ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 8ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή σκοπείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (εφεξής: η οδηγία) ( 1 ). Η προσφυγή εδράζεται σε δύο αιτιάσεις. Η ιταλική νομοθεσία επιτρέπει τη θήρα διαφόρων ειδών αγρίων πτηνών κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως ή κατά τις διάφορες φάσεις αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, και τούτο κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας. Επιτρέπει περαιτέρω, κατά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, τη θήρα διαφόρων ειδών αποδημητικών πτηνών κατά το ταξίδι της επιστροφής τους στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους.
Το νομικό πλαίσιο
2.
Το άρθρο 5 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση θεσπίσεως γενικού καθεστώτος προστασίας όλων των αναφερομένων στην οδηγία ειδών πτηνών, ήτοι όλων των πτηνών που διαβιούν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών. Το εν λόγω καθεστώς απαγορεύει καταρχήν την εκ προθέσεως θανάτωση των εν λόγω πτηνών (άρθρο 5, στοιχείο α).
Παρεκκλίνοντας από την απαγόρευση του άρθρου 5, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II είδη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας. Με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζεται ότι, λόγω του επιπέδου του πληθυσμού ορισμένων ειδών, της γεωγραφικής κατανομής και του ρυθμού αναπαραγωγής τους στο σύνολο της Κοινότητας, τα είδη αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο θήρας, λογιζόμενης ως επιτρεπτής εκμεταλλεύσεως.
Πάντως, πρέπει να τηρούνται ορισμένα όρια. Καίτοι το άρθρο 7, παράγραφος 2, επιτρέπει τη θήρα των απαριθμουμένων στο παράρτημα II, πρώτο μέρος, ειδών στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους, το άρθρο 7, παράγραφος 3, δεν επιτρέπει τη θήρα των απαριθμουμένων στο παράρτημα II, δεύτερο μέρος, ειδών παρά μόνον εντός των κρατών μελών όπου η παρουσία των εν λόγω ειδών καταγράφεται στο σχετικό παράρτημα.
Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η θήρα των εν λόγω ειδών να μην υπονομεύει τις προσπάθειες διατηρήσεως που αναλαμβάνονται στη ζώνη εξαπλώσεως τους. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, τα κράτη μέλη οφείλουν περαιτέρω να διασφαλίσουν ότι η θηρευτική δραστηριότητα τηρεί τις αρχές μιας ορθολογικής χρησιμοποιήσεως και οικολογικά ισορροπημένης ρυθμίσεως όσον αφορά τα εν λόγω είδη πτηνών και ότι η πρακτική αυτή συμβιβάζεται, όσον αφορά τον πληθυσμό των ειδών, με τις απορρέουσες από τις διατάξεις του άρθρου 2 υποχρεώσεις ( 2 ).
Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας, τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη χρήση οποιουδήποτε μέσου, εγκαταστάσεως ή μεθόδου μαζικής ή μη επιλεκτικής συλλήψεως ή θανατώσεως των πτηνών καθώς και την καταδίωξη τους με ορισμένα μεταφορικά μέσα. Με τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζεται ότι η απαγόρευση αυτή επιβάλλεται εξαιτίας της υπερβολικής πιέσεως που ασκούν οι ανωτέρω θηρευτικές μέθοδοι στο επίπεδο του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών.
3.
Το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερη και τρίτη περίοδος, της οδηγίας περιλαμβάνει τις διατάξεις που παραβίασε η Ιταλία:
« Τα κράτη μέλη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη στα οποία εφαρμόζεται η θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως, ούτε κατά τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Όταν πρόκειται για αποδημητικά είδη μεριμνούν ιδιαίτερα ώστε τα είδη που υπόκεινται στη θηρευτική νομοθεσία να μη θηρεύονται κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως. »
Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας δεν αναφέρονται συγκεκριμένα στις εν λόγω διατάξεις. Πάντως, οι διατάξεις αυτές είναι κατά κάποιο τρόπο παρεμφερείς με εκείνες του άρθρου 2, στοιχείο α, της Διεθνούς Συμβάσεως για την Προστασία των Πτηνών, που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 18 Οκτωβρίου 1950:
« Πλην των προβλεπομένων στα άρθρα 6 και 7 της παρούσας Συμβάσεως εξαιρέσεων, οφείλουν να τυγχάνουν προστασίας:
α)
τουλάχιστον κατά την περίοδο αναπαραγωγής τους, όλα τα πτηνά, συμπεριλαμβανομένων των αποδημητικών, κατά το ταξίδι της επιστροφής τους στον τόπο φωλεοποιήσεως, ιδίως κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο ·
β)
(...)» ( 3 ) ( 4 ).
Οι αιτιάσεις της Επιτροπής
4.
Οι δύο αιτιάσεις της Επιτροπής άπτονται των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας που διέπουν την έναρξη και λήξη της θήρας. Κατά την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή αναφέρει ότι το άρθρο 11 του νόμου 968, της 27ης Δεκεμβρίου 1977 ( 5 ), επιτρέπει από τις 18 Αυγούστου τη θήρα των ακολούθων τεσσάρων ειδών πτηνών: της φαλαρίδας, της νερόκοτας, της πρασινοκέφαλης και του κότσυφα. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία επιτρέπει τη θήρα των εν λόγω ειδών στην Ιταλία ( 6 ). Θεωρεί, όμως, ότι η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 4, δευτερη περίοδος, της οδηγίας προϋπόθεση, ήτοι η επιταγή η περίοδος φωλεοποιήσεως καθώς και οι διάφορες φάσεις αναπαραγωγής και εξαρτήσεως να έχουν λήξει, δεν συντρέχει ακόμα κατά την εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή στις 18 Αυγούστου. Την άποψη της αυτή στηρίζει σε δύο επιστημονικά συγράμματα, ένα των Cramp, Simmons και λοιπών ( 7 ) και ένα δεύτερο του Bezzel ( 8 ).
5.
Κατά τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το προαναφερθέν άρθρο 11 του νόμου 968, της 27ης Δεκεμβρίου 1977, όπως τροποποιήθηκε με τα διατάγματα του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1979 ( 9 ) και της 4ης Ιουνίου 1982 ( 10 ), καθορίζει τις ημερομηνίες λήξεως της θήρας για ορισμένα είδη αποδημητικών πτηνών. Υπό την έννοια αυτή επιτρέπει μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου τη θήρα των ακολούθων πτηνών (η κατάταξη των συγκεκριμένων ειδών πτηνών του παραρτήματος II της οδηγίας έγινε με δική μας φροντίδα):
—
φαλαρίδα ( ΙΙ/I-19 ),
—
φλυαρόπαπια ( ΙΙ/I-5 ),
—
κιρκίρι ( ΙΙ/I-6 ),
—
πρασινοκέφαλη ( Π/I-7 ),
—
χουλιάρας ( Π/I-10 ),
—
κυνηγόπαπια ( Π/I-11 ),
—
κοκκινοσκέλης ( ΙΙ/2-57 ),
—
ψευτομαχητής ( ΙΙ/2-51 ),
—
τουρλίδα ( ΙΙ/2-55 ),
—
κεδρότσιχλα ( Π/2-69 ).
Τα ακόλουθα είδη μπορούν να θηρευθούν μέχρι τις 10 Μαρτίου:
—
σφυριχτάρι ( ΙΙ/I-4 ),
—
σουβλόπαπια ( ΙΙ/I-8 ),
—
σαρσέλα(Π/I-9),
—
τσικνόπαπια ( ΙΙ/I-12 ),
—
βροχοπούλι ( Η/2-47 ),
—
μπεκατσίνι ( ΙΙ/I-21 ),
—
οχθοτούρλι ( Π/2-52 ),
—
τσίχλα (ΙΙ/2-70),
—
κοκκινότσιχλα ( Π/2-71 ).
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί περαιτέρω στο σημείο αυτό ότι η οδηγία επιτρέπει τη θήρα των εν λόγω πτηνών στην Ιταλία. Πάντως, θεωρεί ότι στις 28 Φεβρουαρίου και στις 10 Μαρτίου αντίστοιχα τα πτηνά των ειδών αυτών πετούν πάνω από το ιταλικό έδαφος με κατεύθυνση τους τόπους φωλεοποιήσεώς τους. Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η Επιτροπή αναφέρεται εκ νέου στα δύο προαναφερθέντα συγράμματα καθώς και σε εισήγηση που επισυνάπτει ως παράρτημα του απαντητικού υπομνήματός της, του Istituto nazionale di biologia della selvaggina ( εφεξής: Ίδρυμα ) στα πλαίσια συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1986. Κατά συνέπεια, οι ημερομηνίες λήξεως της θήρας που καθορίζει η ιταλική νομοθεσία αντίκεινται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, η οποία απαγορεύει τη θήρα των συγκεκριμένων αποδημητικών πτηνών « κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως ».
Το παραδεκτό
6.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αντικρούει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη επειδή στηρίζεται στις ίδιες αιτιάσεις με εκείνες της προσφυγής στην υπόθεση 262/85, την οποία απέρριψε το Δικαστήριο με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987 ( 11 ).
Στα πλαίσια της υποθέσεως 262/85, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η ιταλική νομοθεσία δεν ελάμβανε υπόψη τις κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας περιόδους προστασίας των πτηνών. Το Δικαστήριο , απέρριψε την προσφυγή εκείνη επειδή η ιταλική νομοθεσία προβλέπει διαφορετικές ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας για τα διάφορα είδη πτηνών λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές περιόδους φωλεοποιήσεώς τους και τα διαφορετικά στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως τους, όσον αφορά δε τα αποδημητικά είδη, την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεώς τους ( σκέψη 23 ).
Η υπόθεση εκείνη είχε φθάσει ήδη στο στάδιο της υποβολής του απαντητικού υπομνήματος, όταν η Επιτροπή προσήψε περαιτέρω στην Ιταλία ότι οι ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας ορισμένων ειδών πτηνών συνέπιπταν με περιόδους ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις της οδηγίας. Ο σχετικός ψόγος που ταυτίζεται με τις διατυπούμενες στην παρούσα υπόθεση αιτιάσεις διηύρυνε το περιεχόμενο της αιτιάσεως που είχε αποτελέσει αντικείμενο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διοικητικής διαδικασίας και περιλαμβανόταν στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο που κατατέθηκε στα πλαίσια της υποθέσεως 262/85. Αυτός ήταν και ο διαδικαστικής φύσεως λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν εξήτασε τότε το ζήτημα του βασίμου των ημερομηνιών των διαφόρων θηρευτικων περιόδων (σκέψη 24), μη αποφανθέν επί της ουσίας της αιτιάσεως εκείνης. Συνεπώς, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να το πράξει με νέα διαδικασία « κατά το άρθρο 169 », πράγμα που συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Δεν αντιλαμβάνομαι, λοιπόν, για ποιο λόγο η παρούσα προσφυγή θα μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη με βάση την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 262/85.
Η πρώτη αιτίαση: πρόωρη έναρξη της θήρας
7.
Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται κατ' ουσίαν τρία επιχειρήματα για να αντικρούσει την πρώτη αιτίαση: α) κατά τον χρόνο ενάρξεως της θήρας η πλειονότητα των νεογνών συνήθως ανεξαρτοποιείται β) η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως των όσων επικαλείται' γ) οι διοικητικές περιφέρειες μπορούν να τροποποιούν την ημερομηνία ενάρξεως της θήρας που καθορίστηκε νομοθετικά.
α) Κατά τον χρόνο ενάρξεως της θήρας η πλειονότητα των νεογνών συνήθως ανεξαρτοποιείται
8.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλε, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι σε ορισμένες περιοχές μπορεί πράγματι αριθμός νεογνών του είδους πρασινοκέφαλη να μην έχουν ακόμη ανεξαρτοποιηθεί κατά την έναρξη της θήρας. Πλην όμως, πρόκειται για ελάχιστες περιπτώσεις. Απαντώντας στα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή ύστερα από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, η Ιταλική Κυβέρνηση επαναλαμβάνει το αυτό επιχείρημα που προέβαλε και για τα άλλα τρία είδη πτηνών: η πλειονότητα των νεογνών των ειδών φαλαρίδα, νερόκοτα και κότσυφας ανε-ξαρτοποιούνται στις 18 Αυγούστου.
Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στο τεκμήριο ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η θήρα των συγκεκριμένων ειδών πτηνών επιτρέπεται εφόσον η πλειονότητα των πτηνών δεν βρίσκεται πλέον κατά κανόνα σε στάδιο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι εκείνο του dies ad quem, ήτοι του μέχρι πότε η απαγόρευση της θήρας παράγει τα αποτελέσματά της σύμφωνα με την προηγούμενη διάταξη.
9.
Μέχρι το σημείο αυτό χρησιμοποίησα την ορολογία της γαλλικής αποδόσεως του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας. Πλην όμως, οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως εμφανίζουν εκπληκτικές αποκλίσεις. Σε ορισμένες αποδόσεις, η απαγόρευση της θήρας εκτείνεται σε τρεις περιόδους, ήτοι την « περίοδο φωλεοποιήσεως » ( στα ιταλικά: « periodo della nidificazione » στα γερμανικά: «Nistzeit»), τα διάφορα στάδια « αναπαραγωγής » ( στα ιταλικά: « riproduzione» στα γερμανικά: «Brutzeit») και τα διάφορα στάδια « εξαρτήσεως » ( στα ιταλικά: «dipendenza»· στα γερμανικά: «Aufzuchtzeit » ). Σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, η απαγόρευση της θήρας αφορά μόνο δύο περιόδους, οι οποίες, πάντως, δεν καθορίζονται πάντοτε με τον αυτό τρόπο. Κατά την αγγλική απόδοση, επί παραδείγματι, η θήρα απαγορεύεται κατά « the rearing season » και κατά « the various stages of reproduction », ενώ η ολλανδική απόδοση απαγορεύει τη θήρα « zolang de jonge vogels het nest nog niet hebben verlaten of gedurende de verschillende fasen van de broedperiode » ( ενόσω τα νεογνά δεν έχουν εγκαταλείψει τη φωλιά τους και κατά τις διάφορες φάσεις αναπαραγωγής ).
Προς εξέταση της πρώτης αιτιάσεως δεν απαιτείται καν η απάντηση στο ερώτημα από ποια φάση αρχίζει να τρέχει η απαγόρευση της θήρας. Αν στηριχθούμε στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις, πρόκειται για την « περίοδο φωλεοποιήσεως », έκφραση από την οποία δεν συνάγεται αυτομάτως το για ποια περίοδο πρόκειται ακριβώς. Αντίθετα, το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι μέχρι πότε ισχύει η απαγόρευση της θήρας.
10.
Σε περίπτωση αποκλίσεως των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων ενός κοινοτικού κειμένου, η επίδικη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο ( 12 ). Το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αποτελεί μέρος ρυθμίσεως αποσκοπούσας στην προστασία των αγρίων πτηνών και στη διατήρηση των πληθυσμών τους. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει, λόγω του επιπέδου του πληθυσμού των πτηνών, της γεωγραφικής κατανομής και του ρυθμού αναπαραγωγής τους, ορισμένα από αυτά να αποτελούν αντικείμενο πράξεων θήρας που, πάντως, δεν πρέπει να οδηγούν σε άσκηση υπερβολικής πιέσεως στο επίπεδο του πληθυσμού των εν λόγω ειδών ( βλ. ενδέκατη και δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ). Κατ' εμέ, η θήρα των πτηνών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής ασκεί υπερβολική πίεση στον βαθμό που βλάπτει όχι μόνο τα πτηνά που αποτελούν αντικείμενό της αλλά και την αναπαραγωγή τους. Η πίεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και πέραν της επωάσεως για να παύσει μόνον όταν τα νεαρά πτηνά δεν εξαρτώνται πλέον από τους γονείς τους. Ενόψει της γενικής οικονομίας και του σκοπού της ρυθμίσεως, η οποία αποτελεί στοιχείο του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, η εν λόγω διάταξη έχει την έννοια ότι τα δεδομένα είδη πτηνών δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων ενόσω τα νεαρά πτηνά δεν έχουν τη δυνατότητα αυτοτελούς διαβιώσεως ή πιο συγκεκριμένα ενόσω δεν έχουν εγκαταλείψει τη φωλιά τους.
11.
Αφού λοιπόν διευκρινίστηκε η προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η άσκηση της θήρας, στη συνέχεια πρέπει να δοθεί απάντηση και στο ερώτημα αν η ούτως νοούμενη προϋπόθεση παρέχει στα κράτη μέλη κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως της θήρας. Η προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι επιδέχεται παρόμοια απάντηση, δεδομένου ότι η οδηγία δεν θεσπίζει κοινή διάταξη σχετικά με τις θηρευτικές περιόδους με ακρίβεια σε επίπεδο ημερομηνίας. Πάντως, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη περιορίζεται υπό την έννοια ότι τα τελευταία οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα « διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα », όπως άλλωστε οφείλει να πράττει και η ίδια η Κοινότητα, όταν παρεμβαίνει σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος ( 13 ). 'Αλλωστε, νομίζω ότι οι διάδικοι συμφωνούν επί του σημείου αυτού.
Εκεί όπου ανακύπτουν διαφωνίες είναι όταν πρόκειται για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των διαθεσίμων επιστημονικών στοιχείων. Πράγματι, για κάθε είδος πτηνών και για κάθε συγκεκριμένη περιοχή δεν είναι διαθέσιμα πάντοτε στοιχεία ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο τα νεαρά πτηνά εγκαταλείπουν τη φωλιά τους. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία, η στιγμή κατά την οποία τα νεαρά πτηνά εγκαταλείπουν τη φωλιά τους εξαρτάται για κάθε είδος από μεταβαλλόμενες βιολογικές και κλιματολογικές συνθήκες. Όσον αφορά το ερώτημα ποια στοιχεία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη, όταν, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχουν διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία αφορώντα το εθνικό έδαφος, προτίθεμαι να επανέλθω όταν θα εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή εξεπλήρωσε την υποχρέωση της ως προς το βάρος της αποδείξεως των όσων ισχυρίζεται (βλ. σημείο 13 επ. infra). Επί του παρόντος, προτίθεμαι να εξετάσω σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη διαθέσιμα στοιχεία όταν από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι η στιγμή κατά την οποία τα νεαρά πτηνά εγκαταλείπουν τη φωλιά τους μπορεί να κλιμακώνεται κατά χρόνο και να ποικίλλει σε συνάρτηση με τις περιστάσεις.
12.
Καταρχήν, σημειώνω ότι ο Ιταλός νομοθέτης δεν επέλεξε ρύθμιση προβλέπουσα ότι οι ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας καθορίζονται ετησίως λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, αλλ' αντίθετα επέλεξε ρύθμιση καθορίζουσα κατά τρόπο ενιαίο για όλα τα επερχόμενα έτη τις εν λόγω ημερομηνίες. Μπορεί το κράτος μέλος που επέλεξε τη δεύτερη αυτή λύση να θεσπίζει διάταξη προβλέπουσα ότι η θήρα επιτρέπεται από τη στιγμή κατά την οποία από τα στατιστικά δεδομένα συνάγεται ότι κατά κανόνα η πλειονότητα των πτηνών εγκατέλειψαν τη φωλιά τους; Η μήπως οφείλει στην εν λόγω « συνήθη » περίοδο εγκαταλείψεως της φωλιάς να προσθέσει συμπληρωματική περίοδο που οι επιστήμονες εκλαμβάνουν ως περιθώριο ασφαλείας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όψιμες περίοδοι αναπαραγωγής και εγκαταλείψεως της φωλιάς καθώς και μεταβλητές περιστάσεις; Από το γράμμα και τη ratio legis του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, νομίζω ότι συνάγεται αρνητική απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος και καταφατική επί του δευτέρου. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη απαγορεύει τη θήρα των αγρίων πτηνών κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων, η απαγόρευση δε αυτή είναι γενικής ισχύος υπό την έννοια ότι η διάταξη δεν ορίζει ότι οι περίοδοι αυτοί πρέπει να εκτιμώνται με βάση την « πλειονότητα » των πτηνών. Από τη γενικότητα αυτή και τη ratio legis που προεξέθεσα (στο σημείο 10) συνάγω ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίζουν τον χρόνο ενάρξεως της θήρας, επιλέγοντας ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα νεαρά πτηνά ενδέχεται να εξακολουθούν να βρίσκονται στη φωλιά τους λόγω ειδικών και μεταβλητών συνθηκών. Η άποψη αυτή στηρίζεται περαιτέρω στη νομολογία του Δικαστηρίου βάσει της οποίας η ακριβής μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ στο εθνικό δίκαιο έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις, όπως η προκειμένη, κατά τις οποίες η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, όσον αφορά το έδαφος καθενός από αυτά ( 14 ).
Κατ' εμέ, η ακριβής και κατά συνέπεια πλήρης μεταφορά της εν λόγω διατάξεως επιβάλλει, όταν τα κράτη μέλη καθορίζουν τις ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας, να λαμβάνουν υπόψη τα υποδεικνυόμενα από την επιστήμη περιθώρια ασφαλείας ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου κατά τον οποίο τα νεαρά πτηνά εγκαταλείπουν τη φωλιά τους. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι αρκεί η κατά τον χρόνο ενάρξεως της θήρας συνήθης ανεξαρτοποίηση της πλειονότητας των νεαρών πτηνών.
β) Οι αποδείξεις που προσκόμισε η Επιτροπή
13.
Η Επιτροπή επισυνήψε αποσπάσματα από το έργο των Cramp και Simmons. Από τα αποσπάσματα αυτά και ειδικότερα από τα διαγράμματα που παρατίθενται στο έργο αυτό προκύπτει σαφώς ότι ενδέχεται τα νεογνά των τεσσάρων ειδών πτηνών (που απαριθμούνται στο σημείο 4) να βρίσκονται ακόμη στη φωλιά τους στις 18 Αυγούστου. Τα αποσπάσματα που παρέθεσε η Επιτροπή από το έργο του Bezzel επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό αυτό όσον αφορά τα τρία είδη πτηνών για τα οποία γίνεται λόγος στο σύγγραμμα αυτό ( ήτοι για τη φαλαρίδα, τη νερόκοτα και την πρασινοκέφαλη ).
Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι, αναφερόμενη αποκλειστικά στο σύγγραμμα των Cramp και Simmons καθώς και στο έργο του Bezzel, η Επιτροπή δεν κατέδειξε επαρκώς ότι, σε σχέση με την επικρατούσα στην Ιταλία κατάσταση, τα τέσσερα είδη πτηνών εξακολουθούν να βρίσκονται σε μια από τις κατά το άρθρο 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας περιόδους.
14.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα δύο επιστημονικά αυτά συγγράμματα είναι αναγνωρισμένου κύρους σε θέματα ορνιθολογίας και περιλαμβάνουν ακριβή δεδομένα στα οποία η Επιτροπή μπορεί να αναφέρεται δικαίως προκειμένου να προσδιορίζει συγκεκριμένα τους βιολογικούς κύκλους των πτηνών, όπως αυτοί παρατίθενται αορίστως στην οδηγία. Εξάλλου, εκείνο που αμφισβητεί η Ιταλική Κυβέρνηση δεν είναι το συγκεκριμένο σημείο. Αμφισβητείται μόνον αν τα συγκεκριμένα συγγράμματα έχουν αποδεικτική δύναμη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, το σύγγραμμα του Bezzel δεν περιλαμβάνει κανένα ειδικό στοιχείο σχετικά με τα πτηνά που απαντώνται στο ιταλικό έδαφος. Επιπλέον, τα παρατιθέμενα από την Επιτροπή αποσπάσματα από το έργο των Cramp και Simmons δεν στηρίζονται επαρκώς σε παρατηρήσεις που έγιναν στην Ιταλία.
15.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το έργο του Bezzel δεν έχει αποδεικτική δύναμη, επειδή η Ιταλία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοχών που αυτό καλύπτει. Στο υπόμνημα αντικρούσεως της, η Ιταλία παραδέχεται ότι η βιογεωγραφία του ιταλικού εδάφους προσομοιάζει με εκείνη της Τσεχοσλοβακίας, χώρα που ο Bezzel εντάσσει στο έδαφος της Κεντρικής Ευρώπης περί της οποίας πραγματεύεται το έργο. Επιπλέον, το « Kompendium » του Bezzel παραπέμπει, όσον αφορά τις πηγές των οποίων έγινε χρήση, σε πολύ λεπτομερέστερα έργα όπως εκείνα των Cramp και Simmons καθώς και του Glutz von Blotzheim. Άλλωστε, o Bezzel είναι ένας από τους συγγραφείς του έργου αυτού, το οποίο η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ως αντιπροσωπευτικό της καταστάσεως που επικρατεί στην Ιταλία.
16.
Δεν νομίζω ότι ενδείκνυται η αποδοχή του επιχειρήματος της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι τα παρατιθέμενα από το έργο των Cramp και Simmons διαγράμματα στερούνται αποδεικτικής δυνάμεως όσον αφορά το ιταλικό έδαφος. Όταν δεν υφίσταται καθ' οιονδήποτε τρόπο συγκεκριμένο επιστημονικό υλικό για το έδαφος του οικείου κράτους μέλους ( 15 ), η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αναφέρεται σε γενικού περιεχομένου επιστημονικά συγγράμματα αναγνωρισμένου κύρους που περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με τα οικεία είδη πτηνών, τα οποία, καίτοι δεν αφορούν ευθέως συγκεκριμένη περιοχή, πάντως εμπίπτουν σε ζώνη εξαπλώσεως, τμήμα της οποίας είναι η συγκεκριμένη περιοχή. Επειδή η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι τα επικληθέντα από την Επιτροπή στοιχεία δεν είναι αντιπροσωπευτικά της καταστάσεως που επικρατεί στην Ιταλία, στην Ιταλία εναπόκειται να το αποδείξει. Πάντως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα επιστημονικό στοιχείο αποδεικνύον ότι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των Cramp και Simmons δεν είναι αντιπροσωπευτικά της καταστάσεως που επικρατεί στην Ιταλία. Όπως προανέφερα (στο σημείο 8), η Ιταλική Κυβέρνηση δέχθηκε, αντίθετα, ότι ελάχιστος αριθμός νέων πτηνών από τα συγκεκριμένα τέσσερα είδη εξακολουθεί ενδεχομένως να βρίσκεται στη φωλιά του στην Ιταλία στις 18 Αυγούστου. Επομένως, το επιχείρημα ότι η αιτίαση της Επιτροπής δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση πρέπει να απορριφθεί.
γ) Οι αρμοδιότητες των περιφερειών
17.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο προαναφερθείς νόμος 968 της 27ης Δεκεμβρίου 1977 παρέχει στις περιφέρειες την εξουσία να παρεκκλίνουν από τις γενικές ημερομηνίες που αυτός θέτει και να απαγορεύουν ή περιορίζουν τη θήρα όταν τούτο δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις. Συνεπώς, υφίσταται νομοθετικό κείμενο επιτρέπον την αλλαγή των ημερομηνιών ενάρξεως της θήρας σε περιοχές όπου κατ' εξαίρεση νέα πτηνά δεν κατέστησαν ακόμα ανεξάρτητα στις 18 Αυγούστου. Σε περισσότερες από τις μισές περιοχές εξάλλου η έναρξη της θήρας μετατίθεται και πέραν του δευτέρου δεκαπενθημέρου του μηνός Σεπτεμβρίου.
Νομίζω ότι, όταν νομοθετική διάταξη προβλέπει ότι επιτρέπεται καταρχήν η θήρα ορισμένων ειδών πτηνών, υπό την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων που θεσπίζουν οι αρμόδιες επί του θέματος περιφέρειες, και όταν όλες αυτές οι περιφέρειες — γεγονός που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη προανέφερα — κηρύσσουν στην πραγματικότητα τη λήξη της θήρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας, με μέτρο γενικής ισχύος το οποίο περιήλθε σε γνώση όλων, επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα στις συγκεκριμένες περιοχές. Πλην όμως, κατ εμέ, όπως προκύπτει από τη σκέψη 39 της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τροποποιούν τη νομοθεσία τους, όταν αυτή προβλέπει ρύθμιση γενικής ισχύος ασυμβίβαστη προς την οδηγία, και παρέχει στις περιφέρειες απλώς και μόνο την ευχέρεια παρεκκλίσεως από αυτή. Πράγματι, νομοθεσία με τέτοιο περιεχόμενο επιτρέπει την ύπαρξη γενικής ρυθμίσεως, ασυμβίβαστης προς την οδηγία, οι συνέπειες της οποίας δεν αναστέλλονται παρά μόνον όταν και ενόσω όλες οι περιφέρειες κάνουν χρήση της εξουσίας που τους αναγνωρίζεται να παρεκκλίνουν από αυτή σύμφωνα προς την οδηγία.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί με τη σειρά του να ανατρέψει την αιτίαση της Επιτροπής.
Η δεύτερη αιτίαση: όψιμη λήξη της θήρας
18.
Επί της δευτέρας αιτιάσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση στηρίζεται κατ' ουσίαν σε τέσσερα επιχειρήματα: α) κατά τον χρόνο λήξεως της θήρας η πλειονότητα των πτηνών έχουν ήδη κατά κανόνα αρχίσει το ταξίδι της αποδημίας προς τους τόπους φωλεοποιήσεώς τους β) η Επιτροπή δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωση της να αποδείξει τα όσα ισχυρίζεται γ) η ημερομηνία λήξεως της θήρας καθορίστηκε ύστερα από διαβουλεύσεις με επιστημονικό ίδρυμα δ) η ιταλική νομοθεσία συνάδει προς τη Σύμβαση του Παρισιού και, συνακόλουθα, προς την οδηγία.
α) Κατά τον χρόνο λήξεως της θήρας η πλειονότητα των πτηνών είχαν κατά κανόνα αρχίσει το ταξίδι της αποδημίας προς τους τόπους φωλεοποιήσεώς τους
19.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως που υπέβαλε, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρθηκε στο προοίμιο του προαναφερθέντος διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1979 με το οποίο υπογραμμίζεται ότι, κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Μαρτίου, συνήθως στην Ιταλία δεν απαντώνται σημαντικά μεταναστευτικά φαινόμενα, ενώ τα είδη που κατά την εν λόγω ημερομηνία βρίσκονται στο ιταλικό έδαφος συνήθως δεν έχουν ακόμα αρχίσει το ταξίδι της επιστροφής τους στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους (η υπογράμμιση δική μας ). Απαντώντας στα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή ύστερα από ερώτηση του Δικαστηρίου, η Ιταλική Κυβέρνηση προσέθεσε ότι η αποδημία αριθμού ειδών πτηνών φθάνει στο αποκορύφωμά της εκτός της θηρευτικής περιόδου. Το μέσο αυτό άμυνας στηρίζεται στο τεκμήριο ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η θήρα των συγκεκριμένων ειδών απαγορεύεται κατά την περίοδο όπου η πλειονότητα των πτηνών πετούν συνήθως πάνω από το έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Υπό την έννοια αυτή, το συγκεκριμένο επιχείρημα με αναγκάζει να εξετάσω από πότε ( dies a quo ) αρχίζει να ισχύει η απαγόρευση της θήρας σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.
20.
Το άρθρο 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας λήξεως της θήρας, εξυπακούεται όμως ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία. Οι διάδικοι φαίνεται ότι συμφωνούν και επί του σημείου αυτού. Αντίθετα, διαφωνούν, όπως επ' ευκαιρία και της πρώτης αιτιάσεως, όταν πρόκειται να καθοριστεί σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία όταν από τα τελευταία αυτά συνάγεται ότι η αναχώρηση των αποδημητικών πτηνών προς τους τόπους φωλεοποιήσεώς τους κλιμακώνεται χρονικά και ποικίλλει σε συνάρτηση με τις συνθήκες ( ιδίως κλιματολογικές ). Υπενθυμίζω συναφώς ότι με την επίδικη εθνική ρύθμιση οι ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της θήρας δεν καθορίζονται ετησίως σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες.
Σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας που επιχείρησα προηγουμένως, νομίζω ότι η τρίτη περίοδος της διατάξεως αυτής επιβάλλει με τη σειρά της στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας λήξεως της θήρας όχι μόνο την περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας η πλειονότητα των πτηνών πετούν συνήθως πάνω από το έδαφος, αλλά επίσης τα επιτρεπόμενα από την επιστήμη περιθώρια ασφαλείας με σκοπό την περαιτέρω προστασία των πτηνών, όταν η αναχώρηση τους με σκοπό την αποδημία είναι πρόωρη. Κατ' εμέ, την ερμηνεία αυτή υπαγορεύει τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα της διατάξεως, καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου.
21.
Πράγματι, το άρθρο 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας απαγορεύει τη θήρα των μεταναστευτικών πτηνών κατά τη διάρκεια της επιστροφής τους στους τόπους φωλεοποιήσεως. Η διάταξη αυτή αφορά όλα τα αποδημητικά πτηνά ανεξαιρέτως και όχι μόνο την πλειονότητα αυτών. Τη σχετική απαγόρευση επιβάλλει το γεγονός ότι η θήρα των αποδημητικών πτηνών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου υπάρχει φόβος να ασκήσει υπερβολική πίεση στο επίπεδο των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών. Αυτό ισχύει ειδικότερα για ορισμένα είδη, όπως τα διάφορα είδη πάπιας ( 16 ) που αποδημούν κατά πολυάριθμες ομάδες και διατρέχουν, συνακόλουθα, τον κίνδυνο μαζικού αφανισμού σε περίπτωση που επιτρέπεται η θήρα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς αποδημία τους. Η απαγόρευση της θήρας έχει επίσης σημασία, ώστε να δίδεται στα πτηνά η δυνατότητα να βρίσκουν τροφή ανεμπόδιστα στο έδαφος που υπερίπτανται, να αναπαύονται σ' αυτό και να ανακτούν τις αναγκαίες δυνάμεις προκειμένου να συνεχίσουν το εξαντλητικό ταξίδι της αποδημίας τους προς τον τόπο φωλεοποιήσεως ( 17 ). Η απαγόρευση έχει επίσης σημασία για τα αποδημητικά πτηνά που διήλθαν τον χειμώνα σε συγκεκριμένη περιοχή στην οποία η θήρα έχει απαγορευθεί προσωρινά. Με την απαγόρευση της θήρας από την έναρξη του χρόνου αποδημίας δίδεται στα πτηνά που δεν άρχισαν ακόμα το ταξίδι της αποδημίας η δυνατότητα να προετοιμαστούν συναφώς χωρίς παρενοχλήσεις ( 18 ). Τέλος, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι τα αποδημητικά πτηνά μετακινούνται διασυνοριακώς, με αποτέλεσμα τα ενδιαφερόμενα κράτη να φέρουν προφανώς κοινή ευθύνη για τη διατήρηση των συγκεκριμένων ειδών (τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας). Επομένως, είναι αναγκαίο και στο σημείο αυτό να χωρήσει επακριβής και κατά συνέπεια πλήρης μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ στο εθνικό δίκαιο, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με τη νομολογία του. Κατ' εμέ, από τις παραπάνω σκέψεις προκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα περιθώρια ασφαλείας, όπως πράττει η επιστήμη, όταν καταρτίζει κατάλογο όλων των περιόδων αποδημίας.
Επομένως, το επιχείρημα που μόλις εξέτασα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
β) Τα αποδεικτικά στοιχεία πον προσκόμισε η Επιτροπή
22.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αντικρούει ότι η Επιτροπή δεν κατέδειξε με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι τα αναφερόμενα στο έγγραφο της προσφυγής είδη πτηνών άρχισαν ήδη το ταξίδι της αποδημίας προς τους τόπους φωλεοποιήσεώς τους κατά τον χρόνο ενάρξεως της θηρευτικής περιόδου.
Η Επιτροπή στήριξε την αιτίαση της όχι μόνο στο έργο των Cramp και Simmons καθώς και στο σύγγραμμα του Bezzel, στα οποία παραπέμπει, αλλά και στην προαναφερθείσα εισήγηση του Ιδρύματος η οποία για καθένα από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής είδη πτηνών παραθέτει στοιχεία όσον αφορά τον χρόνο από τον οποίο εγκαταλείπουν το ιταλικό έδαφος όπου διαχείμασαν ή από τον οποίο πετούν πάνω από το έδαφος αυτό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αποδημίας τους.
23.
Όπως προκύπτει από το σύγγραμμα των Cramp και Simmons, ορισμένα από τα επίμαχα είδη πτηνών ενδέχεται να εξακολουθούν να υπερίπτανται του ιταλικού εδάφους κατά τον χρόνο ενάρξεως της θήρας. Αυτό συμβαίνει για τα ακόλουθα είδη που μπορούν να θηρεύονται στην Ιταλία μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου:
—
φαλαρίδα,
—
φλυαρόπαπια,
—
κιρκίρι,
—
πρασινοκέφαλη,
—
χουλιαράς,
—
κυνηγόπαπια,
—
ψευτομαχητής,
—
κεδρότσιχλα,
και για τα ακόλουθα είδη που μπορούν να θηρεύονται στην Ιταλία μέχρι τις 10 Μαρτίου:
—
σφυριχτάρι,
—
σουβλόπαπια,
—
σαρσέλα,
—
τσικνόπαπια,
—
βροχοπούλι,
—
μπεκατσίνι,
—
οχθοτούρλι,
—
τσίχλα,
—
κοκκινότσιχλα.
Το Δικαστήριο κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να προσκομίσει τα επιστημονικά εκείνα στοιχεία που διαψεύδουν τα υποβληθέντα από την Επιτροπή έγγραφα, αλλά η Ιταλική Κυβέρνηση δεν κατέστη δυνατό να προσκομίσει κανένα στοιχεία που να αποδεικνύει ότι ο Ιταλός νομοθέτης διαθέτει την εξουσία να απαγορεύει τη θήρα στις 28 Φεβρουαρίου και 10 Μαρτίου αντίστοιχα, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που του αναγνωρίζει η οδηγία. Αντίθετα, από την εισήγηση του Ιδρύματος που επισύναψε η Επιτροπή επιβεβαιώνονται τα στοιχεία που ελήφθησαν από το σύγγραμμα των Cramp και Simmons.
Από τη στιγμή κατά την οποία υφίστανται, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικά επιστημονικά στοιχεία αφορώντα τα πτηνά που μπορούν να θηρεύονται στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και στον βαθμό που τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν τα παρατιθέμενα στο γενικό σύγγραμμα των Cramp και Simmons, νομίζω ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής απεδείχθη ως προς τα προαναφερθέντα είδη πτηνών.
24.
Αντίθετα, νομίζω ότι η μη τήρηση της οδηγίας δεν απεδείχθη ικανοποιητικώς όσον αφορά δύο είδη πτηνών, ήτοι τον κοκκινοσκέλη και την τουρλίδα, για τα οποία δεν υφίσταται καμιά απαγόρευση θήρας μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου. Ναι μεν στο σύγγραμμα των Cramp και Simmons απαντάται το χωρίο ότι τα πτηνά των δύο αυτών ειδών ενδέχεται να έχουν ήδη ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους κατά την εν λόγω ημερομηνία, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται στην εισήγηση του Ιδρύματος που η ίδια η Επιτροπή προσκόμισε και στην οποία αναφέρεται ότι ο κοκκινοσκέλης δεν πετά πάνω από το ιταλικό έδαφος παρά μόνον από το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Μαρτίου. Εξάλλου, από τα στοιχεία που παρατίθενται στην ίδια εισήγηση και αφορούν την τουρλίδα συνάγεται ότι το είδος αυτό πετά πάνω από το ιταλικό έδαφος κατά τη διάρκεια της αλληλοκαλυπτομένης περιόδου των μηνών Μαρτίου και Απριλίου ( 19 ).
Όταν σε συγκεκριμένο έδαφος υφίστανται τόσο γενικά στοιχεία όσο και ειδικά στοιχεία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος νομίζω ότι μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη σημασία στα δεύτερα. Επομένως, νομίζω ότι όσον αφορά τα δύο αυτά είδη πτηνών δεν αποδείχθηκε ικανοποιητικώς ότι η Ιταλία παρέβη τη συγκεκριμένη διάταξη της οδηγίας.
γ) Η διαβούλευση με επιστημονικό ίδρνμα
25.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι τα δύο προαναφερθέντα διατάγματα εκδόθηκαν ύστερα από διαβουλεύσεις με το εν λόγω Ίδρυμα και το Comitato tecnico venatorio nazionale.
Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, αρκεί να υπενθυμίσω ότι με την προαναφερθείσα απόφαση ( σημείο 37 ) που εξέδωσε στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, 262/85, το Δικαστήριο, κρίνοντας παρεμφερές επιχείρημα, αποφάνθηκε ότι, ακόμη και αν οι περιφέρειες υποχρεούνται να ζητήσουν τη γνώμη ενός επιστημονικού ιδρύματος, η υποχρέωση αυτή δεν εξασφαλίζει το ότι τηρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας, κατά μείζονα δε λόγο όταν η διατυπωθείσα από το Ίδρυμα γνώμη δεν είναι δεσμευτική.
δ) Η Σύμβαση τον Παρισιού
26.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι ο νόμος 968 της 27ης Δεκεμβρίου 1977 τροποποιήθηκε με το από 20 Δεκεμβρίου 1979 διάταγμα του Προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου, ώστε η ιταλική νομοθεσία να προσαρμοστεί προς τη Σύμβαση του Παρισιού το 1950, την οποία η Ιταλία κύρωσε με νόμο της 24ης Νοεμβρίου 1978. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, επειδή η οδηγία δεν διευκρινίζει τον χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει η αποδημία των πτηνών, οι συναφείς διατάξεις της Συμβάσεως του Παρισιού πρέπει να είναι καθοριστικές για την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, τρίτη περίοδος, της οδηγίας.
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο α, της Συμβάσεως του Παρισιού ( βλ. σημείο 3 supra ), τα αποδημητικά πτηνά πρέπει να προστατεύονται κατά την επιστροφή τους στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους ιδίως (στα αγγλικά: «particularly » ) τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο. Η έκφραση « ιδίως » είναι ενδεικτική του ότι η Σύμβαση του Παρισιού παρ' όλα αυτά δεν παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιτρέπουν τη θήρα των αποδημητικών πτηνών που πραγματοποιούν το ταξίδι της επιστροφής τους στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους κατά τη διάρκεια άλλων μηνών. Κατά μείζονα λόγο, η οδηγία που εκδόθηκε μετά παρέλευση τριάντα ετών — και ύστερα από τη δραστική μείωση του πληθυσμού πολυαρίθμων ειδών πτηνών που μεσολάβησε — δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η θήρα των αποδημητικών πτηνών δεν μπορεί να λήξει πριν από τον μήνα Μάρτιο.
Συμπέρασμα
Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να κηρύξει παραδεκτή την προσφυγή της Επιτροπής·
2)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιτρέποντας τη θήρα διαφόρων ειδών αγρίων πτηνών κατά την περίοδο φωλεοποιήσεως ή κατά τα διάφορα στάδια αναπαραγωγής και εξαρτήσεως τους, καθώς και τη θήρα διαφόρων αποδημητικών ειδών κατά τη διάρκεια του ταξιδιου επιστροφής τους στους τόπους φωλεοποιήσεώς τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών·
3)
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
( 2 ) Το άρθρο 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκδίδουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό τη διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των κατά το άρθρο 1 ειδών πτηνών σε επίπεδο ανταποκρινόμενο ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών και ψυχαγωγικών απαιτήσεων.
( 3 ) Συλλογή Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 638, σ. 185.
( 4 ) Το 1974η Επιτροπή συνέστησε στα κράτη μέλη να προσχωρήσουν στην εν λόγω Σύμβαση, εφόσον δεν το είχαν πράξει ακόμη. Βλ. σύσταση 75/66/ΕΟΚ. της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1974, προς τα κράτη μέλη σχετικά με την προστασία των πτηνών και των τόπων διαμονής τους ( PB L 21, σ. 24).
( 5 ) GURI αριθ. 3 της 4.1.1978.
( 6 ) Η φαλαρίδα ( αριθ. 19 ) και η πρασινοκέφαλη ( αριθ. 7 ) παρατίθενται στο παράρτημα 11/1 της οδηγίας, το οποίο απαριθμεί τα είδη πτηνών που δύνανται να θηρευθούν στο σύνολο της Κοινότητας. Η νερόκοτα ( αριθ. 45 ) και ο κότσυφας ( αριθ. 68 ) παρατίθενται στο παράρτημα 11/2 της οδηγίας ως είδη πτηνών μη δυνάμενα να θηρευθούν ειδικά στην Ιταλία.
( 7 ) Cramp S., Simmons Κ. Ε. L. και λοιπών: Handbook of the Birds of Europe, the Middle East and North Africa. The Birds of the Western Palearctic, Οξφόρδη, 1977, τόμοι 1 έως 5.
( 8 ) Bezzel E.: Kompendium der Vögel Mitteleuropas, Wiesbaden, 1985.
( 9 ) GURI αριθ. 1 της 2.1.1980.
( 10 ) GURI αριθ. 155 της 8.6.1982.
( 11 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1987, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (262/85, Συλλογή 1987, σ. 3073 ).
( 12 ) Βλ. ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1977, Boucherait, σκέψη 14 (30/77, Jurispr. 1977, σ. 1999).
( 13 ) Βλ. άρθρο 130 R, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΟΚ.
( 14 ) Βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκέψη 9.
( 15 ) Η Επιτροπή ισχυρίστηκε κατά την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, με εξαίρεση την προαναφερθείσα εισήγηση του Ιδρύματος, στην πραγματικότητα δεν υφίσταται κανένα άλλο επιστημονικό δεδομένο για το ιταλικό έδαφος. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την άποψη της Επιτροπής επί του θέματος. Τα χωρία από το σύγγραμμα του Glutz von Blotzheim που παρατίθενται δεν περιλαμβάνουν άλλωστε περισσότερα ειδικά στοιχεία για την Ιταλία, ενώ, αντίθετα, αν συγκριθούν με τα αποσπάσματα του έργου των Cramp και Simmons, περιλαμβάνουν περισσότερο εμπεριστατωμένα στοιχεία για την Τσεχοσλοβακία.
( 16 ) Βλ. την προαναφερθείσα εισήγηση του Ιδρύματος, σ. 10, παράγραφος 1.
( 17 ) Ibidem, σ. 10, παράγραφοι 2 και 4.
( 18 ) Ibidem, σ. 10, παράγραφος 3.
( 19 ) Πάντως, για λόγους πληρότητας πρέπει να αναφερθεί ότι η ιταλική εισήγηση μπορεί παρ' όλα αυτά να οδηγήσει σε ορισμένες αμφιβολίες ως προς τα δύο είδη πτηνών. Όσον αφορά τον κοκκινοσκέλη, από τη γραφική αναπαράσταση που ελήφθη από την εισήγηση συνάγεται ότι ορισμένα πτηνά μπορούν να συλληφθούν στο ιταλικό έδαφος από τις 15 Φεβρουαρίου. Όσον αφορά δε την τουρλίδα, η αναφερόμενη στην εισήγηση του Ιδρύματος άποψη στηρίζεται σε « ορισμένα δεδομένα », γεγονός που μπορεί να σημαίνει ότι η δειγματοληπτική έρευνα δεν είναι αντιπροσωπευτική.
Full & Egal Universal Law Academy