ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 13ης Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Arbeitsgericht Hamburg καλείται το Δικαστήριο να υπενθυμίσει καλά παγιωμένες λύσεις της νομολογίας του σχετικά με την κατάσταση των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση έναντι της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
2.
Γνωρίζετε τα πραγματικά περιστατικά. Η Helga Nimz, είναι υπάλληλος του Δημοσίου της Ελεύθερης και Χανσεατικής Πόλεως του Αμβούργου από την 1η Ιανουαρίου 1977. Από την 1η Ιανουαρίου 1983 εργάζεται είκοσι ώρες εβδομαδιαίως και, από την ημερομηνία αυτή, έχει υπαχθεί στη μισθολογική βαθμίδα V b, κατηγορία 1 α, της συλλογικής συμβάσεως εργασίας των ομοσπονδιακών υπαλλήλων ( Bundesangestelltentarifvertrag, στο εξής: ΒΑΤ). Μετά από έξι χρόνια υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, οι υπάλληλοι ανέρχονται στη μισθολογική βαθμίδα IV b, κατηγορία 2. Στις 28 Ιανουαρίου 1988, οι διοικητικές αρχές της πόλεως του Αμβούργου αρνήθηκαν να την κατατάξουν στη μισθολογική βαθμίδα IV b, κατηγορία 2, βασιζόμενες στις διατάξεις του άρθρου 23 α της ΒΑΤ. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν ότι οι περίοδοι υπηρεσίας λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για τους υπαλλήλους που συμπληρώνουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κανονικού ωραρίου εργασίας ενός υπαλλήλου με πλήρη απασχόληση αλλά μόνο κατά το ήμιον όταν οι υπάλληλοι συμπληρώνουν τουλάχιστον το ήμισυ του ωραρίου ενός υπαλλήλου με πλήρη απασχόληση αλλά λιγότερο από τα τρία τέταρτα του ωραρίου αυτού. Οι εν λόγω διατάξεις της ΒΑΤ τροποποιήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 1988 χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες περίοδοι υπηρεσίας. Επομένως, η Helga Nimz ισχυρίσθηκε ενώπιον του Arbeitsgericht Hamburg ότι οι εν λόγω διατάξεις ήταν αντίθετες προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά, αφενός, με το αν συμβιβάζεται προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ διάταξη συλλογικής συμβάσεως όπως αυτή που αναφέρεται πιο πάνω, αφετέρου δε, με τις συνέπειες ενδεχομένου ασυμβιβάστου ως προς την αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως που αναγνωρίζεται στα συμβαλλόμενα μέρη συλλογικής συμβάσεως.
4.
Το πρώτο ερώτημα απηχεί μία καλά πλέον παγιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ). Σε περίπτωση που υφίσταται μέτρο εισάγον διακρίσεις έναντι των εργαζομένων με μερική απασχόληση και αποδεικνύεται ότι το μέτρο αυτό πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών ή το αντίθετο, το εν λόγω μέτρο είναι αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι εξηγείται
« από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο » ( 2 ).
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συμβιβάζονται προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου ο αποκλεισμός των εργαζομένων με μερική απασχόληση από το συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρήσεως ( 3 ), από το δικαίωμα διατηρήσεως του μισθού σε περίπτωση ασθενείας ( 4 ) ή από το ευεργέτημα προσωρινής αποζημιώσεως σε περίπτωση διακοπής της σχέσεως εργασίας ( 5 ), η διαφορά αμοιβής με βάση τον χρόνο εργασίας σε σχέση προς τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ( 6 ), η διαφορά, τέλος, υπολογισμού των αποζημιώσεων σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία ( 7 ).
5.
Η νομολογία αυτή είναι ταυτόσημη τόσο στο πλαίσιο του άρθρου 119 της Συνθήκης ( 8 ) που αφορά την ίση μεταχείριση σε θέματα αμοιβών όσο και στο πλαίσιο της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( 9 ), η οποία αφορά τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ( 10 ), δύσκολα δε γίνεται αντιληπτό για ποιους λόγους δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε θέματα προσβάσεως στην απασχόληση και όρων εργασίας όπου η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει θεσμοθετηθεί με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976 ( 11 ). Πάντως, πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, το άρθρο 23 α της ΒΑΤ εμπίπτει στον τομέα της αμοιβής και, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, ή στον τομέα των συνθηκών εργασίας και, συνεπώς, στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας 76/207/ΕΟΚ..
6.
Μου φαίνεται ότι επιβάλλεται η πρώτη λύση. Η εν λόγω διάταξη έχει μοναδικό αντικείμενο τον καθορισμό της εξελίξεως της αμοιβής που οφείλεται στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του· δεν προϋποθέτει τη χορήγηση άλλων πλεονεκτημάτων, όπως συμπληρωματικών αδειών μετά αποδοχών, το ευεργέτημα δανείων με τον προτιμη-σιακό τόκο ή την πρόσβαση σε καθήκοντα ανωτέρου επιπέδου τα οποία, αυτά, αποτελούν μέρος των συνθηκών εργασίας. Εφόσον ως μοναδικό αντικείμενο έχει την πρόβλεψη μισθολογικής αυξήσεως προς όφελος των μισθωτών που έχουν κάποια αρχαιότητα, υπάγεται αποκλειστικά, μου φαίνεται, στον τομέα της αμοιβής. Επομένως, η προκείμενη κατάσταση πρέπει να εξεταστεί ως προς το άρθρο 119. Εξάλλου, η λύση της παρούσας υπόθεσης δεν θα ήταν διαφορετική εξεταζόμενη ως προς την οδηγία 76/207/ΕΟΚ, της οποίας το άρθρο 3, παράγραφος 1, η Nimz θα μπορούσε να το έχει επικαλεστεί επωφελώς στην προκειμένη περίπτωση.
7.
Από την άποψη αυτή, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση αποτελούν το αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση προς τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση εφόσον χρειάζονται τα διπλά χρόνια υπηρεσίας προκειμένου να ανέλθουν στον ανώτερο μισθολογικό βαθμό.
8.
Εξάλλου, κατά τη Διάταξη περί παραπομπής, πλέον του 90 ο/ο των εργαζομένων που εργάζονται λιγότερο από τα τρία τέταρτα του κανονικού ωραρίου εργασίας ενός εργαζομένου με πλήρη απασχόληση είναι γυναίκες ενώ η αναλογία κατέρχεται στο 55 ο/ο εφόσον το ωράριο εργασίας είναι ανώτερο από τα τρία τέταρτα του ωραρίου ενός εργαζομένου με πλήρη απασχόληση.
9.
Μπορεί η διαφορά αυτή να εξηγηθεί από « παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκρίση βασιζόμενη στο φύλο»; Η Γερμανική και η Βρετανική Κυβέρνηση καθώς και η πόλη του Αμβούργου ζητούν από το Δικαστήριο να μη εξετάσει το ερώτημα αυτό καθόσον αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή.
10.
Η νομολογία αυτή φαίνεται πιο διαφοροποιημένη. Ασφαλώς, με την απόφαση Bilka, το Δικαστήριο έκρινε ότι
« στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, εναπόκειται να προσδιορίσει αν και σε ποιο βαθμό οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο εργοδότης — για να εξηγήσει γιατί ακολουθεί μισθολογική πρακτική (...) — μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούνται αντικειμενικά » ( 12 ).
Πάντως, με την απόφαση του στην υπόθεση Rinner-Kühn, το ίδιο το Δικαστήριο ανέτρεψε το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, κατά το οποίο
« οι εργαζόμενοι που απασχολούνται λιγότερο από δέκα ώρες εβδομαδιαίως ή σαράντα πέντε ώρες μηνιαίως δεν μπορούν να συγκριθούν με τους λοιπούς εργαζομένους, όσον αφορά τον βαθμό εντάξεως τους στην επιχείρηση και την οικονομική τους εξάρτηση από αυτή » ( 13 ),
απαντώντας ότι
«οι σκέψεις αυτές, επειδή αποτελούν απλές γενικεύσεις που αφορούν ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, δεν καθιστούν δυνατή τη συναγωγή κριτηρίων αντικειμενικών και ξένων προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο » ( 14 ).
11.
Κατά κάποιο τρόπο, μπορεί μεν να μη εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, όμως τίποτε δεν αντιτίθεται, μου φαίνεται, στο να διευκρινίσει, ενδεχομένως, ότι τα υπερβολικά γενικά επιχειρήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντικειμενικά κριτήρια.
12.
Εν προκειμένω, η πόλη του Αμβούργου ισχυρίζεται ότι οι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση αποκτούν πιο γρήγορα ικανότητες και αρμοδιότητες λόγω της δραστηριότητας τους απ' ό,τι οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ( 15 ). Η Γερμανική Κυβέρνηση επιμένει στη μεγαλύτερη πείρα των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση ( 16 ).
13.
Όπως η Επιτροπή ορθώς το τονίζει ( 17 ), η ΒΑΤ δεν θεσμοθετεί μία προοδευτική σχέση μεταξύ της αρχαιότητας και της αμοιβής εφόσον οι εργαζόμενοι που εργάζονται τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κανονικού χρόνου εργασίας των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση εξομοιώνονται προς αυτούς τους τελευταίους. Εξάλλου, όσον αφορά το κριτήριο της αρχαιότητας, το Δικαστήριο ήδη έχει κρίνει, με την απόφαση Danfoss ( 18 ), ότι
« (... ) δεν αποκλείεται και αυτό να έχει ως συνέπεια, όπως και το κριτήριο της επαγγελματικής καταρτίσεως, τη δυσμενέστερη μεταχείριση των εργαζομένων γυναικών σε σύγκριση με εκείνη των εργαζομένων ανδρών, στο μέτρο που οι γυναίκες εισήλθαν πιο πρόσφατα στην αγορά εργασίας από τους άνδρες
ή αναγκάζονται να διακόπτουν συχνότερα τη σταδιοδρομία τους. Επειδή, πάντως, η αρχαιότητα συνδυάζεται με την πείρα και αυτή η τελευταία καθιστά κατά κανόνα τον εργαζόμενο ικανό να εκπληρώνει καλύτερα τις εργασιακές του υποχρεώσεις, ο εργοδότης μπορεί να παρέχει γι' αυτήν αμοιβή, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τη σημασία που έχει αυτή για την εκτέλεση των ειδικών καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στον εργαζόμενο » ( 19 ).
14.
Βεβαίως, μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίο το να ληφθεί υπόψη μία αρχαιότητα όχι σε έτη αλλά σε πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας, όπως το προτείνει η Βρετανική Κυβέρνηση, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για τη διασφάλιση της αναλήψεως διαφορετικών καθηκόντων, που συνεπάγονται νέες ευθύνες και προϋποθέτουν, συνεπώς, ορισμένη πείρα. Όμως, εν προκειμένω, η απαιτουμένη αρχαιότητα έχει ως μόνη συνέπεια το να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση σε μία ανώτερη μισθολογική βαθμίδα, χωρίς να μετατρέπεται η φύση των αναληφθέντων καθηκόντων. Η λήψη υπόψη πείρας εκφραζόμενης σε πραγματικές ώρες εργασίας δεν εμφανίζεται, συνεπώς, ως αντικειμενική αιτιολογία.
15.
Η κατάσταση θα ήταν αναμφίβολα διαφορετική εάν επρόκειτο για την προαγωγή και την εξασφάλιση κατ' αυτόν τον τρόπο της προσβάσεως σε ανώτερη θέση με διαφορετικά καθήκοντα ή νέες ευθύνες. Ακόμη και σε παρόμοια περίπτωση, μου φαίνεται ότι θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η φύση της οικείας θέσεως — η πείρα δεν είναι τόσο αποφασιστικό κριτήριο για μία θέση συντηρητού όσο για αυτήν του προϊσταμένου διοικητικής υπηρεσίας — και ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό σε παρόμοια θέματα ένας γενικός και αφηρημένος κανόνας. Επομένως, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εξετάσει, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, αν η λήψη υπόψη της πείρας, η οποία προκύπτει από την αρχαιότη- τητα, φαίνεται πράγματι αναγκαία, ενόψει της φύσεως των ασκουμένων καθηκόντων.
16.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι η διαφορετική μεταχείριση εγκαταλείφθηκε με τροποποίηση, από 1ης Ιανουαρίου 1988, των εν λόγω διατάξεων και ότι η απουσία κάθε αναδρομικού χαρακτήρα της μεταρρυθμίσεως αυτής εξηγείται, όπως η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση το διευκρινίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ( 20 ), λόγω οικονομικών εκτιμήσεων. Ασφαλώς οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι αμελητέες αλλά δεν μπορούν να υπερισχύσουν της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.
17.
Εν πάση περιπτώσει, η μεταρρύθμιση του 1988 έχει ως αποτέλεσμα να μη είναι ορθά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση ( 21 ) ως προς την πείρα που αποκτάται ταχύτερα από τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση.
18.
Επομένως, ζητώ από το Δικαστήριο όχι μόνο να υπενθυμίσει τις αρχές της προηγουμένης νομολογίας του, αλλά επίσης να αναφέρει ότι οι γενικές εκτιμήσεις όσον αφορά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση έχουν περισσότερη πείρα απ' ό,τι οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν συνιστούν κριτήρια επαρκώς ακριβή και αντικειμενικά, ξένα προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
19.
Το δεύτερο ερώτημα, από άποψη περιεχομένου, είναι ταυτόσημο με αυτό που το ίδιο εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο στην υπόθεση Kowalska ( 22 ). Τότε ανέφερα στις προτάσεις μου ( 23 ) ότι η απόφαση του Δικαστηρίου Defrenne II ( 24 ), καθόσον αναγνώρισε την εφαρμογή του άρθρου 119 τόσο στις νομοθετικές διατάξεις όσο και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθόσον περιόρισε ratione temporis την αναγνώριση της αμέσου εφαρμογής του άρθρου αυτού, κατ' ανάγκη έκρινε ότι οι εθνικοί δικαστές πρέπει να εφαρμόζουν στην ομάδα που έχει τύχει δυσμενούς μεταχειρίσεως τις διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων, η ευεργετική εφαρμογή των οποίων δεν της είχε μέχρι τότε επιτραπεί. Το Δικαστήριο συμφώνησε με την άποψη μου ως προς το σημείο αυτό κρίνοντας ότι
« σε περίπτωση έμμεσης διάκρισης, που εισάγεται με διάταξη συλλογικής συμβάσεως, τα μέλη της ομάδας που θίγονται από τη διάκριση αυτή, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους υπόλοιπους εργαζομένους » ( 25 ).
20.
Όπως ήδη το παρατήρησα ( 26 ), τα συμβαλλόμενα μέρη της συλλογικής συμβάσεως είναι ελεύθερα να προβούν στην αναθεώρηση των εν λόγω διατάξεων, περιλαμβανομένης της καταργήσεως, έναντι όλων των εργαζομένων, της χορηγήσεως αποζημιώσεως, υπό τον όρο της αποφυγής διακρίσεων μεταξύ του προσωπικού πλήρους απασχολήσεως και του προσωπικού μερικής απασχολήσεως. Η δικαιοπρα-κτική ελευθερία των μερών δεν θίγεται απλώς ασκείται λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να τηρηθούν οι όροι της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
21.
Θα κάνω ακόμη μερικές σύντομες παρατηρήσεις ως προς τη δυνατότητα, της οποίας έκανε χρήση το Δικαστήριο με την απόφαση Defrenne II, να περιοριστούν χρονικά τα αποτελέσματα της αποφάσεως που το Δικαστήριο θα εκδώσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Προτείνω στο Δικαστήριο να μη κάνει τίποτε σχετικά. Η άμεση εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί κεκτημένο του κοινοτικού δικαίου από το 1976. Οι κοινωνικοί εταίροι δεν μπορούν, επομένως, να μη λάβουν υπόψη τις απαιτήσεις της διατάξεως αυτής κατά τη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων. Συνεπώς, δεν φαίνεται ότι λόγοι ασφάλειας του δικαίου πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στον ratione temporis περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως που θα εκδώσει. Εξάλλου, αυτή ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση Kowalska.
22.
Επομένως, καταλήγω στο να προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή διατάξεως συλλογικής συμβάσεως που δεν επιτρέπει μόνο στους εργαζομένους με μερική απασχόληση να ληφθεί υπόψη ολόκληρος ο χρόνος υπηρεσίας τους για την άνοδο τους σε ανώτερη μισθολογική βαθμίδα, οσάκις αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα ένα σημαντικά μικρότερο ποσοστό ανδρών απ' ό,τι γυναικών εργάζεται με μερική απασχόληση, εκτός αν ο εργοδότης αποδεικνύει ότι η εν λόγω διάταξη δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2)
Σε περίπτωση έμμεσης διάκρισης, που εισάγεται με διάταξη συλλογικής συμβάσεως, τα μέλη της ομάδας που θίγονται από τη διάκριση αυτή, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο και να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους υπόλοιπους εργαζομένους, καθεστώς το οποίο, ελλείψει ορθής εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, παραμένει το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins ( Συλλογή 1981, σ. 911)· απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607) απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kūhn (Συλλογή 1989, σ. 2743)· απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-102/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311)· απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska ( Συλλογή 1990, σ. I-2591 ).
( 2 ) Υπόθεση 170/84, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 30 και διατακτικό.
( 3 ) Υπόθεση 170/84, αναφέρθηκε πιο πάνω.
( 4 ) Υπόθεση 171/88 αναφέρθηκε πιο πάνω' για τον σχολιασμό της αποφάσεως αυτής βλ. Shaw, J.: European Law Review, Δεκέμβριος 1989, σ. 428.
( 5 ) Υπόθεση C-33/89, αναφέρθηκε πιο πάνω.
( 6 ) Υπόθεση 96/80, αναφέρθηκε πιο πάνω.
( 7 ) Υπόθεση 102/88, αναφέρθηκε πιο πάνω.
( 8 ) Υποθέσεις 96/80, 170/84, 171/88 και C-33/89, αναφέρθηκαν πιο πάνω.
( 9 ) Περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160 ).
( 10 ) Υπόθεση 102/88, αναφέρθηκε πιο πάνω.
( 11 ) Οδηγία περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση, και τις συνθήκες εργασίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
( 12 ) Υπόθεση 170/84, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 36.
( 13 ) Υπόθεση 171/88, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 13.
( 14 ) Υπόθεση 171/88, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 14.
( 15 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σ. 2 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 16 ) Όπως πιο πάνω, σ. 7.
( 17 ) Όπως πιο πάνω, σ. 11.
( 18 ) Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 109/88 (Συλλογή 1989, σ. 3199).
( 19 ) Σκέψη 24.
( 20 ) Σελίδα 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 21 ) Γραπτές παρατηρήσεις, σ. 6 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 22 ) Υπόθεση C-33/89, αναφέρθηκε πω πάνω.
( 23 ) Σκέψη 20.
( 24 ) Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75 ( Rec. 1976, σ. 455 ).
( 25 ) Υπόθεση C-33/89, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 20.
( 26 ) Προτάσεις στην υπόθεση C-33/89, αναφέρθηκε πιο πάνω, σημείο 23.
Full & Egal Universal Law Academy