειακή υπηρεσία αποδεικνύει, βάσει αντιθέτων ενδείξεων που έχουν προηγουμένως συλλεγεί ή μπορούν να διαπιστωθούν αμέσως, ότι η δήλωση αυτή δεν είναι ειλικρινής. Η ίδια η φύση των ενδείξεων αυτών μπορεί να είναι εξαιρετικώς ποικίλη. Δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο οφείλει να δώσει σχετικό ορισμό. Θα μπορούσε, πάντως, να καθορίσει ποια στοιχεία δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Πράγματι, η βελγική κυβέρνηση, στις γραπτές της παρατηρήσεις, δηλώνει ότι « από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως προκύπτει σαφώς ότι ανέκυψαν αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν επρόκειτο για εμπορεύματα που μπορούν να θεωρηθούν ως κοινοτικά εμπορεύματα. Πράγματι, τα στερεοφωνικά είδη Pioneer έχουν εισαχθεί από την Ιαπωνία » ( 17 ). Έτσι, η εν λόγω κυβέρνηση θεωρεί ότι το γεγονός και μόνο ότι η μάρκα του προϊόντος επιτρέπει να συναχθεί ότι κατασκευάστηκε αυτό σε τρίτο κράτος αποτελεί στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφιβολία την ειλικρίνεια της δηλώσεως.
13.
Μια τέτοια γνώμη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προϋποθέτει ότι γίνεται διάκριση μεταξύ των εμπορευμάτων που έχουν κατασκευαστεί στην Κοινότητα και αυτών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, διάκριση που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται από το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης και που, άλλωστε, δεν έγινε δεκτή, όπως προανέφερα, με την απόφαση Peureux του Δικαστηρίου ( 18 ). Ως εκ'τούτου, καίτοι μια τελωνειακή υπηρεσία μπορεί να αντιτάξει στη δήλωση ενός ταξιδιώτη ορισμένα στοιχεία που έχουν προηγουμένως συλλεγεί ή μπορούν να διαπιστωθούν αμέσως, τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να συνίστανται στο γεγονός και μόνο ότι η μάρκα του σχετικού προϊόντος επιτρέπει να συναχθεί ότι αυτό έχει κατασκευαστεί σε τρίτο κράτος. Υπ' αυτήν ακριβώς την έννοια προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα.
14.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« 1)
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, θεωρούνται ως ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους τα προϊόντα προελεύσεως τρίτης χώρας για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εισαγωγής και εισπραχθεί, εντός αυτού του κράτους μέλους οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και ως προς τα οποία δεν έχουν επιστραφεί ολικώς ή μερικώς αυτοί οι δασμοί και επιβαρύνσεις.
Ο ορισμός αυτός ισχύει έστω και αν το σχετικό προϊόν έχει εξαχθεί σε άλλο κράτος μέλος.
2)
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 49 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 983/79 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1979, οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εφαρμόζονται επί των εμπορευμάτων που συνοδεύονται από τους ταξιδιώτες ή περιέχονται στις αποσκευές τους, εφόσον δεν πρόκειται για εμπορεύματα που προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση:
—
ότι τα εμπορεύματα αυτά δηλώνονται από τον εισαγωγέα ως κοινοτικά εμπορεύματα, χωρίς να υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής·
—
αν δεν υφίσταται τέτοια δήλωση, εφόσον ο εν λόγω εισαγωγέας προσκομίζει παραστατικό εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως.
Η ειλικρίνεια της δηλώσεως αυτής δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση από το γεγονός και μόνο ότι τα δηλωθέντα εμπορεύματα είναι μάρκας από την οποία μπορεί να συναχθεί ότι έχουν κατασκευασθεί εντός τρίτου κράτους. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Moniteur beIge της 21.9.1977.
( 2 ) Γραπτές παρατηρήσεις της βελγικής κυβερνήσεως, σ. 7 της γαλλικής μετάφρασης.
( 3 ) Σελίδα 8 της γαλλικής μετάφρασης ( βλ. σημείωση 2 ).
( 4 ) Άρθρο II, παράγραφος 8, στοιχείο β), της Σύμβασης του Λονδίνου της 19ης Ιουνίου 1951 ( Moniteur belge της 15.3.1953, παράρτημα 4· παρατηρήσεις της βελγικής κυβερνήσεως, σ. 14 της γαλλικής μετάφρασης ).
( 5 ) Η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 6 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 119/78, σκέψη 26, Rec. 1979, σ. 975.
( 7 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3.
( 8 ) Για την απλοποίηση των διατυπώσεων κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας (EE L 79 της 21.3.1985, σ. 1).
( 9 ) Για τη θέσπιση του υποδείγματος του εντύπου διασαφήσεως που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τις εμπορευματικές συναλλαγές στο εσωτερικό της Κοινότητας (EE L 79 της 21.3.1985, σ. 7).
( 10 ) Σελίδα 12 της γαλλικής μετάφρασης (βλέπε σημείωση 2).
( 11 ) Αρθρο 1, παράγραφος 1.
( 12 ) Άρθρο Ι, παράγραφος 3, στοιχείο α ).
( 13 ) Η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 14 ) Της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1976, περί των δια-τάξεων εφαρμογής και των μέτρων απλουστεύσεως του καθεστώτος της κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/012, σ. 27 ).
( 15 ) Άρθρο 9 του κανονισμού 222/77 και άρθρο 71, παράγραφος 3, του κανονισμού 223/77.
( 16 ) Άρθρο 49 του κανονισμού 222/77 όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 983/79 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1979, περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 222/77 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 215).
( 17 ) Σελίδα 14 της γαλλικής μετάφρασης ( βλέπε σημείωση 2).
( 18 ) Προαναφερθείσα υπόθεση 119/78.
Full & Egal Universal Law Academy