ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 8ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Περιεχόμενα
Α — Πραγματικά περιστατικά
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
1. Ως νομική βάση του κανονισμού 1914/87 πρέπει να εκληφθεί το άρθρο 43 ή το άρθρο 201 Συνθήκης ΕΟΚ;
2. Νομικά όρια της αρχής της αυτοχρηματοδοτήσεως, της ασφαλείας δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος
α) Σκοπός του κανονισμού 1914/87
β) Υπήρχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης ως προς τον περιορισμό της υποχρεώσεως τους να αντισταθμίσουν τις ζημίες;
3. Απαγόρευση επιβαρύνσεως ενός οικονομικού κλάδου με κινδύνους άσχετους προς αυτόν και δυσανάλογος χαρακτήρας των επιβαρύνσεων
α) Επιβάρυνση ενός οικονομικού κλάδου με άσχετους προς αυτόν κινδύνους
β) Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας
4. Προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
α) Υψηλότερη επιβάρυνση της παραγωγής ζάχαρης Β
β) Κατάχρηση εξουσίας
γ) Διακρίσεις εις βάρος της βιομηχανίας ζάχαρης μεταξύ των κρατών μελών
δ) Τρόπος επιβολής κατά το πρότυπο της « εισφοράς αλληλεγγύης »
5. Προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας
α) Προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας
β) Προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας
6. Προσβολή των αρχών που διέπουν την επιβολή φόρων κατά τη γερμανική έννομη τάξη
Δικαστικά έξοδα
Γ — Πρόταση
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου έχει ως αντικείμενο της αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Finanzgericht Düsseldorf. Όπως και στην υπόθεση C-143/88, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά εάν είναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1914/87 περί επιβολής ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/1987 ( 1 ).
2.
Η ειδική εισφορά απορρόφησης συνιστά επιβάρυνση που επιβάλλεται επί της παραγωγής ζάχαρης και αποσκοπεί κυρίως στην κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού του σχετικού τομέα, τα οποία προέκυψαν από τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής. Η ειδική εισφορά απορρόφησης καταβάλλεται συμπληρωματικώς προς την εισφορά επί της βασικής παραγωγής, η οποία ανέρχεται στο 2% της τιμής παρεμβάσεως της ζάχαρης, συμπληρωματικώς προς την εισφορά Β, η οποία επιβάλλεται επί της παραγωγής ζάχαρης στο πλαίσιο της ποσοστώσεως Β, η οποία κατ' ανώτατο όριο ανέρχεται στο 37,5 ο/ο της τιμής παρεμβάσεως ( 2 ), και συμπληρωματικώς προς την εισφορά απορρόφησης ( 3 ). Ο κανονισμός περί ειδικής εισφοράς απορρόφησης τέθηκε σε ισχύ στις 2 Ιουλίου 1987 για την περίοδο εμπορίας η οποία έληξε στις 30 Ιουνίου 1987.
3.
Όσον αφορά τις αμφιβολίες τις σχετικές με το κύρος του κανονισμού λόγω της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει ρητώς στη Διάταξη παραπομπής στην υπόθεση C-143/88. Υποβάλλει, εξάλλου, τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1)
Είναι ανίσχυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1914/87, για καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/1987, ( ΕΕ L 183 της 3.7.1987, σ. 5 ), για τον λόγο ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης αποτελεί εισφορά χρηματοδοτήσεως που θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο βάσει του άρθρου 201 της Συνθήκης ΕΟΚ;
Επικουρικώς
2)
Η επιβολή ειδικής εισφοράς απορρόφησης με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1914/87 του Συμβουλίου για την περίοδο εμπορίας 1986/1987 συμβιβάζεται με τον περιορισμό της αυτοχρηματοδότησης που προβλέπει το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 καθώς και με την αρχή της ασφαλείας του συστήματος κανόνων της Κοινότητας;
Επικουρικώς
3)
Η επιβολή ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/1987 συμβιβάζεται με την απαγόρευση επιβαρύνσεως ενός οικονομικού κλάδου με κινδύνους οι οποίοι, στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης οργανώσεως αγοράς, συνιστούν κινδύνους εξωγενείς, καθώς και με την αρχή της απαγορεύσεως επιβολής μη ευλόγων οικονομικών επιβαρύνσεων;
Επικουρικώς
4)
Το άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1914/87, για καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/1987, παραβιάζει μήπως την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων (άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ), δεδομένου ότι η ζάχαρη Β επιβαρύνεται με σημαντικά υψηλότερη εισφορά απ' ό,τι η ζάχαρη Α;
Επικουρικώς
5)
O κανονισμός (ΕΟΚ) 1914/87, για καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο 1986/1987 παραβιάζει, στις ανωτέρω περιπτώσεις, τα θεμελιώδη δικαιώματα της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της ελεύθερης άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, που αποτελούν αρχές του κοινοτικού δικαίου, στην περίπτωση που οι εν λόγω δραστηριότητες δεν μπορούν πλέον να χρηματοδοτούνται από τα πραγματοποιούμενα κέρδη, αλλά μόνο από τα αποθεματικά, γεγονός που απειλεί την ίδια την ύπαρξη των επιχειρήσεων; »
4.
Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, το σκεπτικό του Finanzgericht και τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα θα τα επαναλάβω μόνο καθόσον αυτό θα απαιτηθεί για τη σαφέστερη ανάπτυξη και τη θεμελίωση των προτάσεων μου.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
1. Ως νομική βάοη τον κανονισμού 1914/87 πρέπει να εκληφθεί το άρθρο 43 ή το άρθρο 201 της Συνθήκης ΕΟΚ;
5.
Κατά της θεσπίσεως της ειδικής εισφοράς απορρόφησης, βάσει του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, προβλήθηκε το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται για μέτρο ρυθμίσεως της αγοράς ζάχαρης, αλλά απλώς, για εισφορά χρηματοδοτήσεως. Μέτρο ρυθμίσεως της αγοράς μπορεί να θεσπιστεί μόνο για το παρόν ή το μέλλον όχι όμως για το παρελθόν. Εξάλλου, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης τονίζει ότι στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του επιδίκου κανονισμού γίνεται ρητώς λόγος για « σοβαρούς περιορισμούς του προϋπολογισμού της Κοινότητας ».
6.
Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης θεσπίστηκε εκτός του πλαισίου της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης, δεν περιλαμβάνεται στους ιδίους πόρους, δυνάμει του άρθρου 2, εδάφιο 1, στοιχείο α, της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1985, της σχετικής με το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων ( 4 ). Δυνάμει της διατάξεως αυτής συνιστούν ιδίους πόρους μόνον οι « εισφορές και άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης ». Εφόσον δεν αποτελεί μέτρο ρυθμίσεως μιας γεωργικής αγοράς και δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των ιδίων πόρων, δυνάμει της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων, η ειδική εισφορά απορρόφησης μπορούσε εγκύρως να θεσπιστεί μόνο βάσει του άρθρου 201 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεδομένου ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή, ο κανονισμός είναι άκυρος.
7.
Τέλος, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης επιβάλλεται μόνο στους παραγωγούς ζάχαρης, ενώ η κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης δημιουργήθηκε προς το γενικό συμφέρον των παραγωγών ζαχαρότευτλων. Αυτό συνάγεται από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού κατά την οποία πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για τη σταθεροποίηση της αγοράς ζάχαρης προκειμένου « να διασφαλιστεί στους παραγωγούς τεύτλων (... ) της Κοινότητας η διατήρηση των αναγκαίων εγγυήσεων, όσον αφορά την απασχόληση τους και το βιοτικό τους επίπεδο ».
8.
Προκειμένου να καθοριστεί η ορθή νομική βάση για την επιβολή της ειδικής εισφοράς απορρόφησης, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω εισφορά έχει τον χαρακτήρα επιβαρύνσεως που επιβάλλεται με σκοπό τη ρύθμιση της αγοράς ή εάν — όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα — προορίζεται αποκλειστικώς για την κάλυψη ελλείμματος του προϋπολογισμού. Αν πρόκειται για επιβάρυνση που επιβάλλεται με σκοπό τη ρύθμιση της αγοράς, έπρεπε να ληφθούν υπόψη, υπό τη μία ή την άλλη μορφή, οι σκοποί των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά την επιβολή του εν λόγω μέτρου.
9.
Μια αναφορά στον στόχο ρυθμίσεως της αγοράς γλυκαντικών έπρεπε να υπάρχει στον κανονισμό με τον οποίο επιβλήθηκε η εν λόγω εισφορά ώστε να μπορεί αυτή να χαρακτηριστεί, δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων της Κοινότητας, ως ίδιος πόρος για τη θέσπιση του οποίου δεν είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί η περίπλοκη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 201 της Συνθήκης ΕΟΚ.
10.
Κατά της εφαρμογής του άρθρου 2, στοιχείο α, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων προβλήθηκε κυρίως το επιχείρημα ότι η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί, πρώτον, διότι δεν αφορά παρά μόνο τις επιβαρύνσεις που ήδη υφίσταντο κατά τον χρόνο θεσπίσεως της αποφάσεως. Ως προς όλες τις άλλες επιβαρύνσεις, έχει εφαρμογή το άρθρο 2, στοιχείο β, εδάφιο 2. Το άρθρο 2 της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα ακόλουθα:
« Τα έσοδα που προέρχονται από:
α)
(... ) τέλη που θεσπίζονται /θεσπίστηκαν7ή θα θεσπιστούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με κράτη μη μέλη, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως και από τις εισφορές και άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης ( 5 )·
β)
(...) συνιστούν ιδίους πόρους εγγραφομένους στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων.
Εξάλλου, συνιστούν ιδίους πόρους εγγραφομένους στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από άλλους φόρους θεσπιζόμενους στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής, σύμφωνα με τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (... ) εφόσον έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία του άρθρου 201 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (... ) »
11.
Από τη γραμματική ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί σαφές συμπέρασμα. Ενώ για τις επιβαρύνσεις επί των συναλλαγών, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, επελέγη ρητώς ο γραμματικός τύπος του παρελθόντος και του μέλλοντος, ο γραμματικός τύπος που επελέγη για τις εισφορές και τα άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης είναι ο τύπος του ενεστώτος. Η επιλογή αυτών των γραμματικών τύπων αφήνει ελεύθερο το πεδίο για μια άλλη ερμηνεία.
12.
Από το πνεύμα και τον σκοπό της διατάξεως συνάγεται ότι δεν αφορά μόνο τις επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν στο παρελθόν, διότι άλλως υπάρχει ο κίνδυνος όμοιες στην πράξη επιβαρύνσεις να θεωρούνται αυτομάτως ως ίδιοι πόροι απλώς και μόνο βάσει της ημερομηνίας επιβολής τους, ενώ για άλλες θα πρέπει να τηρείται η περίπλοκη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 201 της Συνθήκης ΕΟΚ με επικύρωση από τις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Σε περίπτωση απλής τροποποιήσεως του τρόπου επιβολής μιας επιβαρύνσεως, θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα αν πρόκειται για επιβάρυνση που έχει ήδη επιβληθεί ή αν ίσως πρόκειται για επιβάρυνση η οποία λόγω μεταβολής της νομικής της φύσεως πρέπει να θεωρηθεί ως προσφάτως επιβληθείσα επιβάρυνση.
13.
Οι συλλογισμοί αυτοί βρίσκουν την επιβεβαίωση τους στη νομολογία του Δικαστηρίου ( 6 ), συγκεκριμένα σε απόφαση που αφορούσε τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α, της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 περί των ιδίων πόρων της Κοινότητας, διάταξη η οποία είναι ακριβώς όμοια με εκείνη του άρθρου 2, στοιχείο α, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων ( 7 )«Λαμβάνοντας υπόψη την αναπόφευκτη εξέλιξη της παραγωγής και της κοινοτικής αγοράς ζάχαρης και, περαιτέρω, την ανάγκη προσαρμογής των συνεισφορών, εισφορών, επιστροφών, μέτρων στηρίξεως των τιμών προς την εξέλιξη αυτή των αναγκών της κοινοτικής αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, η απόφαση της 21ης Απριλίου 1970 δεν ηδύνατο να περιορίσει την εφαρμογή της στις μόνες εισφορές που προεβλέποντο όταν ελήφθη η απόφαση, δηλαδή στις εισφορές που καθόριζε ο κανονισμός (...) περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης ( 8 ). »
14.
Η διαδικασία του άρθρου 201 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία απαιτείται διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, ομόφωνη θέσπιση των διατάξεων από το Συμβούλιο και αποδοχή των διατάξεων αυτών από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους συνταγματικούς τους κανόνες, διαδικασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 2, στοιχείο β, εδάφιο 2, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων, δικαιολογείται από το γεγονός ότι η κυριαρχία στον φορολογικό τομέα πρέπει πρώτα να μεταβιβαστεί στην Κοινότητα. Ωστόσο, η κυριαρχική εξουσία επιβολής επιβαρύνσεων στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης έχει ήδη, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, μεταβιβαστεί στην Κοινότητα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, στοιχείο α, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων. Κατά συνέπεια, εφόσον η επίδικη επιβάρυνση εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, δεν απαιτείται, για τη θέσπιση νέων φορολογικών ρυθμίσεων, η προσφυγή στο άρθρο 2, στοιχείο β, εδάφιο 2, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων ούτε, κατά συνέπεια, στο άρθρο 201 της Συνθήκης ΕΟΚ.
15.
Όσον αφορά την ανάλογη διάταξη του άρθρου 2, εδάφιο 2, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μοναδικός σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να καταστήσει δυνατή, στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής, τη δημιουργία νέων ιδίων πόρων, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 201. « Η διάταξη αυτή δεν μπορεί πάντως να ερμηνευθεί αντίθετα από το γράμμα της, σαν να καθιστά υποχρεωτική την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 201 για τη λήψη μέτρων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο κοινής πολιτικής για μόνο τον λόγο ότι περιέχει την είσπραξη εσόδων » ( 9 ).
16.
Αντιθέτως, θα ήταν απαράδεκτο να ενταχθεί η επιβάρυνση στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης, ενώ στην πραγματικότητα ο σκοπός της θα ήταν διαφορετικός, με μοναδικό λόγο την παράκαμψη της διαδικασίας του άρθρου 201 της Συνθήκης ΕΟΚ.
17.
Δεν έχει σημασία αν εκτός από τη ρυθμιστική της λειτουργία στο πλαίσιο της γεωργικής αγοράς η επιβάρυνση παρουσιάζει και δημοσιονομικό χαρακτήρα, στο μέτρο που συμβάλλει π.χ. στον περιορισμό των δαπανών της οργανώσεως της αγοράς στον γεωργικό τομέα. Πράγματι, το άρθρο 201 δεν αφορά τις γεωργικές επιβαρύνσεις — όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο — που επιβάλλονται στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου γεωργικού τομέα και προορίζονται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των δαπανών του εν λόγω τομέα ( 10 ).
18.
Στην περίπτωση που η ειδική εισφορά απορρόφησης χαρακτηριστεί ως επιβάρυνση επιβαλλόμενη στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης και, συνεπώς, ως εμπίπτουσα στο άρθρο 2, στοιχείο α, της αποφάσεως περί των ιδίων πόρων, δεν συντρέχει κανένας λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο είναι αναρμόδιο να λάβει το μέτρο αυτό, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για εξ ορισμού « ίδιο πόρο ». Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ως προς την απόφαση περί των ιδίων πόρων ή ως προς προγενέστερες κανονιστικές ρυθμίσεις, « ότι έχει ως αντικείμενο να καθορίσει τους ίδιους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Κοινότητος και όχι τα κοινοτικά όργανα που είναι αρμόδια να θεσπίζουν δασμούς, φόρους, εισφορές, συνεισφορές ή άλλες μορφές εσόδων » ( 11 ). Η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να επιβάλλει εισφορές στηρίζεται στις διατάξεις της Συνθήκης περί κοινής γεωργικής πολιτικής ( 12 ).
19.
Προκειμένου να εξεταστεί αν ορθώς επελέγη το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ ως νομική βάση για τη θέσπιση του κανονισμού 1914/87, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί βάσει των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 13 ). Αυτό σημαίνει ότι για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 39 δημιουργείται, κατά το άρθρο 40, κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών « η οποία συνεπάγεται τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων νια την επίτευξη των ανωτέρω στόχων » ( 14 ) Κ Κατά τον έλεγχο της νομιμότητας μέτρου που έχει ληφθεί βάσει αυτής της διατάξεως, πρέπει, κατ' εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι το Συμβούλιο υπέχει την πολιτική ευθύνη και διαθέτει την αντίστοιχη διακριτική εξουσία ( 15 ). Δεδομένου ότι με την επιβολή της επιβαρύνσεως επιχειρείται να περιοριστεί η πλασματική παραγωγή που διαπιστώθηκε υπηρετείται ο σκοπός σταθεροποιήσεως των αγορών ( 16 ). Με τον βασικό κανονισμό που ίσχυε κατά τον χρόνο επιβολής της ειδικής εισφοράς απορρόφησης ( 17 ) καθιερώθηκε η αρχή της αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα της ζάχαρης. Η προσπάθεια « να δοθούν στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα ώστε να διασφαλιστεί με δίκαιο αλλά αποτελεσματικό τρόπο η σννοΑική χρηματοόότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων για τη διάθεση των πλεονασμάτων που προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ της παραγωγής της Κοινότητος και της καταναλώσεως της » ( 18 ) υπογραμμίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 28 του κανονισμού ρυθμίζει τη συγκεκριμένη νομική μορφή των μέτρων που λαμβάνονται προς επίτευξη αυτού του σκοπού, τα οποία υπέστησαν επανειλημμένες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις καθίστατο δυνατή μερική μόνο κάλυψη των εξόδων.
20.
Τα εξ ορισμού περιορισμένης χρονικής διάρκειας μέτρα ( 19 ) για την αντιμετώπιση της πλεονασματικής παραγωγής συνιστούν μια εξελικτική πορεία στη διάρκεια της οποίας θεσπίστηκαν οι νομικές εκείνες διατάξεις που ήταν απαραίτητες για την αντιμετώπιση της καταστάσεως της αγοράς ή για ρυθμιστική παρέμβαση στην αγορά. Οι διατάξεις αυτές αφορούσαν, αφενός μεν, το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής, αφετέρου δε, την επιβολή εισφορών στην παραγωγή για τη χρηματοδότηση των επιτροφών λόγω εξαγωγής. Όταν διαπιστώθηκε ότι τόσο η εισφορά επί της βασικής παραγωγής όσο και η εισφορά Β δεν αρκούσαν να καλύψουν τα δημιουργούμενα ελλείμματα, αποφασίστηκε η επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης για την κάλυψη των πραγματικών δαπανών που προκλήθηκαν από την επιδότηση των εξαγωγών κατά τις περιόδους 1981/1982 έως 1985/1986, εισφορά η οποία κατανεμήθηκε στις περιόδους εμπορίας 1986/1987 έως 1990/1991. Προς τον σκοπό αυτό προστέθηκαν στον βασικό κανονισμό διατάξεις σχετικές με την επιβολή της εισφοράς απορρόφησης.
21.
Από την εξέλιξη της αγοράς διεφάνη πολύ γρήγορα ότι οι περίοδοι εμπορίας που ακολούθησαν την περίοδο 1981/1982 έως 1985/1986 παρουσίαζαν, επίσης, σημαντικά ελλείμματα για την αντιμετώπιση των οποίων δεν αρκούσαν οι υφιστάμενες ρυθμίσεις. Για την ταχύτερη δυνατή αντιμετώπιση αυτής της εξελίξεως επιβλήθηκε η επίδικη ειδική εισφορά απορρόφησης για την περίοδο 1986/1987 με αυτοτελή κανονισμό ( 20 ).
22.
Μολονότι ο κανονισμός 1914/87 δεν τροποποίησε τυπικά τον βασικό κανονισμό, ωστόσο από πλευράς ουσίας εντάσσεται στο πλαίσιο του βασικού κανονισμού. Τόσο ως προς τον τρόπο εισπράξεως της ειδικής εισφοράς απορρόφησης όσο και ως προς την αιτιολογία του, ο κανονισμός 1914/87 είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τον βασικό κανονισμό. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1914/87, η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, όπως αυτή προκύπτει από τον βασικό κανονισμό, αποτελεί τη μοναδική βάση των επιχειρημάτων που αναπτύσσονται. Όσον αφορά τις αναμενόμενες ζημίες, γίνεται παραπομπή στις προβλέψεις του άρθρου 28 του βασικού κανονισμού, όσο δε αφορά τον υπολογισμό της ειδικής εισφοράς απορρόφησης, χρησιμοποιούνται επίσης ως βάση οι διατάξεις του άρθρου 28. Εξάλλου, καθόσον αφορά τη θέσπιση των διατάξεων εφαρμογής, γίνεται επίσης παραπομπή στον μηχανισμό του βασικού κανονισμού ( 21 ).
23.
Τέλος, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η θέσπιση της ειδικής εισφοράς απορρόφησης παρουσιάζεται ως εναλλακτική λύση έναντι της πιθανώς αναγκαίας τροποποιήσεως του ισχύοντος συστήματος των ποσοστώσεων παραγωγής ( 22 ), συνεπώς ως αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τους υφιστάμενους κανόνες οργανώσεως της αγοράς. Η άποψη κατά την οποία ο κανονισμός 1914/87 θεσπίστηκε εκτός του πλαισίου της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο ρυθμιστικό της εν λόγω αγοράς, εκφράζει τελικώς μία καθαρώς τυπολατρική αντίληψη. Το ορθόν είναι ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης, λόγω του σκοπού που επιδιώκει, αποτελεί συμπλήρωμα των υφισταμένων κανόνων οργανώσεως της αγοράς. Συνεπώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επιλεγείσα νομική βάση για τη θέσπιση του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
24.
Για να ολοκληρωθεί η εξέταση του ζητήματος της ορθότητας της νομικής βάσεως, απομένει ακόμα να εξεταστεί το επιχείρημα κατά το οποίο παρανόμως η εισφορά βαρύνει μόνο τις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, αντιθέτως προς τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης, η οποία ρητώς έχει θεσπιστεί υπέρ των παραγωγών τεύτλων.
25.
Δεν έχει σημασία αν οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης θεωρηθούν ως παραγωγοί ή ως καταναλωτές, κατά την έννοια των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εκείνο που, εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο είναι ότι επωφελούνται τουλάχιστον όσο και οι παραγωγοί τεύτλων από τις τιμές που εγγυάται η Κοινότητα στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Αυτό προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του βασικού κανονισμού όπου τονίζεται:
« Είναι ανάγκη η παρούσα ρύθμιση να παρέχει δίκαιες εγγυήσεις [εγγυήσεις τιμών] τόσο στους βιομηχάνους όσο και στους παραγωγούς του προϊόντος βάσεως » ( 23 ).
26.
Το σύνολο του μηχανιμού ρυθμίσεως των τιμών δεν εφαρμόζεται μόνο επί των βασικών προϊόντων αλλά και επί της ζάχαρης. Στον τίτλο Ι του βασικού κανονισμού προβλέπεται ο ενιαίος καθορισμός ενδεικτικής τιμής για τη λευκή ζάχαρη. Ορίζεται επίσης τιμή παρεμβάσεως τόσο για την ακατέργαστη ζάχαρη όσο και για τη λευκή ζάχαρη ( άρθρα 2 και 3 του βασικού κανονισμού ). Οι ρυθμίσεις οι σχετικές με τις τιμές βάσει των οποίων διεξάγεται το εμπόριο με τις τρίτες χώρες ισχύουν επίσης και για τη ζάχαρη (τίτλος II του βασικού κανονισμού ). Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι παραγωγοί ζάχαρης λαμβάνουν επιστροφές λόγω εξαγωγής εκτός Κοινότητας. Το κοινοτικό σύστημα ποσοστώσεων, που συνιστά ένα από τα στοιχεία εγγυήσεως των τιμών, εφαρμόζεται επίσης στην παραγωγή ζάχαρης ( άρθρο 19).
27.
Βάσει της κατανομής των ποσοστώσεων συνάπτονται οι συμβάσεις παραδόσεως μεταξύ των παραγωγών ζάχαρης και των παραγωγών ζαχαρότευτλων ( 24 ). Εξάλλου, από τότε που επιβλήθηκαν οι εισφορές επί της παραγωγής ζάχαρης, εκείνοι που πρωτίστως υπέχουν την υποχρέωση καταβολής είναι οι παραγωγοί ζάχαρης, με δυνατότητα μερικής μετακυλίσεως της εισφοράς επί των παραγωγών τεύτλων ( 25 ). Ο μηχανισμός εισπράξεως της ειδικής εισφοράς απορρόφησης στηρίχθηκε στο υφιστάμενο σύστημα. Τέλος, η ειδική εισφορά απορρόφησης, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου επιβολής της και των συνεπειών της, συνιστά μέθοδο υπολογισμού των εισφορών επί της παραγωγής. Κατά συνέπεια, η κατανομή του οικονομικού βάρους που συνεπάγεται η ειδική εισφορά απορρόφησης αντιστοιχεί προς την κατανομή του οικονομικού βάρους που συνεπάγονται οι προβλεπόμενες από τον βασικό κανονισμό εισφορές επί της παραγωγής. Επομένως, ο κανονισμός 1914/87 δεν είναι άκυρος επειδή επέβαλε εισφορά αντίθετη προς το σύστημα, η οποία από νομικής απόψεως θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο αν είχε χρησιμοποιηθεί άλλη νομική βάση.
2. Νομικά όρια της αρχής της αντοχρηματοάοτήσεως, της ασφαλείας δίκαιον και της απαγορεύσεως της αναορομικής ισχύος
28.
Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αν ο κανονισμός 1914/87 είναι άκυρος επειδή αναπτύσσει αναδρομικές συνέπειες, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί εάν και σε ποιο βαθμό έχει αναδρομική ισχύ. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1914/87 τέθηκε σε ισχύ την ημέρα της δημοσιεύσεως του, δηλαδή στις 2 Ιουλίου 1987, και επέβαλε ειδική εισφορά απορρόφησης για την περίοδο εμπορίας 1986/1987, η οποία κάλυπτε την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1986 έως 30ής Ιουνίου 1987 ( 26 ), οι ρυθμίσεις που εισάγει αφορούν παρελθούσα περίοδο. Το πραγματικό στοιχείο που είναι κρίσιμο για τον υπολογισμό της ειδικής εισφοράς απορρόφησης είναι η παραγωγή ζάχαρης κατά τη διάρκεια περιόδου που έχει ήδη περατωθεί. Πράγματι, η ειδική εισφορά απορρόφησης προκύπτει κατά τρόπο εντελώς λογιστικό από την επιβολή ενός ακόμη ακαθόριστου συντελεστή επί του ποσού των αναλόγων με την παραγωγή της εισφορών που οφείλει να καταβάλει η συγκεκριμένη επιχείρηση ( 27 ). Συνεπώς, οι υπέχουσες την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς επιχειρήσεις δεν είχαν καμία δυνατότητα να επηρεάσουν το ύψος της εν λόγω εισφοράς, τροποποιώντας την επιχειρηματική τους δράση.
29.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους παραγωγούς τεύτλων, από τους οποίους οι παραγωγοί ζάχαρης μπορούσαν να ζητήσουν την επιστροφή του 60%, κατ' ανώτατο όριο, της ειδικής εισφοράς απορρόφησης, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1914/87. Συνεπώς, ο κανονισμός 1914/87, επιβάλλοντας εκ των υστέρων επιβαρύνσεις βάσει πραγματικών περιστατικών που έχουν ήδη συντελεστεί, αναπτύσσει πράγματι αναδρομικές συνέπειες.
30.
Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό ότι συντρέχει περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής των εννόμων συνεπειών. Βεβαίως, η ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού δεν μετατέθηκε σε ημερομηνία προγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος του. Ωστόσο, όπως ήδη τονίστηκε, οι συνέπειες που αναπτύσσει είναι εξ ολοκλήρου αναδρομικές σε σχέση με την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού. Η έννομη συνέπεια του κανονισμού, δηλαδή η γέννηση της φορολογικής υποχρεώσεως είχε ήδη συντελεστεί κατά την εν λόγω ημερομηνία. Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο τελικός προσδιορισμός του ποσού της εισφοράς που οφείλει να καταβάλλει η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Πρόκειται για καθαρώς διοικητική διαδικασία η οποία θα εκτελεστεί βάσει πραγματικών στοιχείων που έχουν ήδη συντελεστεί.
31.
Το ίδιο ισχύει και για την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητή η καταβολή της εισφοράς. Ο κανονισμός ορίζει ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης πρέπει να καταβληθεί πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1987. Ωστόσο, η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, αυτής καθεαυτής, είναι εντελώς ανεξάρτητη από την ημερομηνία κατά την οποία η καταβολή της καθίσταται απαιτητή. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1914/87 μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρος μόνο εφόσον ήταν πράγματι απαραίτητος για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει και εφόσον ελήφθη δεόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
α) Σκοπός του κανονισμού 1914/87
32.
Σκοπός του κανονισμού 1914/87 είναι να ενισχύσει την ισχύουσα ήδη από καταβολής της οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης αρχή της αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα της ζάχαρης. Τον ίδιο αυτό σκοπό υπηρετούσε η αρχική επιβολή εισφορών επί της παραγωγής καθώς και η μεταγενέστερη επιβολή εισφορών αλληλεγγύης.
33.
Οι συντάκτες των κανονισμών έχουν, καταρχήν, ευρεία διακριτική εξουσία ως προς το πως ακριβώς θα διαμορφώσουν την κοινή οργάνωση της αγοράς και τους σκοπούς που θα τάξουν στο πλαίσιο αυτής της οργανώσεως, υπό την επιφύλαξη ότι δεν θα προβούν σε κατάχρηση εξουσίας. Δεν αμφισβητείται ότι η αγορά γλυκαντικών παραμένει μέχρι τώρα ο μόνος γεωργικός τομέας της Κοινότητας στον οποίο ισχύει ρητώς η αρχή « της συνολικής χρηματοδοτήσεως από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων » ( 28 ).
34.
Οι νομικές ρυθμίσεις που απαιτούνται για την επίτευξη ενός σκοπού περιλαμβάνονται, καταρχήν, στα όρια της διακριτικής εξουσίας του νομοθέτη. Ωστόσο, για λόγους ασφαλείας δικαίου, ο νομοθέτης οφείλει να μην παραβιάζει τα όρια που ο ίδιος έθεσε και να μην προβαίνει σε αυθαίρετες τροποποιήσεις. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δικαιολογημένη προσδοκία των υποκειμένων στις ρυθμίσεις ότι οι ρυθμίσεις αυτές θα διατηρηθούν, δεδομένου ότι ο νομοθέτης στηρίζει τις διατάξεις που θεσπίζει επί της υφισταμένης νομικής καταστάσεως, πρέπει δε να παρέχεται η ευκαιρία στους υποκειμένους στη ρύθμιση να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις ενδεχόμενες τροποποιήσεις της.
β) Υπήρχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης ως προς τον περιορισμό της υποχρεώσεως τους να αντισταθμίσουν τις ζημίες;
35.
Το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων διατάξεων.
36.
Ο κανονισμός 1785/81 ( 29 ) θέτει την αρχή της πλήρους χρηματοδοτήσεως των εξόδων εκ μέρους των παραγωγών, μολονότι το σύστημα αυτό πρέπει να είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας και μεταβατικού χαρακτήρα. Ωστόσο, το άρθρο 28 ορίζει για τις απαιτούμενες προς κάλυψη των εξόδων εισφορές ανώτατα όρια τα οποία επιβάλλεται να τηρηθούν ( 30 ).
37.
Οι διατάξεις αυτές δεν ρυθμίζουν την περίπτωση κατά την οποία τα ανώτατα αυτά όρια δεν επαρκούν για την πλήρη χρηματοδότηση των εξόδων από τους παραγωγούς. Κατά τη γνώμη μου, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να δημιουργήσει στους παραγωγούς την προσδοκία ότι δεν θα υπάρξει υπέρβαση των ανωτάτων ορίων.
38.
Ο κανονισμός 1738/85 ( 31 ) συμπλήρωσε το πλαίσιο που είχε διαμορφώσει ο κανονισμός 1785/81 αυξάνοντας το ανώτατο ποσό για τη ζάχαρη Β από 30 σε 37 ο/ο. Με τον κανονισμό αυτό ορίστηκε, επίσης, ότι ζημίες που προέκυψαν από την ανάγκη εξαγωγής των κοινοτικών πλεονασμάτων τεύτλων πρέπει να καλύπτονται στο πλαίσιο ορισμένων ορίων ( 32 ).
39.
Η αρχή του ανωτάτου ορίου διατυπώνεται ρητώς στον εν λόγω κανονισμό.
40.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 934/86 ( 33 ) τονίζει και πάλι την « αρχή της οικονομικής ευθύνης των παραγωγών για το σύνολο των ζημιών » και, παράλληλα με ορισμένες τροποποιήσεις του συστήματος χρηματοδοτήσεως, επιβάλλει εισφορά απορρόφησης στον εν λόγω τομέα. Εξάλλου, ο ίδιος κανονισμός περιέχει διάταξη κατά την οποία το σύνολο των εισφορών επί της βασικής παραγωγής και των εισφορών Β υπολογίζεται σωρευτικώς κατά το τέλος της περιόδου 1987/1988 για τις δύο περιόδους εμπορίας 1986/1987 και 1987/1988.
41.
Ο κανονισμός αυτός δεν προβαίνει σε τροποποίηση των ανωτάτων ορίων των υφισταμένων εισφορών αλλά επιβάλλει νέα εισφορά απορρόφησης η οποία « προορίζεται να αποσβέσει το έλλειμμα των 400 εκατομμυρίων ECU που διαπιστώθηκε μετά την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων κατά το χρονικό διάστημα 1981/1982 έως 1985/1986» ( 34 ).
42.
Στον κανονισμό αυτό γίνεται, βεβαίως, λόγος για ορισμένα συγκεκριμένα όρια, αλλά προβαίνει σε υπέρβαση των μέχρι τότε ισχυόντων ορίων επιβάλλοντας την εισφορά απορρόφησης και υπογραμμίζει την αρχή της « οικονομικής ευθύνης των παραγωγών για το σύνολο των ζημιών » ( 35 ). Συνεπώς, όλοι οι παραγωγοί τεύτλων γνώριζαν ότι το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να τους ζητήσει να συμβάλουν στην κάλυψη του συνόλου των ζημιών.
43.
Αυτή ήταν η κατάσταση κατά τη θέσπιση του αμφισβητούμενου κανονισμού 1914/87. Νομοθετικό κείμενο αντιφατικό προς τον εαυτό του δεν μπορεί να δημιουργήσει νομικώς προστατευόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Αυτό ισχύει, ιδίως, στην περίπτωση που οι προκαλούμενες από τη δική τους οικονομική δραστηριότητα δαπάνες καλύπτονται από το δημόσιο. Όταν ο αναλαμβάνων τις δαπάνες δεν έχει αποδεχθεί ρητώς την υποχρέωση του αυτή, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση και νομικώς δεσμευτικό, δεν μπορεί να υπάρξει νομικώς προστατευόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
44.
Συνεπώς, οι παραγωγοί δεν μπορούσαν νομίμως να προσδοκούν ότι το Συμβούλιο θα τηρήσει ορισμένα όρια και ότι θα παρεκκλίνει από την αρχή της πλήρους ευθύνης των παραγωγών για όλες τις ζημίες. Συνεπώς, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν εμπόδιζε το Συμβούλιο να επιβάλλει στους παραγωγούς τις επιβαρύνσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της αρχής της οικονομικής ευθύνης των παραγωγών για το σύνολο των ζημιών.
45.
Επιχειρήθηκε επίσης να στηριχθεί στον κανονισμό ( ΕΟΚ) 1107/88 ( 36 ) του Συμβουλίου ( περί επιβολής πρόσθετης εισφοράς ) το επιχείρημα περί της υπάρξεως προγενέστερης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή περί υπάρξεως προηγούμενης αυτοδεσμεύσεως του Συμβουλίου. Ως προς το ζήτημα αυτό επιβάλλεται, καταρχάς, να τονιστεί ότι η ερμηνεία προγενέστερων νομικών πράξεων υπό το πρίσμα μεταγενέστερων πράξεων συνιστά αμφισβητούμενη μέθοδο ερμηνείας. Εξάλλου, το επιχείρημα κατά το οποίο δεν υπήρχε κατά το παρελθόν εγγύηση ότι ο σκοπός της αυτοχρηματοδοτήσεως θα μπορούσε να επιτευχθεί και ότι, κατά συνέπεια, μπορούσε να προβλεφθεί ενίσχυση του μηχανισμού της αυτοχρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να προβληθεί κατά του κανονισμού 1914/87.
46.
Είναι πράγματι προφανές και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι οι αρχικοί μηχανισμοί αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα δεν επαρκούσαν πλέον με αποτέλεσμα να υπάρχουν ζημίες που έπρεπε να καλυφθούν. Σκοπός της πρόσθετης εισφοράς ήταν να αποτρέψει τη δημιουργία παρομοίων ελλειμμάτων και να διασφαλίσει « ότι στο μέλλον το σύνολο των ζημιών που οφείλονται στη διάθεση των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής θα καλύπτεται, για κάθε περίοδο εμπορίας, από τις χρηματοδοτικές συνεισφορές των παραγωγών » ( 37 ). Δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι είναι παράνομη η μετακύλιση επί των υπευθύνων των ζημιών που προκλήθηκαν κατά το παρελθόν.
47.
Εξάλλου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η Κοινότητα είχε τότε να επιλέξει μεταξύ της επιβολής ειδικής εισφοράς απορρόφησης και της μειώσεως των ποσοστώσεων παραγωγής. Η δεύτερη αυτή λύση θα είχε πλήξει τους παραγωγούς ζάχαρης πολύ βαρύτερα από την επιβολή χρηματικής εισφοράς.
48.
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι ήταν αδύνατη η εφαρμογή της λύσεως αυτής επί της περιόδου εμπορίας 1986/1987, δεδομένου ότι το σύνολο των ζημιών διαπιστώθηκε μετά την εξάντληση των ποσοστώσεων. Εξάλλου, η ειδική εισφορά απορρόφησης έπληττε εκείνες μόνο τις επιχειρήσεις που ήταν υπεύθυνες για τη δημιουργία του προς κάλυψη ελλείμματος. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο — και ως προς αυτό πρέπει να αναγνωριστεί το δίκαιο εκείνων που υποστηρίζουν τον κανονισμό — να μη μειωθούν οι ποσοστώσεις αλλά να επιβληθεί η ειδική εισφορά απορρόφησης.
49.
Όσοι δεν συμμερίζονται την άποψη ότι βάσει των υφισταμένων διατάξεων οι παραγωγοί ζάχαρης δεν μπορούσαν να έχουν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η Κοινότητα θα αναλάβει τις ζημίες που οι ίδιοι προκάλεσαν, ή ότι τουλάχιστον δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να έχουν την προσδοκία αυτή, πρέπει να προσέξουν τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν το Ηνωμένο Βασίλειο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Όπως συνάγεται από τις παρατηρήσεις αυτές η Επιτροπή δημοσίευσε στις 9 Σεπτεμβρίου 1986 ισολογισμό από τον οποίο σαφώς προέκυπτε το αναμενόμενο για την περίοδο εμπορίας 1986/1987 έλλειμμα. Τον Φεβρουάριο η Επιτροπή πρότεινε την επιβολή ειδικής εισφοράς απορρόφησης. Στις 7 Μαρτίου, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέπτυξε την πρόταση αυτή ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής για τη ζάχαρη, η δε πρόταση δημοσιεύθηκε τελικώς στις 3 Απριλίου 1987 στην Επίσημη Εφημερίδα. Οι παραγωγοί ζάχαρης ενημερώθηκαν για όλα αυτά τα στοιχεία από τον ειδικευμένο τύπο, ώστε να μην αποτελεί έκπληξη γι' αυτούς η επιβολή της ειδικής εισφοράς απορρόφησης. Από τα επιχειρήματα αυτά συνάγεται ότι το Συμβούλιο, κατά τη θέσπιση του κανονισμού 1914/87, ενήργησε ορθώς και δεν παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
50.
Από την μέχρι τώρα εξέταση δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού.
3. Απαγόρευση επιβαρύνσεως ενός οικονομικού κλάδου με κινούνονς άσχετους προς αυτόν και δυσανάλογος χαρακτήρας των επιβαρύνσεων
α) Επιβάρυνση ενός οικονομικού κλάδου με άσχετους προς αυτόν κινδύνους
51.
Οι λόγοι που προβάλλει η προσφεύγουσα κατά του κύρους του κανονισμού 1914/87 στηρίζονται προφανώς στην ύπαρξη απαγορεύσεως, προβλεπόμενης από το κοινοτικό δίκαιο, να επιβαρύνεται ένας γεωργικός κλάδος με κινδύνους άσχετους προς αυτόν. Ως « άσχετους κινδύνους » θεωρεί τους παράγοντες εκείνους που δημιουργούν ή προσαυξάνουν τα έξοδα και οι οποίοι δεν πηγάζουν άμεσα από την κοινή οργάνωση της αγοράς ή από την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι π.χ. το επίπεδο των τιμών ζάχαρης στη διεθνή αγορά, που είναι αποτέλεσμα της παραγωγής ζάχαρης εκτός της Κοινότητας, καθώς και η πτώση του δολαρίου. Οι χαμηλές τιμές ζάχαρης στη διεθνή αγορά προκάλεσαν την καταβολή σημαντικών επιστροφών λόγω εξαγωγής, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ελλείμματος στον προϋπολογισμό, το οποίο επιχειρήθηκε να καλυφθεί με την επιβολή της ειδικής εισφοράς απορρόφησης.
52.
Παραμένει, βεβαίως, ανεξήγητο από πού η προσφεύγουσα συνάγει την αρχή ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την τιμή, στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς, όπως στην παρούσα περίπτωση η τιμή του προϊόντος στη διεθνή αγορά ή η πτώση του δολαρίου, δεν πρέπει να βαρύνουν τις επιχειρήσεις του αντίστοιχου γεωργικού τομέα υπό μορφή οικονομικών επιβαρύνσεων. Ακόμα και ο χαρακτηρισμός των στοιχείων αυτών ως « εξωγενών κινδύνων » είναι αμφίβολος. Βεβαίως, πρόκειται για παράγοντες που ανάγονται εκτός του πεδίου επιρροής του παραγωγού στην εσωτερική αγορά, και μάλιστα όχι μόνο του παραγωγού αλλά και των οργάνων της Κοινότητας στα οποία έχει ανατεθεί η άσκηση κυριαρχικών εξουσιών. Έχουν απλώς τη δυνατότητα να αντιδρούν ενόψει αυτών των εξελίξεων, όχι όμως και να τις επηρεάζουν. Ωστόσο, πρέπει να θεωρηθούν ως αναπόσπαστοι προς την κοινή οργάνωση της αγοράς παράγοντες επιρροής. Πράγματι, τόσο ο μηχανισμός ρυθμίσεως των τιμών, με τα συστήματα επιστροφών και εισφορών, όσο και οι ρυθμίσεις που αφορούν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης ( 38 ).
53.
Παρά την αύξηση των δαπανών που συνεπάγονται, οι επιστροφές λόγω εξαγωγής αποτελούν ρύθμιση ευεργετική της κοινοτικής αγοράς ζάχαρης, καθόσον αποτελούν στοιχείο της εγγυήσεως των τιμών. Οι συνθήκες της εσωτερικής αγοράς δεν μπορούν να εκτιμηθούν ανεξάρτητα από την εξέλιξη της διεθνούς αγοράς. Η ίδια η κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση που υφίσταται μεταξύ της εσωτερικής και της διεθνούς αγοράς.
54.
Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα μπορούσε να περιοριστεί το σημαντικό ποσό που καταβάλλεται υπό μορφή επιστροφών λόγω εξαγωγής. Αν ληφθεί ως βάση ότι πρέπει να διατηρηθεί ο μηχανισμός των εγγυημένων τιμών, το μόνο κατάλληλο μέσο που απομένει είναι η μείωση των ποσοτήτων για τις οποίες παρέχεται εγγύηση, δηλαδή των ποσοστώσεων Α και Β. Αυτό αποδεικνύει και πάλι την εξάρτηση και την αλληλεπίδραση των μηχανισμών της κοινής οργανώσεως για τη ρύθμιση της αγοράς σε σχέση με την εξέλιξη που παρουσιάζουν οι εξωτερικές αγορές. Κατά συνέπεια, κακώς γίνεται λόγος για « εξωγενείς κινδύνους » οι οποίοι εξ ορισμού δεν θα έπρεπε να επηρεάζουν τις οικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις εμπίπτουσες στην κοινή οργάνωση της αγοράς επιχειρήσεις.
β) Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας
55.
Λόγος σχετικός με προσβολή της αρχής της αναλογικότητας θα μπορούσε να συναχθεί μόνο κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι οικονομικές επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η ειδική εισφορά απορρόφησης είναι δυσανάλογες λόγω του ύψους τους και λόγω του γεγονότος ότι προστίθενται σε ήδη υφιστάμενες εισφορές. Προκειμένου να κριθεί αν η ειδική εισφορά απορρόφησης είναι δυσανάλογη και, κατά συνέπεια, άκυρη, πρέπει να εξεταστεί εάν και κατά πόσο η αρχή της αυτοχρηματοδοτήσεως του τομέα έχει επιβληθεί κατά τρόπο νόμιμο, όπως επίσης κατά πόσο η ειδική εισφορά απορρόφησης είναι απαραίτητη και κατάλληλη για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
56.
Η διαχείριση ενός γεωργικού τομέα, στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, ανάγεται, καταρχήν, στην εξουσία του κοινοτικού νομοθέτη. Η αυτοχρηματοδότηση ενός τομέα της αγοράς αποτελεί σκοπό θεμιτό. Δεν έχει σημασία αν ο σκοπός αυτός ισχύει ρητώς για ολόκληρη την κοινή γεωργική πολιτική. Από νομικής απόψεως, επίσης, ο σκοπός αυτός δεν δημιουργεί επιφυλάξεις. Η στηριζόμενη στις συναλλακτικές σχέσεις κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών δεν συνεπάγεται ότι πρέπει μονίμως να λειτουργεί ως « επιδοτούμενη επιχείρηση », όπως συμβαίνει στην πράξη. Το γεγονός ότι η αρχή της αυτοχρηματοδοτήσεως ισχύει για έναν μόνο τομέα της αγοράς και όχι για τους άλλους δεν δημιουργεί, επίσης, πρόβλημα, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις των διαφόρων τομέων της αγοράς δεν βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ως θεμιτή η επιβολή, εξάλλου νόμιμη, της αρχής της αυτοχρηματοδοτήσεως.
57.
Βάσει αυτών των αρχών, είναι απαραίτητο οι οικονομικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν από το σύστημα εγγυήσεως των τιμών και των πωλήσεων να βαρύνουν, υπό μια οποιαδήποτε μορφή, τις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες ως εμπίπτουσες στην κοινή οργάνωση της αγοράς επωφελούνται από τη ρύθμιση της αγοράς. Κατά συνέπεια, το ύψος των οικονομικών επιβαρύνσεων που συνεπάγεται η εφαρμογή του συστήματος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εφόσον υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ των οφελών και των επιβαρύνσεων. Για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης και λόγω της απαγορεύσεως των διακρίσεων θα μπορούσε, ωστόσο, να αμφισβητηθεί η επιβολή της υποχρεώσεως συνεισφοράς για ελλείμματα του προϋπολογισμού που δεν οφείλονται στην παραγωγή της επιχειρήσεως που καλείται να συνεισφέρει.
58.
Ωστόσο, η ειδική εισφορά απορρόφησης δεν δημιουργεί παρόμοιας φύσεως πρόβλημα δεδομένου ότι επιβάλλεται επί εκείνων μόνο των επιχειρήσεων που συνέβαλαν στην παραγωγή η οποία προκάλεσε τα ελλείμματα. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι που αναφέρονται στο γεγονός ότι είναι παράνομο να επιβαρύνεται ένας κλάδος της οικονομίας με άσχετους προς αυτόν κινδύνους, καθώς και στον δυσανάλογο χαρακτήρα των επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν.
4. Προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
59.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί το κύρος του κανονισμού 1914/87 ισχυριζόμενη ότι αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι, αφενός μεν, πλήττει κατά τρόπο διαφορετικό την παραγωγή της ζάχαρης Α και της ζάχαρης Β, αφετέρου δε, η γερμανική βιομηχανία ζάχαρης, η οποία διαθέτει συγκριτικά μεγαλύτερες ποσοστώσεις Β, πλήττεται βαρύτερα από τη βιομηχανία ζάχαρης άλλων κρατών μελών. Κατά την άποψη της, εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται για όμοιες καταστάσεις, για τις οποίες δεν συντρέχει λόγος διαφορετικής μεταχειρίσεως, η διαφορετική επιβάρυνση της παραγωγής ζάχαρης Α και ζάχαρης Β είναι, ειδικότερα, παράνομη διότι η ειδική εισφορά απορρόφησης δεν συνιστά επιβάρυνση που αποσκοπεί στη ρύθμιση της αγοράς αλλά εισφορά χρηματοδοτήσεως ως προς την οποία, κατά μείζονα λόγο, ισχύει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των φορολογουμένων. Προσπάθεια για τη δίκαιη επιβάρυνση του συνόλου της παραγωγής ζάχαρης έγινε ήδη κατά την επιβολή της εισφοράς απορρόφησης, γνωστής ως « εισφοράς αλληλεγγύης », με τον κανονισμό 934/86 και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να επιδιωχθεί κατά μείζονα λόγο και στο πλαίσιο της ειδικής εισφοράς απορρόφησης.
60.
Πριν εξεταστεί αν η ειδική εισφορά απορρόφησης δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, επιβάλλεται να τονιστεί ότι κατά την άποψη που υποστηρίζεται σχετικώς η ειδική εισφορά απορρόφησης συνιστά μέτρο ρυθμίσεως της αγοράς που πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης και όχι απλή εισφορά χρηματοδοτήσεως.
α) Υψηλότερη επιβάρυνση της παραγωγής ζάχαρης Β
61.
Ο υπολογισμός της ειδικής εισφοράς απορρόφησης πραγματοποιείται βάσει των εισφορών στην παραγωγή που πλήττουν κατά τρόπο διαφορετικό τη ζάχαρη Α και τη ζάχαρη Β, κατ' εφαρμογή του άρθρου 28 του βασικού κανονισμού. Δεδομένου ότι το ύψος της ειδικής εισφοράς απορρόφησης προκύπτει από την απλή εφαρμογή ενός συντελεστού επί των οφειλομένων εισφορών στην παραγωγή, η παραγωγή της ζάχαρης Α και η παραγωγή της ζάχαρης Β πλήττονται κατά τρόπο ανάλογο από την ειδική εισφορά απορρόφησης και τις εισφορές στην παραγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 28 του βασικού κανονισμού.
62.
Εφόσον η επιβολή διαφορετικών επιβαρύνσεων στη ζάχαρη Α και στη ζάχαρη Β δεν συνιστά απαγορευμένη διάκριση, η ειδική εισφορά απορρόφησης δεν εισάγει, επίσης, δυσμενή διάκριση. Όταν πρόκειται να εξεταστεί αν η κατάσταση της παραγωγής της ζάχαρης Α είναι όμοια με εκείνη της ζάχαρης Β, πρέπει βεβαίως να γίνει δεκτό ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ζάχαρη και, συνεπώς, για το ίδιο προϊόν. Η ίδια βεβαίως διαπίστωση ισχύει και για τη ζάχαρη Γ. Συνεπώς, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο το προϊόν αλλά, επίσης, η σημασία του στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς. Πρέπει, σχετικώς, να παρατηρηθεί ότι η διαφοροποίηση μεταξύ της ζάχαρης Α και της ζάχαρης Β οφείλεται σε ιστορικούς λόγους. Ήδη στο πλαίσιο της πρώτης κοινής οργανώσεως της αγοράς με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1009/67 ( 39 ) γινόταν διάκριση μεταξύ της « βασικής ποσοστώσεως » και της « ανώτατης ποσοστώσεως », για κάθε επιχείρηση και για κάθε περίοδο εμπορίας. Στις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού τονιζόταν ότι:
« O σκοπός αυτός ( ο περιορισμός της παραγωγής) μπορεί να επιτευχθεί, αφενός μεν, με τη χορήγηση σε κάθε εργοστάσιο ή επιχείρηση, που μεταποιεί, εντός της Κοινότητας, τεύτλα ή μελάσσα σε ζάχαρη, βασικής ποσοστώσεως για την οποία η Κοινότητα θα φέρει το βάρος της εγγυήσεως της τιμής και της διαθέσεως της, αφετέρου δε, με τον περιορισμό ή αποκλεισμό της παροχής αυτής της εγγυήσεως για τις ποσότητες που παράγονται πέραν της βασικής ποσοστώσεως, ανάλογα με το αν αυτή υπερβαίνει ή όχι ένα ορισμένο όριο » ( 40 ).
Η προσπάθεια επιτεύξεως αυτού του σκοπού συγκεκριμενοποιείται με τις διατάξεις των άρθρων 22 επ. του κανονισμού. Το σύστημα αυτό, η διάρκεια εφαρμογής του οποίου είχε καταρχάς περιοριστεί στον μήνα Ιούλιο του 1975, παρατάθηκε, με ορισμένες τροποποιήσεις, με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3330/74 ( 41 ) και 1592/80 ( 42 ).
63.
Κατά την περίοδο εφαρμογής του κανονισμού 3330/74 το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με το σύστημα των ποσοστώσεων που προβλέπεται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης, το οποίο περιέγραψε ως ακολούθως:
«—
κατά το άρθρο 24, χορηγείται σε κάθε επιχείρηση βασική ποσόστωση, καλούμενη ποσόστωση Α, η δε επιχείρηση μπορεί να πωλεί την παραγόμενη στο πλαίσιο αυτής της ποσοστώσεως ζάχαρη απευθείας στην κοινοτική αγορά επωφελούμενη της τιμής παρεμβάσεως·
—
δυνάμει του άρθρου 25, χορηγείται κατόπιν αιτήσεως της σε κάθε επιχείρηση ποσόστωση, καλούμενη ποσόστωση Β, ίση προς την ποσόστωση Α που της έχει χορηγηθεί αυξομειούμενη κατά έναν συντελεστή, η επιχείρηση δε μπορεί να πωλεί επίσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στην κοινοτική αγορά τη ζάχαρη που παράγεται εντός αυτών των ορίων, υπό την προϋπόθεση όμως καταβολής εισφοράς στην παραγωγή ( άρθρο 27 )·
—
η παραγόμενη πέραν των ποσοστώσεων Α και Β ζάχαρη, καλούμενη ζάχαρη Γ, δεν μπορεί να διατεθεί στην εσωτερική αγορά, πρέπει δε να εξαχθεί στη διεθνή αγορά πριν την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί το τέλος της περιόδου εμπορίας ζάχαρης στη διάρκεια της οποίας η ζάχαρη αυτή έχει παραχθεί (άρθρο 26)» ( 43 ).
64.
Από 1ης Ιουνίου 1981, το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 1785/81 τον καλούμενο στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως βασικό κανονισμό. Οι όροι « ζάχαρη Α, Β και Γ », « ποσόστωση Α » και « ποσόστωση Β » χρησιμοποιήθηκαν και πάλι στον βασικό κανονισμό. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι διατηρείται το σύστημα κατά το οποίο τόσο η ζάχαρη Α όσο και η ζάχαρη Β μπορούν να διατεθούν εντός της κοινής αγοράς με βάση τις εγγυημένες τιμές, προβλέποντας παράλληλα, ευθύς εξαρχής, τη δυνατότητα επιβολής σαφώς υψηλότερης εισφοράς στην παραγωγή για τη ζάχαρη Β. Αποτέλεσμα των εισφορών στην παραγωγή ήταν η μείωση των εγγυημένων τιμών ( 44 ). Σε σχέση με την απλή μείωση της τιμής παρεμβάσεως, το σύστημα των εισφορών στην παραγωγή έχει το πλεονέκτημα να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Κοινότητας, όπως π.χ. την αρχή της κατά περιοχή εξειδικεύσεως.
65.
Όσον αφορά την ποσότητα ζάχαρης που παράγεται εντός των ποσοστώσεων, πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγόμενη εντός της ποσοστώσεως Α ζάχαρη αντιστοιχεί αριθμητικά προς την ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνεται εντός της Κοινότητας. Μολονότι η εμπορία της ζάχαρης Β δεν συνδέεται με την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η αγορά ζάχαρης χαρακτηρίζεται από πλεονασματική παραγωγή και δεδομένης της λειτουργίας των ποσοστώσεων παραγωγής, ότι « όλες οι επιχειρήσεις που υπερβαίνουν την ποσόστωση Α παράγουν, εξ ορισμού, πλεονάσματα προοριζόμενα για εξαγωγή » ( 45 ). Η αντίληψη αυτή δικαιολογεί τη σαφώς υψηλότερη επιβάρυνση της παραγωγής ζάχαρης Β και τον αντίστοιχο περιορισμό των ειδικών ρυθμίσεων που αφορούν τη διάθεση της στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης.
66.
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης η ζάχαρη Α και η ζάχαρη Β δεν αποτελούν το ίδιο προϊόν και επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για όμοιες καταστάσεις, όσον αφορά το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως. Αν παρά ταύτα θεωρηθεί ότι πρόκειται για όμοιες καταστάσεις, οι λόγοι που αναπτύχθηκαν ανωτέρω δικαιολογούν τη διαφορετική επιβάρυνση τους στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς. Όπως ήδη ανέφερα, οι λόγοι αυτοί, κατά το μέτρο που δικαιολογούν τις υψηλότερες εισφορές στην παραγωγή για τη ζάχαρη Β, ισχύουν ομοίως και για την ειδική εισφορά απορρόφησης.
β) Κατάχρηση εξουσίας
67.
Στο ίδιο αυτό πλαίσιο κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί και ο λόγος κατά τον οποίο η σχετική με την ειδική εισφορά απορρόφησης ρύθμιση βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας. Πραγματικός σκοπός του κανονισμού δεν ήταν η χρηματοδότηση των ζημιών της περιόδου 1986/1987 αλλά ο εξαναγκασμός των παραγωγών ζάχαρης να διακόψουν την παραγωγή τους στο πλαίσιο των ποσοστώσεων Β. Γι' αυτόν τον λόγο επιβλήθηκε στην παραγωγή ζάχαρης Β εισφορά που έχει ως αποτέλεσμα τη σύνθλιψη της παραγωγικής διαδικασίας.
68.
Επιβάλλεται, καταρχάς, να τονιστεί ότι κατά τις αιτιολογικές σκέψεις και την οικονομία του κανονισμού 1914/87, η ειδική εισφορά απορρόφησης αποσκοπούσε πράγματι στην κάλυψη των ζημιών του προϋπολογισμού της περιόδου 1986/1987. Το ζήτημα που τίθεται είναι αν παράλληλα επιδιωκόταν και η επίτευξη άλλων σκοπών καθώς και αν η ενέργεια αυτή είναι, ενδεχομένως, νόμιμη.
69.
Δεν αμφισβητείται ότι η εισφορά επί της παραγωγής έχει αποτέλεσμα όμοιο με τη μείωση των εγγυήσεων ( 46 ). Δεδομένου ότι η ζάχαρη Β πλήττεται βαρύτερα, η πλεονασματική παραγωγή που δεν μπορεί να διατεθεί εντός της Κοινότητας πλήττεται κατά τρόπο εντελώς θεωρητικό. Το επιτρεπόμενο πλεόνασμα, που παράγεται εντός των ποσοστώσεων, αποτελεί την κύρια αιτία των υψηλών συνολικών ζημιών, διότι η εξαγωγή του εκτός Κοινότητας συνεπάγεται την καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το γεγονός ότι από οικονομικής απόψεως είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα η εντός της ποσοστώσεως Β παραγωγή, σε σχέση με την παραγωγή εντός της ποσοστώσεως Α, διότι η πλεονασματική παραγωγή, που θα μπορούσε θεωρητικώς να χαρακτηριστεί ως παραγωγή ζάχαρης Β, πλήττεται βαρύτερα, αποτελεί θεμιτή συνέπεια του τρόπου κατανομής των ζημιών στο πλαίσιο του οποίου πλήττεται βαρύτερα η πλεονασματική παραγωγή απ' ό,τι η ζάχαρη που μπορεί να διατεθεί εντός της κοινής αγοράς.
70.
Κατά του επιχειρήματος αυτού δεν μπορεί να προβληθεί ότι τελικώς τόσο η ζάχαρη Α όσο και η ζάχαρη Β συμβάλλουν στη δημιουργία πλεονασματικής παραγωγής, ότι και οι δύο απολαύουν των πλεονεκτημάτων του συστήματος παρεμβάσεως και επωφελούνται των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Η διαφορά μεταξύ της ζάχαρης Α και της ζάχαρης Β έγκειται στον νομικό τους χαρακτήρα. Η μεταξύ τους διαφοροποίηση, που ανάγεται στον πρώτο κανονισμό περί κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης, δικαιολογεί πράγματι τη διαφορετική τους μεταχείριση και, συνεπώς, η βαρύτερη επιβάρυνση της παραγωγής ζάχαρης Β δεν συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
γ) Διακρίσεις εις βάρος της βιομηχανίας ζάχαρης μεταξύ των κρατών μελών
71.
Κατά της ειδικής εισφοράς απορρόφησης προβλήθηκε, τέλος, το επιχείρημα ότι εισάγει διακρίσεις και κατά συνέπεια είναι άκυρη διότι πλήττει κατά τρόπο διαφορετικό τη βιομηχανία ζάχαρης των διαφόρων κρατών μελών. Η διαφορετική κατά μέσο όρο επιβάρυνση οφείλεται, αποκλειστικώς, στην άδικη κατανομή των ποσοστώσεων Α και Β μεταξύ των κρατών μελών. Η βιομηχανία ζάχαρης στα κράτη μέλη που έχουν συγκριτικά υψηλότερη ποσόστωση Β πλήττεται, βεβαίως, βαρύτερα. Δεδομένου ότι η προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση δεν οφείλεται, πράγματι, στη μέθοδο επιβολής της ειδικής εισφοράς απορρόφησης, αλλά στην κατανομή των ποσοστώσεων παραγωγής, η οποία πραγματοποιείται βάσει άλλων κριτηρίων, συνάγεται ότι ήδη εκ του λόγου αυτού ο κανονισμός περί ειδικής εισφοράς απορρόφησης δεν μπορεί να είναι άκυρος.
72.
Η αιτίαση περί εισαγωγής δυσμενών διακρίσεων συνιστά, τελικώς, αιτίαση κατά του τρόπου κατανομής των ποσοστώσεων, εάν γίνει δεκτό ότι είναι νόμιμη η βαρύτερη επιβάρυνση της ζάχαρης Β. Όπως, όμως, έχει δεχθεί η ίδια η προσφεύγουσα, η κατανομή των ποσοστώσεων αποτελεί, κατά μέγα μέρος, αποτέλεσμα πολιτικών διαπραγματεύσεων. Όταν κρίνεται το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο νομοθετικής δραστηριότητας πρέπει, εξ ορισμού, να λαμβάνεται υπόψη ότι το νομοθετικό όργανο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία. Εξάλλου, το γεγονός ότι πρόκειται για την επιδίωξη σκοπών που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο, ή εν πάση περιπτώσει θεμιτών, μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Εκτός από τον σκοπό της σταθεροποιήσεως των αγορών, ρητώς επιδιώκεται επίσης ο σκοπός της κατά περιοχές εξειδικεύσεως. Το Δικαστήριο έχει, εξάλλου, ήδη αποφανθεί ότι αυτός ο τρόπος ενεργείας που έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των εθνικών οικονομιών δεν συνιστά απαγορευμένη διάκριση ( 47 ). Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να απορριφθεί ο λόγος που αναφέρεται στη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων.
δ) Τρόπος επιβολής κατά το πρότυπο της « εισφοράς αλληλεγγύης »
73.
Στην αλληλουχία αυτή δεν απομένει παρά η εξέταση της αιτιάσεως ότι αν έπρεπε να επιβληθεί ειδική εισφορά απορρόφησης, αυτή θα έπρεπε να ακολουθήσει το πρότυπο της εισφοράς αλληλεγγύης, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 934/86, δηλαδή της επιβολής του ιδίου ποσού επί της ζάχαρης Α και της ζάχαρης Β. Στο επιχείρημα αυτό μπορεί να αντιταχθεί ότι, ακόμα και αν οι δύο εισφορές θεωρηθούν ισοτίμως ως εισφορές επιβαλλόμενες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς ζάχαρης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν ανταποκρίνονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ενώ η εισφορά απορρόφησης, όπως ήδη προκύπτει από την ονομασία της, αποσκοπεί στην αλληλέγγυα κάλυψη σωρευθέντος επί έτη ελλείμματος, στην περίπτωση της ειδικής εισφοράς απορρόφησης προέχει το στοιχείο της ατομικής ευθύνης, καθόσον στηρίζεται στην παραγωγή της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε το έλλειμμα. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε νομική υποχρέωση επιλογής, όσον αφορά την ειδική εισφορά απορρόφησης, του προτύπου της εισφοράς αλληλεγγύης.
5. Προστασία τον δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας
α) Προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας
74.
Κατά του κύρους του κανονισμού 1914/87 προβάλλεται το επιχείρημα ότι παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας. Η ειδική εισφορά απορρόφησης, προστιθέμενη σε άλλες οικονομικές επιβαρύνσεις, έχει ως συνέπεια τη σύνθλιψη των επιχειρήσεων. Η συνολική επιβάρυνση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα συνιστά βαρύ οικονομικό πλήγμα στην επιχειρηματική δραστηριότητα που δημιούργησε και ασκεί. Η προσβολή της ουσίας της επιχειρήσεως συνιστά παράλληλα πλήγμα κατά της ανταγωνιστικότητας της.
75.
Το ύψος των εισφορών που βαρύνουν την ποσόστωση Β εξαναγκάζει τους παραγωγούς τεύτλων να παράγουν μικρές μόνο ποσότητες ή και καθόλου στο πλαίσιο της ποσοστώσεως Β. Η αντίστοιχη μείωση των παραδόσεων μειώνει τον συντελεστή εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και παρακωλύει την οικονομική της εξυγίανση.
76.
Κατά πάγια νομολογία τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων το Δικαστήριο διασφαλίζει την τήρηση ( 48 ). Πολύ πρόσφατα το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι στο πλαίσιο της προστασίας αυτών των δικαιωμάτων είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη του τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ώστε να μη θεωρεί νόμιμο εντός της Κοινότητας μέτρο ασυμβίβαστο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζουν τα συντάγματα των κρατών μελών ( 49 ). Τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας όσο και το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας είναι αναγνωρισμένο ( 50 ) ότι περιλαμβάνονται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, όπως και στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, οι αρχές αυτές δεν έχουν τη μορφή απολύτων προνομίων « αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία που επιτελούν εντός της κοινωνίας » ( 51 ).
77.
Το Δικαστήριο περιέγραψε ως ακολούθως τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμάται αν συντρέχει περίπτωση παράνομης προσβολής των προστατευομένων δικαιωμάτων ή εάν πρόκειται για θεμιτό περιορισμό της ασκήσεως τους: τα δικαιώματα αυτά « διασφαλίζονται κατά κανόνα υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Εντός της κοινοτικής εννόμου τάξεως, κρίνεται μάλιστα θεμιτή η επιβολή ορισμένων περιορισμών στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, δικαιολογημένων από τους γενικού συμφέροντος σκοπούς που επιδιώκει η Κοινότητα, υπό την επιφύλαξη ότι δεν θίγεται η ουσία των δικαιωμάτων αυτών » ( 52 ).
78.
Το Δικαστήριο, εξάλλου, έχει τονίσει σε άλλη του απόφαση ότι:
« Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στη χρήση του δικαιώματος κυριότητος και στην ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πάντοτε σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε αυτή την ίδια την ουσία των έτσι διασφαλιζομένων δικαιωμάτων » ( 53 ).
79.
Αν τα κριτήρια αυτά εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα που τίθεται είναι αν την επιβολή της ειδικής εισφοράς απορρόφησης δικαιολογούν λόγοι γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα, ιδίως δε αν η εν λόγω εισφορά υπηρετεί αναγνωρισμένους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς, δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό ούτε θίγει την ¿δια την ουσία των προστατευομένων δικαιωμάτων.
80.
Το γεγονός ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης συνιστά μέτρο για την υλοποίηση της αρχής της αυτοχρηματοδοτήσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης έχει ήδη εξεταστεί πιο πάνω. Επίσης, έχει ήδη προκύψει από την εξέταση ότι η συγκριτικά υψηλότερη επιβάρυνση της παραγωγής της ζάχαρης Β δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, καθόσον δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί ηπιότερο μέτρο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
81.
Βεβαίως, ο περιορισμός της παραγωγής δεν αποτελεί τον σκοπό που ρητώς επιδιώκει η ειδική εισφορά απορρόφησης η οποία, ωστόσο, συνιστά μέτρο για τη ρύθμιση της αγοράς στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς. Το γεγονός ότι η ειδική εισφορά απορρόφησης έχει πράγματι ως παρεπόμενη συνέπεια τη μείωση της παραγωγής της ζάχαρης Β δεν συνεπάγεται τον δυσανάλογο χαρακτήρα του μέτρου. Τα μέτρα ρυθμίσεως της αγοράς — στα οποία εντάσσεται η ειδική εισφορά απορρόφησης υπό ευρεία έννοια — πρέπει να εκτιμώνται στο πλαίσιο του συνόλου της κανονιστικής ρυθμίσεως.
82.
Η αρχική πρόθεση ήταν να μην αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της πλεονασματικής παραγωγής με μειώσεις της παραγωγής, δηλαδή με μείωση των ποσοστώσεων. Για να παρακαμφθεί τουλάχιστον προσωρινώς η ανάγκη λήψεως ενός τόσο ριζικού μέτρου, αποφασίστηκε η επιβολή της ειδικής εισφοράς απορρόφησης. Μολονότι λόγω του ύψους της συνεπάγεται την πλήρη απώλεια της αποδοτικότητας της παραγωγής ζάχαρης Β και, συνεπώς, επιφέρει μείωση της παραγωγής, ωστόσο η συνέπεια αυτή δεν πλήττει την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ακόμα και μείωση των ποσοστώσεων παραγωγής που επιβάλλεται για λόγους πολιτικής που ακολουθείται στη συγκεκριμένη αγορά πρέπει να γίνει δεκτή. Πράγματι, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν « να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα στη διατήρηση πλεονεκτήματος που αντλούν από κάποια οργάνωση αγοράς όπως υπάρχει σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο » ( 54 ).
β) Προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας
83.
Τα προαναφερθέντα επιχειρήματα αντικρούουν, επίσης, τον ισχυρισμό περί προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως της δραστηριότητας της επιχειρήσεως. Η οικονομική δραστηριότητα της επιχειρήσεως, αυτή καθεαυτή, δεν περιορίζεται. Αντιθέτως, όπως και κατά το παρελθόν, οι ποσοστώσεις παραγωγής παραμένουν αμετάβλητες ώστε να υπάρχει πάντοτε η εγγύηση ότι το τελικό προϊόν, η ζάχαρη, θα μπορέσει να διατεθεί στην αγορά. Ο μόνος περιορισμός συνίσταται στην περιστολή των προνομιακών διατάξεων. Ωστόσο, οι προσβολές αυτές δεν διαφεύγουν του κανονιστικού πλαισίου που διέπει την άσκηση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας. Η μείωση των πλεονεκτημάτων μπορεί πράγματι να είναι σημαντική για τις οικείες επιχειρήσεις, αλλά δεν συνιστά προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας ( 55 ).
6. Προσβολή των αρχών που όιέπονν την επιβολή φόρων κατά τη γερμανική έννομη τάξη
84.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι σχετικές με την εισφορά ρυθμίσεις, και ιδίως οι σχετικές με τη μετακύλιση της εισφοράς ρυθμίσεις, αντιβαίνουν προς τις αρχές του γερμανικού διοικητικού και συνταγματικού δικαίου, οι οποίες ως γενικές αρχές του δικαίου απολαύουν, επίσης, προστασίας στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως. Οι νομικές αρχές βάσει των οποίων κρίνεται η κανονιστική ρύθμιση περί της εισφοράς αποτελούν επίσης αρχές του κοινοτικού δικαίου, ώστε τα πορίσματα της εξετάσεως να είναι, επίσης, σημαντικά για την κοινοτική έννομη τάξη, οι κανόνες της οποίας δεν έχουν ακόμα ισχυρώς επηρεαστεί από τις εν λόγω αρχές.
85.
Ως προς τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να παρατηρηθεί ότι κανονιστική ρύθμιση του κοινοτικού δίκαιου η οποία προβάλλεται ή πράγματι είναι αντίθετη προς τις αρχές του φορολογικού δικαίου που ισχύουν σε κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι είναι άκυρη παρά μόνο κατά το μέτρο που οι αρχές του εθνικού συνταγματικού δικαίου συνιστούν επίσης γενικές αρχές του δικαίου στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως. Μόνο στην περίπτωση αυτή μπορούν να προβληθούν ως κριτήρια για τον έλεγχο του κύρους μιας διατάξεως. Μόνο κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι αρχές του συνταγματικού και δικοικητικού δικαίου αναγνωρίζονται και από το κοινοτικό δίκαιο, όπως π. χ. η αρχή της αναλογικότητας, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθώς και η αρχή της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος, αυτές οι αρχές του δικαίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, για την εκτίμηση του κύρους του αμφισβητουμένου κανονισμού.
86.
Ωστόσο, δεν προβλήθηκαν άλλες αρχές του συνταγματικού δικαίου, που έχουν τον χαρακτήρα θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι οποίες θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ως γενικές αρχές της κοινοτικής εννόμου τάξεως, βάσει δε των οποίων θα μπορούσε να κριθεί άκυρος ο κανονισμός 1914/87. Κατά συνέπεια, η ειδική εισφορά απορρόφησης δεν είναι άκυρη για τον λόγο ότι αντιβαίνει προς τις αρχές του εθνικού φορολογικού δικαίου.
87.
Κατά συνέπεια, από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος του κανονισμού 1914/87 του Συμβουλίου.
Δικαστικά έξοοα
88.
Δεδομένου ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βρετανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
Γ — Πρόταση
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο:
« Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος του κανονισμού 1914/87. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Κανονισμός 1914/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987(EEL 183, σ. 5).
( 2 ) Βλ. άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του βασικού κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 ( EEL 177, σ. 4).
( 3 ) Βλ. άρθρο 32α του κανονισμού 1785/81, που προστέθηκε με τον κανονισμό 934/86 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1986 ( ΕΕ L 87, σ. 1 )
( 4 ) Απόφαση περί των ώίων πόρων ( ΕΕ 1985, L 128. σ. 15).
( 5 ) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 6 ) Αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107, σκέψη 33) και 110/81, Roquette κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1982, σ. 3159, σκέψη 39).
( 7 ) Αποφάσεις του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων ( ΑΒ1.1970, L 94, σ. 19): « Εισφορές και άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. »
( 8 ) Υπόθεση 108/81, ένθ.αν., σκέψη 33.
( 9 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schröder ( Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 11 )
( 10 ) Υπόθεση 265/87, ένθ.αν., σκέψη 10· βλ., επίσης απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzetti κατά Ivernizzi SA ( Συλλογή 1985, σ. 2301, σκέψεις 19 και 20 ).
( 11 ) Υπόθεση 110/81, ένθ.αν., σκέψη 38, και υπόθεση 108/71, ένθ.αν., σκέψη 32.
( 12 ) Υποθέσεις 108/81 και 110/81, ένθ.αν.
( 13 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979, 138/78, Stolting κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas (Sig. 1979, σ. 713, σκέψη 4 ).
( 14 ) Υπόθεση 138/78, ένθ.αν.
( 15 ) Υπόθεση 138/78, σκέψη 7.
( 16 ) Υπόθεση 138/78, ένθ.αν.
( 17 ) Κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ 1981, L 177, σ. 4).
( 18 ) Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 19 ) Βλ ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού.
( 20 ) Κανονισμός 1914/87.
( 21 ) Αρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 1914/87, σε συνδυασμό με το άρθρο 41 του βασικού κανονισμού.
( 22 ) Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1914/87.
( 23 ) Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού.
( 24 ) Αρθρο 5 του βασικού κανονισμού' βλ. επίσης κανονισμό ( ΕΟΚ ) 206/68, της 20ής Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού των διατάξεων πλαίσιο για τα συμφωνητικά και τις διεπαγγελματικες συμφωνίες που αφορούν την αγορά τεύτλων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 3 ).
( 25 ) Αρθρα 28 και 5 του βασικού κανονισμού.
( 26 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος Ι, του βασικού κανονισμού.
( 27 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 1914/87 και κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3061/87 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1987 ( ΕΕ 1987, L 290, σ. 10 ).
( 28 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις tou βασικού κανονισμού 1785/81.
( 29 ) Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη.
( 30 ) Βλ. παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 28 του κανονισμού 1785/81.
( 31 ) ΕΕ 1985, L 167, σ. 2.
( 32 ) Πρώτη αιτιολογική σκέψη.
( 33 ) ΕΕ 1986, L 87, σ. 2.
( 34 ) Βλ. άρθρο 32α.
( 35 ) Δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
( 36 ) Κανονισμός 1107/88 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1988, L 110, σ. 20 ).
( 37 ) Κανονισμός 1107/88 του Συμβουλίου, ένθ.αν., έκτη αιτιολογική σκέψη.
( 38 ) Βλ. τίτλους Ι και II του βασικού κανονισμού.
( 39 ) Κανονισμός 1009/67 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1967, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης ( ABl. 1967, L 308, σ. 1 ).
( 40 ) Δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1009/67.
( 41 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί της κοινής οργανώσεως της αγοράς ζάχαρης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134).
( 42 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1980, περί της εφαρμογής της ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων παραγωγής για τη ζάχαρη και την ισογλυκόζη από 1ης Ιουλίου 1980 έως 30ής Ιουνίου 1981 (ABl. 1980, L 160, σ. 12).
( 43 ) Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978 στις συνεκδικα- θείσες υποθέσεις 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig ung Tunnel Refineries κατά Intervention Board for Agricultural Produa, (Sig. 1978, σ. 2037, σκέψη 39).
( 44 ) Περί του συστήματος των ποσοστώσεων και των εισφορών στην παραγωγή για τη ζάχαρη βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, 250/84, Eridania Zuccherifici Nazionali κ.λπ. κατά Cassa conguaglio zucchero, ministero delle Finanze e ministero del Tesoro (Συλλογή 1986, σ. 117).
( 45 ) Βλ. υπόθεση 250/84, ένθ.αν., σκέψη 32.
( 46 ) Βλ. υπόθεση 138/78, ένθ.ον., σκέψη 6.
( 47 ) Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania-Zuccherifici nazionali et Società per l' industria degli zuccheri κατά Minister für Landwirtschaft und Forsten κΛπ. ( Συλλογή 1979, σ. 2749, σκέψεις 17 επ. ), και υπόθεση 250/84, σκέψεις 11 επ.
( 48 ) Απόφαση της 14ης Matou 1974, 4/73, Noid κατά Επιτροπής ( Rec. 1974, σ. 491 ), απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, 44/79, Hauer κατά Land Rheinland-Pfalz ( Rec 1979, σ. 3727 ), και απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder Kraftfutter κατά Hauptzollamt Gronau ( Συλλογή 1989, σ. 2237 ).
( 49 ) Υπόθεση 265/86, ένθ.αν., σκέψη 14.
( 50 ) Υπόθεση 44/79, ένθ.αν., και υπόθεση 265/87, ένθ.αν.
( 51 ) Υπόθεση 265/87, ένθ.αν., σκέψη 15, και υπόθεση 4/73, ένθ.αν., σκέψη 14.
( 52 ) Υπόθεση 4/73, σκέψη 14.
( 53 ) Υπόθεση 265/87, σκέψη 15.
( 54 ) Απόφαση της 21ης Μαΐου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 133/85, 134/85, 135/85 και 136/85, Walter Rau Lebensmittelwerke κλπ. κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Συλλογή 1987, σ. 2289, σκέψη 18)' βλ. επίσης υπόθεση 230/78, ένθ.αν., σκέψη 21.
( 55 ) Βλ. επίσης υπόθεση 230/78, σκέψη 22.
Full & Egal Universal Law Academy