ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 12ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η υπόθεση, επί της οποίας θα διατυπώσω σήμερα τη γνώμη μου αφορά την κρίση επί μιας αποφάσεως που απηύθυνε η Επιτροπή στην Ιταλική Κυβέρνηση, στις 30 Νοεμβρίου 1988, κατά το άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Ως προς το ιστορικό θα υπενθυμίσω μόνο τα εξής (για τις λεπτομέρειες της υποθέσεως παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ).
3.
Με το άρθρο 45 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς ( 1 ) θεσπίστηκε ένα σύστημα ενισχύσεων, μεταξύ άλλων για τα παραγόμενα στην Κοινότητα ανακαθορισμένα συμπυκνωμένα γλεύκη σταφυλιών, όταν χρησιμοποιούνται για την αύξηση του αλκοολικού τίτλου που αναφέρεται στο άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού. Για την αμπελοοινική περίοδο 1987/1988, το σύστημα αυτό συμπληρώθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2287/87 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1987 ( 2 ), το άρθρο 2 του οποίου καθορίζει το ύψος της σχετικής ενισχύσεως.
4.
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν θεώρησε επαρκές αυτό το σύστημα. Υποστηρίχθηκε ότι με έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 1987 προς την Επιτροπή ζητήθηκε πρόσθετη ενίσχυση, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να χρηματοδοτηθεί από τον εθνικό προϋπολογισμό (πράγμα που προφανώς δεν έγινε δεκτό από την επιτροπή διαχειρίσεως που είχε συμμετάσχει στην έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού της Επιτροπής ).
5.
Εν προκειμένω έχει επίσης σημασία ότι στο ιταλικό νομοθετικό διάταγμα 370/87, της 7ης Σεπτεμβρίου 1987 ( που κυρώθηκε με τον νόμο 460 στις 4 Νοεμβρίου 1987 ), προβλέπεται ότι, για τις περιόδους για τις οποίες επιτρέπεται — κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του κανονισμού 822/87 — η αύξηση του αλκοολικού τίτλου των νωπών σταφυλιών κλπ., χορηγείται ενίσχυση στους παραγωγούς ανακαθορισμένου συμπυκνωμένου γλεύκους που ελήφθη από σταφύλια παραχθέντα στην Ιταλία και για το οποίο καθορίστηκε ανωτάτη τιμή πωλήσεως με υπουργική απόφαση. Προς τον σκοπό αυτό εκδόθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1987 διάταγμα που καθόριζε το ύψος της ενισχύσεως.
6.
Η Επιτροπή έλαβε γνώση του προαναφερθέντος νομοθετικού διατάγματος με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 1987 (που προφανώς πρωτοκολλήθηκε στις υπηρεσίες της μόλις στις 14 Οκτωβρίου 1987 ). Στη συνέχεια — εκκινούσα από το ότι τα ιταλικά μέτρα ενισχύσεως είναι ασυμβίβαστα προς την Κοινή Αγορά και ότι δεν τίθεται ζήτημα εξαιρέσεως από την εφαρμογή του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ — γνωστοποίησε στην Ιταλική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1987, ότι κινήθηκε διαδικασία κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
7.
Η διαδικασία αυτή κατέληξε στην έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία διαπιστώθηκε ουσιαστικώς ότι η ενίσχυση ήταν παράνομη, λόγω παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, και ότι επίσης ήταν ασυμβίβαστη προς την Κοινή Αγορά και έπρεπε, επομένως, να καταργηθεί ( η Επιτροπή έπρεπε να ενημερωθεί συναφώς εντός δίμηνης προθεσμίας ).
8.
Πρέπει τώρα να εξεταστεί λεπτομερώς αν η απόφαση αυτή είναι έγκυρη ή αν πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελαττωμάτων.
Β — Διατύπωση γνώμης
9. 1.
Όπως γνωρίζετε, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται προπαντός ότι κακώς θεωρείται ότι εφαρμόζεται το άρθρο 92, παράγραφος 1, που έχει ως εξής:
« Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων η ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως. »
10.
Στην πραγματικότητα, το επικρινόμενο από την Επιτροπή ιταλικό μέτρο δεν συνεπάγεται ευνοϊκή μεταχείριση των Ιταλών παραγωγών και δεν επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Αποβλέπει πράγματι στη διόρθωση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, που υφίστανται μεταξύ περιοχών στις οποίες η αύξηση του αλκοολικού τίτλου πραγματοποιείται με προσθήκη σακχαρόζης και άλλων περιοχών στις οποίες ο εμπλουτισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη — δαπανηρότερη — χρήση ανακαθορισμένων συμπυκνωμένων γλευκών. Ενόψει της καταστάσεως αυτής θεσπίστηκε κοινοτική ενίσχυση για τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν το τελευταίο αυτό προϊόν. Η ενίσχυση αυτή δεν αρκεί, ωστόσο, προς κάλυψη της διαφοράς του κόστους. Η κοινοτική ενίσχυση, που δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη διαφορά κόστους κατά την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 3, του κανονισμού 822/87 δεν καθιστά, επομένως, δυνατή τη διατήρηση των εμπορικών ρευμάτων του συμπυκνωμένου γλεύκους και των οίνων που προορίζονται για ανάμιξη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 2, για την αμπελουργική ζώνη Γ III. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό — και αυτό ενόψει του γεγονότος ότι τα ανακαθορισμένα συμπυκνωμένα γλεύκη σταφυλιών προέρχονται κυρίως από τις αμπελουργικές ζώνες Γ III — ότι οι εξαγωγές από τη ζώνη αυτή μειώθηκαν μετά τη θέσπιση της κοινοτικής ενισχύσεως. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι για το οικονομικό έτος 1988/1989η κοινοτική ενίσχυση είχε μεγαλύτερο ύψος (αντίστοιχο, περίπου, με το ύψος της κοινοτικής ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί το προηγούμενο έτος πλέον της εθνικής ιταλικής ενισχύσεως), πράγμα που είχε ως συνέπεια τη δυνατότητα διακοπής της χορηγήσεως πρόσθετης εθνικής ενισχύσεως.
11.
Ύστερα απ' όσα εκτέθηκαν συναφώς κατά τη διάρκεια της δίκης έχω την άποψη ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να ακυρωθεί για το λόγο αυτό.
12.
α)
Μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα της αξιολογήσεως του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κυρίως — όπως προκύπτει από το άρθρο 1 — βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, που έχει ως εξής:
« Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την Κοινή Αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. »
13.
Από αυτό συνήχθη, ως γνωστόν, ότι — επειδή η προαναφερθείσα διάταξη (που έχει απευθείας εφαρμογή, σύμφωνα με τη νομολογία) δεν τηρήθηκε, αλλά τα εθνικά μέτρα ενισχύσεως εφαρμόστηκαν πριν από τη λήξη της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή — το μέτρο ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί, για τον λόγο αυτό, αντίθετο προς τη Συνθήκη και μη δυνάμενο να νομιμοποιηθεί. Ανοικτό μπορεί να παραμείνει επίσης το ζήτημα της αξιολογήσεως της σχετικής κριτικής που διατύπωσε στο υπόμνημα απαντήσεως η προσφεύγουσα, κατά την οποία στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αναφέρεται τίποτα περί της πρόωρης εφαρμογής του εθνικού μέτρου ενισχύσεως, αλλά εξετάζεται μόνο αν συμβιβάζεται η ενίσχυση κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, και μόνο στο τέλος της αποφάσεως γίνεται λόγος για τον παράνομο χαρακτήρα της ενισχύσεως λόγω παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3.
14.
β)
Αποφασιστική αφετηρία για τον σχηματισμό κρίσεως συνιστά καταρχάς η διαπίστωση ότι η κριτική της προσφεύγουσας αφορά κατά βάση τον υπολογισμό της κοινοτικής ενισχύσεως, όπως προβλέπεται στον κανονισμό 2287/87 της Επιτροπής. Αυτό όμως το πρόβλημα — ας μου επιτραπεί να το επισημάνω — εξετάστηκε προφανώς σε συνάρτηση με την έκδοση του κανονισμού της Επιτροπής κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Κατά λογική συνέπεια θα έπρεπε, επομένως, να προσβληθεί αυτό το κοινοτικό μέτρο. Μετά πάροδο της προβλεπομένης προς τούτο προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί όμως να προβληθεί από ένα απεριόριστα νομιμοποιούμενο κράτος μέλος ο ισχυρισμός ότι το μέτρο ενισχύσεως που θεσπίστηκε από την Κοινότητα δεν είναι εντάξει και ιδίως ότι δεν επαρκεί για τον επιδιωκόμενο κατά το άρθρο 45 του κανονισμού 822/87 σκοπό, η επίτευξη του οποίου έπρεπε, επομένως, να εξασφαλιστεί με εθνικά μέτρα.
15.
Στο σημείο αυτό δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, ούτε να αντιταχθεί ότι επρόκειτο για επείγον πρόβλημα, επειδή τα μέτρα εμπλουτισμού στην Ιταλία ήταν δυνατά μόνον κατά την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1987, και έπρεπε, επομένως, να ληφθεί η σχετική απόφαση κατά το δυνατόν προ της ενάρξεως αυτής της περιόδου. Στο σημείο αυτό μπορεί, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία εκδόσεως του κανονισμού της Επιτροπής 2287/87 (30 Ιουλίου 1987), που θα είχε καταστήσει δυνατή την έγκαιρη κίνηση διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, πρέπει δε να υπομνηστεί επίσης ότι κατά τη διαδικασία αυτή μπορούν να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα, κατά το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δυνατότητα της οποίας ως γνωστό γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη χρήση κατά τρόπο ικανοποιητικό.
16.
γ)
Πρέπει, περαιτέρω, να παρατηρηθεί ότι το ιταλικό μέτρο — όπως τονίζεται ρητά και στην προσβαλλόμενη απόφαση — αφορά προϊόν που αποτελεί αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς με εξαντλητική κοινοτική ρύθμιση. Η νομολογία έχει διευκρινίσει συναφώς από μακρού ότι λόγω της υπάρξεως εξαντλητικής κοινοτικής ρυθμίσεως (εν προκειμένω σημασία έχει προπαντός ο κατ' επανάληψη αναφερθείς κανονισμός 2287/87 της Επιτροπής) δεν μπορούν πλέον να θεσπίζονται μονομερώς εθνικά μέτρα, ιδίως εφόσον έχουν επιπτώσεις στο κοινό σύστημα τιμών, επειδή αυτό θα σήμαινε επέμβαση στην αποκλειστική κανονιστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Παραπέμπω συναφώς — χωρίς να αναφερθώ περισσότερο στα κατ' ιδίαν επίδικα αντικείμενα — στις προσφάτως εκδοθείσες αποφάσεις επί των υποθέσεων 255/86 ( 3 ), 127/87 ( 4 ), 212/87 ( 5 ) και 281/87 ( 6 ).
17.
δ)
Ορθή είναι όμως επίσης — κατά τον σχηματισμό κρίσεως στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης περί ενισχύσεων, στις οποίες στηρίζεται η απόφαση — η άποψη της Επιτροπής ότι η πρόσθετη ιταλική ενίσχυση είχε ως συνέπεια ευνοϊκή μεταχείριση της ιταλικής παραγωγής και ότι στο σημείο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται νόθευση του ανταγωνισμού, καθώς και επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.
18.
Στο σημείο αυτό η προσφεύγουσα πρέπει να αναγνωρίσει ότι κακώς έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη σύγκριση της καταστάσεως των Ιταλών παραγωγών οίνου με εκείνη των παραγωγών των λοιπών κρατών μελών που προσπαθούν να επιτύχουν την αύξηση του αλκοολικού τίτλου με οακχαρόξη ( και έναντι των οποίων επιχειρήθηκε, όπως υποστηρίχθηκε, η ίση μεταχείριση των Ιταλών παραγωγών). Η Επιτροπή κατέδειξε ότι η αύξηση του αλκοολικού τίτλου με ανακαθαρισμένο συμπυκνωμένο γλεύκος δεν συμβαίνει μόνο στην Ιταλία, αλλ' ότι στις προαναφερθείσες αμπελουργικές ζώνες Γ III ( κατά το παράρτημα IV του κανονισμού 822/87) ανήκουν και περιοχές της Γαλλίας και της Ελλάδας. Στην αντίρρηση της προσφεύγουσας ότι στη ΓοίΜία είναι δυνατή, στις περισσότερες περιοχές, η χρήση σακχαρόζης και ότι μόνο πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιείται γλεύκος σε μερικές περιοχές και σε πολύ μικρή κλίμακα, και ότι ως προς την ΕΑΑάδα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σε σπάνιες περιπτώσεις και μόνο με συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλιών πραγματοποιήθηκε αύξηση του αλκοολικού τίτλου ( άρα όχι με ανακαθαρισμένο συμπυκνωμένο γλεύκος ), αντιτάχθηκε πειστικά, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι και στη Γαλλία — όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες αιτήσεις ενισχύσεως — χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση ανακαθαρισμένο συμπυκνωμένο γλεύκος σταφυλιών ( όπως προκύπτει, άλλωστε, και από τα αναφερόμενα εκεί αριθμητικά στοιχεία ότι στην Ιταλία κατά την περίοδο 1987/1988 παρατηρήθηκε απότομη αύξηση των ποσοτήτων συμπυκνωμένου ανακαθαρισμένου γλεύκους σταφυλιών που χρησιμοποιήθηκαν για τον εμπλουτισμό σε οινόπνευμα, πράγμα που μπορεί βεβαίως να αναχθεί στην επιπροσθέτως χορηγούμενη εθνική ενίσχυση ).
19.
Η Επιτροπή απολύτως ορθώς θεώρησε ότι το επικρινόμενο ιταλικό μέτρο ενισχύσεως συνεπάγεται νόθευση του ανταγωνισμού ( τουλάχιστον σε σχέση με χώρες στις οποίες ο εμπλουτισμός σε οινόπνευμα πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο ) και δικαίως υπογράμμισε ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί με την αναφορά της προσφεύγουσας στις τιμές της ιταλικής αγοράς ( στην οποία δεν διαπιστώθηκε μεταβολή κατά το διάστημα των έξι μηνών πριν και μετά την έκδοση του διατάγματος της 21ης Νοεμβρίου 1987 ). Αυτό δεν σημαίνει όμως τίποτα για τις τυχόν επιπτώσεις στους Έλληνες και Γάλλους παραγωγούς ούτε για την υποθετική διαμόρφωση των τιμών στην Ιταλία χωρίς την εθνική ενίσχυση.
20.
Δικαιολογημένη είναι, εξάλλου, η άποψη της Επιτροπής — αυτό αφορά το δεύτερο κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ κρίσιμο στοιχείο του πραγματικού της διατάξεως αυτής — ότι το επίμαχο εθνικό μέτρο συνεπάγεται επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών. Στο σημείο αυτό αρκεί κατά τη γνώμη μου (επειδή η προσφεύγουσα δεν προέβαλε συναφώς κανέναν ουσιώδη ισχυρισμό) να αναφερθώ στα εκτιθέμενα στο τμήμα V της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τα οποία σαφώς προκύπτει η έκταση της οινοπαραγωγής στην Ιταλία, ο όγκος των εξαγωγών σε άλλα κράτη μέλη, ο όγκος των ιταλικών εισαγωγών και η ποσότητα του γλεύκους σταφυλιών που εξάγεται από την Ιταλία.
21.
Ζ Ούτε ο προβαλλόμενος κατά της αποφάσεως ισχυρισμός της προσφεύγουσας, με βάση το ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά τον οποίο κακώς δεν χορηγήθηκε εξαίρεση — δηλαδή η άποψη ότι μπορούσε να έχει εφαρμοστεί το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, επειδή το εθνικό μέτρο είχε ως σκοπό την ευνόηση περιοχών με μεγάλα πλεονάσματα οίνου — μπορεί να γίνει δεκτός.
22.
Στο σημείο αυτό η Επιτροπή ορθά τόνισε ότι η εθνική ενίσχυση — επειδή χορηγείται μόνο με βάση τις χρησιμοποιούμενες ποσότητες — πρέπει να θεωρηθεί ως απλή ενίσχυση για τη λειτουργία των επιχειρήσεων, δηλαδή μέτρο που υπόκειται σε ιδιαίτερα αυστηρή αξιολόγηση, επειδή δεν συνοδεύεται από μέτρα διαρθρωτικής φύσεως. Η Επιτροπή ορθώς επισήμανε περαιτέρω ότι κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, ισχύει η προϋπόθεση της μη αλλοιώσεως των συνθηκών του εμπορίου κατ' αντίθεση προς το κοινό συμφέρον. Αυτό όμως πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω, πρώτον, επειδή το εθνικό μέτρο πρέπει να θεωρηθεί αντίθετο προς την κοινή οργάνωση αγοράς οίνου, και δεύτερον, επειδή το εθνικό μέτρο ενισχύσεως είχε -ως συνέπεια την αύξηση της παραγωγής γλεύκους και οίνου, που συνεπάγεται την πρόσθετη επιβάρυνση του κοινού γεωργικού ταμείου. Η Επιτροπή ορθά επίσης υπενθύμισε ότι κατά τη νομολογία ( πρβλ. π.χ. την απόφαση στην υπόθεση 730/79 ( 7 ) ) στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 92 έχει ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως και ότι η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε την ύπαρξη υπερβάσεως των άκρων ορίων ή ότι ελήφθησαν ως έρεισμα εσφαλμένα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους της Επιτροπής.
23.
3. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω, τέλος, χάριν πληρότητος, ότι για την εκτίμηση της υπό κρίση περιπτώσεως είναι τελείως άνευ σημασίας η επικριτική παρατήρηση της προσφεύγουσας ( από την οποία δεν προκύπτει αν αυτή διατυπώνεται ως αυτοτελής λόγος ) ότι η παράβαση του άρθρον 30 της Συνθήκης ΕΟΚ (για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση στο σημείο VI, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο ) έπρεπε κανονικά να προβληθεί στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας.
24.
Αυτό δεν έχει σημασία, επειδή οι αναφερόμενες σκέψεις δεν αποτελούν, προφανώς, ουσιώδη αιτιολογία της αποφάσεως. Το γεγονός ότι η εκτίμηση αυτή περιέχεται στην απόφαση δεν σημαίνει τίποτα ενόψει των λοιπών σκέψεων σχετικά με το κύρος της αποφάσεως (θεωρώ προφανές ότι, ενόψει του γεγονότος ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε μόνο για το γλεύκος που λαμβάνεται από ιταλικά σταφύλια, συνιστά δηλαδή μονομερή ευνοϊκή μεταχείριση εγχωρίων προϊόντων, το κύρος της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από απόψεως περιεχομένου ).
Γ — Συμπέρασμα
25.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το υποβληθέν αίτημα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) EEL 84,0.1.
( 2 ) EE L 209, σ. 26.
( 3 ) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου ( 255/86, Συλλογή 1988, σ. 705 ).
( 4 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας ( 127/87, Συλλογή 1988, σ. 3345 ).
( 5 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Unilec κατά Εταιρίας Larroche Frères ( 212/87, Συλλογή 1988, σ. 5075 ).
( 6 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (C-281/87, Συλλογή 1989, σ.4015).
( 7 ) Απόφαση της Ι7ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris Holland VB κατά Επιτροπής ( 730/79, Sig. 1980, σ. 2671 ).
Full & Egal Universal Law Academy