ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 2ας Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεάρε,
Κύριοι οικαστές,
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main ( στο εξής: παραπέμπον δικαστήριο) αναφέρονται στην αρμοδιότητα που έχουν τα κράτη μέλη να καλύπτουν τα κενά του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, στις διατάξεις περί ενισχύσεως για την απόσταξη επιτραπεζίου οίνου.
Πραγματικά περιστατικά
2.
Η μεταξύ των διαδίκων διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη χορήγηση ενισχύσεως για την απόσταξη επιτραπέζιου οίνου κατά την αμπελουργική περίοδο 1983/1984. Θα εκθέσω συνοπτικός τους σχετικούς με την παρούσα υπόθεση κανόνες του κοινοτικού δικαίου και θα αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο το Bundesamt für Ernährung und Fortwirtschaft (στο εξής: Bundesamt) κάλυψε τα κενά των εν λόγω κανόνων.
Ο βασικός κανονισμός που ίσχυε κατά την αμπελουργική περίοδο 1983/1984 ήταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( 1 ). Η κοινή οργάνωση της αγοράς αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στη σταθεροποίηση της αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα επιδιώκοντας την προσαρμογή της στις ανάγκες των καταναλωτών. Πράγματι, ο προαναφερθείς κανονισμός προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα χορηγήσεως ενισχύσεως για την προληπτική απόσταξη ορισμένων επιτραπέζιων οίνων (βλέπε το άρθρο 11 του προαναφερθέντος κανονισμού ). Οι γενικές διατάξεις περί προληπτικής αποστάξεως (τόσο προαιρετικής όσο και υποχρεωτικής) επανελήφθησαν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2179/83 του Συμβουλίου ( 2 ). Κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση για την προαιρετική απόσταξη του οίνου με δύο τρόπους. Ο παραγωγός μπορεί να συνάψει σύμβαση παραδόσεως με οινοπνευματοποιείο και να την υποβάλει προς έγκριση στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως ( βλέπε άρθρο 4 του κανονισμού). Ο παραγωγός ο οποίος διαθέτει ο ίδιος εγκαταστάσεις αποστάξεως ή προτίθεται να αναθέσει σε εγκεκριμένο οινοπνευματοποιό που εργάζεται με φασόν την απόσταξη για να την πραγματοποιήσει στις εγκαταστάσεις του, μπορεί να υποβάλει δήλωση παραδόσεως προς έγκριση στον οργανισμό παρεμβάσεως ( βλέπε άρθρο 5 ). Ο οργανισμός παρεμβάσεως χορηγεί την προβλεπόμενη για την εν λόγω απόσταξη ενίσχυση « με την προσκόμιση της αποδείξεως ότι αποστάχθηκε ολόκληρη η ποσότητα του οίνου που αναφέρεται στο συμφωνητικό ή στη δήλωση » ( βλέπε άρθρο 7, παράγραφος 3 ).
3.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής οι σχετικές με τη χορήγηση ενισχύσεως για την απόσταξη οίνου κατά την αμπελουργική περίοδο 1983/1984 καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2373/83 της Επιτροπής ( 3 ). Ο κανονισμός αυτός καθορίζει το ποσό της ενισχύσεως βάσει του ποσοστού του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον ανά εκατόλιτρο του προϊόντος που προκύπτει από την απόσταξη και διαφοροποιεί το ποσό αυτό ανάλογα με τον τύπο του οίνου από τον οποίο προήλθε το απόσταγμα (βλέπε άρθρο 5). Σε ό,τι αφορά την απόσταξη του λευκού επιτραπέζιου οίνου ( που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης ), χορηγούνται τρία διαφορετικά ποσοστά ενισχύσεων ανάλογα με το αν πρόκειται για λευκό επιτραπέζιο οίνο τύπου Α Ι, Α II ή Α III. Το υψηλότερο ποσοστό χορηγείται για οίνους Α III ενώ το χαμηλότερο ποσοστό για οίνους τύπου Α Ι. Αυτοί οι τύποι λευκού επιτραπέζιου οίνου καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 340/79 του Συμβουλίου ( 4 ). Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«α)
ο λευκός επιτραπέζιος οίνος, εκτός εκείνου που αναφέρεται υπό β) και γ), που έχει κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον όχι κατώτερο από 10 o/ο και όχι ανώτερο από 12 ο/ο και καλείται “τύπος Α Ι”
β)
ο λευκός επιτραπέζιος οίνος που προέρχεται από ποικιλίες του τύπου Sylvaner ή του τύπου Müller-Thurgau και καλείται “τύπος Α II”·
γ)
ο λευκός επιτραπέζιος οίνος που προέρχεται από ποικιλίες του τύπου Riesling και καλείται “τύπος Α III“».
Το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού ορίζει ότι:
« Οι κατάλογοι των ποικιλιών που αναφέρονται στο άρθρο 1, υπό γ), και στο άρθρο 2, υπό β) και γ), θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 67 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 337/79 » ( 5 ).
Κατά τον χρόνο των περιστατικών στα οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης οι κατάλογοι των ποικιλιών, που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 3, δεν είχαν ακόμα καταρτιστεί. Πρόκειται για το πρώτο από τα δύο κενά στα οποία αναφέρεται η παρούσα υπόθεση. Όπως τονίζει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών στο πλαίσιο της επιτροπής διαχειρίσεως δεν κατέληξαν σε συμφωνία επί ορισμένων προτάσεων της Επιτροπής ώστε να διαμορφωθούν ενιαία κριτήρια κατατάξεοος και να καταρτιστούν κατάλογοι βάσει αυτών των κριτηρίων. Ενόψει αυτού του κενού, το Bundesamt κατέταξε μόνο του τους γερμανικούς επιτραπέζιους οίνους εκδίδοντας μία « Bekanntmachung», η οποία δημοσιεύθηκε στον Bundesanzeiger π\ς21ης Μαρτίου 1979. Οι επιτραπέζιοι οίνοι που προέρχονται από τις ποικιλίες Auxerrois, weißer Burgunder, weißer Riesling και Ruländer υπήχθησαν στον τύπο Α III. Όλοι οι άλλοι λευκοί επιτραπέζιοι οίνοι υπήχθησαν στην κατηγορία Α II, ώστε κατά την Bekanntmachung να μην υπάρχουν γερμανικοί οίνοι του τύπου Α Ι.
4.
Το δεύτερο κενό που αφορά την παρούσα υπόθεση εντοπίζεται στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί των ενδείξεων που πρέπει να περιέχονται στις συμβάσεις ή δηλώσεις αποστάξεως στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω. Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2179/83 του Συμβουλίου, προβλέπουν ότι η σύμβαση ή η δήλωση πρέπει « να αναφέρει τουλάχιστον την ποσότητα, το χρώμα και τον κτηθέντα αλκοολικό τύπο κατ' όγκον του οίνου ». Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 της Επιτροπής αναφέρει λεπτομερέστερα τις απαιτούμενες ενδείξεις. Δυνάμει του εν λόγω άρθρου οι συμβάσεις και οι δηλώσεις πρέπει να αναφέρουν « τουλάχιστον »:
« α)
την ποσότητα, το χρώμα, τον κτηθέντα αλκοολικό τύπο κατ' όγκον των προς απόσταξη οίνων, διευκρινίζοντας αν πρόκείται για επιτραπέζιους οίνους ή για οίνους από τους οποίους μπορεί να ληφθεί επιτραπέζιος οίνος'
β)
το όνομα και τη διεύθυνση του παραγωγού·
γ)
τον τόπο αποθεματοποιήσεως του οίνου·
δ)
το όνομα αυτού που πραγματοποιεί την απόσταξη ή την εταιρική επωνυμία του οινοπνευματοποιείου-
ε)
τη διεύθυνση του οινοπνευματοποιείου ».
Οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν ρητώς την υποχρέωση να αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση ο τύπος του επιτραπέζιου οίνου για τον οποίο ζητείται ενίσχυση. Πρόκειται για σημαντικό κενό, διότι, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 2373/83 της Επιτροπής, το ποσό της ενισχύσεως καθορίζεται βάσει του αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον του προϊόντος που προκύπτει από την απόσταξη, ccÅM και βάσει του ννπον ( Α Ι, Α II ή Α III ) του προς απόσταξη οίνου (βλέπε ανωτέρω παράγραφο 3 ). Δεδομένου ότι ο επιτραπέζιος οίνος των τύπων Α Π και Α III (αντιθέτως προς τον τύπο Α Ι) δεν καθορίζεται βάσει του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον του οίνου, το ύψος της ενισχύσεως για την απόσταξη του εν λόγω οίνου δεν μπορεί να καθοριστεί, αν δεν αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση ο τύπος του οίνου που υποβλήθηκε σε απόσταξη. Όπως αναφέρεται στη Διάταξη παραπομπής και βάσει των όσων δήλωσε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος του Bundesamt, προς κάλυψη του κενού αυτού το Bundesamt απαιτεί, με δική του πρωτοβουλία, από την επιχείρηση η οποία ζητεί ενίσχυση να του υποβάλει ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον τύπο του οίνου.
5.
Τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: η Weingut Dietz-Matti (στο εξής: παραγωγός οίνου), προσφεύγουσα της κύριας δίκης, κατέθεσε στις 14 Ιανουαρίου 1984 δήλωση παραδόσεως επιτραπέζιου οίνου προς απόσταξη σε εγκεκριμένο οινοπνευματοποιείο. Όπως αναφέρθηκε, της ζητήθηκε να αναφέρει στη δήλωση, την υποβολή της οποίας επιβάλλει το Bundesamt, ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον τόπο του οίνου που προσκομίστηκε προς απόσταξη. Κατά τη δήλωση του παραγωγού του οίνου επρόκειτο για απόσταξη 178 εκατολίτρων επιτραπεζίου οίνου τύπου « Α III Riesling ». Βάσει αυτής της ενδείξεως έπρεπε, κατά συνέπεια, να χορηγηθεί η υψηλότερη προβλεπομένη ενίσχυση ( βλέπε ανωτέρω παράγραφο 3 ). Με απόφαση της 15ης Αυγούστου 1984 χορηγήθηκε ενίσχυση 24379,65 γερμανικών μάρκων στον παραγωγό οίνου. Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του τελευταίου, εξακριβώθηκε ότι η αποσταχθείσα ποσότητα περιελάμβανε συνολικώς 18,35 ο/ο Kerner και 1,76% Gewürztraminer. Στηριζόμενη στο γεγονός ότι οι δύο αυτοί οίνοι υπάγονται στον τύπο Α Π και ότι τα συστατικά που χρησιμοποιήθηκαν για το μείγμα δεν αναφέρονταν στη δήλωση, το Bundesamt ακύρωσε με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985 την απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως και ζήτησε την επιστροφή όλου του ποσού της εν λόγω ενισχύσεως, με την αιτιολογία ότι ο οίνος που υποβλήθηκε πράγματι σε απόσταξη δεν ανταποκρινόταν στον οίνο που αναφερόταν στη δήλωση.
6.
Στις 15 Οκτωβρίου 1985 ο παραγωγός οίνου υπέβαλε στο Bundesamt διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ισχυριζόμενος ότι το μείγμα οίνου Kerner αποτελείται κυρίως από Riesling και μπορεί να θεωρηθεί ως ανήκον στον τύπο Α III. Η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986 με την αιτιολογία ότι ο αποσταχθείς οίνος δεν ανταποκρινόταν προς τον αναφερόμενο στη δήλωση. Ο παραγωγός οίνου άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:
« 1)
Η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 συνιστά προϋπόθεση του δικαιώματος ενισχύσεως;
2)
Επιτρέπεται να καταταγούν επίσης στους οίνους Α II ή Α III ποικιλίες διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 340/79; Βάσει ποίων κριτηρίων πρέπει να πραγματοποιηθεί η κατάταξη αυτή;
3)
α)
Μείγμα οίνου το οποίο μπορεί να διατεθεί στο εμπόρω, δυνάμει της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί ονομασιών, μόνο υπό την ονομασία μιας ποικιλίας, μπορεί να καταταγεί στον τύπο εκείνο του οίνου στον οποίο αντιστοιχεί η εν λόγω ποικιλία;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
β)
Για ένα διαφορετικό μείγμα τύπων Α II και Α III είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως πριν από την απόσταξη ανάλογα με τις ποσότητες του κάθε τύπου οίνου που αποτελούν το μείγμα;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
γ)
Είναι λοιπόν δυνατό, επικουρικώς, να χορηγηθεί ενίσχυση για τον τύπο Α Ι;»
7.
Πριν εξετασθούν τα προδικαστικά ερωτήματα θα ήθελα να αναφερθώ στο πρόβλημα του παραδεκτού των ενεργειών οργανισμού κράτους μέλους προς κάλυψη των κενών που παρουσιάζει η κανονιστική ρύθμιση περί οργανώσεως της αγοράς σε κοινοτικό επίπεδο.
Εκτίμηση των ενεργειών του Bundesamt
8.
Στις αποφάσεις του το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι στις περιπτώσεις που η Κοινότητα άσκησε κατά τρόπο πλήρη την αρμοδιότητα της προς δημιουργία κοινής οργανώσεως αγοράς σε έναν ορισμένο τομέα, δεν επιτρέπεται πλέον στα κράτη μέλη να νομοθετούν στον τομέα αυτόν. Τα κενά ( 6 ) και οι ανακρίβειες ( 7 ) δεν παρέχουν στα κράτη μέλη αυτοτελή αρμοδιότητα θεσπίσεως κανονιστικής ρυθμίσεως αλλά πρέπει, καταρχήν, να καλύπτονται με βάση τους σκοπούς που επιδιώκει η οικεία κοινή οργάνωση αγοράς.
Μπορεί, εξάλλου, να συναχθεί από το στάδιο εξελίξεως και τους σκοπούς μιας ορισμένης οργανώσεως αγοράς ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο κανονιστικής εξουσίας. Στην απόφαση Pluimveeslachterij en Midden-Nederland και Van Miert του 1984 ( 8 ) το Δικαστήριο διατύπωσε τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής για μία κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη έχουν προσωρινώς την αρμοδιότητα να διατηρούν σε ισχύ ή να θεσπίζουν εθνική κανονιστική ρύθμιση υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα είναι σύμφωνη προς τις αρχές της κοινής οργανώσεως αγοράς και ότι θα επιδιώκει την πραγμάτωση των σκοπών της εν λόγω οργανώσεως αγοράς ( 9 ). Ήδη στην απόφαση Scheer, πολύ προγενέστερη, είχε διατυπωθεί η αρχή ότι στην περίπτωση που βασικός κανονισμός του Συμβουλίου δεν μπορεί να αναπτύξει όλες του τις έννομες συνέπειες επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει μέτρα εφαρμογής με προφανή κίνδυνο για την ορθή λειτουργία του συστήματος, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα και μάλιστα, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, την υποχρέωση να λάβουν κάθε απαιτούμενο μέτρο ώστε να μπορέσουν οι διατάξεις του κανονισμού να αναπτύξουν τις έννομες συνέπειες τους ( 10 ).
Όπως αναφέρθηκε, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η ισχύς των μέτρων που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές έχει προσωρινό χαρακτήρα: η βασική ιδέα είναι ότι τα κράτη μέλη, με συνείδηση του κοινού συμφέροντος, ενεργούν προς κάλυψη ενός κενού λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς.
9.
Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στο σημείο αυτό είναι το πώς οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στη νομολογία του μπορούν να εφαρμοστούν επί του τρόπου κατά τον οποίο το Bundesamt συμπλήρωσε τα κενά της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα, κενά τα οποία υπογραμμίστηκαν ανωτέρω.
Ως προς την υποχρέωση αναφοράς του ακριβούς τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρώς το σύννομο της εθνικής διατάξεως. Πράγματι, όπως ήδη τονίστηκε, ο κανονισμός 2373/83 της Επιτροπής προβλέπει διαφοροποίηση του ποσού της ενισχύσεως ανάλογα με τον τύπο του οίνου, δυνάμει δε του άρθρου 2 του κανονισμού 340/79 του Συμβουλίου, οι τύποι Α Ι και Α II καθορίζονται βάσει των ποικιλιών από τις οποίες προέρχονται. Συνεπώς, δεν μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση ούτε να πραγματοποιηθεί έλεγχος της ακρίβειας της δηλώσεως, όταν ελλείπουν στοιχεία σχετικά με τον τύπο του οίνου ή την ποικιλία από την οποία προέρχεται ο προς απόσταξη οίνος. Συνεπώς, οι ενέργειες του Bundesamt είναι απολύτως σύμφωνες προς τους σκοπούς του κανονισμού, καθόσον αποβλέπουν στην κάλυψη των κενών των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού 2179/83 του Συμβουλίου και του άρθρου 2 του κανονισμού 2373/83 της Επιτροπής.;, Εξάλλου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται («τουλάχιστον») στις προαναφερθείσες διατάξεις δεν αποκλείει την κάλυψη του εν λόγω κενού κατά τον τρόπο που επέλεξε το Bundesamt.
10.
Θεωρώ, εξάλλου, ότι επιτρέπεται η κάλυψη του δεύτερου κενού διά της συντάξεως καταλόγου των ποικιλιών κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 340/79. Η ενέργεια του Bundesamt πρέπει να κριθεί λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επιτροπή διαχειρίσεως δεν μπόρεσε να καταλήξει σε καμία συμφωνία ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο των μέτρων εφαρμογής που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 3. Η σύνταξη, όμως, καταλόγου είναι απαραίτητη για τον υπολογισμό του ποσού της ενισχύσεως λόγω αποστάξεως, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2373/83 της Επιτροπής. Πρέπει να εξεταστεί, βάσει της αρχής που διατυπώθηκε στις αποφάσεις Pluimveeslachterij en Midden-Nederland και Van Miert και Scheer αν τα κριτήρια κατατάξεως που χρησιμοποιεί η προαναφερθείσα Bekanntmachung του Bundesamt είναι σύμφωνα προς τις αρχές της κοινής οργανώσεως της αγοράς και συμβάλλουν στην υλοποίηση των σκοπών της εν λόγω κοινής οργανώσεως αγοράς.
Σκοπός της κατατάξεως που προβλέπει ο κανονισμός 340/79 του Συμβουλίου είναι να καθορισθεί για κάθε τύπο επιτραπέζιου οίνου τιμή προσανατολισμού, αννιπροοωπεντική της κοινοτικής παραγωγής. Όπως τονίζεται στο προοίμιο του κανονισμού η αντιπροσωπευτικότητα ενός τύπου επιτραπεζίου οίνου μπορεί να κριθεί είτε βάσει του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου ( στην περίπτωση του οίνου τύπου Α ), είτε βάσει των «χαρακτηριστικών» του συγκεκριμένου επιτραπέζιου οίνου. Για τους τύπους Α Ι και Α II τα «χαρακτηριστικά» αυτά συνίστανται στην ένδειξη της( των ) ποικιλίας(-ών) από την οποία προέρχονται. Όπως τόνισε η Επιτροπή στην προφορική διαδικασία οι ενδείξεις αυτές δεν είναι, ωστόσο, « βιολογικής » τάξεως και η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική. Αντιθέτως, οι ενδείξεις αυτές έχουν χαρακτήρα παραδείγματος προσδιορισμού της ποιότητας: σκοπός τους είναι να αναφέρουν παραδείγματα ποικιλιών οι οποίες, λόγω της ποιότητας τους, λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ανώτερη ή ενδιάμεση κατηγορία.
Στην Bekanntmachung που εξέδωσε το Bundesamt οι ποικιλίες που δεν αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 2 του κανονισμού 340/79 του Συμβουλίου κατετάγησαν στον τύπο Α II ή Α III, βάσει των χαρακτηριστικών ποιότητας του οίνου που προκύπτει από τις ποικιλίες αυτές, χαρακτηριστικών βάσει των οποίων καθορίζεται η τιμή. Η Επιτροπή ενέκρινε τον τρόπο αυτό κατατάξεως: στηρίζεται επί ενός αντικειμενικού κριτηρίου — την ποιότητα και την τιμή — το οποίο είναι σύμφωνο προς τον σκοπό που επιδιώκει ο συγκεκριμένος κανονισμός, τον καθορισμό δηλαδή της τιμής προσανατολισμού (και του ποσού της ενισχύσεως που καταβάλλεται για την απόσταξη ) του επιτραπέζιου οίνου. Λαμβανομένου επίσης υπόψη, όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, ότι είναι δύσκολος ο καθορισμός κριτηρίων κατατάξεως γενικώς αποδεκτών, καθόσον η εκτίμηση των ποικιλιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές στα διάφορα κράτη μέλη, μπορεί να γίνει δεκτό ότι, εν αναμονή ενιαίας κοινοτικής ρυθμίσεως, τα κριτήρια κατατάξεως που χρησιμοποιεί η Bekanntmachung του Bundesamt δεν είναι ασυμβίβαστα με τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως της αγοράς.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ως προς τη συμφωνία των κριτηρίων κατατάξεως που εφαρμόζει το Bundesamt με το κοινοτικό δίκαιο, καθιστά δυνατή τη συνοπτική εξέταση των τριών προδικαστικών ερωτημάτων.
Επί του πρώτου ερωτήματος
11.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι το Bundesamt έχει τη δυνατότητα να θέτει ως όρο για τη χορήγηση της ενισχύσεως την ακριβή ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση. Ακόμα και στην περίπτωση που μια εθνική κανονιστική ρύθμιση εφαρμογής δεν θα την προέβλεπε ρητώς, η ένδειξη αυτή θα ήταν απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος των ενισχύσεων για την απόσταξη του λευκού επιτραπέζιου οίνου. Εξάλλου, δεδομένου ότι η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, συνιστά πράγματι προϋπόθεση για τη χορήγηαη της ενισχύσεως και όχι απλώς ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του ποσούτί\ς ενισχύσεως ( 11 ).
Συνεπώς, για να χορηγηθεί ενίσχυση λόγω αποστάξεως λευκού επιτραπέζιου οίνου των τύπων Α II και Α III, πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση ο τύπος του προς απόσταξη οίνου ή η ποικιλία από την οποία προέρχεται ο εν λόγω οίνος. Σε ό,τι αφορά τον λευκό επιτραπέζιο οίνο τύπου Α Ι, ο οποίος κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 340/79 καθορίζεται αποκλειστικώς βάσει του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον, από την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση συνάγεται ότι οι απαιτήσεις είναι στην περίπτωση αυτή μικρότερες, καθόσον αρκεί σχετικώς, αν η δήλωση δεν αναφέρει τον τύπο του οίνου, να αναφέρει τον κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον από τον οποίον να προκύπτει ότι πρόκειται για οίνο τύπου Α Ι, δηλαδή για οίνο που δεν έχει αλκοολικό τίτλο μικρότερο του 10 ο/ο ούτε ανώτερο του 12 o/ο.
Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι για τους οίνους των τύπων Α Η και Α III η ένδειξη του ακριβούς τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2373/83 αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Για τους οίνους τύπου Α Ι, αρκεί η ακριβής ένδειξη του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
12.
Το ζήτημα αν οι οίνοι τύπου Α II και Α III μπορούν να προέλθουν από ποικιλίες διαφορετικές εκείνων που αναφέρει το άρθρο 2 του κανονισμού 340/79 του Συμβουλίου τέθηκε επειδή ο παραγωγός του οίνου είχε αναφέρει στο έντυπο της δηλώσεως ότι επρόκειτο για οίνο τύπου « Α III Riesling », ενώ η ποσότητα που υποβλήθηκε σε απόσταξη περιελάμβανε εν μέρει Kerner και Gewürztraminer. Κατά το Bundesamt, οι δύο τελευταίοι οίνοι έπρεπε να υπαχθούν στην κατηγορία Α Π ( η οποία, κατά την Bekanntmachung, αποτελεί συμπληρωματική κατηγορία για τους γερμανικούς επιτραπέζιους οίνους ). Ο παραγωγός οίνου υποστήριξε στην κύρια δίκη ότι ο προερχόμενος από την ποικιλία Kerner οίνος είναι κυρίως Riesling και ότι η υποβληθείσα σε απόσταξη ποσότητα θα μπορούσε, συνεπώς, να υπαχθεί στον τύπο Α III, λαμβανομένου επίσης υπόψη του περιθωρίου ανοχής το οποίο υπήρχε κατά την εν λόγω αμπελουργική περίοδο για τα μείγματα οίνου ( βλέπε κατωτέρω παράγραφο 13 ).
Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, σχετικώς, αν ο όρος Riesling που περιέχεται στον κανονισμό 340/79 χρησιμοποιείται ως ένδειξη γένους, ώστε ορθώς να έχει περιλάβει το Bundesamt, στην Bekanntmachung που εξέδωσε, υπό τον τίτλο Riesling και άλλες ποικιλίες, όπως Auxerrois, Weißer Burgunder και Ruländer, και αν είναι επίσης ορθή η κρίση του ότι το Kerner και το Gewürztraminer δεν πρέπει να καταταγούν στον τύπο Α III αλλά στον τύπο Α II. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού και αρνητικής απαντήσεως στον δεύτερο σκέλος του ιδίου ερωτήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η δήλωση του παραγωγού οίνου δεν περιέχει ανακριβή στοιχεία.
Ως προς το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, από τις γενικές απόψεις που ανέπτυξα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ποικιλίες που αναφέρονται στο άρθρο 2,. στοιχεία β ) και γ ), του κανονισμού 340/79 αναφέρονται ως παραδείγματα και στις κατηγορίες αυτές μπορούν να υπαχθούν και άλλες ποικιλίες μέσω των καταλόγων που πρέπει να συνταχθούν δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού. Από τα ανωτέρω προκύπτει, επίσης, ότι εφόσον δεν έχουν συνταχθεί παρόμοιοι κατάλογοι, το Bundesamt μπορούσε να στηριχθεί στην κατάταξη στην οποία το ίδιο προέβη με την προαναφερθείσα Bekanntmachung.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αυτού, νομίζω ότι τα προβλήματα που αφορούν την εφαρμογή της κατατάξεως στην οποία προβαίνει η Bekanntmachung επί μιας ορισμένης ποικιλίας, μπορούν να επιλυθούν από το εθνικό δικαστήριο βάσει των σκοπών της υφισταμένης οργανώσεως αγοράς. Εναπόκειται, συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν στην Bekanntmachung ο οίνος που προέρχεται από τις ποικιλίες Kerner και Gewürztraminer μπορεί να υπαχθεί στον τύπο Α II ή στον τύπο Α III.
Επί του τρίτου ερωτήματος
13.
Το τρίτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αναφέρεται στα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση για την απόσταξη μείγματος οίνου ( δηλαδή οίνου προερχομένου από μείγμα επιτραπέζιων οίνων των τύπων Α Ι, Α Π και/ή Α III ).
Με το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν ένα μείγμα οίνου μπορεί να καταταγεί βάσει της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί ονομασιών. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Όπως ορθώς παρατήρησαν η Επιτροπή και το Bundesamt, η σχετική με τις ονομασίες κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει σκοπούς — κυρίως την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή — που στερούνται σημασίας για την κατάταξη των τύπων του επιτραπέζιου οίνου βάσει του κανονισμού 340/79 του Συμβουλίου.
Την κατάσταση αυτή δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε για την αμπελουργική περίοδο 1983/1984 να μην ζητήσει από τους παραγωγούς οίνου που είχαν αναφέρει στη δήλωση τους ένα μόνο τύπο οίνου (ή ποικιλίας), μολονότι επρόκειτο για απόσταξη μείγματος οίνου ( 12 ), να επιοτρεψονν την ενίσχυση που χορηγήθηκε δυνάμει του κανονισμού 2373/83, τουλάχιστον υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για μείγματα οίνου τα οποία, κατά την εθνική κανονιστική ρύθμιση περί ονομασιών ( 13 ), μπορούσαν να διατεθούν στο εμπόρω υπό την ονομασία του τύπου του οίνου του αναφερομένου στη σύμβαση ή στη δήλωση ( 14 ).
Η παραχώρηση αυτή της Επιτροπής αφορούσε τις αιτήσεις επιστροφής των ενισχύσεων που είχαν καταβληθεί και οφείλεται, προφανώς, σε λόγους που ανάγονται στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Δεν σημαίνει τροποποίηση των όρων χορηγήσεως της ενισχύσεως. Εξάλλου, δεν κρίνεται εύστοχη προκειμένου για την εκτίμηση της καταστάσεως του παραγωγού οίνου της κύριας δίκης: το παραπέμπον δικαστήριο τονίζει ότι το συγκεκριμένο μείγμα οίνου σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να διατεθεί στην αγορά υπό την ονομασία « Riesling », διότι περιείχε οίνο της ποικιλίας Kerner κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 15%, συγκεκριμένα κατά ποσοστό 18,35θ/ο.
14.
Δεδομένου ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση περί ονομασιών δεν αποτελεί έγκυρο κριτήριο, παρίσταται ανάγκη διατυπώσεως κανόνων για τον υπολογισμό του ποσού της ενισχύσεως λόγω αποστάξεως μείγματος οίνου.
Θα εξετάσω, καταρχάς, το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος. Η οικονομία των κανόνων του κοινοτικού δικαίου τους οποίους εξέτασα ανωτέρω και δυνάμει των οποίων το ποσό της ενισχύσεως λόγω αποστάσεως καθορίζεται βάσει του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον και διαφοροποιείται ανάλογα με τον τόπο του οίνου (βλέπε ανωτέρω παράγραφο 3) συνεπάγεται ότι το ποσό της ενισχύσεως για μείγμα οίνου πρέπει να υπολογίζεται βάσει του αντιστοίχου μεριδίου της κάθε ποικιλίας — εκτός, βεβαίως, αν όλα τα συστατικά του μείγματος οίνου μπορούν να καταταγούν στον ίδιο τύπο οίνου. Ο κατ' αναλογίαν όμως υπολογισμός του ποσού της ενισχύσεως είναι δυνατός μόνο εφόσον στη σύμβαση ή στη δήλωση αναφέρεται για κάθε συστατικό χωριστά η ποσότητα, ο κτηθείς αλκοολικός τίτλος κατ' όγκον και ο τόπος ( 15 ). Πράγματι, ελλείψει των στοιχείων αυτών είναι αδύνατον να ελεγχθεί με ακρίβεια η δήλωση.
Συνεπώς, δεν μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση για απόσταξη οίνου όταν από τον έλεγχο του συγκεκριμένου οίνου προκύπτει ότι πρόκειται για μείγμα οίνου και ότι το στοιχείο αυτό δεν αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση. Κατ' αντιστοιχίαν προς τη δήλωση του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον και του μεριδίου του κάθε τύπου οίνου από τους οποίους αποτελείται το μείγμα, η ένδειξη του τύπου του οίνου (ή των τύπων οίνου) αποτελεί προϋπόθεοη χορψήαεως της ενισχύσεως. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση ανάλογη μόνο προς το μερίδιο του τόπου του οίνου που συναποτελεί το μείγμα και αναφέρεται στη δήλωση. Η λύση αυτή θα αποτελούσε κίνητρο για ψευδείς δηλώσεις: όπως ορθώς υπογραμμίζουν η Επιτροπή και το Bundesamt, η λύση αυτή θα μπορούσε να παροτρύνει τους παραγωγούς οίνου να υποβάλουν αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως για μείγμα οίνου και να αναφέρουν στη σύμβαση ή στη δήλωση ένα μόνο τύπο οίνου ( π.χ. αυτόν για τον οποίον χορηγείται η μεγαλύτερη ενίσχυση ), χωρίς αυτό να τους εμποδίζει, σε περίπτωση εκ των υστέρων ελέγχου, να ζητούν ενίσχυση για τον τύπο του οίνου που περιέχεται στο μείγμα και αναφέρεται στη δήλωση.
15.
Από τις σκέψεις αυτές πηγάζει άμεσα και η απάντηση στο τρίτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος. Όταν η σύμβαση ή η δήλωση δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, είναι προφανές ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεως βάσει του ποσοστού του τύπου Α Ι. Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι ο τύπος Α Ι δεν αποτελεί συμπληρωματική κατηγορία των λευκών επιτραπεζίων οίνων, αλλά τύπο επιτραπεζίου λευκού οίνου για τον οποίο μπορεί να χορηγηθεί η μικρότερη ενίοχυαη και ο οποίος πρέπει να έχει κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον που να μην είναι μικρότερος από 10 o/ο ούτε ανώτερος από 12 %.
Πρόταση
16.
Ενόψει των ανωτέρω προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε προδικαστικός το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main:
« 1)
Η ακριβής ένδειξη του τύπου του οίνου στη δήλωση αποστάξεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2373/83 συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως για τους οίνους των τύπων Α II και Α III. Για τους οίνους του τύπου Α Ι αρκεί η ακριβής ένδειξη του κτηθέντος αλκοολικού τίτλου κατ' όγκον.
2)
Για την αμπελουργική περίοδο 1983/1984 ο γερμανικός οργανισμός παρεμβάσεως είχε τη δυνατότητα να κατατάξει τον λευκό επιτραπέζιο οίνο είτε στους τύπους Α Ι και Α II είτε στον τύπο Α III, τους προβλεπόμενους στο άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 340/79 του Συμβουλίου, βάσει κριτηρίων όπως αυτά που ορίζει η Bekanntmachung του Bundesamt für Ernährung und Forstwirschaft που δημοσιεύθηκε στο Bundesanzeiger τχ\ς21ης Μαρτίου 1979.
3)
α)
Μείγμα οίνου δεν μπορεί να καταταγεί σε ένα από τους τύπους οίνου που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 340/79 του Συμβουλίου βάσει εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί ονομασιών.
β)
Για μείγμα οίνων τύπων Α II και Α III μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση λόγω αποστάξεως αναλόγως των αντιστοίχων μεριδίων των τύπων οίνου που αποτελούν το μείγμα, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση ή η δήλωση αναφέρει, για όλα τα συστατικά του μείγματος οίνου, την ποσότητα, τον κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον και τον τύπο οίνου και ότι η ποσότητα που πράγματι αποστάχθηκε αντιστοιχεί στα στοιχεία αυτά. Σε εναντία περίπτωση δεν μπορεί να χορηγηθεί καμία ενίσχυση, ούτε ακόμη βάσει του τύπου του οίνου που περιέχεται στο μείγμα και ο οποίος αναφέρεται στη δήλωση, ή βάσει της κατατάξεως στον τύπο Α Ι. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112). Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 822/87 του Συμβουλίου της 16ης Μαρτίου 1987 ( ΕΕ L 84, σ. 1 ).
( 2 ) Κανονισμός της 25ης Ιουλίου 1983 για τη θέσπιση γενικών κανόνων σχετικά με την απόσταξη των οίνων και των υποπροϊόντων της οινοποίησης (ΕΕ L 212, σ.1).
( 3 ) Κανονισμός της 22ας Αυγούστου 1983 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της απόσταξης που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 για την αμπελουργική περίοδο 1983/1984 (ΕΕ L 232, σ. 5 ).
( 4 ) Κανονισμός της 5ης Φεβρουαρίου 1979 περί καθορισμού των τύπων επιτραπέζιων οίνων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 168). Ο κανονισμός αυτός ανιικατέστησε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 945/70 του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1970 ( PB 114, σ. 1 ).
( 5 ) Πρόκειται για τη διαδικασία « επιτροπής διαχειρίσεως ». Θα επανέλθω σιο θέμα αυτό πιο κάτω.
( 6 ) Βλέπε απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, Hannoversche Zucker ( 159/73, Jurispr. 1974, σ. 121 ), στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν μεταβατικό σύστημα πριν από την έναρξη ισχύος κανονισμού που θεσπίζει κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, ακόμα και στην περίπτωση που ο κανονισμός δεν προβλέπει ένα τέτοιο σύστημα.
( 7 ) Βλέπε απόφαση της 18ης Ιουλίου 1970, Krohn (74/69, Jurispr 1970, σ. 451 ). Η υπόθεση αυτή αφορούσε ανακρίβεια του κοινού δασμολογίου για την εισαγωγή αμύλου.
( 8 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 47/83 και 48/83, Συλλογή 1984, σ. 1721.
( 9 ) Βλέπε τις σκέψεις 19 έως 28 της εν λόγω αποφάσεως.
( 10 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, υπόθεση 30/70, Jurispr. 1970, σ. 1197. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο δέχτηκε ότι επί μία μεταβατική περίοδο τα κράτη μελή διατήρησαν την αρμοδιότητα τους εν αναμονή της θεσπίσεως εκ μέρους της Επιτροπής κανονιστικής ρυθμίσεως εφαρμογής σχετικής με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σιτηρών.
( 11 ) Εξάλλου, όπως ορθώς υπογράμμισε η εκπρόσωπος του Bundesamt, αυτό επιβεβαιώνεται οπό το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2179/83 του Συμβουλίου, το οποίο προβλέπει ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως την απόδειξη ότι υποβλήθηκε σε απόσταξη ολόκληρη η ποοότψα του οίνου που αΐ'αφέοεται on/ον/ιβαοη ή ονη δήΧωοη, ότι δηλαδή υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της ποσότητας του οίνου που αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση και της ποσότητας του οίνου που πράγματι υποβλήθηκε σε απόσταξη. Λυτό αποδεικνύει, επίσης, ότι η ορθή ένδειξη, αναγκαία για τη χορήγηση της ενισχύσεως, συνιστά προϋπόθεση της χορηγήσεως.
( 12 ) Κατά τις διευκρινίσεις που παρέσχε το Bundesamt στις παρατηρήσεις του, οι εν λόγω παραγωγοί στηρίχθηκαν εσφαλμένα στην άποψη ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση περί ονομασιών έχει επίσης εφαρμογή προκειμένου να καθοριστεί ο τύπος του οίνου βάσει του οποίου υπολογίζεται η ενίσχυση.
( 13 ) Κατά τις παρατηρήσεις του Bundesamt πρόκειται για την γερμανική Weinverordnung, όπως τροποποιήθηκε με την Bekanntmachung της 4ης Αυγούστου 1983, Bundesgeselzblall I, σ. 1078.
( 14 ) Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι τουλάχιστον το 85 o/Οτου μείγματος οίνου πρέπει να προέρχεται από την ποικιλία που αναφέρεται στη σύμβαση ή στη δήλωση.
( 15 ) Όπως, ρεβαίως, συνάγεται από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα ( βλέπε ανωτέρω παράγραφος 11 ), σε περίπτωση αναμείξεως οίνων που έχουν όλοι κτηθέντα αλκοολικό τίτλο κατ' όγκον που δεν είναι μικρότερος από 10% ούτε μεγαλύτερος από 12 % (και πρέπει, κατά συνέπεια, να καταταγούν στον τύπο Α Ι ), δεν χρειάζεται να αναφερθεί ρητώς στη δήλωση ο τύπος των οίνων που αποτελούν το μείγμα.
Full & Egal Universal Law Academy