ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 13ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαστές,
1.
Η προσφυγή, την οποία άσκησε το Bureau européen des unions de consommateurs (στο εξής: BEUC), στην οποία αναφέρονται οι παρούσες προτάσεις, αποβλέπει στην ακύρωση εγγράφου της Επιτροπής, της 15ης Μαρτίου 1989, ολόκληρο το περιεχόμενο του οποίου μου φαίνεται ότι είναι σκόπιμο να υπομνη-στεί:
« Απαντώντας στην τηλεομοιοτυπία σας με ημερομηνία 13 Μαρτίου 1989, δυστυχώς πρέπει να σας πληροφορήσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, το δικαίωμα του να λαμβάνεται γνώση του φακέλου της Επιτροπής και όλων των πληροφοριών που προσκομίστηκαν από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος επιφυλάσσεται στους καταγγέλλοντες, στους γνωστούς ως ενδιαφερομένους εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και στους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχθώ την αίτηση σας.
Πάντως, θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμο το να καταστήσει η οργάνωση σας γνωστή στις υπηρεσίες της Επιτροπής την άποψη των καταναλωτών στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής· προς τον σκοπό αυτό είμαστε διατεθειμένοι να λάβουμε υπόψη κάθε γραπτή δήλωση εκ μέρους σας και να σας δώσουμε τη δυνατότητα να αναπτύξετε προφορικά τις απόψεις σας. »
2.
Η διάταξη, η οποία ρητώς αναφέρεται από την Επιτροπή, δηλαδή, το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του κανονισμού 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά την εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός) ( 1 ), έχει διατυπωθεί ως εξής:
« Ο καταγγέλλων και οι γνωστοί ως ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής μπορούν να λαμβάνουν γνώση όλων των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή από τα συμμετέχοντα στην έρευνα μέρη, εκτός από τα εσωτερικά έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τις αρχές της Κοινότητας ή των κρατών μελών της, εφόσον οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, δεν είναι εμπιστευτικές κατά την έννοια του άρθρου 8 και χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή στην έρευνα. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα απευθύνουν για τον σκοπό αυτό έγγραφη αίτηση προς την Επιτροπή αναφέροντας τις ζητούμενες πληροφορίες. »
3.
Το έγγραφο της Επιτροπής συνιστά την απάντηση σε γραπτή αίτηση που το BEUC είχε υποβάλει, με ημερομηνία 13 Μαρτίου 1989, εν συνεχεία της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως για την έναρξη διαδικασίας αντι-ντάμπινγκ όσον αφορά ορισμένες εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ ( 2 ), με την οποία η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, είχε καλέσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να γνωστοποιήσουν την άποψη τους γραπτώς και να ζητήσουν, ενδεχομένως, να τύχουν ακροάσεως το αργότερο εντός 30ημερών από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως.
4.
To BEUC ισχυρίζεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να δώσει συνέχεια στην αίτηση του για να λάβει γνώση των μη εμπιστευτικών εγγράφων και, εξάλλου, αν το απαγορεύει θα είναι παράνομο και θα πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ανεφάρμοστο σύμφωνα προς το άρθρο 184 της Συνθήκης. Προς στήριξη της απόψεως του επικαλείται, κυρίως, την ύπαρξη θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου που επιβάλλει όπως
«πριν από τη λήψη οποιουδήποτε ατομικού μέτρου ή ατομικής αποφάσεως που μπορεί να θίξει άμεσα τα συμφέροντα ενός ιδιώτη, αυτός έχει το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής »,
και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο
« για να του επιτραπεί να ασκήσει πράγματι το εν λόγω δικαίωμα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαιούται να ενημερωθεί για τα πραγματικά περιστατικά και τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων η αρχή προτίθεται να ενεργήσει ».
Επικουρικώς, το BEUC ισχυρίζεται ότι, αρνούμενη σ' αυτό την πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση της της τηρήσεως της αρχής της χρηστής διοικήσεως και αυτής της ενιαίας εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων και διαδικασιών.
Ως προς το παραδεκτό
5.
Η Επιτροπή αντιτίθεται καταρχάς στο παραδεκτό της προσφυγής για τον λόγο ότι το έγγραφο της της 15ης Μαρτίου 1989 δεν συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως αλλά απλή ανακοίνωση πληροφοριών σχετικά με την υφισταμένη νομική κατάσταση. Παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία μία πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης, παρά μόνον αν συνιστά
« μέτρο που παράγει έννομα αποτελέσματα και που μπορεί να μεταβάλει κατά τρόπο σαφή τη νομική θέση του προσφεύγοντος και να επηρεάσει με τον τρόπο αυτό τα συμφέροντα του » ( 3 ).
6.
Πάντως, επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι το ερώτημα αν το προσβαλλόμενο έγγραφο παρήγαγε έννομα αποτελέσματα που επηρεάζουν τα συμφέροντα του BEUC μεταβάλλοντας τη νομική κατάσταση αυτού συνδέεται άρρηκτα με την εξέταση του ακριβούς περιεχομένου της διατάξεως κοινοτικού δικαίου για την οποία πρόκειται: αν η άποψη του BEUC αποδειχθεί ακριβής δεν μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες ότι το έγγραφο της Επιτροπής παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ως προς αυτό καθόσον αυτή του αρνείται να τύχει δικαιώματος προβλεπομένου από το κοινοτικό δίκαιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι πρέπει να εξετάσουμε την υπόθεση επί της ουσίας.
Ως προς τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας
7.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας φάνηκε σαφώς ότι η θεμελιώδης αρχή, επί της οποίας το BEUC είχε την πρόθεση να στηριχθεί, είναι αυτή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας που το Δικαστήριο έκρινε ως θεμελιώδη αρχή της έννομης κοινοτικής τάξης ( 4 ).
8.
Με τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, στις υποθέσεις 234/84 και 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 27, και Συλλογή 1986, σ. 2321, σκέψη 28), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι
« ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, στο πλαίσιο παντός είδους διαδικασίας κατά ορισμένου προσώπου που μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική για το πρόσωπο αυτό πράξη, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να διασφαλίζεται, έστω και όταν ελλείπει οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την εν λόγω διαδικασία ».
Προσέθεσε ότι
« αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως σημαίνει ότι στο πρόσωπο κατά του οποίου η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία δόθηκε η δυνατότητα, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, να διατυπώσει αποτελεσματικώς την άποψη του ως προς το αληθές και το βάσιμο των περιστατικών και περιστάσεων που προβάλλονται και ως προς τα έγγραφα που έχει στη διάθεση της η Επιτροπή προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι συντρέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου ».
9.
Όμως εν προκειμένω, η διαδικασία αντι-ντάμπινγκ δεν στρέφεται « κατά » του BEUC και δεν μπορεί να καταλήξει σε « βλαπτική » για το πρόσωπο αυτό πράξη. Επομένως, δεν υφίστανται έγγραφα που η Επιτροπή μπορεί να σκεφθεί να χρησιμοποιήσει προς στήριξη οποιουδήποτε ισχυρισμού σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου που το BEUC θα είχε διαπράξει. Επομένως, πρέπει να συναχθεί αφενός ότι το BEUC δεν θα μπορούσε αποτελεσματικώς να επικαλεστεί τον σεβασμό των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, κατά την καθαυτή έννοια του όρου αυτού και αφετέρου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού δεν προβάλλει τα δικαιώματα της υπερασπίσεως, για τον λόγο ότι δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την κοινοποίηση των μη εμπιστευτικών εγγράφων σε ενώσεις όπως το BEUC.
10.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία του BEUC ακολουθεί μία εντελώς δική του λογική. Συγκεκριμένα, αφού ανέφερε κατά τρόπο σαφή, στο σημείο 24 του δικογράφου του, ότι η θεμελιώδης αρχή την οποία επικαλείται, την οποία δανείστηκε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 113/77, ΝΤΝ Toyo Bearing κατά Συμβουλίου (Rec. 1979, σ. 1212, 1261), τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού, το οποίο, στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, επιφυλάσσει στους εξαγωγείς και τους εισαγωγείς το δικαίωμα να
« ενημερώνονται για τα κύρια γεγονότα και τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων προβλέπεται να διατυπωθεί σύσταση για την επιβολή οριστικών δασμών ή την οριστική είσπραξη των ποσών που δόθηκαν ως εγγύηση με τη μορφή προσωρινών δασμών »,
ισχυρίζεται, πιο κάτω, στο σημείο 28 του δικογράφου του ότι
«το δικαίωμα ενός προσώπου να ενημερώνεται γι' αυτό που του προσάπτεται δεν μπορεί να περιοριστεί στην ενημέρωση σχετικά με τα στοιχεία που οριστικώς χρησιμοποιήθηκαν κατ' αυτού από την Επιτροπή κατά το πέρας της έρευνας »,
για να καταλήξει εν τέλει, στο σημείο 31 του δικογράφου του, στο ότι κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, και όχι μόνο ο καταγγέλλων, οι εισαγωγείς και οι εξαγωγείς, πρέπει να έχει το δικαίωμα, που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε εγγράφου που έχει συμπεριληφθεί στον μη εμπιστευτικό φάκελο καθ' οιοδήποτε χρονικό σημείο της διαδικασίας.
11.
Εξάλλου, μπορεί να τεθεί το ερώτημα μήπως το BEUC, επειδή διαισθάνθηκε ότι η κατάσταση του δεν καλυπτόταν από τα δικαιώματα άμυνας κατά την αυστηρή έννοια του όρου, προσπάθησε να διευρύνει τη συζήτηση και ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να είναι δυνατή η επίκληση της θεμελιώδους αρχής, πρέπει να αποδειχθεί ότι η θέσπιση μέτρου αντιντάμπινγκ που αφορά τις εισαγωγές κασετών και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ, αποτελεί ατομικό μέτρο που μπορεί να βλάψει άμεσα τα συμφέροντα του. Προς τον σκοπό αυτό, βασίστηκε κυρίως στα άρθρα 11, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, τα οποία εξαρτούν την επιβολή προσωρινών ή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ από την προϋπόθεση ότι «το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει ενέργεια » και ισχυρίστηκε ότι, αφού τα συμφέροντα των καταναλωτών αποτελούν μέρος των συμφερόντων της Κοινότητας, η Επιτροπή δεν μπορούσε έγκυρα να καθορίσει το κοινοτικό συμφέρον χωρίς να τους επιτρέψει να παρουσιάσουν και να υπερασπιστούν τα έννομα συμφέροντα τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
12.
Όμως, ακόμη και αν, στο παρόν πλαίσιο που δεν είναι αυτό του παραδεκτού προσφυγής που ασκήθηκε από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της οποίας δεν είναι ο αποδέκτης, δεν επιδιώκεται να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά μια οργάνωση, που συστήθηκε για την υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας πολιτών, πράξη επηρεάζουσα τα γενικά συμφέροντα της εν λόγω κατηγορίας ( 5 ), επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι η επιχειρηματολογία του BEUC σχετικά με τον άμεσο επηρεασμό των συμφερόντων του αποτελεί φαύλο κύκλο ( 6 ). Πράγματι, το BEUC στηρίζει το φερόμενο δικαίωμα του για παρέμβαση στη διαδικασία και για πρόσβαση στα έγγραφα σε νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία, ακριβώς, την ύπαρξη αυτού του δικαιώματος υπέρ ενός προσώπου ή το γεγονός ότι το εν λόγω πρόσωπο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας τα ανάγει σε ουσιώδη όρο του άμεσου επηρεασμού των εννόμων συμφερόντων αυτού. Με την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391, σκέψεις 23 και 24), το Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία αυτή χρησιμοποιώντας την ακόλουθη διατύπωση:
« (... ) το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι στις περιπτώσεις όπου κάποιος κανονισμός παρέχει στις καταγγέλλουσες επιχειρήσεις διαδικαστικές εγγυήσεις δυνάμει των οποίων νομιμοποιούνται να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να προσφύγουν δικαστικώς προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους ( αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 26/76, Metro κατά Επιτροπής, Rec. 1977, σ. 1875· της 5ης Οκτωβρίου 1983, υπόθεση 191/82, Fediol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2913· της 11ης Οκτωβρίου 1983, υπόθεση 210/81, Demo-Studio Schmidt κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3045 ).
Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985 ( υπόθεση 264/82, Timex Corporation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 849), έκρινε σχετικώς ότι στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετάζεται ο ρόλος που έπαιξε η επιχείρηση κατά τη διοικητική διαδικασία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ως στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η επίδικη πράξη αφορά την επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 173, [δεύτερο εδάφιο], της Συνθήκης, το γεγονός ότι η επιχείρηση αποτέλεσε την αφορμή της καταγγελίας λόγω της οποίας κινήθηκε η διαδικασία έρευνας και ότι υπέβαλε παρατηρήσεις οι οποίες και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της διαδικασίας. »
13.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το BEUC δεν έχει την ιδιότητα του καταγγέλλοντος, θεωρώ ότι δεν μπορεί, επομένως, να επικαλείται τη νομολογία προκειμένου να διεκδικήσει το δικαίωμα της ενεργητικής συμμετοχής στη διαδικασία αντιντάμπινγκ.
14.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά και την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy και λοιποί κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1988, σ. 219 ), την οποία επικαλέστηκε το BEUC προς στήριξη της απόψεως του κατά την οποία,
« υπό ορισμένες περιστάσεις (... ) μία ένωση που εκπροσωπεί συλλογικά συμφέροντα μπορεί να την αφορά άμεσα και ατομικά μία διαδικασία που υποχρεώνει την Επιτροπή να σταθμίσει τα συμφέροντα των διαφόρων μερών» (βλ. την τελευταία παράγραφο στη σελίδα 7 του πολυγραφημένου κειμένου της εκθέσεως ακροατηρίου ).
Όμως, όπως το ίδιο το BEUC αναγνώρισε, στην απόφαση Van der Kooy και λοιποί κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι αφορούσε άμεσα και ατομικά το Landbouwschap μία απόφαση της Επιτροπής ληφθείσα βάσει του άρθρου 93 της Συνθήκης διότι ο εν λόγω οργανισμός είχε διαπραγματευθεί τις τιμές του φυσικού αερίου προς το συμφέρον των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών, είχε συμμετάσχει ενεργώς στη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και είχε υπογράψει τη συμφωνία με την οποία καθορίστηκε η αμφισβητούμενη από την Επιτροπή τιμή.
15.
To BEUC δεν απέδειξε ότι βρισκόταν στην προκειμένη περίπτωση σε μία ουσιαστικά ταυτόσημη κατάσταση. Όσον αφορά ειδικότερα τη συμμετοχή του στη διαδικασία διεκδικεί μόνο ένα ρόλο παρόμοιο με αυτόν που πράγματι διαδραμάτισε το Landbouwschap, διότι ουδόλως έπαιξε αυτό τον ρόλο.
16.
Επομένως, μπορεί να συναχθεί, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, ότι η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει στην Επιτροπή να επιτρέπει σε μία οργάνωση που έχει τα χαρακτηριστικά του BEUC « να λαμβάνει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής και όλων των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή από τα εμπλεκόμενα στην έρευνα μέρη » στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
17.
Συμφωνώ όμως με την άποψη του BEUC ότι η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να του κοινοποιεί τα μη εμπιστευτικά έγγραφα, στε δεν μπορεί να ασκηθεί κριτική στην Επιτροπή επειδή κοινοποίησε στο BEUC μη εμπιστευτικό αντίγραφο της καταγγελίας, όπως αυτό το τελευταίο μας το επισημαίνει στο σημείο 10 του δικογράφου του.
Ως προς το δικαίωμα της ακροάσεως και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτό
18.
Με το υπόμνημα του ανταπαντήσεως, το BEUC ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως και, επομένως, να του κοινοποιηθούν τα έγγραφα του φακέλου, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού που ορίζει τα εξής:
« Η Επιτροπή μπορεί να ακούει τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών. Οφείλει να ακούει τις απόψεις τους όταν το ζητούν γραπτά εντός προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση η οποία δημοσιεύεται στην Επίοημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αποδεικνύοντας ότι είναι πράγματι ενδιαφερόμενα μέρη που μπορεί να τους αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας και ότι υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι να ακουσθούν προφορικά. »
Πάντως, το BEUC ισχυρίστηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι εξακολουθεί να στηρίζει την προσφυγή του στη θεμελιώδη αρχή που επικαλέστηκε και ότι, στην πραγματικότητα, αναφέρθηκε μόνο στο άρθρο 7, παράγραφος 5, απαντώντας σε ισχυρισμό της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο υπόμνημα της αντικρούσεως, κατά τον οποίο το προσφεύγον είναι το πολύ « ενδιαφερόμενο μέρος » κατά την έννοια της πρώτης φράσεως της εν λόγω διατάξεως, το οποίο η Επιτροπή μπορεί να ακούσει.
19.
Πρέπει πράγματι να αναγνωριστεί ότι τα τυπικά αιτήματα του BEUC αφορούν μόνο την
κοινοποίηση των εγγράφων όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού και όχι μία οποιαδήποτε υποχρέωση κοινοποιήσεως που απορρέει από το δικαίωμα ακροάσεως δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5.
20.
Επικουρικώς, θεωρώ πάντως ότι το BEUC δεν επέτυχε να αποδείξει κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας ότι έπρεπε να έχει θεωρηθεί ως « ενδιαφερόμενο μέρος που μπορεί να το αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας» και ότι υπήρχαν « ιδιαίτεροι λόγοι να ακουστεί προφορικά ».
21.
Κατ' αρχάς, το επιχείρημα ότι το BEUC αποτελεί μέρος της κατηγορίας των μερών τα οποία αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 5, διότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ το αφορά ατομικά και άμεσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πριν.
22.
Εξάλλου, το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 2 του καταστατικού του, ο σκοπός του BEUC, τον οποίον όρισε το ίδιο, έγκειται στην προβολή της απόψεως των μελών του ( εθνικές οργανώσεις καταναλωτών ) και ότι η ίδια του η ύπαρξη πηγάζει από την ικανότητα του να εκπροσωπεί αποτελεσματικά τα συμφέροντα των καταναλωτών στα κοινοτικά θεσμικά όργανα δεν μπορεί να αποδείξει ότι το αφορά το αποτέλεσμα διαδικασίας αντιντάμπινγκ που έχει αναλάβει η Επιτροπή. Το γεγονός ότι εκπρόσωποι του BEUC συμμετέχουν στη Συμβουλευτική Επιτροπή των Καταναλωτών που ιδρύθηκε με την απόφαση 73/306/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 1973 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/01, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την απόφαση 80/1087/ΕΟΚ της 16ης Οκτωβρίου 1980 (JO L 320, σ. 33), δεν μεταβάλλει σ' αυτό τίποτε: η εν λόγω επιτροπή, της οποίας τα μέλη ορίζονται από την Επιτροπή και η οποία συνέρχεται κατόπιν προσκλήσεως αυτής της τελευταίας,
« έχει σαν έργο να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καταναλωτών ενώπιον της Επιτροπής και να γνωμοδοτεί προς αυτή για όλα τα θέματα που αφορούν τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής και των ενεργειών περί προστασίας και ενημερώσεως των καταναλωτών» ( άρθρο 2 ),
των οποίων δεν αποτελούν μέρος τα μέτρα που η Επιτροπή λαμβάνει στο πλαίσιο της ρυθμίσεως αντιντάμπινγκ που υπάγεται στην εμπορική πολιτική.
23.
Επιπλέον, η σκέψη ότι οι ατομικοί καταναλωτές είναι πολύ ανίσχυροι για να μπορούν να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα τους ενώπιον των κοινοτικών θεσμικών οργάνων δεν μου φαίνεται ότι συνιστά « ιδιαίτερο λόγο » κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, που να δικαιολογεί το ότι το BEUC έχει το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως εν προκειμένω: θεωρώ ότι « ιδιαίτερο λόγο » κατά την έννοια της διατάξεως αυτής συνιστά μόνο ένας λόγος που είναι ίδιος της εν λόγω διαδικασίας αντιντάμπινγκ και όχι οι εντελώς γενικοί λόγοι που ισχύουν για κάθε διαδικασία, όποιο και αν είναι το αντικείμενο της.
24.
Τέλος, είμαι πεπεισμένος ότι το δικαίωμα ακροάσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, δεν περιλαμβάνει την πρόσβαση στο σύνολο του μη εμπιστευτικού φακέλου που διαθέτει η Επιτροπή, όπως το διεκδικεί το BEUC. Κατ' αρχάς, το ίδιο το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του οποίου την εφαρμογή επιδιώκει το BEUC, προβλέπει την κοινοποίηση μόνο αυτών των μη εμπιστευτικών εγγράφων που έχουν σχέση με την υπεράσπιση των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και που χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας, το δε άρθρο 7, παράγραφος 5, δεν μπορεί να δημιουργεί δικαιώματα ακόμη ευρύτερα. Κανένα αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να στηριχθεί στην απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, υπόθεση 264/82, Timex Corporation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 849). Είναι αληθές μεν ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο ερμήνευσε ευρέως το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, και έκρινε ότι
« όλες οι μη εμπιστευτικές πληροφορίες, είτε έχουν παρασχεθεί από κοινοτικό επιχειρηματία είτε από επιχείρηση τρίτης χώρας (... ) πρέπει να τίθενται στη διάθεση του καταγγέλλοντος, όταν το ζητήσει »,
όμως διευκρίνισε, επίσης, ότι πρέπει να πρόκειται για πληροφορίες
« οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από την Επιτροπή και είχαν καθοριστική σημασία για την απόφαση της όσον αφορά τον δασμό αντιντάμπινγκ » ( σκέψη 25 ).
Στην υπόθεση Timex, δεν επρόκειτο, εξάλλου, για τον καθορισμό των μερών που μπορούν να έχουν πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα αλλά για τον καθορισμό του ποια είναι τα « εμπλεκόμενα στην έρευνα μέρη » των οποίων οι παρασχεθείσες πληροφορίες πρέπει να ανακοινώνονται στα πρώτα και ιδίως στους καταγγέλλοντες: προκειμένου να διασφαλιστεί σ' αυτούς ότι μπορούν αποτελεσματικά να προβάλουν την άποψη τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει επίσης να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα επιχειρηματίες κατά των οποίων δεν στρέφεται η έρευνα.
25.
Τέλος, στο παρόν πλαίσιο, δεν είναι ίσως άσκοπο να γίνει μία σύντομη περιήγηση στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, παρόλον ότι η διαδικασία έρευνας που θεσπίζεται από τον κανονισμό 17 του Συμβουλίου ( 7 ) δεν μπορεί να συγκριθεί από κάθε άποψη προς - τη διαδικασία αντιντάμπινγκ. Με την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψη 25), το Δικαστήριο ρητώς έκρινε ότι
« καίτοι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας απαιτεί να είναι σε θέση η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ( εν προκειμένω επρόκειτο για επιχειρήσεις κατά των οποίων είχε στραφεί η διαδικασία ) να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψη της επί των εγγράφων επί των οποίων στήριξε η Επιτροπή τις διαπιστώσεις που αποτελούν τη βάση της απόφασης της, δεν υπάρχει διάταξη που να επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να αποκαλύπτει τους φακέλους της στα ενδιαφερόμενα μέρη ».
Εξάλλου, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, ΒΑΤ και Reynolds κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4487), προκύπτει ότι έρευνα διεξαχθείσα από την Επιτροπή κατά την εκπλήρωση της αποστολής μέριμνας για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού δεν αποτελεί κατ' αντιμωλία διαδικασία μεταξύ αφενός των καταγγελλόντων και αφετέρου των επιχειρήσεων, κατά των οποίων έχει κινηθεί η διαδικασία (βλ. τη σκέψη 19). Το Δικαστήριο υπενθύμισε εν συνεχεία με την απόφαση αυτή ( σκέψη 20 ) ότι
« τα διαδικαστικά δικαιώματα των καταγγελλόντων δεν μπορούν να είναι τόσο ευρέα όσο το δικαίωμα της άμυνας των επιχειρήσεων κατά των οποίων η Επιτροπή διεξάγει έρευνα »
και ότι
« εν πάση περιπτώσει, τα όρια τους βρίσκονται εκεί όπου αρχίζει να θίγεται το δικαίωμα της άμυνας ».
Κατά μείζονα λόγο πρέπει να ισχύει αυτό οσάκις δεν πρόκειται για τους καταγγέλλοντες αλλά για απλά ενδιαφερόμενα μέρη (υποθέτοντας ότι αυτή είναι και η περίπτωση όσον αφορά το BEUC ).
26.
Εξάλλου, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος να μην εφαρμόζονται οι αρχές αυτές, επίσης, σε διαδικασία του τύπου αυτής που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 2423/88, η οποία γενικώς προκαλείται από τους καταγγέλλοντες. Όμως, εκτός του ότι άλλα ενδιαφερόμενα μέρη πλην των καταγγελλόντων δεν μπορούν, όχι περισσότερο απ' ό,τι αυτοί, να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν μυστικά υποθέσεων, αυτό δε δυνάμει γενικής αρχής εφαρμοστέας κατά τη διάρκεια όλης της εξελίξεως διοικητικής διαδικασίας ( 8 ), μου φαίνεται ότι είναι δυνατόν τουλάχιστο να συναχθεί από τις εν λόγω αρχές ότι δεν σημαίνει προσβολή ενός οποιουδήποτε δικαιώματος άμυνας ούτε ενδεχομένων εννόμων συμφερόντων το να μην επιτρέπεται σε ένα ενδιαφερόμενο μέρος η πρόσβαση στο σύνολο των μη εμπιστευτικών εγγράφων της έρευνας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που ενδεχομένως δεν θα είχαν σχέση με τα συμφέροντα αυτού.
27.
Από όλα τα προεκτεθέντα συμπεραίνω ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το BEUC έπρεπε να θεωρηθεί ως « ενδιαφερόμενο μέρος που μπορεί να το αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, δεν θα μπορούσε να στηρίξει σ' αυτό το δικαίωμα, όπως το διεκδικεί με τα αιτήματα του,
«να λάβει γνώση του μη εμπιστευτικού φακέλου της Επιτροπής και των πληροφοριών που ανακοίνωσε κάθε συμμετέχον μέρος στη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές κασετών μαγνητοφώνου και ταινιών για κασέτες μαγνητοφώνου, καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ-Κονγκ ».
28.
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι βρισκόμαστε στο πλαίσιο άμεσης προσφυγής και ότι τα αιτήματα του BEUC διατυπώθηκαν όπως μόλις υπενθύμισα, δεν χρειάζεται να εξετάσει το Δικαστήριο εάν ένα ενδιαφερόμενο μέρος, το οποίο δικαιούται να τύχει ακροάσεως, έχει, εξ αυτού του γεγονότος, επίσης το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του ενός ή του άλλου μεμονωμένου εγγράφου του φακέλου της Επιτροπής ( εν αντιθέσει προς το σύνολο του μη εμπιστευτικού φακέλου ).
29.
Επομένως, μόνο εντελώς επικουρικώς θα ήθελα να κάνω τις λίγες παρατηρήσεις που ακολουθούν.
30.
Πρέπει να υπάρχει διαφορά μεταξύ των μερών που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, και αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 5. Οι πρώτοι είναι οι καταγγέλλοντες και οι γ-νωονο'ι ως ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς και εξαγωγείς. Αυτοί έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση μόνο των πληροφοριών που έχουν σχέση με την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Απ' αυτό προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι οι μη γνωστοί ως ενδιαφερόμενοι εισαγωγείς και εξαγωγείς δεν έχουν το εν λόγω δικαίωμα, χωρίς αμφιβολία, διότι τα συμφέροντα τους δεν επηρεάζονται τόσο άμεσα. 'Ομως, τους οργανισμούς υπερασπίσεως των καταναλωτών τους αφορά ακόμη λιγότερο απ' ό,τι αυτούς τους τελευταίους. Επομένως, οι οργανισμοί αυτοί δεν μπορούν να έχουν περισσότερα δικαιώματα απ' αυτούς.
31.
Βεβαίως, για να είναι η διαβούλευση των « μερών που μπορεί να τους αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας » όσο το δυνατό χρήσιμη, η Επιτροπή μπορεί να θεωρεί σκόπιμο να τους υποβάλει ένα έγγραφο. Αυτό έπραξε η Επιτροπή στην προκειμένη περίπτωση. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, ενήργησε δυνάμει διακριτικής εξουσίας.
32.
Ας σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι η καταγγελία συνιστούσε πιθανώς το έγγραφο επί του οποίου μία οργάνωση υπερασπίσεως των συμφερόντων των καταναλωτών ήταν η καταλληλότερη για να υποβάλει παρατηρήσεις. Πράγματι, συνήθως στην καταγγελία υπάρχουν τα στοιχεία περί της εξελίξεως των τιμών και των πωλήσεων των προϊόντων που παρασκευάστηκαν εντός της Κοινότητας και περί της ανταγωνιστικής καταστάσεως στην αγορά αυτής, αυτά δε είναι τα σημεία ως προς τα οποία το BEUC δήλωσε με το δικόγραφο του ( σημεία 11 έως 14 ) ότι μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην έρευνα. Πράγματι, κατά μείζονα λόγο δεν είναι καθόλου πιθανόν ότι αυτή η οργάνωση μπορεί να παράσχει διευκρινίσεις ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ, δηλαδή ως προς το αν η τιμή κατά την εξαγωγή προς την Κοινότητα του συγκεκριμένου προϊόντος είναι κατώτερη από την κανονική αξία ομοειδούς προϊόντος (άρθρο 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού). Αντίθετα προς ό,τι το BEUC φαίνεται να πιστεύει (σημείο 13 του δικογράφου ), η σύγκριση που πρέπει να γίνει δεν αναφέρεται, στην πραγματικότητα, στην « τιμή του εισαγωγέα » αφενός και την « τιμή του κοινοτικού παραγωγού » αφετέρου.
Ως προς την αρχή της χρηστής διοικήσεως
33.
Επικουρικώς, το BEUC προέβαλε τον λόγο παραβιάσεως της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της αρχής της ενιαίας εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων και διαδικασιών.
34.
Όσον αφορά την πρώτη αρχή, αρκεί να αναγνωριστεί ότι η επιχειρηματολογία του BEUC βασίζεται σε συλλογισμό του οποίου δεν αποδεικνύεται το βάσιμο, ακόμη και αν γίνεται επίκληση θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή ότι θα έπρεπε να έχει το ίδιο δικαίωμα προσβάσεως στις πληροφορίες με τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους καταγγέλλοντες, δεδομένου ότι είχε το ίδιο δικαίωμα να αμφισβητήσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αποτέλεσμα της διαδικασίας.
35.
Επικαλούμενο τη δεύτερη αρχή, το BEUC αποβλέπει στο γεγονός ότι, υπό την ιδιότητα του ως παρεμβαίνοντος σε διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στα μη εμπιστευτικά έγγραφα που προσεκόμισαν οι κύριοι διάδικοι της δίκης. Μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο ή το άσχετο στο ότι σε δύο διαφορετικής φύσεως διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον διαφορετικών θεσμικών οργάνων το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο ενός και του αυτού προσώπου δεν ταυτίζεται, ακόμη περισσότερο που οι ίδιοι φάκελοι δεν είναι κατ' ανάγκη ταυτόσημοι. Εξάλλου, το γεγονός ότι είχε γίνει δεκτή η παρέμβαση του BEUC προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στο πλαίσιο των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 228/82 και 229/82 R, καθώς και των υποθέσεων 228/82 και 229/82, Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3091, 3097, και Συλλογή 1984, σ. 1129, 1137), σχετικά με την ακύρωση, αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά διαδικασία δυνάμει του άρθρου 85 της Συνθήκης, δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε κατ' ανάγκη να γίνει δεκτή η παρέμβαση του σε διαφορά που προέκυψε στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Ο ρόλος του BEUC στους δύο τύπους διαδικασίας δεν είναι ο ίδιος: ως όργανο εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών δεν αποκλείεται, πράγματι, ότι μπορεί να αποτελέσει μέρος των « φυσικών ή νομικών προσώπων που επικαλούνται έννομο συμφέρον » τα οποία, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β, του προαναφερθέντος κανονισμού 17, ρητώς νομιμοποιούνται να υποβάλουν καταγγελία στην Επιτροπή. Εξάλλου, η Διάταξη με την οποία το Δικαστήριο είχε δεχθεί την παρέμβαση του στις υποθέσεις 228/82 και 229/82 βασίζεται ιδίως στο γεγονός ότι είχε ήδη παρέμβει στα προηγούμενα στάδια της διαφοράς. Κατά τη γνώμη μου τότε είχε διαδραματίσει ένα ρόλο που προσέγγιζε αυτόν του καταγγέλλοντος.
36.
Επομένως, ο επικουρικός λόγος τον οποίο προέβαλε το BEUC δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
37.
Κατόπιν αυτού, προτείνω το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του και να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα, εκτός αυτών του Συμβουλίου, το οποίο παρέμβη προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής αλλά το οποίο, με το υπόμνημα του παρεμβάσεως, δεν υπέβαλε αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) EE L 209, σ. 1.
( 2 ) ΕΕ 1989 C 11, σ. 9.
( 3 ) Βλ. ιδίως την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 16).
( 4 ) Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 14), και της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1989, σ. 3283, σκέψη 32 ).
( 5 ) Βλ. ιδίως τη Διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1986, 117/86, UFADE κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 3256, σκέψη 12).
( 6 ) Αυτό καθίσταται πολύ σαφές στα σημεία 60 και 62 του δικογράφου του.
( 7 ) Κανονισμός της 6ης Φεβρουαρίου 1962 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 8 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, τη σκέψη 21 της προαναφερθείσας αποφάσεως της 17ης Νοεμβρίου 1987, που παραπέμπει στην απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 28).
Full & Egal Universal Law Academy