ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 6ης Ιουνίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας το Sozialgericht Frankfurt am Main υπέβαλε στις 13 Μαρτίου 1989 το προδικαστικό ερώτημα, έχει ως αντικείμενο διαφορά σχετική με τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων από το καθού Bundesanstalt für Arbeit (ομοσπονδιακό φορέα απασχολήσεως ). Ο προσφεύγων, F. Yáñez Campoy, ισπανικής ιθαγένειας, κατοικεί και εργάζεται ως μισθωτός στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τα τέκνα του, Francisco José και Enrique, κατοικούν στην Ισπανία.
2.
Ο προσφεύγων ζητεί να του καταβληθούν, από τον Ιανουάριο του 1986, οικογενειακά επιδόματα ίσα προς το ποσό που καθορίζει η γερμανική νομοθεσία. Υποστηρίζει ότι βάσει της νομοθεσίας αυτής δικαιούται οικογενειακών επιδομάτων για τα δύο τέκνα του, ως εάν αυτά κατοικούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ( κράτος απασχολήσεως ). Αντιθέτως το Bundesanstalt für Arbeit θεωρεί ότι δικαιούται, για την περίοδο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988, μόνο τις — μικρότερες — παροχές που προβλέπει η γερμανο-ισπανική συμφωνία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, της 4ης Δεκεμβρίου 1973 ( 1 )
3.
Το κύριο ζήτημα της ενώπιον του Sozialgericht δίκης ήταν αν το άρθρο 73, παράγραφος1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( 2 ), όπως αυτός ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 ( 3 ), είχε εφαρμογή στην περίπτωση του προσφεύγοντος, από της 15ης Ιανουαρίου 1986, μολονότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για την προσαρμογή των συνθηκών ( 4 ) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως) απέκλειε την εφαρμογή του πριν την 31η Δεκεμβρίου 1988« μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη η ενιαία λύση, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ». Αντιθέτως, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής εφαρμόζεται κατ' αναλογία το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Ωστόσο, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται διμερείς συμβάσεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως μεταξύ άλλων η προαναφερθείσα γερμανο-ισπανική σύμβαση της 4ης Δεκεμβρίου 1973.
4.
Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Pinna Ι ( 5 ) επιτεύχθηκε από της 15ης Ιανουαρίου 1986η ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως.
5.
Την άποψη αυτή αμφισβήτησε το καθού το οποίο έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση δεν αφορά τους εργαζομένους των δύο νέων κρατών μελών, δηλαδή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
6.
Στην απόφαση Pinna Ι, κρίνοντας επί προδικαστικού ερωτήματος που του είχε υποβάλει το Cour de cassation της Γαλλίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« 1)
Το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι άκυρο κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση γαλλικών οικογενειακών παροχών στους εργαζομένους που υπάγονται στη γαλλική νομοθεσία για τα μέλη της οικογένειας τους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
2)
Η διαπιστωθείσα ακυρότητα του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη αξιώσεως επί παροχών για περιόδους προγενέστερες της ημερομηνίας της παρούσας απόφασης, πλην των περιπτώσεων των εργαζομένων που έχουν ζητήσει έννομη προστασία ή υποβάλει διοικητική ένσταση με ανάλογο περιεχόμενο προ της ημερομηνίας αυτής. »
7.
Μετά την απόφαση αυτή το Cour de cassation ανέστειλε και πάλι την εκδίκαση της ιδίας υποθέσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς τις συνέπειες της ανωτέρω αποφάσεως. Στην απόφαση του Pinna II ( 6 ), το Δικαστήριο κρίνοντας επί των προδικαστικών αυτών ερωτημάτων, αποφάνθηκε ότι:
« Ενόσω το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει νέους κανόνες σύμφωνους προς το άρθρο 51 της Συνθήκης ( ΕΟΚ ), η κήρυξη του άρθρου 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως ανίσχυρου συνεπάγεται τη γενίκευση της εφαρμογής του συστήματος καταβολής των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. »
8.
Με Διάταξη της 13ης Μαρτίου 1989, το Sozialgericht Frankfurt am Main αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
« 'Εχει τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο 1986η ενιαία για όλα τα κράτη μέλη λύση του άρθρου 99 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και, επομένως, εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο 1986 το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 για τα κατοικούντα στην Ισπανία τέκνα ισπανού εργαζομένου ο οποίος απασχολείται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας; »
9.
Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί μάλλον ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό.
10.
Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 3427/89. Η διαφορά μεταξύ του κειμένου του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό αυτό κανονισμό, και της αρχικής διατυπώσεως του εν λόγω άρθρου έγκειται κυρίως στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και στους μη μισθωτούς εργαζομένους και, κυρίως, στο ότι δεν περιλαμβάνει πλέον κανόνα αντίστοιχο προς εκείνον του άρθρου 73, παράγραφος 2, στην αρχική του διατύπωση.
11.
Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89, η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού άρχεται από 15ης Ιανουαρίου 1986.
12.
Ως προς τις λοιπές λεπτομέρειες των πραγματικών περιστατικών, τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τις εφαρμοστέες διατάξεις παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Εφόσον χρειαστεί κατά την πορεία των προτάσεων μου θα επαναλάβω ορισμένα από τα στοιχεία αυτά.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Επί των συνεπειών της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Pinna Ι
13.
Ως προς το αν έχει τεθεί σε ισχύ, βάσει της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Pinna Ι, η ενιαία λύση, κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1 (και της παράλληλης διάταξης του άρθρου 220, παράγραφος 1 ), της Πράξεως Προσχωρήσεως, έχω ήδη διατυπώσει τη γνώμη μου στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 359/87 ( Pinna II ). Από τα σημεία 44 και 45 των προτάσεων μου αυτών, στα οποία ας μου επιτραπεί να παραπέμψω, συνάγεται ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική. Εξάλλου, συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία η απόφαση Pinna Ι αφορά μόνο τις σχέσεις της Γαλλίας με τα υπόλοιπα εννέα αρχικά κράτη μέλη, ενώ το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως ρυθμίζει τις σχέσεις της Ισπανίας και των αρχικών δέκα κρατών μελών, η δε παραπομπή στο άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να θεωρηθεί ως παραπομπή που αφορά αποκλειστικώς τις έννομες συνέπειες. ,
14.
Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να αποκλειστεί εξαρχής το ενδεχόμενο να εισάγει η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Pinna Ι την ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Επί των συνεπειών του κανονισμού 3427/89
15.
Ι — Ως προς τον κανονισμό 3427/89, οι διάδικοι συμφωνούν ότι περιέχει την ενιαία λύση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως για το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 ( 7 ). Πιστεύω ότι το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να δημιουργεί προβλήματα. Το περιεχόμενο του άρθρου 73, στη νέα του διατύπωση ( 8 ) και ιδίως η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού που ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71, είναι ιδιαιτέρως σαφής.
16.
Αντιθέτως, αμφισβητήσεις υπάρχουν ως προς τις έννομες συνέπειες του άρθρου 3, κατά το οποίο ο κανονισμός « εφαρμόζεται από τις 15 Ιανουαρίου 1986». Το ζήτημα που τίθεται είναι αν ο κανονισμός αυτός, του οποίου οι ημερομηνίες ψηφίσεως ( 30 Οκτωβρίου 1989 ), δημοσιεύσεως ( 16 Νοεμβρίου 1989 ) και ενάρξεως της ισχύος ( 16 Νοεμβρίου 1989 ) είναι μεταγενέστερες της τελικής ημερομηνίας, που προβλέπει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως (31 Δεκεμβρίου 1988), επηρεάζει τη νομική κατάσταση των τέκνων των ισπανών (και πορτογάλων) μισθωτών κατά την περίοδο από 15ης Ιανουαρίου 1986 μέχρι την τελική αυτή ημερομηνία.
17.
Ενώ ο προσφεύγων, η Ισπανική και Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απαντούν στο ερώτημα αυτό καταφατικά, η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.
18.
Τα προβαλλόμενα επιχειρήματα αναφέρονται σε δύο διαφορετικά θέματα. Πρέπει πράγματι, αφ'ενός μεν, να εξεταστεί αν η παραπομπή του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως μπορεί να υπονοεί κανονιστική ρύθμιση η οποία εκδόθηκε μετά την τελική ημερομηνία και η οποία θεσπίζει — αναδρομικώς — διατάξεις για την περίοδο μεταξύ της θέσεως σε ισχύ της Πράξεως Προσχωρήσεως και της εν λόγω τελικής ημερομηνίας (στη συγκεκριμένη περίπτωση: για την περίοδο μεταξύ 15ης Ιανουαρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1988 )· αφ'ετέρου δε, πρέπει να εξεταστεί, στο πλαίσιο της ερμηνείας του κανονισμού 3427/89, αν αυτός ρυθμίζει πράγματι την κατάσταση των τέκνων των ισπανών μισθωτών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Αν στα δύο αυτά ζητήματα η απάντηση είναι καταφατική, τότε ( 9 ) πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
19.
II — Κατά τη σειρά αυτή θα αναφερθώ πρώτα στην ερμηνεία του άρθρου 60. Ως προς την ερμηνεία της διατάξεως αυτής στρέφεται το κύριο μέρος των επιχειρημάτων των διαδίκων.
20.
Λ Θα εξετάσω, κατ'αρχάς, ένα επιχείρημα της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το οποίο μολονότι προβλήθηκε στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 3 του κανονισμού 3427/89, ωστόσο αφορά επίσης, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο60 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Συγκεκριμένα τέθηκε το ζήτημα αν η διατύπωση του πρώτου μέρους της φράσεως ( « μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει... η ενιαία λύση » ) αποκλείει την αναδρομική εφαρμογή της ενιαίας λύσεως ως προς τους ισπανούς εργαζομένους. Αν στο ζήτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση ο κανονισμός 3427/89 δεν θα μπορούσε να αναπτύξει έννομες συνέπειες, κατά την περίοδο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988, για τους ισπανούς μισθωτούς που εμπίπτουν στο άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
21.
Μπορεί να γίνει δεκτό ότι η έκφραση « αρχίζει να ισχύει » μπορεί να υπονοεί χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεως του εν λόγω κανονισμού; Είναι εύλογο να υπάρχουν σχετικώς αμφιβολίες.
22.
Μια πράξη αρχίζει να ισχύει από τη στιγμή που αρχίζει να αναπτύσσει τις κανονιστικές της συνέπειες — δηλαδή να θεμελιώνει δικαιώματα και υποχρεώσεις — στον τομέα τον οποίο ρυθμίζει ( 10 ). Το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει σχετικώς ότι οι κανονισμοί αρχίζουν να ισχύουν « από την ημέρα που ορίζουν » ( ή άλλως την εικοστή ημέρα από της δημοσιεύσεως τους ). Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η άποψη κατά την οποία μπορεί ένας κανονισμός να « αρχίσει να ισχύει » πριν από τη δημοσίευση του δεν είναι ασυμβίβαστη προς την εν λόγω αρχή ( 11 ).
23.
Αντιθέτως, στο πλαίσιο των κανονισμών που τροποποιούν τον κανονισμό 1408/71 — αυτό ισχύει επίσης για τον κανονισμό 3427/89 — η συνήθης ορολογία χρησιμοποιεί την έκφραση « αρχίζει να ισχύει », όταν πρόκειται να υποδηλωθεί η ημερομηνία κατά την οποία η συγκεκριμένη πράξη αρχίζει να παράγει τις έννομες συνέπειες της, μόνο όταν η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την ημερομηνία δημοσιεύσεως της πράξεως ή τοποθετείται λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση της πράξεως. Αντιθέτως, όταν οι έννομες αυτές συνέπειες αρχίζουν να παράγονται από ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεως της πράξεως, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί συνήθως διαφορετική διατύπωση: ο κανονισμός, ή ορισμένες διατάξεις του, « εφαρμόζονται από... » ( 12 ).
24.
Η χρησιμοποίηση της ορολογίας αυτής οφείλεται στους παρακάτω λόγους. Στην περίπτωση που οι έννομες συνέπειες μιας πράξεως συνεπάγονται τη δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για το παρελθόν, αυτό σημαίνει απλώς ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δημιουργούνται βεβαίως για την προγενέστερη της δημοσιεύσεως της πράξεως περίοδο, η άσκηση τους όμως ή η εκτέλεση τους πρέπει να γίνει εκ των υστέρων και πρέπει να μπορεί να γίνει εκ των υστέρων. Άλλως, η αναδρομικότητα δεν έχει νόημα: το παρελθόν δεν μπορεί να αναβιώσει. Το κρίσιμο χρονικό σημείο για την εκ των υστέρων άσκηση ή εκπλήρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι το χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να ισχύει η πράξη.
25.
Ας μου επιτραπεί να αναφέρω σχετικά ένα παράδειγμα: αν υποτεθεί ότι δεν υπήρχαν οι δύο αποφάσεις Pinna, οι αρμόδιες γαλλικές αρχές, προς τις οποίες υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, δεν θα ήταν υποχρεωμένες να καταβάλουν αναδρομικώς επιδόματα για τα τέκνα διακινουμένων μισθωτών τα οποία ζουν στο εξωτερικό, δυνάμει του άρθρου 73, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3427/89, για την προ της 15ης Ιανουαρίου περίοδο, παρά μόνο μετά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού. Αυτό σημαίνει κυρίως ότι είναι εξ ορισμού αδύνατη η ύπαρξη υπερημερίας για την προ της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού περίοδο.
26.
Δηλαδή, η ορολογία αυτή υποδηλώνει ότι η ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος είναι η ημερομηνία από την οποία αρχίζει η συγκεκριμένη πράξη να αναπτύσσει όΑες τις έννομες συνέπειες της. Οι διατάξεις που αφορούν την περίοδο πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της πράξεως αναπτύσσουν τις έννομες συνέπειες τους για το παρελθόν μόνον εφόσον η περίοάος αναφοράς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις είναι προγενέστερη της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της πράξεως. Μπορεί να υποστηριχθεί, ενόψει των υπ' αυτήν την έννοια διαφορών μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος μιας κανονιστικής διατάξεως και της ημερομηνίας ενάρξεως της εφαρμογής της, η οποία τοποθετείται στο παρελθόν, ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, είχε εν πάση περιπτώσει εφαρμογή το προβλεπόμενο από το εν λόγω άρθρο μεταβατικό σύστημα πριν « αρχίσει να ισχύει » η ενιαία λύση;
27.
Κατά τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική.
28.
Κατ'αρχάς, όπως συνάγεται από το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ, η προαναφερθείσα ορολογία δεν είναι δεσμευτική ούτε από νομικής ούτε από λογικής απόψεως ( 13 ).
29.
Κυρίως, όμως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η διατύπωση που επελέγη εκφράζει επακριβώς την αντικειμενική έννοια και τον σκοπό της εν λόγω επιφυλάξεως. Μπορεί σχετικώς να συναχθεί, χωρίς αμφιβολία, από το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως ότι η εισαγωγή ( θέση σε ισχύ ) της ενιαίας λύσεως επρόκειτο εν πάση περιπτώσει να τερματίσει — πριν από τη λήξη της στις 31 Δεκεμβρίου 1988 — τη μεταβατική περίοδο. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η ενιαία λύση έχει προτεραιότητα έναντι του μεταβατικού συστήματος της Πράξεως Προσχωρήσεως.
30.
Οι λόγοι που επέβαλαν τη ρύθμιση αυτή μπορεί, πράγματι, να είναι ποικίλοι, όπως συνάγεται και από την προφορική διαδικασία. Από διάφορα στοιχεία συνάγεται ότι οι συντάκτες της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν θέλησαν να παρεμβάλουν εμπόδια στην ταυτόχρονη επέκταση της ενιαίας λύσεως σε όλους τους μισθωτούς της Κοινότητας, περιλαμβανομένων των ισπανών και των πορτογάλων μισθωτών. Παραπέμπω σχετικώς στη στηριζόμενη (στο άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 εισαγωγική φράση του άρθρου 60, παράγραφος 1, της εν λόγω Πράξεως ( « μέχρις ότου να αρχίσει για ÓÁOC να κράτη μέλη η ενιαία λύση... » ( 14 ) ).
31.
Ως προς τη σχέση μεταξύ του στόχου αυτού και του αντικειμένου και του σκοπού της τριετούς μεταβατικής περιόδου που προβλέπει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οικονομική παραχώρηση προς τα αρχικά κράτη μέλη, που συνιστά η μεταβατική αυτή περίοδος, είναι προσωρινή, όπως ακριβώς προσωρινή χαρακτηρίζει το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71 τη νομική κατάσταση που διαμορφώνει το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού ( 15 ). Υπό το πρίσμα της Πράξεως Προσχωρήσεως, η άρση της προβλεπόμενης για τη μεταβατική περίοδο προσωρινής καταστάσεως θα μπορούσε να συνδυαστεί με την άρση του προσωρινού συστήματος που προβλέπει το άρθρο 99, να αποτελέσει δηλαδή αντικείμενο αποφάσεως του Συμβουλίου, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος ανεξέλεγκτης μειώσεως της σημασίας της παραχωρήσεως προς τα αρχικά κράτη μέλη: τα βάσει του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ μέτρα πρέπει να λαμβάνονται ομοφώνως. Αποκλείεται συνεπώς κατάργηση των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, υπέρ της καθιερώσεως μιας ενιαίας λύσεως, χωρίς τη σύμπραξη των κρατών μελών υπέρ των οποίων θεσπίστηκαν οι μεταβατικές αυτές διατάξεις. Αντιθέτως, δημιουργήθηκε η δυνατότητα ταχύτερης θεσπίσεως μιας οριστικής, για όλα τα κράτη μέλη και όλους τους εργαζομένους, ρυθμίσεως αντίστοιχης προς τη βούληση όλων των κρατών μελών.
32.
Ενόψει της προφανούς προτεραιότητας μιας ενιαίας λύσεως αποδεκτής από όλα τα κράτη μέλη, κατά τη θέσπιση της οποίας θα έχουν επίσης διασφαλιστεί τα συμφέροντα των αρχικών δέκα κρατών μελών, δεν είναι ούτε επιθυμητός ούτε απαραίτητος, υπό το πρίσμα της Πράξεως Προσχωρήσεως, οποιοσδήποτε περιορισμός που θα συνίστατο σε αποκλεισμό αναδρομικής θεσπίσεως ενιαίας λύσεως υπέρ των ισπανών ( και πορτογάλων ) εργαζομένων.
33.
Συνεπώς, το γεγονός ότι οι συντάκτες της Πράξεως Προσχωρήσεως χρησιμοποίησαν την έκφραση « αρχίζει να ισχύει » μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι δεν είχαν προβλέψει μία κατάσταση όπως αυτή που έχει διαμορφωθεί τώρα. Η Συνθήκη Προσχωρήσεως, της 12ης Ιανουαρίου 1985, στην οποία επισυνάφθηκε η Πράξη Προσχωρήσεως, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, αυτής, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1986 ( βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, της Συνθήκης Προσχωρήσεως), μετά την επικύρωση της από τα υψηλά συμβαλλόμενα μέρη. Κατά την ημερομηνία αυτή είχε ήδη κινηθεί η διαδικασία στην υπόθεση Pinna Ι, δεν είχε όμως ακόμα εκδοθεί η απόφαση και, συνεπώς, δεν είχε ακόμα διαπιστωθεί ότι έπρεπε να προβλεφθεί η αναδρομική εφαρμογή ενός συστήματος που να καλύπτει την περίοδο μεταξύ της εκδόσεως της αποφάσεως και της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Συνεπώς, οι συντάκτες της Πράξεως έκριναν ότι ο σκοπός της επιφυλάξεως της σχετικής με την προηγούμενη εξεύρεση ενιαίας λύσεως, όπως αυτός αναπτύχθηκε ανωτέρω, θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη χρησιμοποίηση της διατυπώσεως που τελικώς επελέγη.
34.
Συνεπώς, η διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι αποκλείονται από την εξεταζόμενη εδώ παραπομπή οι σχετικές με μια ενιαία λύση μεταβατικές διατάξεις. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η παραπομπή αυτή καλύπτει επίσης και αυτές τις μεταβατικές διατάξεις.
35.
2. Πρέπει, κατόπιν, να εξεταστεί το ζήτημα που έθεσε η Γαλλική Κυβέρνηση αν δηλαδή — αντιθέτως — η δυνατότητα μιας αναδρομικής εφαρμογής θα έπρεπε να προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική αν ληφθεί υπόψη η συναγόμενη από τη νομολογία αρχή κατά την οποία η ενδεχόμενη αναδρομικότητα κανονιστικών διατάξεων πρέπει να προβλέπεται ρητώς ή, τουλάχιστον, σαφώς ( 16 ). Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι καίτοι η νομολογία αυτή αφορά κατά τρόπο άμεσο τους ίδιους τους κανονισμούς για τους οποίους ανακύπτει ζήτημα αναδρομικότητος και όχι και τις διατάξεις που παραπέμπουν σ' αυτούς τους κανονισμούς, ωστόσο οι αρχές αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατ' αναλογία και ως προς τις διατάξεις αυτές.
36.
Κατά την άποψη μου δεν χρειάζεται επί του παρόντος να εξεταστεί η ορθότητα της απόψεως αυτής. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότιερμηνεία του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως υπό την έννοια που πρότειναν η Επιτροπή, ο προσφεύγων και οι Κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αντιβαίνει στην αρχή της ασφαλείας δικαίου, επί της οποίας στηρίζεται η εν λόγω νομολογία. Στην παρούσα υπόθεση, όλες οι ενδείξεις, εκτός ίσως από τη φράση « να αρχίσει να ισχύει », στην οποία όμως, όπως ήδη τόνισα, δεν πρέπει να προσδοθεί ιδιαίτερη σημασία, συνηγορούν, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας και του σκοπού της εν λόγω διατάξεως, υπέρ της απόψεως ότι η ρύθμιση του άρθρου 60 επιτρέπει επίσης την αναδρομική θέσπιση της ενιαίας λύσεως. Η νομολογία που επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απαιτεί — ακόμα και έναντι διατάξεων των οποίων αμφισβητείται η αναδρομικότητα — να προβλέπεται ρητώς η αναδρομικότητα· αντιθέτως, αρκεί οι « σκοποί ( του κανονισμού ) » να παρέχουν « σαφή ένδειξη » υπέρ της αναδρομικότητας ( 17 ) ή να συνάγεται σαφώς από τον σκοπό και την οικονομία της διατάξεως ότι πρέπει να της αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς ( 18 ). Δεν θεωρώ, συνεπώς, ότι πρέπει να γίνει δεκτό το επιχείρημα που η Γαλλική Κυβέρνηση συνήγαγε από την αρχή της ασφαλείας δικαίου υπέρ μιας συσταλτικής ερμηνείας της παραπομπής του άρθρου 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
37.
3. Από τις ανωτέρω σκέψεις μπορεί, επίσης, να συναχθεί η απάντηση στο ζήτημα αν, παρά τη δυνατότητα που κατ'αρχήν παρέχει το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως να θεσπιστεί με αναδρομική ισχύ η ενιαία λύση, ωστόσο μια τέτοια ενέργεια αποκλείεται μετά την ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 1988. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, σχετικώς, ότι το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να μην έχει ακόμα θεσπιστεί ενιαία λύση κατά την εν λόγω ημερομηνία.
38.
Δεν πρέπει, βεβαίως, να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι συντάκτες της Πράξεως Προσχωρήσεως είχαν υποκειμενικώς εκτιμήσει ότι οι διατάξεις περί ενιαίας λύσεως επρόκειτο να θεσπιστούν μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1988. Ωστόσο, και στο θέμα αυτό πρέπει κατά την άποψη μου το κύριο βάρος να δοθεί στο αντικείμενο και τον σκοπό της παραπομπής, κατά τους οποίους στο Συμβούλιο εναπόκειται να θεσπίζει τις διατάξεις αυτές. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να απορριφθεί και το άλλο επιχείρημα που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση, κατά το οποίο η Πράξη Προσχωρήσεως είναι ιεραρχικώς ανώτερη των διατάξεων που ρυθμίζουν τη μεταβατική περίοδο. Όπως τονίστηκε, σκοπός της παραπομπής είναι ακριβώς να αναθέσει στο Συμβούλιο τη θέσπιση, για την προ της 31ης Δεκεμβρίου 1988 περίοδο, διατάξεων που παρεκκλίνουν από το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως και, συνεπώς, είναι ιεραρχικώς ανώτερες.
39.
III — Τέλος, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο κανονισμός 3427/89 ρυθμίζει πράγματι τη νομική κατάσταση των ισπανών ( και πορτογάλων) μισθωτών εργαζομένων για την περίοδο μεταξύ 15ης Ιανουαρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1988.
40.
1. α) Κατ'αρχάς, η ρήτρα αναδρομικότητας ( « ... εφαρμόζεται από τις 15 Ιανουαρίου 1986» ) δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από την αναδρομικότητα τα δικαιώματα τα σχετικά με τα τέκνα των ισπανών και πορτογάλων διακινουμένων εργαζομένων. Μια τέτοια ερμηνεία θα μπορούσε να συναχθεί μόνο από τη σχέση με το γράμμα του άρθρου 60 ή του άρθρου 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, γεγονός που μας οδηγεί στη διατύπωση τριών παρατηρήσεων.
41.
Πρώτον, ο νομοθέτης δεν μπορούσε να αγνοήσει τον σκοπό των διατάξεων αυτών της Πράξεως Προσχωρήσεως, τις οποίες ανέλυσα ανωτέρω. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης είχε επίγνωση των σχέσεων μεταξύ των από μακρού καταβαλλομένων προσπαθειών για την εξεύρεση ενιαίας λύσεως και της διατυπώσεως του άρθρου 60 (220) της Πράξεως Προσχωρήσεως. Αν πράγματι υπήρχε πρόθεση εξαιρέσεως των ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας αναδρομικότητας, θα είχε θεσπιστεί ρητή διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού ( 19 ).
42.
Δεύτερον, θεωρώ πολύ περισσότερο ανεξήγητη την έλλειψη μιας τέτοιας ρητής διατάξεως, καθόσον ο προβαλλόμενος αποκλεισμός των ισπανών και πορτογάλων εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρήτρας θα έπρεπε να διευκρινιστεί ως προς δύο σημεία. Αφ'ενός μεν, ως προς τους ίδιους τους εργαζομένους, ο περιορισμός της αναδρομικότητας δεν μπορεί παρά να αφορά την περίοδο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1988' πέραν της ημερομηνίας αυτής — για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1989 και 16ης Νοεμβρίου 1989 — το άρθρο 60 ( 220 ) της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία του κανονισμού 3427/89. Αφ'ετέρου δε, η εν λόγω ρύθμιση της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν αφορά τους μη μισθωτούς εργαζομένους ( 20 ), οι οποίοι στο εξής εξομοιούνται με τους μισθωτούς εργαζομένους, βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3427/89. Από την άποψη αυτί'], επίσης, δεν μπορεί να υποστηριχθεί συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αναδρομικότητας βάσει του άρθρου 60 ( 220 ) της Πράξεως Προσχωρήσεως. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι συντάκτες του κανονισμού αφέθηκαν στην οξύνοια των προσώπων που θα αναλάμβαναν την εφαρμογή του για την κατανόηση όλων αυτών των διακρίσεων.
43.
Τρίτον, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71. Στο άρθρο όμως αυτό γίνεται λόγος για ενιαία λύση για όλα τα κράτη μέλη ( 21 ). Εφόσον εξετάστηκε το ενδεχόμενο παρεκκλίσεων από τη βασική αυτή πρόθεση, οι παρεκκλίσεις αυτές θα είχαν ασφαλώς λάβει τη μορφή ρητών διατάξεων.
44.
Συνεπώς, η διατύπωση του άρθρου 3 του κανονισμού 3427/89 δεν δικαιολογεί τη συσταλτική αυτή ερμηνεία, ενώ αντιθέτως η οικονομία και ο σκοπός του κανονισμού συνηγορούν σαφώς κατά μιας τέτοιας ερμηνείας.
45.
β ) Η δήλωση που η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ζήτησε να περιληφθεί στα πρακτικά του Συμβουλίου ουδόλως μεταβάλλει το συμπέρασμα αυτό. Η δήλωση αυτή έχει ως εξής:
« Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δηλώνει, συμφωνώντας με την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου: “ το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται αναδρομικώς από 15ης Ιανουαρίου 1986, κατά το άρθρο 3 αυτού, δεν σημαίνει ότι τίθεται επίσης αναδρομικώς σε ισχύ η ενιαία λύση κατά την έννοια της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.”»
46.
Συντάσσομαι σχετικώς προς τη σαφή θέση που έλαβε το Δικαστήριο και την οποία συνόψισε ως εξής στην απόφαση του επί της υποθέσεως 143/83 που είχε ως αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως οδηγίας: « Αποτελεί, πράγματι, πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση παρομοίων μονομερών δηλώσεων προκειμένου να ερμηνευθεί μια κοινοτική πράξη, εφόσον οι επιφυλάξεις ή αντιρρήσεις που διατυπώνουν τα κράτη μέλη κατά την επεξεργασία τους δεν μπορούν να μεταβάλουν την αντικειμενική ισχύ των κανόνων που θεσπίζουν τα κοινοτικά όργανα» ( 22 ). Οι αρχές αυτές έχουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την ερμηνεία ενός κανονισμού καθόσον, κατά το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο το δημοσιευμένο κείμενο του κανονισμού παράγει έννομες συνέπειεςμη δημοσιευόμενες δηλώσεις, οι οποίες δεν μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο της Συνθήκης, δεν παράγουν έννομες συνέπειες.
47.
2. Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ στο επιχείρημα που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία, ότι η προαναφερθείσα συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αναδρομικότητας επιβάλλεται για λόγους ασφαλείας δικαίου. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα την εκ των υστέρων διαμόρφωση μιας καταστάσεως αναγόμενης στο παρελθόν, πράγμα που θα δημιουργούσε δυσκολίες· θα αποτελούσε πηγή πολυαρίθμων διαφορών.
48.
Ας μου επιτραπεί κατ'αρχάς να υπογραμμίσω ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αποφεύγει — ορθώς — να προβάλει παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας. Η αρχή αυτή, την οποία το Δικαστήριο διατύπωσε στις αποφάσεις του της 25ης Ιανουαρίου 1979, στις υποθέσεις Račke ( 23 ) και Decker ( 24 ), κατά την οποία αναδρομικώς ισχύουσα διάταξη κατ' εξαίρεση μόνο μπορεί να συμβιβαστεί με την αρχή της ασφαλείας των νομικών καταστάσεων, αποβλέπει αποκλειστικώς στην προστασία των συμφερόντων των πολιτών της Κοινότητας έναντι μέτρων των (κοινοτικών) αρχών που τους θίγουν. Αυτό συνάγεται από την κατά το συνταγματικό δίκαιο θεμελίωση της αρχής της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος, όπως έχει ήδη αναλύσει ο γενικός εισαγγελέας Warner στις προτάσεις του στην υπόθεση 7/76 ( 25 ) και το Δικαστήριο επανέλαβε στις προαναφερθείσες υποθέσεις Račke και Decker, αναφερόμενο στην έννοια της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
49.
Στην παρούσα υπόθεση, η αναδρομικότητα της διατάξεως είναι ευεργετική για τον κοινοτικό πολίτη που υπόκειται στο πεδίο εφαρμογής της. Συνεπώς, το τεκμήριο που διαμόρφωσε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα νομολογία υπέρ της ακυρότητας μιας αναδρομικώς εφαρμοζόμενης διατάξεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί στην υπόθεση Delbar ( 26 ), χωρίς ιδιαίτερες επεξηγήσεις, ότι το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε, έχει επίσης εφαρμογή επί των μη μισθωτών εργαζομένων ( 27 ), και μάλιστα αναδρομικώς από 15ης Ιανουαρίου 1986 ( 28 ).
50.
Συνεπώς, για να δικαιολογηθεί η υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση συσταλτική ερμηνεία πρέπει να αναζητηθούν θετικές ενδείξεις κατά τις οποίες η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του κανονισμού 3427/89 αναδρομική εφαρμογή είναι ασυμβίβαστη, στο συγκεκριμένο τομέα, με την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
51.
Από την άποψη αυτή είμαι πεπεισμένος ότι οι προβαλλόμενες δυσχέρειες, αν υποτεθεί ότι αυτές πράγματι υφίστανται, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν, με βάση την αρχή της ασφαλείας δικαίου, μια ερμηνεία που δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με το γράμμα και την οικονομία της εν λόγω διατάξεως, και η οποία θα εξαρτούσε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής από σημαντικούς αστάθμητους παράγοντες. Εξάλλου, μετά την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Pinna Ι, όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για την αναδρομική εφαρμογή της ενιαίας λύσεως: έπρεπε να αναμένεται ότι ο νομοθέτης θα ορίσει ότι η διάταξη εφαρμόζεται αναδρομικώς από 15ης Ιανουαρίου 1986, ώστε να αποτρέψει το ενδεχόμενο δημιουργίας δυσχερειών από τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της νομικής καταστάσεως που απορρέει από την απόφαση και της νομικής καταστάσεως που απορρέει από τον κανονισμό ( εφαρμοζομένου ex nunc ). Καίτοι η απόφαση αυτή, όπως ανέφερα ανωτέρω, δεν επηρεάζει την κατάσταση των ισπανών και πορτογάλων μισθωτών έναντι των άρθρων 60 και 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, ωστόσο θα μπορούσε με βεβαιότητα να προβλεφθεί, ενόψει των προσπαθειών για εξεύρεση κοινής για όλα τα κράτη μέλη λύσεως, ότι οι ισπανοί και πορτογάλοι μισθωτοί επρόκειτο να εξομοιωθούν, μόλις αυτό θα γινόταν δυνατό, με τους άλλους μισθωτούς διακινούμενους εργαζομένους.
52.
Συνεπώς, ούτε οι λόγοι οι στηριζόμενοι στην αρχή της ασφαλείας δικαίου μπορούν να ερμηνεύσουν συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 3427/89.
Γ — Πρόταση
53.
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει ως απάντηση στο ερώτημα του Sozialgericht Frankfurt am Main ότι οι ισπανοί μισθωτοί εργαζόμενοι που ασκούν τη δραστηριότητα τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δικαιούνται από 15ης Ιανουαρίου 1986, για τα τέκνα τους που κατοικούν στην Ισπανία, τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία ( Bundeskindergeldgesetz ).
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) BGBl. 1977 II, σ. 687.
( 2 ) Κανονισμός τοο Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 057/001, σ. 73 ), όπως τροποποιήθηκε (βλ. παράρτημα Ι του κανονισμού 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ΕΕ L 230, σ. 6).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και τους κανονισμούς ( ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (EEL 331, σ. 1).
( 4 ) ΕΕ 1985, L 302, σ. 23.
( 5 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pietro Pinna (41/84, Συλλογή 1986, σ. 1).
( 6 ) Απόφαση της 2ας Μαρτίου 1989, Pietro Pinna ( 359/87, Συλλογή 1989, σ. 585).
( 7 ) Όπως ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 3427/89 με το άρθρο 1, σημείο 4, του τελευταίου αυτού κανονισμού καταργήθηκε το άρθρο 99 του κανονισμού 1408/71.
( 8 ) Βλ. επίσης τις τροποποιήσεις που επιφέρει ο κανονισμός 3427/89 στις άλλες διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 60, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως Προσχωρήσεως, καθώς και την εκκρεμούσα υπόθεση C-371/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
( 9 ) Εφόσον το ζήτημα ανέκυψε πριν από την έκδοση του εν λόγω κανονισμού η διατύπωση του, όπως επίσης συνάγεται και από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, αναφέρεται στις συνέπειες της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Pinna Ι.
( 10 ) Grabitz: Kommentar zu EWG-Vertrag, άρθρο 191, σημείο 5.
( 11 ) Βλ. επίσης ορισμό της έννοιας της αναδρομικότητας στον Grabitz, ένΟ. αν., άρθρο 191, σημείο 7.
( 12 ) Βλ., π.χ., τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1660/85 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1985 ( ΕΕ L 160, σ. 1 ) ( άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3 ) καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2793/81 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1981 (ΕΕ L 275, σ. 1) (άρθρο 3, παράγραφος 2 ).
( 13 ) Εξάλλου δεν χρησιμοποιείται κατά τρόπο συστηματικό: βλ. το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 196/81 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 1981 ( ΕΕ L 24, σ. 3 )' βεβαίως, στην περίπτωση αυτή λίγες μόνο μέρες μεσολαβούσαν μεταξύ της ενάρξεως της ισχύος και της δημοσιεύσεως.
( 14 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση 41/84 ( Pinna Ι ) ένθ. αν., σ. 3,14.
( 16 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, Gesamthochschule Duisburg (234/83, Συλλογή 1985, σ. 327) βλ. επίσης την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, Salumi (212/80 έως 217/80, Συλλογή 1981, σ. 2735).
( 17 ) Βλ. την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 234/83, ένθ. αν., σκέψη 20.
( 18 ) Βλ. την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 212/80 έως 217/80, ένθ. αν., σκέψη 9.
( 19 ) Κατά την οποίο το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται από 1ης Μαΐου 1990.
( 20 ) Αντίστοιχα με τον τομέα εφαρμογής των άρθρων 73 επ. πριν αυτά τροποποιηθούν, του κανονισμού 1408/71, ο οποίος περιορίζεται στους μισθωτούς εργαζομένους — αντίθετα απ' αυτό που υπονοεί ο τίτλος του κανονισμού [ βλ. τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1390/81 ( ΕΕ L 143, σ. 1 )], ο οποίος επαναλαμβάνεται στο άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως —, το άρθρο 60 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν ρυθμίζει ρητώς παρά μόνο τη νομική κατάσταση των μισθωτών εργαζομένων.
( 21 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 22 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 13 ( 143/83, Συλλογή 1985, σ. 427 ).
( 23 ) Υπόθεση 98/78, Räcke ( Sig. 1979, σ. 69 ).
( 24 ) Υπόθεση 99/78, Decker ( Sig. 1979, σ. 101 ).
( 25 ) IRCA ( Sig.1976, σ. 1229,1236,1237 ).
( 26 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989, Delbar (CI 14/88, Συλλογή 1989, σ. 4067 ).
( 27 ) Είναι γνωσιό όιι οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, πριν αυτό τροποποιηθεί, και κατά συνέπεια δεν τους αφορούσε η απόφαση Pinna Ι.
( 28 ) Βλ. σκέψη 10 της αποφάσεως στην υπόθεση Delbar, ένθ. αν.
Full & Egal Universal Law Academy