ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 8ης Φεβουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Το ζήτημα που ανακύπτει από την παρούσα υπόθεση είναι αν είναι αρμόδιο το Δικαστήριο ή ένα γαλλικό δικαστήριο να επιληφθεί πράξεων φερομένων ως ζημιογόνων, οι οποίες τελέστηκαν στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.
2.
Το ιστορικό της υποθέσεως ανατρέχει στο 1984, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με πρωτοβουλία της Σοσιαλιστικής Ομάδας, συνέστησε μια εξεταστική επιτροπή επί της ανόδου του φασισμού και του φυλετισμού στην Ευρώπη. Προσφυγή, την οποία άσκησε η Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρό της Jean-Marie Le Pen, με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της αποφάσεως για τη σύσταση της επιτροπής αυτής, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με Διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1986 (Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, 78/85, Συλλογή 1986, σ. 1753 ). Αφού έλαβε υπόψη την έκθεση που συνέταξε αυτή η επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, και η Επιτροπή εξέδωσαν, στις 11 Ιουνίου 1986, διακήρυξη κατά του φυλετισμού και της ξενοφοβίας ( ΕΕ C 158, σ. 1 ).
3.
Η Σοσιαλιστική Ομάδα, επιδιώκοντας τη δημοσιοποίηση αυτής της διακηρύξεως και των εργασιών της κοινοβουλευτικής επιτροπής που προηγήθηκαν αυτής, ανέθεσε σε ένα γερμανό δημοσιογράφο, τον Detlef Puhl, τη σύνταξη φυλλαδίου με τον τίτλο « Gegen Faschismus und Rassismus in Europa ». Το φυλλάδιο αυτό μεταφράστηκε στα γαλλικά με τίτλο « Non au racisme et au fascisme en Europe ». H γερμανική έκδοση περιελάμβανε εισαγωγή του Rudi Arndt, ο οποίος ήταν τότε μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομάδας. Η γαλλική έκδοση περιελάμβανε ένα κοινό πρόλογο του Rudi Arndt και του Ernest Glinne, αντιπροέδρου της Ομάδας. Στο εξώφυλλο και στην πρώτη εσωτερική σελίδα κάθε φυλλαδίου περιλαμβάνονταν, εκτός του τίτλου και του ονόματος του Pühi, η ονομασία και το έμβλημα της Σοσιαλιστικής Ομάδας. Στην τελευταία σελίδα της γερμανικής εκδόσεως αναφερόταν ως « εκδότης«η Σοσιαλιστική Ομάδα και ως « υπεύθυνος » ( « verantwortlich » ) ο Arndt. Στη γαλλική έκδοση η Σοσιαλιστική Ομάδα αναφερόταν ως « υπεύθυνος εκδόσεως » ( « éditeur responsable » ). Η γερμανική έκδοση εκτυπώθηκε από τη γερμανική εταιρία Thomas Druck GmbH, η δε γαλλική από τη βελγική εταιρία Printéclair SPRL των Βρυξελλών.
4.
Επίσης είχε παραγγελθεί η σύνταξη ενός φυλλαδίου στην αγγλική γλώσσα στον βρετανό δημοσιογράφο Andrew Bell. Το φυλλάδιο αυτό, με τον τίτλο « Against Racism and Fascism in Europe », περιελάμβανε κοινό πρόλογο του Arndt και του Alf Lomas, βρετανού ευρωβουλευτή. Και πάλι αναφέρονταν στο εξώφυλλο και στην πρώτη εσωτερική σελίδα το όνομα και το έμβλημα της Σοσιαλιστικής Ομάδας. Στην τελευταία σελίδα αναφερόταν ότι αντίτυπα του φυλλαδίου διετίθεντο από την ομάδα των βρετανών εργατικών ευρωβουλευτών ή από τη Σοσιαλιστική Ομάδα στα κεντρικά γραφεία της στις Βρυξέλλες. Η εκτύπωση του φυλλαδίου έγινε από την Prin-téclair SPRL.
5.
Καθώς φαίνεται και οι τρεις γλωσσικές αποδόσεις του φυλλαδίου διανεμήθηκαν στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1986.
6.
Ο Le Pen και το γαλλικό πολιτικό κόμμα « Front national », του οποίου είναι πρόεδρος, θεώρησαν ότι το φυλλάδιο τους δυσφημούσε και άσκησαν αγωγή ενώπιον του Tribunal de grande instance του Στρασβούργου, ζητώντας 500000 γαλλικά φράγκα (FF) ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης βάσει του γαλλικού αστικού κώδικα και του άρθρου 29 του γαλλικού νόμου της 29ης Ιουλίου 1881 περί της ελευθερίας του τύπου. Η αγωγή στρεφόταν κατά των δύο δημοσιογράφων, Puhl και Bell, του Arndt, κατά των δύο τυπογράφων και κατά δέκα τριών ατομικώς κατονομαζόμενων σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων από τα διάφορα κράτη μέλη της ΕΟΚ.
7.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του Rudi Arndt, με την αιτιολογία ότι αυτός καλυπτόταν από ασυλία όσον αφορά τις διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δυνάμει των άρθρων 8 έως 10 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: πρωτόκολλο ) και ότι, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των αγωγών αποζημιώσεως που απορρέουν από πράξεις των κοινοτικών οργάνων ή των υπαλλήλων τους. Το Tribunal έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή όσον αφορά τους υπολοίπους εναγομένους και ότι το γεγονός ότι τα φυλλάδια διανεμήθηκαν στους χώρους του Κοινοβουλίου δεν αποτελεί εμπόδιο για την αρμοδιότητα του. Ωστόσο, απέρριψε την αγωγή διότι, βάσει του άρθρου 42 του γαλλικού νόμου της 29ης Ιουλίου 1881, η ευθύνη των υπολοίπων εναγομένων είναι επικουρική έναντι εκείνης του γνωστού εκδότη των φυλλαδίων — της Σοσιαλιστικής Ομάδας — κατά της οποίας δεν μπορούσε να ασκηθεί αγωγή διότι στερείται νομικής προσωπικότητας.
8.
Στην κατ' έφεση δίκη, το Cour ď appel του Colmar ( δεύτερο πολιτικό τμήμα ) έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως « ως προς την ερμηνεία των σχετικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου ». Κατά συνέπεια υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής ερώτημα:
« Είναι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αρμόδιο να αποφανθεί επί των γεγονότων που εκτίθενται ανωτέρω, ενόψει του γεγονότος ότι αυτά συντελέστηκαν εντός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο;»
9.
Είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί προηγουμένως το περιεχόμενο του ερωτήματος, το οποίο δεν έχει τη μορφή ερωτήματος περί ερμηνείας και δεν αναφέρεται σε καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου. Όπως είναι διατυπωμένο, το ερώτημα αυτό φαίνεται ότι περιορίζεται, καθώς φαίνεται, στο ζήτημα αν η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προκύπτει απλώς και μόνο από το γεγονός ότι οι επίδικες πράξεις τελέστηκαν στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πρόκειται περί ενός ευθέος ερωτήματος, η δε απάντηση νομίζω ότι είναι σαφής.
10.
Εντούτοις, από την εξέταση των επιχειρημάτων των διαδίκων και την άποψη του Tribunal de grande instance, που περιλαμβάνονται με συντομία στη Διάταξη περί της παραπομπής, προκύπτει ότι το Cour ď appel ζητεί επίσης να διαφωτιστεί ως προς το ζήτημα αν η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων αποκλείεται για άλλους λόγους, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι μία πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (η οποία δεν είναι διάδικος στην εθνική δίκη) αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη για τη δημοσίευση. Η συλλογιστική την οποία ακολουθεί το εθνικό δικαστήριο είναι, καθώς φαίνεται, ότι η ανάμιξη της Σοσιαλιστικής Ομάδας θα μπορούσε ενδεχομένως να συνεπάγεται την ευθύνη του Κοινοβουλίου ή της Κοινότητας, οπότε θα ήταν αρμόδιο το Δικαστήριο. Σε μια τέτοια περίπτωση το αποτέλεσμα θα ήταν ότι ούτε οι ευρωβουλευτές ατομικά, ούτε τα πολιτικά κόμματα που συνθέτουν την Ομάδα, ούτε κανείς άλλος από όσους μετέσχαν στη δημοσίευση δεν θα μπορούσε να εναχθεί ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, καθώς η υπαγωγή αυτών των προσώπων, ως εναγομένων, στη δικαιοδοσία των γαλλικών δικαστηρίων θα ήταν ασυμβίβαστη προς την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις εξωσυμβατικής ευθύνης.
11.
Πρέπει να σημειωθεί ότι υφίσταται ένα ακόμη ζήτημα όσον αφορά την αρμοδιότητα, ήτοι η έκταση της δικαστικής ασυλίας των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του πρωτοκόλλου. Καθώς το Cour ď appel δεν φαίνεται ότι ζητεί την έκδοση αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό και αφού ούτε οι διάδικοι της κύριας δίκης ούτε η Επιτροπή προέβαλαν σχετικούς ισχυρισμούς, πιστεύω ότι τούτο υπερβαίνει τα πλαίσια του προδικαστικού ερωτήματος.
12.
Το πρώτο ζήτημα αφορά το αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο απλώς και μόνο διότι οι επίδικες πράξεις τελέστηκαν στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Δυνάμει του άρθρου 28 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες « απολαύουν, στην επικράτεια των κρατών μελών, των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής τους, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο το οποίο προσαρτάται στην παρούσα συνθήκη ». Βάσει του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αυτού:
« Οι χώροι και τα κτίρια των Κοινοτήτων είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση. Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου. »
13.
Οι εναγόμενοι της εθνικής δίκης ισχυρίζονται ότι οι διατάξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα ότι οι αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, δεν έχουν καμία αρμοδιότητα όσον αφορά τους χώρους των κοινοτικών οργάνων, με συνέπεια ότι το Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τις πράξεις που τελέστηκαν στους χώρους αυτούς.
14.
Αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Από κανένα στοιχείο των ανωτέρω διατάξεων δεν προκύπτει ότι παρέχεται αρμοδιότητα στο Δικαστήριο απλώς και μόνο για τον λόγο ότι ορισμένες πράξεις τελέστηκαν σε κοινοτικούς χώρους. Επίσης δεν υπάρχει κανένας σχετικός κανόνας του κοινοτικού δικαίου παρέχων αρμοδιότητα στο Δικαστήριο με βάση τον τόπο τελέσεως μιας πράξεως.
15.
Συνεπώς, δεν υπάρχει κανόνας του κοινοτικού δικαίου που να αποκλείει ή να περιορίζει την αρμοδιότητα ενός εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά τις αδικοπραξίες που τελούνται στους χώρους των κοινοτικών οργάνων. Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου σημαίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να ζητούν προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου προτού εκδώσουν ένταλμα που να επιτρέπει στις εθνικές αρχές την είσοδο στα κτίρια των Κοινοτήτων, την έρευνα σε αυτά ή την κατάσχεση στοιχείων του ενεργητικού των Κοινοτήτων. Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ένα τέτοια αναγκαστικό μέτρο.
16.
Το δεύτερο ζήτημα συνίσταται στο αν είναι δυνατό να υπάρξει ευθύνη της Κοινότητας στην υπό κρίση υπόθεση δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο· της Συνθήκης. Βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέποντο στο άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο βάσει δε του άρθρου 183 της Συνθήκης, η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστική. Το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ορίζει:
« Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότης υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοι της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. »
17.
Το ουσιώδες ζήτημα συνίσταται στο αν μπορεί να θεωρηθεί ένα κοινοτικό όργανο — και συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — ως υπεύθυνο για τις πράξεις μιας πολιτικής ομάδας λόγω του ότι οι πολιτικές ομάδες αποτελούν κατά κάποιο τρόπο το Κοινοβούλιο.
18.
Κατά τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό προσήκει αρνητική απάντηση. Ασφαλώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει μόνιμα αντιπροσωπευτικά όργανα, το γραφείο και την προεδρία, οι πράξεις των οποίων αποτελούν αυτές καθαυτές πράξεις του Κοινοβουλίου, εφόσον ασκούνται στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του οργάνου αυτού ( βλέπε την υπόθεση Les Verts κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 294/83, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 20· την υπόθεση Συμβούλιο κατά Επιτροπής, 34/86, Συλλογή 1986, σ. 2155, σκέψη 8). Το άρθρο 26 του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 1981, C 90, σ. 49), ο οποίος θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 142 της Συνθήκης ΕΟΚ, προβλέπει τη συγκρότηση πολιτικών ομάδων, βάσει δε του συνδυασμού ορισμένων διατάξεων του κανονισμού αυτού ανατίθεται στις πολιτικές ομάδες ένας σημαντικός ρόλος για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Εντούτοις, δεν υπάρχει καμία διάταξη του κανονισμού που να αναθέτει σε μια πολιτική ομάδα να ενεργεί για λογαριασμό του Κοινοβουλίου ή βάσει της οποίας να μπορεί να θεωρηθεί ότι το Κοινοβούλιο ευθύνεται για πράξεις μιας πολιτικής ομάδας.
19.
Κατά την άποψη μου, οι πράξεις μιας πολιτικής ομάδας μπορούν να θεωρούνται ως πράξεις του Κοινοβουλίου μόνο αν το όργανο αυτό παρέχει ρητά την άδειά του ή τις εγκρίνει το ίδιο ( π. χ. με ψήφισμα του Κοινοβουλίου ) ή υπάρχει σχετική απόφαση ενός από τα αντιπροσωπευτικά του όργανα, ενεργούντος εντός του πλαισίου της αρμοδιότητάς του. Στην παρούσα υπόθεση όμως δεν γίνεται καμία νύξη ότι δόθηκε τέτοια άδεια ή έγκριση. Αντίθετα, προκύπτει σαφώς από τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται από το εθνικό δικαστήριο, ότι η δημοσίευση των φυλλαδίων ήταν κατ' εξοχήν έργο της Σοσιαλιστικής Ομάδας, η οποία ενήργησε με δική της πρωτοβουλία. Πράγματι, το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται στον πρόλογο της γερμανικής εκδόσεως όπου αναφέρεται ότι η Σοσιαλιστική Ομάδα ανέθεσε τη σύνταξη του φυλλαδίου στον Pulii « αυτόνομα και με δική της ευθύνη » ( unabhängig und in eigener Verantwortung » ).
20.
Συνεπώς προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
« 1)
Το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν παρέχει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά ορισμένες πράξεις απλώς και μόνο για τον λόγο ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν στους χώρους ενός κοινοτικού οργάνου, ούτε περιορίζει ή αποκλείει, για τον λόγο αυτό, την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τις πράξεις αυτές.
2)
Το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι η δημοσίευση ενός πολιτικού φυλλαδίου από μία πολιτική ομάδα του, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με δική της πρωτοβουλία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ικανή να συνεπάγεται την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy