Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα του Oberlandesgericht Koblenz προς το Δικαστήριο, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 17 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978.
2. Ας υπενθυμίσω, εν συντομία, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία ανάγεται η παρούσα διαδικασία, παραπέμποντας για διεξοδικότερη ανάπτυξη στην έκθεση ακροατηρίου.
Το 1979, εν συνεχεία δε το 1980 και το 1981, η εταιρία αγγλικού δικαίου Powell Duffryn συμμετέσχε στην αύξηση κεφαλαίου της εταιρίας γερμανικού δικαίου IBH-Holding AG (στο εξής: ΙΒΗ), εγγραφείσα για την ανάληψη μετοχών.
Στις 28 Ιουλίου 1980, κατά τη διάρκεια γενικής συνελεύσεως της ΙΒΗ, επήλθαν τροποποιήσεις στο καταστατικό. Μεταξύ άλλων, και καθόσον μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, στο άρθρο 4 εισήχθη νέα ρήτρα, διατυπωθείσα ως εξής: "Διά της εγγραφής ή της αποκτήσεως μετοχών ή προσωρινών τίτλων, ο μέτοχος υπάγεται, για όλες τις διαφορές με την εταιρία ή τα όργανά της, στο δικαστήριο που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία". Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η Powell Duffryn συμμετείχε στη συνέλευση αυτή και ήταν, επομένως, παρούσα κατά τον χρόνο της εισηγήσεως αυτής της τροποποιήσεως, η οποία εγκρίθηκε διά ανατάσεως των χειρών.
Μετά την κήρυξη της ΙΒΗ σε πτώχευση, ο σύνδικος της εν λόγω πτωχεύσεως, ο Petereit, ενήγαγε την Powell Duffryn ενώπιον του Landgericht Mainz, υποστηρίζοντας ότι η αγγλική εταιρία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις εγγραφής για την ανάληψη μετοχών και ζητώντας την επιστροφή των αχρεωστήτως διανεμηθέντων μερισμάτων. Η Powell Duffryn υπέβαλε ένσταση αναρμοδιότητας του προαναφερθέντος δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας αντιθέτως ότι η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 4 του καταστατικού ήταν έγκυρη, κήρυξε εαυτό αρμόδιο.
Η εταιρία Powell Duffryn άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Koblenz, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου θέτοντας, κατ' ουσίαν, τα ακόλουθα ερωτήματα:
1) Αποτελεί μια ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, περιλαμβανόμενη στο καταστατικό ανώνυμης εταιρίας, συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και πρέπει στο ερώτημα αυτό να δοθεί διαφορετική απάντηση ανάλογα με το αν ο μέτοχος εγγράφεται για την ανάληψη μετοχών ή αποκτά ήδη υπάρχουσες μετοχές;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α) Πληρούται ο όρος του εγγράφου τύπου του άρθρου 17, δι' εγγράφου δηλώσεως, για την εγγραφή και απόκτηση μετοχών εξ αφορμής αυξήσεως κεφαλαίου;
β) Πληρούται ο όρος της επαρκώς ορισμένης εννόμου σχέσεως, από την οποία μπορούν να προκύψουν οι μελλοντικές διαφορές, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου;
γ) Τέλος, εφαρμόζεται η εν λόγω ρήτρα, επίσης, στις αξιώσεις καταβολής που στηρίζονται στη σύμβαση περί εγγραφής για την ανάληψη μετοχών και στις αξιώσεις για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων μερισμάτων;
3. Επομένως, το κύριο σημείο συνίσταται στο να καταδειχθεί αν μία ρητρα διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανομένη στο καταστατικό ανωνύμου εταιρίας συνιστά συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17 και, συνεπώς, αν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του ιδίου αυτού άρθρου.
Ας υπομνηστεί ότι το άρθρο 17, στη διατύπωση της Συμβάσεως Προσχωρήσεως της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, του 1978, προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία "τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια συμβαλλόμενου κράτους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση", απαιτώντας ότι αυτή η "συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτιστεί είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση, είτε, στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου που τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν".
Λαμβάνοντας υπόψη τη διατύπωση της προαναφερθείσας διατάξεως, το σημείο που πρέπει πρωτίστως να επαληθευθεί είναι το εάν η υπό κρίση διάταξη του καταστατικού (η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας) έχει ή δεν έχει χαρακτήρα συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 17. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι, επομένως, απαραίτητο να διασαφηνιστεί εκ προοιμίου ποιο είναι το περιεχόμενο της εννοίας της συμφωνίας μεταξύ των μερών ((κατά λέξη "Αν τα μέρη (...) συμφώνησαν (...)")) που περιλαμβάνεται στην εν λόγω διάταξη.
Ως προς αυτό, είναι προφανές ότι, οσάκις δεν καθορίζονται από τη συμφωνία, μπορεί να αποδοθεί στις έννοιες που χρησιμοποιούνται σ' αυτή αυτοτελής σημασία και, συνεπώς, κοινή σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, ή να
γίνει παραπομπή στο εθνικό δίκαιο. Είναι δε γνωστό ότι το Δικαστήριο, καταρχήν, δεν επέλεξε την "εθνική" ερμηνεία ή την αυτοτελή ερμηνεία αλλ' ότι εξήρτησε την επιλογή αυτή από την εξέταση των διαφόρων εννοιών προκειμένου να καταδειχθεί, περίπτωση προς περίπτωση, ποια από τις δύο δυνατότητες συμβάλλει περισσότερο στη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της Συμβάσεως (1).
Πάντως, με την πλέον πρόσφατη νομολογία του, το Δικαστήριο σαφώς επέδειξε μία προτίμηση για την αυτοτελή ερμηνεία της Συμβάσεως (2), σε σημείο που είναι δυνατός ο ισχυρισμός ότι η πρακτική στον εν λόγω τομέα εξελίχθηκε μάλλον προς την κατεύθυνση μιας σχέσεως μεταξύ του γενικού κανόνα (αυτοτελής ερμηνεία) και της εξαιρέσεως (παραπομπή στο εθνικό δίκαιο).
Θεωρώ ότι η έννοια της συμφωνίας μεταξύ των μερών κατά την έννοια του άρθρου 17 πρέπει και αυτή, επίσης, να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή. Αυτό δε, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους σκοπούς και την οικονομία της Συμβάσεως, επομένως ειδικότερα τον σκοπό της αποφυγής διαφορών κατά την εφαρμογή της ιδίας της Συμβάσεως και της εξασφαλίσεως, κατ' αυτό τον τρόπο, μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου, με σαφή και ενιαία ερμηνεία για όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, όσο και τις γενικές αρχές που είναι δυνατόν να απορρέουν από όλες τις εθνικές έννομες τάξεις.
4. Στην πραγματικότητα, η συγκριτική εξέταση των διαφόρων εννόμων τάξεων των κρατών μελών αποκαλύπτει αφενός ότι οι εταιρικές σχέσεις και ιδίως - υπό το πρίσμα που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω - οι σχέσεις που εγκαθιδρύονται μεταξύ της εταιρίας και των μετόχων, δέχονται χαρακτηρισμούς που δεν είναι
ομώνυμοι αφετέρου, εξάλλου, ότι η διαφορά χαρακτηρισμού δεν συνεπάγεται διαφορετικές κατά βάση συνέπειες.
Και πράγματι, στα νομικά συστήματα που υπερισχύει η συμβατική αντίληψη, και τα οποία αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία, είναι εν πάση περιπτώσει προφανές ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του μετόχου μπορούν να υφίστανται ανεξάρτητα από την εκφρασθείσα βούληση του ιδιώτη. 'Ετσι, για παράδειγμα, δεν αμφισβητείται ότι η ληφθείσα κατά πλειοψηφία απόφαση της συνελεύσεως, καταρχήν μη υποτασσομένη σε οποιονδήποτε συμβατικό χαρακτηρισμό, δεσμεύει όλους τους μετόχους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν συμφωνούν, και αυτούς οι οποίοι, στη συνέχεια, αποκτούν αυτό το καθεστώς. Αντίθετα, στις έννομες τάξεις που υπερισχύει η θεσμική αντίληψη, δυνάμει της οποίας το καταστατικό (και ακόμη και η ιδρυτική πράξη) αποτελεί πράξη sui generis η οποία έχει ισχύ αντικειμενικού δικαίου για τους εταίρους, είναι δυνατόν ορισμένες ρήτρες του καταστατικού να είναι αντιτάξιμες μόνο σ' αυτόν ο οποίος πράγματι και ρητά έδωσε τη συναίνεσή του, δηλαδή τηρουμένων των συμβατικών τύπων κατά την αυστηρά του όρου έννοια.
Η συμβατικο-θεσμική διχοτόμηση, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της εταιρικής σχέσεως, μου φαίνεται, τελικά και για τη λύση του εξεταζομένου ζητήματος, μάλλον θεωρητική και εν πάση περιπτώσει ελάσσονος σημασίας. Αυτό που κατά τη γνώμη μου έχει σημασία είναι μάλλον το ότι, ανεξάρτητα από την υιοθετηθείσα αντίληψη και τις θεωρητικές συζητήσεις στο θέμα αυτό, υφίσταται οπωσδήποτε στη βάση της εννοίας της εταιρίας μία εκδήλωση συμβατικής βουλήσεως που συγκεκριμενοποιείται στη συστατική πράξη της εταιρίας, της οποίας συστατικό μέρος αποτελεί το καταστατικό, και η οποία εγκαθιδρύει με τον τρόπο αυτό στενούς δεσμούς μεταξύ των μετόχων και μεταξύ αυτών και της εταιρίας, οι δεσμοί δε αυτοί καθιερώνονται στο καταστατικό κατά τον πλέον ευρύ και οριστικό τρόπο και είναι κατ' ουσίαν, εν πάση περιπτώσει όσον αφορά τα αποτελέσματά τους και καθόσον μας ενδιαφέρει, τουλάχιστον εξομοιώσιμοι προς αυτούς του συμβατικού τύπου.
5. Αυτό επιβεβαιώνεται με ακρίβεια στην απόφαση Peters (3), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι συγκαταλέγεται στις διαφορές εκ συμβάσεως αγωγή για την ανάκτηση οφειλομένων, ασκηθείσα από σωματείο έχον νομική προσωπικότητα κατά ενός εκ των μελών του. Η απόφαση αυτή έχει διπλή σημασία: αφενός το Δικαστήριο διευκρινίζει με αυτήν ότι η έννοια της διαφοράς εκ συμβάσεως (του άρθρου 5 της Συμβάσεως) δεν μπορεί να ερμηνεύεται "ως απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του άλλου από τα κράτη για τα οποία πρόκειται" (4), αυτό δε προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα και ο ενιαίος χαρακτήρας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα κράτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αφετέρου επιβεβαιώνει με αυτήν ότι "η προσχώρηση σε σωματείο δημιουργεί μεταξύ των μελών του στενές σχέσεις της ίδιας φύσεως με αυτές που δημιουργούνται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μιας συμβάσεως" (5).
Παρέλκει εντελώς η παρατήρηση ότι οι γενικοί και κατηγορηματικοί όροι του εν λόγω χαρακτηρισμού των σχέσεων εντός της εταιρίας, που δόθηκε από το Δικαστήριο, αποκλείουν το να μπορεί το περιεχόμενό του να συνδέεται μόνο με την έννοια της "διαφοράς εκ συμβάσεως" του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, που αποτελούσε το ειδικό αντικείμενο της αποφάσεως Peters. Και δεν διακρίνω κανένα λόγο για να απομακρυνθούμε εν προκειμένω από την προαναφερθείσα νομολογία.
Τέλος, θεωρώ ότι, στο πλαίσιο αυτόνομης και ενιαίας ερμηνείας των εννοιών που περιλαμβάνονται στη συμφωνία, και λαμβάνοντας υπόψη την ουσιαστική έννοια της εταιρίας (πέραν των διαφορετικών τυπικών χαρακτηρισμών που υιοθετήθηκαν στις διάφορες έννομες τάξεις), επιτρέπεται και είναι εύλογο - για τους συναφείς εν προκειμένω σκοπούς - να αναγνωριστεί η συμβατική φύση, ή, πάντως, μία εξομοιώσιμη προς αυτή φύση, των διατάξεων του καταστατικού που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της εταιρίας και των μετόχων της. Αυτό δε, προφανώς, επίσης όσον αφορά μία ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας όπως αυτή που
αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Επομένως, είναι δυνατό αυτή η ρήτρα του καταστατικού να περιληφθεί στην έννοια της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά την έννοια του άρθρου 17.
6. Αφού διευκρινίσθηκαν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και, επομένως, το γεγονός ότι μία ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας, που περιλαμβάνεται στο καταστατικό εταιρίας, εμπίπτει στην έννοια της συμφωνίας μεταξύ της εταιρίας και του μετόχου, πρέπει να επαληθευθεί ότι αυτό συμφωνεί με τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Συμβάσεως.
Προτού να προχωρήσω σ' αυτή την επαλήθευση, μου φαίνεται, εντούτοις, σκόπιμο να υπενθυμίσω εν συντομία τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο έκρινε πάντα ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς και αυστηρώς, δεδομένου ότι συνιστούν εξαίρεση από τη γενική δωσιδικία του εναγομένου (άρθρο 2) και από τις ειδικές δωσιδικίες των άρθρων 5 και 6.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, εξαρτώντας το κύρος της παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας "από την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών, το άρθρο 17 επιβάλλει στον δικαστή που επελήφθη της υποθέσεως την υποχρέωση να ερευνήσει, πρωτίστως, αν η ρήτρα που τον καθιστά αρμόδιο υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας των μερών, η οποία πρέπει να εκδηλώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή" (6). Κατά την ερμηνεία που δόθηκε από το Δικαστήριο, ο τρόπος εκδηλώσεως της συναινέσεως συνδέεται, επομένως, στενά με την απόδειξη της υπάρξεως αυτής της ίδιας της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Και, πράγματι,
"οι τύποι που απαιτεί το άρθρο 17 αποσκοπούν στην εξασφάλιση ότι υφίσταται πράγματι συμφωνία μεταξύ των μερών" (7).
Επιπλέον, οι υιοθετηθείσες πρακτικές λύσεις αποκαλύπτουν ότι το Δικαστήριο, σε ορισμένο βαθμό, μείωσε την αυστηρότητα των τυπικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις.
Πράγματι, από τη συναφή νομολογία προκύπτει ότι η επαλήθευση της συναινέσεως των διαδίκων μπορεί κάλλιστα να πραγματοποιείται, επίσης, βάσει ευλόγων εικασιών (στην περίπτωση, για παράδειγμα, διαδίκου ευνοουμένου από τη ρήτρα ως προς τον οποίο πρέπει να εικασθεί ότι δέχθηκε αυτή την ίδια τη ρήτρα) (8) ή βάσει αποδεικτικής συμπεριφοράς (για παράδειγμα, στην περίπτωση της μη αμφισβητήσεως της γραπτής επιβεβαιώσεως που προέρχεται από τον άλλο διάδικο, ή ακόμη της αποδοχής της παροχής που προβλέπεται ως αντιπαροχή μιας συμφωνίας περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του άλλου διαδίκου) (9) ή ακόμη βάσει της συνήθους επιμελείας: όπως στην περίπτωση ρητρών που ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορούσε ή όφειλε να γνωρίζει επιδεικνύοντας τη συνήθη επιμέλεια, ή συνηθειών που όφειλε ή μπορούσε να γνωρίζει, κ.λπ. (10)
Αυτή η μείωση της σημασίας των τυπικών προϋποθέσεων, στην οποία προέβη η νομολογία του Δικαστηρίου, περιελήφθη και επεκτάθη στο νέο κείμενο, εφαρμοστέο εν προκειμένω, του άρθρου 17, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 η οποία, ας υπομνηστεί, αναφέρεται στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου προβλέποντας ότι μία συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας
μπορεί να συναφθεί επίσης υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες αυτές: συνήθειες που τα μέρη γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν.
'Ολα αυτά αποκαλύπτουν μια πολύ μεγάλη (και αναγκαία) προσοχή και ευαισθησία στις απαιτήσεις του διεθνούς εμπορίου και, γενικότερα, στη συγκεκριμένη λειτουργία του επιχειρηματικού κόσμου. Πράγματι, είναι προφανές ότι μία πολύ αυστηρή εφαρμογή των αρχών του άρθρου 17 θα καθιστούσε στην πράξη αδύνατη την εφαρμογή των συμφωνιών περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας των περιληφθεισών στα συμβατικά έγγραφα - ή τους αντιπροσωπευτικούς τίτλους των συμβατικών σχέσεων (αυτή είναι ιδίως η περίπτωση των αξιών που αποτελούν μέρος του κυκλοφορούντος ενεργητικού) - τα οποία, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, δεν έχουν υπογραφεί από το ένα εκ των συμβαλλομένων μερών ή πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να υπογραφούν.
7. Εκτός αυτού, είναι επίσης ορθό ότι το Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, επέμεινε στο γεγονός ότι το αληθές της συναινέσεως των μερών όσον αφορά τις εν λόγω ρήτρες, δηλαδή η "ενσυνείδητη αποδοχή τους", πρέπει να αποδεικνύεται. Πράγματι, ο σκοπός παραμένει πάντα η αποφυγή της λαθραίας εισαγωγής μιας συμφωνίας περί διεθνούς δικαιοδοσίας, δηλαδή χωρίς να έχει πράγματι λάβει γνώση ένα από τα μέρη, ακόμη και ενόψει της συνήθους επιμελείας ή των συνηθειών που εικάζεται ότι είναι γνωστές, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο των αποφάσεων Salotti και Tilly Russ που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
'Οσον αφορά την παρούσα περίπτωση, πρέπει να αποδειχθεί αν υπήρξε αποδοχή με επίγνωση του πράγματος ή τουλάχιστον γνώση όσον αφορά ρήτρα του καταστατικού εταιρίας με την οποία, κατ' εξαίρεση από τη γενική δωσιδικία του εναγομένου και από τις ειδικές δωσιδικίες, που προβλέπονται αντιστοίχως στα άρθρα 2, 5 και 6 της Συμβάσεως, καθορίζει ως αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές της εταιρίας αυτό της έδρας της εταιρίας ("δικαστήριο που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία"), ανεξάρτητα από τη φύση της διαφοράς.
Οι περιπτώσεις ως προς τις οποίες τίθεται το ζήτημα του κύρους και, επομένως, του αντιτάξιμου της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας τοποθετούνται σε διαφορετικά χρονικά σημεία της ζωής της εταιρίας.
Η πρώτη περίπτωση αφορά, ας πούμε, το κύρος "της καταγωγής" της ρήτρας, οσάκις αυτή ήταν ενσωματωμένη στο καταστατικό από της συστάσεως της εταιρίας. Νομίζω ότι η υπόθεση αυτή δεν δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα οσάκις, από άποψη ουσίας, δόθηκε συμβατικός χαρακτηρισμός στις εταιρικές σχέσεις, όπως προηγουμένως ανέφερα. 'Οσον αφορά τον απαιτούμενο από το άρθρο 17 τύπο είναι αδιανόητο ότι, στο πλαίσιο των διευκρινισθέντων από το Δικαστήριο όρων, μπορεί να λείπει κατά τη σύσταση της εταιρίας.
Δεν είναι σπουδαιότερα ούτε διαφορετικά τα προβλήματα που τίθενται στην περίπτωση κατά την οποία η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας εισήχθη μεταγενέστερα, με τροποποίηση του καταστατικού και δι' αποφάσεως της συνελεύσεως των μετόχων, ειδικότερα σε σχέση προς τους εταίρους που εξέφρασαν με την ευνοϊκή ψήφο τους τη συναίνεσή τους στην εισαγωγή της ρήτρας. Στην περίπτωση αυτή, επίσης, είναι αναμφισβήτητο ότι τόσο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις (συναίνεση) όσο και οι τυπικές προϋποθέσεις (τουλάχιστον μία γραπτή πράξη και η υπογραφή), που απαιτούνται από το άρθρο 17 της Συμβάσεως, πληρούνται.
Επομένως, είναι σχεδόν περιττό να τονιστεί ότι, ενόψει της δικογραφίας στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα είναι έγκυρη και αντιτάξιμη στην Powell Duffryn, η οποία ψήφισε υπέρ με την ευκαιρία της εισαγωγής της ρήτρας στο καταστατικό της εταιρίας ΙΒΗ.
8. Αμφιβολίες, ή ακόμη και διαφορετικές απόψεις, εκδηλώθηκαν όσον αφορά την περίπτωση κατά την οποία υπάρχει η τάση η ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας να κρίνεται ως έγκυρη και αντιτάξιμη επίσης σε σχέση προς τους μετόχους οι οποίοι: α) διαφώνησαν κατά την εισαγωγή της ρήτρας στο καταστατικό β) κατέστησαν μεταγενέστερα μέτοχοι, ίσως αγοράζοντας τηλεφωνικώς μία μετοχή ή, κατά το όχι πολύ επιτυχές παράδειγμα που αναφέρθηκε κατά την προφορική
διαδικασία, επειδή βρήκαν τυχαίως ή και, ακόμη, έκλεψαν τον τίτλο ή, ακόμη, επειδή υπέγραψαν για την ανάληψη νέων μετοχών με την ευκαιρία αυξήσεως του κεφαλαίου. Κατ' ουσίαν, στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 δεν πληρούνται: στην πρώτη περίπτωση η προϋπόθεση της συναινέσεως, εφόσον υπάρχει μάλιστα διαφωνία στη δεύτερη περίπτωση, επειδή δεν προσκομίστηκε η απόδειξη της ειδικής συναινέσεως για την εξαίρεση.
Δεν συμμερίζομαι τις αμφιβολίες αυτές και θεωρώ, αντιθέτως, ότι μία συμφωνία για τον καθορισμό διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανόμενη στο καταστατικό εταιρίας δεσμεύει όλους τους εταίρους, περιλαμβανομένων και των μελλοντικών εταίρων και ακόμη των εταίρων που διαφώνησαν κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής της ρήτρας και οι οποίοι διατήρησαν την ιδιότητα του εταίρου. Επομένως, θεωρώ ότι η αντίθετη άποψη πρέπει να παραμεριστεί, διότι δεν επιτυγχάνει να κατανοήσει και να λύσει ούτε τα άμεσα προβλήματα ούτε τα πιο μακρυνά και γενικά (11).
Μπορεί αρχικά να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά την περίπτωση του εταίρου που εξεδήλωσε τη διαφωνία του ως προς την εισαγωγή συμφωνίας περί καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας, το άρθρο 17 έχει ως σκοπό να αποφευχθεί η λαθραία
εισαγωγή αυτής της συμφωνίας σε μία σύμβαση, αλλά ασφαλώς δεν έχει ως σκοπό να την καταστήσει ανεφάρμοστη έναντι αυτών οι οποίοι, παρόλον ότι έχουν πλήρη γνώση της υπάρξεώς της και ότι δεν την εγκρίνουν, διατηρούν την ιδιότητα του εταίρου. Στην πραγματικότητα θα ήταν τουλάχιστον περίεργο, ενώ κατά κανόνα η μη αποδοχή ρήτρας περί καθορισμού διεθνούς δικαιοδοσίας επιφέρει τη μη αποπεράτωση της συμβάσεως στην οποία αυτή αναφέρεται ή τον αποκλεισμό της ρήτρας της συμβάσεως, στην περίπτωση των εταιριών αυτή η διαφωνία να μπορεί να καταλήξει σε μία εξαιρετικά ευνοϊκή κατάσταση: διατήρηση της ιδιότητας του εταίρου και, ταυτόχρονα, μη εφαρμόσιμο της εν λόγω ρήτρας στον ίδιο τον εταίρο.
Εν συνεχεία, όσον αφορά την περίπτωση του εταίρου που καθίσταται εταίρος με την αγορά ή την εγγραφή για την ανάληψη μετοχών, υποστηρίχθηκε, εγκύρως, ότι η περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται οπωσδήποτε, κατά κανόνα, από έναν οποιονδήποτε έγγραφο τύπο, ταυτόχρονο ή τουλάχιστον μεταγενέστερο και επιβεβαιωτικό, με ακριβή αναφορά στο καταστατικό της εταιρίας και σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό, εις τρόπον ώστε οι προβλεπόμενες από το άρθρο 17 της Συμβάσεως αυστηρές προϋποθέσεις, όπως τις ερμηνεύει το Δικαστήριο, να τηρούνται (12).
Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί σχετικά ότι, όπως αυτό προκύπτει από ερευνητικό σημείωμα, συνταχθέν από τις υπηρεσίες του Δικαστηρίου, αν είναι αληθές ότι η εγγραφή και η αγορά μετοχών πραγματοποιούνται σύμφωνα με τρόπους που απαιτούν έγγραφο τύπο, είναι επίσης αληθές ότι το δελτίο εγγραφής και/ή η πράξη που αποδεικνύει την αγορά μετοχής δεν περιέχουν κατά κανόνα καμία παραπομπή στο καταστατικό. Εξάλλου, αντίθετα προς αυτό που υποστηρίχθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ρητή παραπομπή στο καταστατικό δεν μου φαίνεται απαραίτητη για το κύρος συμφωνίας περί καθορισμού διεθνούς δικαιοδοσίας που αυτό περιέχει, δεδομένου ότι η νομολογία του
Δικαστηρίου σχετικά με τις εν λόγω ρήτρες που ενσωματώνονται στους γενικούς όρους ή τις συμβάσεις-πρότυπα δεν είναι λυσιτελής.
Πράγματι, είναι μάλιστα περιττό να υπογραμμιστεί ότι, ενώ μία παραπομπή στους γενικούς όρους πωλήσεως είναι αναμφίβολα αναγκαία, διότι οι όροι αυτοί θα μπορούσαν ακόμη και να λείπουν, η αναφορά στο καταστατικό, περιλαμβανομένη σε έγγραφο που πιστοποιεί την αγορά ή την εγγραφή για την ανάληψη μετοχών, συνιστά αντιθέτως μία τυπικότητα εξίσου υπερβολική όσο και άσκοπη: ακόμη και ο λιγότερο ενήμερος και ευκαιριακός αγοραστής μετοχών έχει στην πραγματικότητα συνείδηση ότι πάντοτε και οπωσδήποτε υπόκειται στους κανόνες του καταστατικού, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε παραπομπή που υπενθυμίζει την εφαρμογή τους.
9. Επιπλέον, είμαι πεπεισμένος ότι η λύση του προβλήματος απαιτεί ευρύτερη προσέγγιση, η οποία να λαμβάνει επίσης υπόψη την ιδιαιτερότητα της ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό εταιρίας και τη σπουδαιότητα που έχει, όχι μόνο στο πλαίσιο της οικονομικής αλλά και της "νομικής" ζωής της ίδιας εταιρίας, η συλλογική βούληση σε σχέση προς τη συναίνεση του μεμονωμένου μετόχου. Αν δεν αντιληφθούμε ότι το ζήτημα που έθεσε ο αιτών δικαστής δεν μπορεί να λυθεί λαμβάνοντας υπόψη μόνο τη συγκατάθεση του μεμονωμένου μετόχου και την παραδοσιακή συμβατική διάσταση, δεν θα φθάσουμε πολύ μακρυά. 'Ισως, να δοθεί λύση στην προκειμένη περίπτωση καθ' οιονδήποτε τρόπο, αλλά θα πρόκειται εν πάση περιπτώσει για λύση περιορισμένη και καθόλου ικανοποιητική.
Ειδικότερα, το γεγονός της αναζητήσεως της συναινέσεως του μεμονωμένου εταίρου μεταξύ των παραδοσιακών όρων, εφαρμόζοντας στη συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό τα ίδια κριτήρια με αυτά που χρησιμοποιούνται για τη σύμβαση πωλήσεως αποθέματος τεύτλων, θα είχε ασφαλώς ως αποτέλεσμα, και πρωτίστως, δύο διαφορετικά συστήματα, γεγονός απαράδεκτο, μεταξύ των μετόχων. Αυτό δε, στον βαθμό που αυτή η ρήτρα, ενώ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17, θα ήταν αντιτάξιμη μόνο σ' αυτούς που συμμετείχαν στην κατάρτιση του καταστατικού ταυτόχρονα με την ιδρυτική πράξη ή ακόμη, στην περίπτωση ρήτρας εισαχθείσας σε μεταγενέστερη ημερομηνία,
μόνο σ' αυτούς που θα είχαν ψηφίσει υπέρ της ρήτρας αυτής. Εξάλλου, όσον αφορά τους μετόχους που παρεμβαίνουν μετά την αγορά ήδη υφισταμένων μετοχών, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή η ρήτρα μπορεί ή δεν μπορεί να αντιταχθεί σ' αυτούς ανάλογα με το αν αγόρασαν τις μετοχές τους από μετόχους ως προς τους οποίους η εν λόγω ρήτρα εφαρμοζόταν ή δεν εφαρμοζόταν: είναι προφανές ότι θα καταλήγαμε σ' αυτό το απαράδεκτο αποτέλεσμα ιδίως αν εφαρμοζόταν ασυζητητί η λύση που δόθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Tilly Russ (13).
Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το ότι όλοι οι παρόντες διάδικοι στην παρούσα διαδικασία αντιτάχθηκαν σε μία λύση που να συνεπάγεται δύο διαφορετικά συστήματα μεταξύ των μετόχων. Πράγματι, τα δύο διαφορετικά συστήματα θα κατέληγαν σε μία κατάσταση πραγματικά παράδοξη, ειδικότερα σε μία εταιρία που έχει πολυάριθμους και διασκορπισμένους σε πολλές χώρες μετόχους. Συγκεκριμένα, η εταιρία θα ήταν αναγκασμένη, εν απουσία ρήτρας όπως αυτή που μας απασχολεί, να εφέλκει τους εν λόγω μετόχους ενώπιον δικαστηρίων διεσπαρμένων ακόμη και σε όλη την Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία, για να ανακτήσει ίσως ακόμη και ασήμαντα ποσά.
Εξάλλου, η αρχή της ισότητας μεταξύ των μετόχων, καθώς και οι απαιτήσεις διαφάνειας που προηγουμένως υπογραμμίστηκαν, είναι αυτά που ώθησαν τους πλέον προσεκτικούς νομοθέτες να επιλέξουν το κριτήριο του forum societatis. Πράγματι, είναι γνωστό ότι η αποκλειστική ή συντρέχουσα δωσιδικία του δικαστηρίου του τόπου της έδρας της εταιρίας αποτελεί ένα σταθερό στοιχείο όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ μετόχων και μεταξύ της εταιρίας και των μετόχων. Αυτό δε, προφανώς, ανεξάρτητα από τη φύση της διαφοράς και την ιδιότητα της εταιρίας ως ενάγουσας ή εναγομένης (14).
Επιπλέον, έχει σημασία το ότι χρησιμοποιείται, στη συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης, η έκφραση, εξάλλου συνήθης, του δικαστηρίου που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία.
Προφανώς δεν θα ήταν ορθή η σκέψη ότι κάθε μέτοχος οφείλει, κατά το χρονικό σημείο που αποκτά την ιδιότητα αυτή, να υπογράφει ρητή και ειδική αποδοχή του καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του forum societatis. Αυτή η λύση, την οποία ακόμη και η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ξεπεράσει, θα ήταν εν πάση περιπτώσει μη πραγματοποιήσιμη, όσον αφορά τους τρόπους και τις τεχνικές κυκλοφορίας των τίτλων και δεν θα εξαφάνιζε το διπλό σύστημα μεταξύ μετόχων: θα κατέληγε, κατ' ουσίαν, στο να επιβεβαιώσει την απόλυτη αδυναμία μιας ανωνύμου εταιρίας να τύχει των πλεονεκτημάτων ρήτρας όπως αυτή την οποία εξετάζουμε.
'Οπως φαίνεται, πρέπει να ακολουθηθεί διαφορετική και λιγότερο περιορισμένη προσέγγιση η οποία, σεβόμενη τη ratio του άρθρου 17 της Συμβάσεως και πέραν ενός φορμαλισμού εξίσου άσκοπου και επιβλαβούς, λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα του φαινομένου της εταιρίας και των χαρακτηριστικών που είναι ίδια σ' αυτήν σε σχέση προς τις συναλλαγματικές συμβάσεις, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με την κυκλοφορία των μετοχών.
10. Στην περίπτωση των εταιριών, είναι αναντίρρητο ότι υφίσταται στη βάση της ιδρύσεως της εταιρίας (όποιος και αν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός που πρόκειται να δοθεί στην εταιρική "σύμβαση") σύγκλιση οικονομικών συμφερόντων αποσκοπούσα στην επιδίωξη κοινών σκοπών. Στην ιδρυτική πράξη της εταιρίας υπάρχει κοινότητα συμφερόντων, επιδιώκουσα για λογαριασμό όλων των συμβαλλομένων την αναζήτηση, με την άσκηση κοινής (οικονομικής)
δραστηριότητας, ευεργετημάτων και πλεονεκτημάτων. Αυτό δε ανεξάρτητα από τους λόγους που οδηγούν κάθε εταίρο στο να επιδιώκει το κοινό συμφέρον, οι οποίοι λόγοι παραμένουν προφανώς διαφορετικοί αλλά δεν έχουν σημασία.
Επομένως, η αρχική σύγκλιση συμφερόντων και η ταυτότητα της νομικής θέσεως των εταίρων (η ισότητα της θέσεως υφίσταται όχι μόνο μεταξύ των ιδρυτών εταίρων κατά το χρονικό σημείο της ιδρύσεως, αλλά επίσης μεταξύ αυτών των τελευταίων και αυτών που προσχωρούν στην εταιρία σε μεταγενέστερο στάδιο, εγκαθιδρυομένης ομοίας κοινότητας συμφερόντων με αυτούς ενόψει της επιδιώξεως κοινών σκοπών) συνεπάγονται ενδεχόμενη θυσία της θέσεως του μεμονωμένου μετόχου σε σχέση προς τους σκοπούς που η εταιρία επιδιώκει και οι οποίοι εν πάση περιπτώσει είναι κοινοί σε όλους τους μετέχοντες.
Η υπαγωγή σε όλους τους κανόνες του καταστατικού, ακόμη και αν καθ' υπόθεση κάποιος δεν συμφωνεί ως προς έναν απ' αυτούς, απορρέει πράγματι από την τήρηση των κανόνων διαμορφώσεως της εταιρικής βουλήσεως, κανόνων που διέπουν τη λειτουργία της εταιρίας. Οι κανόνες αυτοί, τους οποίους μπορούμε να ορίσουμε ως "κανόνες του παιγνιδιού", προϋποθέτουν εξ ορισμού ότι ο εταίρος συναινεί στο να υπόκειται στις αποφάσεις της συνελεύσεως ακόμη και αν διαφωνεί ως προς μία ειδική διάταξη, κατά τον ίδιο τρόπο που ο εταίρος που προσχωρεί μεταγενέστερα συναινεί στο να υπόκειται στο εταιρικό κεκτημένο στο σύνολό του.
Τέλος, η υπαγωγή σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταστατικού είναι συμφυής με την απόκτηση της ιδιότητας του εταίρου και συνεπάγεται, εξάλλου, την υπαγωγή σε όλες τις αποφάσεις, παρελθούσες και μελλοντικές, των οργάνων της εταιρίας, οι οποίες ψηφίστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες του καταστατικού και των νόμων που αφορούν τη διαμόρφωση της βουλήσεως.
11. Από τη λογική της εταιρίας και τις αρχές από τις οποίες προέρχεται, όπως αυτές που μόλις περιγράψαμε, φαίνεται σαφώς ότι η συναίνεση των μελών στο καταστατικό, επομένως στους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της εταιρίας, συνιστά την έκφραση εκδηλώσεως της σφαιρικής βουλήσεως των εταίρων: την
εταιρική βούληση. Ομοίως, η εταιρική βούληση είναι επίσης αυτή, καθώς και οι πράξεις που την εκφράζουν, που πρέπει να διέπει τις υποχρεωτικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εταίρων και της εταιρίας, βούληση που καλύπτει επίσης το συμβατικό στοιχείο που ανάγεται στην απαρχή της ίδιας της εταιρίας. Εις τρόπον ώστε δεν φαίνεται νοητό να αναζητείται μία συμφωνία μεταξύ των μελών υπό την αυστηρή έννοια της διατυπώσεως, ως αποκλειστική πηγή των εν λόγω υποχρεωτικών σχέσεων.
Επομένως, ενόψει αυτής της εταιρικής βουλήσεως και όχι σε σχέση προς τη συναίνεση του ατομικού εταίρου πρέπει να εκτιμάται ο σύμφωνος χαρακτήρας της εν λόγω ρήτρας προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17.
Διαφορετικό συμπέρασμα θα συνεπαγόταν την παραγνώριση, με λίγα λόγια, της πραγματικότητας του φαινομένου της εταιρίας και θα οδηγούσε ασφαλώς σε μη επιθυμητά αποτελέσματα τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν ανταποκρίνονται στη λογική του εν λόγω άρθρου: ειδικότερα, τα αναφερθέντα δύο διαφορετικά συστήματα μεταξύ δύο εταίρων ως προς την αρμόδια δωσιδικία, περίπτωση ασφαλώς ξένη προς τον σκοπό του άρθρου 17.
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, θεωρώ ότι οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 17 της Συμβάσεως συντρέχουν αν η εταιρική βούληση, έκφραση της σφαιρικής βουλήσεως των εταίρων, διαμορφώθηκε τηρουμένων των εθνικών κανόνων που είναι εφαρμοστέοι προς τον σκοπό αυτό.
Αυτή η παραπομπή στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, υπό τους αναφερθέντες όρους, μου φαίνεται απαραίτητη προκειμένου να επαληθευθεί το αν η εταιρική βούληση διαμορφώθηκε πλήρως (δεδομένου ότι οι διατάξεις που διέπουν τη σχετική διαμόρφωση και, ειδικότερα, οι απαιτούμενες πλειοψηφίες είναι διαφορετικές στα διάφορα κράτη μέλη) και, ταυτόχρονα, για να καθοριστούν κατά τρόπο ειδικό τα σχετικά όρια. Πράγματι, δεν χρειάζεται καθόλου να υπογραμμιστεί ότι αυτή η παραπομπή δεν είναι δυνατόν εν πάση περιπτώσει να επιτρέπει στα συμβαλλόμενα
κράτη να απαιτούν διαφορετικές τυπικές προϋποθέσεις και πέραν αυτών που προβλέπονται από το άρθρο 17, όπως ερμηνεύεται στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται ευρέως, δεδομένου ότι ο γραπτός τύπος, που εμφανίζεται συχνά ως αυθεντική πράξη, απαιτείται σε όλες τις έννομες τάξεις των συμβαλλομένων κρατών για τη θέσπιση της ιδρυτικής πράξεως της εταιρίας, πράξεως που περιλαμβάνει το καταστατικό ή, εν πάση περιπτώσει, παραπέμπει ρητώς σ' αυτό. Ομοίως, η τροποποίηση του καταστατικού χρήζει του γραπτού τύπου ή, τουλάχιστον, της γραπτής επιβεβαιώσεως, τηρουμένων - εν γένει - των αυτών τυπικών προϋποθέσεων με αυτές που προβλέπονται για την ιδρυτική πράξη.
Από τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις προδήλως προκύπτει ότι καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα είτε η εν λόγω ρήτρα περιλαμβάνεται απαρχής στο καταστατικό είτε τίθεται σ' αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο με τροποποίηση του καταστατικού.
Εν συνεχεία, όσον αφορά τους εταίρους που δεν συμμετείχαν στην ψήφιση της εν λόγω ρήτρας, επιβάλλεται το ίδιο συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των εταιριών και των απαιτήσεων που επιβάλλει η κυκλοφορία των τίτλων. Το ίδιο το γεγονός της αποκτήσεως της ιδιότητας του εταίρου (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αποκτούν ήδη υπάρχουσες μετοχές ή ότι εγγράφονται για την ανάληψη νέων μετοχών με την ευκαιρία αυξήσεως του κεφαλαίου) συνεπάγεται, επομένως, την υπαγωγή σε όλες τις υποχρεώσεις εκ του καταστατικού, συμπεριλαμβανομένης ενδεχομένης ρήτρας περί διεθνούς δικαιοδοσίας.
12. Και ούτε μου φαίνεται σκόπιμο να τροφοδοτούνται οι ανησυχίες ως προς τα συνδεδεμένα με την προταθείσα εδώ λύση άτοπα αποτελέσματα, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο επιλογών, ούτως ειπείν επιπολαίων, ή μιας μη ενδεικνυομένης δωσιδικίας (δωσιδικία Χαϊδελβέργης για μία εταιρία με έδρα και εγκατάσταση στη Νάπολη).
Ας υπομνηστεί, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να ερμηνεύσει τη Σύμβαση ενόψει υποθέσεως κατά την οποία η ρήτρα διεθνούς
δικαιοδοσίας προβλέπει ότι ο μέτοχος υπάγεται "στο δικαστήριο που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία", δηλαδή στο δικαστήριο του τόπου της έδρας της εταιρίας. Δεδομένου ότι αυτό διευκρινίστηκε, θεωρώ, εντούτοις, ότι το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί και πέραν της συγκεκριμένης περιπτώσεως, τόσο όσον αφορά τη σπουδαιότητα που έχει αυτό το ερώτημα όσο και λόγω του γεγονότος ότι το υποβληθέν από τον αιτούντα δικαστή ερώτημα διατυπώθηκε με γενικούς όρους.
Πράγματι, εκ πρώτης όψεως, στο πλαίσιο της Συμβάσεως και στο πλαίσιο της νομολογίας του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της επιλογής στην οποία προέβησαν οι διάδικοι ως προς το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να φανεί ως άνευ σημασίας. 'Ομως, εξετάζοντάς το από πιο κοντά και περισσότερο σε βάθος, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς ότι, στη νομολογία του Δικαστηρίου (σκέπτομαι τις προαναφερθείσες αποφάσεις Tilly Russ και Salotti) και κυρίως στο ίδιο το άρθρο 17, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση του 1978 (σκέπτομαι την αναφορά στο διεθνές εμπόριο, ειδικότερα στις συνήθειες που τα μέρη γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν), μπορεί επίσης να ξαναβρεθεί, και κατά τρόπο πολύ πρόσφορο, ένα άνοιγμα στο περιεχόμενο της επιλογής: εντέλει, ένα άνοιγμα στο συναφές και την ορθή έννοια της επιλογής του αρμοδίου φόρουμ σε σχέση προς την πρακτική (15).
Πάντως, θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος για να μη κενωθεί παντός περιεχομένου το νέο κείμενο του άρθρου 17, και, επομένως, για να ληφθούν υπόψη οι ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη συγκεκριμένη λειτουργία του επιχειρησιακού κόσμου (χωρίς, επιπλέον, να αλλοιωθεί ο αρχικός σκοπός της διατάξεως αυτής που παραμένει πάντα αυτός της εξασφαλίσεως του ασφαλούς και δημοσίου χαρακτήρα των εν λόγω ρητρών), έγκειται ακριβώς στο να προβλεφθούν ειδικές προϋποθέσεις όσον
αφορά τη συμφωνία βουλήσεως, προϋποθέσεις που λαμβάνουν υπόψη τον υπό εξέταση ειδικό τομέα (16).
Υπό την προοπτική αυτή, είναι σκόπιμο η εξέταση του κύρους των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας, που πραγματοποιείται υπό το φως των συνηθειών που ισχύουν στο διεθνές εμπόριο, να περιλαμβάνει όχι μόνο την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων που διασφαλίζουν τη δημοσιότητα των εν λόγω ρητρών, αλλά επίσης το περιεχόμενο: επαληθεύοντας, επομένως, το συναφές και την ορθή έννοια της ρυθμίσεως σε σχέση προς τις συνήθως ασκούμενες συνήθειες στο πλαίσιο του ειδικού υπό κρίση εμπορικού τομέα.
Για να επανέλθω στην παρούσα περίπτωση και για να είμαι ακόμη πιο σαφής, ας παρατηρήσω ότι, όσον αφορά την επιλογή του forum societatis, στην οποία προβαίνουν οι περισσότερες από τις έννομες τάξεις, ανάλογη επιλογή που συνυπογράφεται από τους εταίρους στο καταστατικό της εταιρίας όχι μόνο πληροί τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις αλλά συνιστά επίσης το μόνο που είναι συναφές και ορθό σε σχέση προς την επιλογή εξ επόψεως πραγματικών περιστατικών και/ή εξ επόψεως δικαίου που συνηθίζονται στον τομέα για τον οποίο πρόκειται.
Συνεπώς, προτείνω το Δικαστήριο να περιορίσει το κύρος ρήτρας διεθνούς δικαιοδοσίας στην περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, προβλέπει
τη δωσιδικία του δικαστηρίου που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία και να επιβεβαιώσει ότι μία διάταξη του καταστατικού που καθορίζει τη δωσιδικία αυτή συνιστά συμφωνία έγκυρη κατά την έννοια του άρθρου 17, εφόσον έχει συναφθεί τηρουμένων των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων σχετικά με τη διαμόρφωση της εταιρικής βουλήσεως. Αυτή η πρόταση απαντά επίσης στο ερώτημα 2, στοιχείο α.
13. 'Οσον αφορά εν συνεχεία το ερώτημα αν η συμφωνία καθορισμού διεθνούς δικαιοδοσίας πληροί, κατά την έννοια του άρθρου 17, την προϋπόθεση του επαρκώς συγκεκριμένου χαρακτήρα της έννομης σχέσεως από την οποία μπορούν να προκύψουν οι διαφορές (ερώτημα 2, στοιχείο β), ας υπομνηστεί καταρχάς ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό ο διάδικος που βρίσκεται σε κατάσταση μεγαλύτερης οικονομικής ισχύος να μη επιβάλλει στον αντίδικο συγκεκριμένη γενική δωσιδικία. Λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο αυτό, η εν λόγω διάταξη τηρείται αν το άρθρο 4 του καταστατικού, του οποίου η ερμηνεία εναπόκειται τελικά στον εθνικό δικαστή, ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά όλες τις διαφορές μεταξύ του μετόχου και της εταιρίας λόγω των αμοιβαίων σχέσεών τους.
Τέλος, όσον αφορά το ερώτημα 2, στοιχείο γ, με το οποίο ο αιτών δικαστής ερωτά το Δικαστήριο αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του καταστατικού ρήτρα καλύπτει επίσης τις αξιώσεις καταβολής που απορρέουν από συμβάσεις περί εγγραφής για την ανάληψη μετοχών και τις αξιώσεις για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων μερισμάτων, πρέπει να υπομνηστεί ότι η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου εναπόκειται στον δικαστή της κύριας δίκης. Πράγματι, αυτός ο τελευταίος καλείται να αποφανθεί επί της ρήτρας παρεκτάσεως, προκειμένου να καθοριστεί σε τι βαθμό και εντός ποιων ορίων είναι εφαρμοστέα ως προς την καταβολή ποσών που οφείλονται στην εταιρία και ως προς την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων μερισμάτων.
14. Υπό το φως των παρατηρήσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, προτείνω, επομένως, το Δικαστήριο να αποφανθεί στα ερωτήματα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Koblenz ως εξής:
"1) Μία ρήτρα περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνεται στο καταστατικό ανωνύμου εταιρίας, δυνάμει της οποίας ο μέτοχος υπόκειται στο δικαστήριο που είναι κατά κανόνα αρμόδιο να κρίνει υποθέσεις που αφορούν την εταιρία για όλες τις διαφορές με την εταιρία ή τα όργανά της, συνιστά για όλους τους μετόχους έγκυρη συμφωνία περί δικαιοδοσίας, κατά την έννοια του άρθρου 17 της Συμβάσεως, εάν συνήφθη τηρουμένων των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων σχετικά με τη διαμόρφωση της εταιρικής βουλήσεως.
2) Η προϋπόθεση του επαρκώς συγκεκριμένου χαρακτήρα της έννομης σχέσεως, από την οποία μπορούν να προκύψουν οι διαφορές κατά την έννοια του άρθρου 17, πληρούται αν το άρθρο 4 του καταστατικού ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αφορά όλες τις διαφορές μεταξύ του μετόχου και της εταιρίας λόγω των αμοιβαίων σχέσεών τους.
3) Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να ερμηνεύσει τη ρήτρα διεθνούς δικαιοδοσίας προκειμένου να καθοριστούν οι διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, 12/76, Tessili (Rec. 1976, σ. 1485, σκέψη 11).
(2) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1976, 29/76, Eurocontrol (Rec. 1976, σ. 1541) της 30ής Νοεμβρίου 1976, 21/76, Mines de potasse d' Alsace (Rec. 1976, σ. 1735) της 18ης Μαρτίου 1981, 139/80, Trost (Συλλογή 1981, σ. 819), και της 22ας Μαρτίου 1983, 34/82, Peters (Συλλογή 1983, σ. 987).
(3) Προαναφερθείσα απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983, υποσημείωση 2.
(4) 'Οπ.π., σ. 1002, σκέψη 9.
(5) 'Οπ.π., σκέψη 13.
(6) Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1976, 24/76, Estasis Salotti (Rec. 1976, σ. 1831, σκέψη 7), και 25/76, Galeries Segoura (Rec. 1976, σ. 1851, σκέψη 6).
(7) Προαναφερθείσες αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1976, Estasis Salotti και Galeries Segoura, αντιστοίχως οι σκέψεις 7 και 6.
(8) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 201/82, Gerling (Συλλογή 1983, σ. 2503).
(9) Αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1986, 313/85, Iveco Fiat (Συλλογή 1986, σ. 3337), και της 11ης Ιουλίου 1985, 221/84, Berghoefer (Συλλογή 1985, σ. 2699).
(10) Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1976, 24/76, προαναφερθείσα της 19ης Ιουνίου 1984, 71/83, Tilly Russ (Συλλογή 1984, σ. 2417), και της 11ης Νοεμβρίου 1986, 313/85, προαναφερθείσα.
(11) Εκτός από το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία, η άποψη την οποία σχολιάζω εδώ διατυπώθηκε από τον Thode, σε νότα, εξάλλου, σχετική με τη Διάταξη περί παραπομπής την οποία εξετάζουμε (εις Wirtschafts- und Bankrecht, τίτλος VII, στοιχείο Β, παράγραφος 1, 1989, σ. 1425). Μία αντίθετη γνώμη, ακολουθούσα επομένως την ίδια κατεύθυνση με αυτή που κατ' ουσίαν αναφέρεται εδώ, διατυπώνεται, πάντοτε ως σχόλιο της ίδιας Διατάξεως, από τον Geimer (εις Entscheidung zum Wirtschaftsrecht, 1989, σ. 855), ο οποίος είχε εντούτοις ήδη διατυπώσει την ίδια άποψη πριν από τη γένεση της διαφοράς που μας απασχολεί (Geimer-Schuetze: Internationale Urteilsanerkennung, τόμος Ι, Μόναχο 1983, σ. 696 επ.), αντίθετα προς άλλους συγγραφείς (Kropholler: Europaeisches Zivilprozessrecht, Χαϊδελβέργη, 1987, σ. 152 επ.). Υπό την έννοια του κύρους ρήτρας διαιτησίας περιλαμβανομένης στο καταστατικό σε σχέση προς διάταξη σχετικά με τις τυπικές προϋποθέσεις των ρητρών διεθνούς δικαιοδοσίας ανάλογη προς το άρθρο 17 (δηλαδή το άρθρο 1341 του Αστικού Κώδικα), βλ. Cassazione italiana, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1968, αριθ. 353, εις Giustizia civile, 1968, σ. 179 επ.
(12) Βλ., υπό αυτή την έννοια, Geimer-Schuetze: Internationale Urteilsanerkennung, όπ.π., σ. 940.
(13) Προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιουνίου 1984, σκέψεις 24 και 25.
(14) Η (αποκλειστική) δωσιδικία του δικαστηρίου της έδρας ή της κύριας εγκαταστάσεως της εταιρίας (άρθρο 628 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) γίνεται αποδεκτή στο Βέλγιο στη Δανία, το άρθρο 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τη συντρέχουσα δωσιδικία του δικαστηρίου του τόπου της έδρας, όπως και το άρθρο 22 της Zivilprozessordnung στη Γερμανία το ίδιο ισχύει για το Λουξεμβούργο (άρθρο 36 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και τις Κάτω Χώρες (άρθρο 126 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) στην Ιταλία εφαρμόζεται η γενική δωσιδικία (άρθρο 19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και των διαφορών μεταξύ μετόχων (άρθρο 23 ΚΠΔ).
(15) Βλ. υπό την έννοια αυτή ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις εις Carbone: "La disciplina comunitaria della 'proroga della giurisdizione' in materia civile commerciale", εις Diritto del Commercio Internazionale, 1989, σ. 351 επ., ειδικότερα 356 επ. και ήδη, του αυτού συγγραφέα: "Area dell' economia comunitaria e clausole di deroga alla giurisdizione contenute in polizze di carico", εις Diritto marittimo, 1977, σ. 169, 181.
(16) Ως προς το θέμα αυτό βλ. Kohler: "Rigueur et souplesse en droit international prive: Les formes possibles pour une convention de juridiction 'dans le commerce international' par l' article 17 de la Convention de Bruxelles dans sa nouvelle redaction", εις Diritto del Commercio Internazionale, 1990, σ. 611 επ. Ο συγγραφέας ορθώς τονίζει ότι η μείωση των τυπικών προϋποθέσεων στις οποίες προέβη το νέο κείμενο του άρθρου 17, στον βαθμό που συνεπάγεται αναπόφευκτη μείωση των ίδιων προϋποθέσεων όσον αφορά τη συμφωνία βουλήσεως, μπορεί μόνο να δικαιολογηθεί από τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των ρητρών περί καθορισμού διεθνούς δικαιοδοσίας. Ενώ υπογραμμίζει ότι "τα εθνικά δίκαια και ιδίως τα δίκαια που υπάγονται στο common law, επεφύλαξαν ανέκαθεν αυτό τον έλεγχο στους δικαστές τους, όχι μόνο οσάκις πρόκειται για την προστασία των ανίσχυρων διαδίκων, αλλά επίσης στους τομείς που οι επαγγελματίες ασκούν το εμπόριό τους βάσει προκαθορισμένων όρων", ο συγγραφέας θεωρεί, εντούτοις, ότι αυτός ο έλεγχος δεν είναι δυνατός βάσει της παρούσας διατυπώσεως του άρθρου 17 και ότι, αντιθέτως, επιβάλλεται τροποποίησή του.
Full & Egal Universal Law Academy