ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 23ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το τιθέμενο στην παρούσα υπόθεση ερώτημα είναι αν η κοινοτική νομοθεσία περί πριμοδοτήσεως λόγω μετατροπής αγελάδων γαλακτοπαραγωγής παρέχει στις αρχές κράτους μέλους την ευχέρεια να ζητούν μερική επιστροφή της πριμοδοτήσεως για μετατροπή που χορηγήθηκε σε κτηνοτρόφο, ο οποίος, ελάχιστο χρόνο πριν από την έγκριση της αιτήσεώς του, επώλησε μερικές από τις πλέον παραγωγικές αγελάδες του και τις αντικατέστησε με λιγότερο αποδοτικές.
2.
Στις 29 Μαρτίου 1979, ο Eddelbüttel ζήτησε από την καθής αρχή, δηλαδή την Bezirksregierung Lüneburg (τοπική κυβέρνηση του Lüneburg), να τον υπαγάγει στο καθεστώς πριμοδοτήσεως μετατροπής, αναφέροντας στο έντυπο της αιτήσεως του ότι κατείχε 24 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής και ότι είχε διαθέσει στο εμπόριο ποσότητα 113059 λίτρων γάλακτος κατά τη διάρκεια των 12 μηνών που προηγήθηκαν της αιτήσεως του. Την ίδια ημέρα, το τοπικό γεωργικό επιμελητήριο αρίθμησε και κατέγραψε 26 ζώα του ζωικού κεφαλαίου γαλακτοκομικής κατευθύνσεως, το οποίο απαρτιζόταν από 14 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, 10 δαμάλεις και 2 μόσχους. Με απόφαση της 27ης Απριλίου 1979, η καθής ενέκρινε την αίτηση του Eddelbüttel αναδρομικώς από τις 29 Μαρτίου 1979. Με απόφαση της 15ης Μαΐου 1979, η καθής κατέβαλε την πρώτη δόση της πριμοδοτήσεως ύψους 40390,31 γερμανικών μάρκων ( DM ), ήτοι το 60 % του συνολικού ποσού της πριμοδοτήσεως ύψους 67317,19 DM, υπολογιζομένου με βάση τις παραδόσεις ποσότητας γάλακτος 113059 λίτρων. Πάντως, μεταγενέστερα περιήλθε σε γνώση της καθής ότι στις 28 Μαρτίου 1979, ήτοι μία ημέρα πριν από την υποβολή της αιτήσεως για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως και την έγκριση της, ο Eddelbüttel επώλησε 10 από τις πλέον παραγωγικές αγελάδες του και αγόρασε 10 λιγότερο αποδοτικά ζώα, πιθανώς προς σφαγή, τα οποία στη συνέχεια πωλήθηκαν προτού σφαγούν στις 9 Απριλίου 1979.
3.
Η καθής έκρινε ότι στο πλαίσιο του συστήματος μετατροπής το ύψος της πριμοδοτήσεως αποτελούσε συνάρτηση της παραγωγικής ικανότητας του ζωικού κεφαλαίου κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της πριμοδοτήσεως και, κατά συνέπεια, επιβαλλόταν η μείωση της. Ανακάλεσε τις προγενέστερες αποφάσεις της και εξέδωσε νέες, καθορίζοντας την ποσότητα γάλακτος για πριμοδότηση σε 65951 λίτρα (ήτοι 14/24 της αρχικής ποσότητας) και χορηγώντας μια πρώτη δόση ύψους 23993,68 DM, ήτοι 60 % του συνολικού ποσού ύψους 39989,48 DM, προϊόν του εκ νέου υπολογισμού. Ζήτησε επίσης την απόδοση εντόκως του υπερβάλλοντος της πρώτης δόσεως που είχε ήδη καταβληθεί στον Eddelbüttel, ήτοι ποσού ύψους 16396,63 DM. Μετά την απόρριψη της ενστάσεως του, ο Eddelbüttel άσκησε προσφυγή, επικαλούμενος την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της καθής.
4.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι ο κανονισμός 1078/77 του Συμβουλίου (OJ L 131, σ. 1, εφεξής: κανονισμός του Συμβουλίου ) εισήγαγε σύστημα πριμοδοτήσεων υπέρ των παραγωγών οι οποίοι αναλαμβάνουν τη δέσμευση για συγκεκριμένη περίοδο να μη διαθέτουν στο εμπόριο γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα ( πριμοδότηση περί μη εμπορίας ) ή να διακόπτουν τις παραδόσεις γάλακτος ή να μετατρέπουν το ζωικό κεφάλαιο τους γαλακτοκομικής κατευθύνσεως σε κεφάλαιο παραγωγής κρέατος ( πριμοδότηση μετατροπής ), με σκοπό τη μείωση των πλεονασμάτων γάλακτος. Η δέσμευση για μετατροπή ίσχυε για διάστημα 4 ετών ( άρθρο 3, παράγραφος 2 ), ενώ το ύψος της πριμοδοτήσεως μετατροπής υπολογιζόταν σε συνάρτηση με τις παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποιούσε ο παραγωγός κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών που προηγούνταν του μηνός της υποβολής της αιτήσεως [άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1041/78 του Συμβουλίου (OJ L 134, σ. 9)]
5.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου ( όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1041/78) ορίζει:
« Για να λάβει την πριμοδότηση μετατροπής, ο παραγωγός πρέπει να αποδεικνύει με τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές:
—
ότι παρέδωσε τουλάχιστον 50000 χιλιόγραμμα γάλακτος ή ισοδυνάμου σε γαλακτοκομικά προϊόντα κατά την περίοδο των 12 μηνών που προηγούνται του μήνα υποβολής της αιτήσεως και ότι εξακολουθεί να κατέχει τον κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στην μονάδα εκμεταλλεύσεως του
ή
—
ότι εξακολουθεί να κατέχει τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των δαμάλεων, στη γεωργική εκμετάλλευση του.
Η αντίστοιχη προϋπόθεση πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως σε αντίθετη περίπτωση και ως συνέπεια μειώνεται η πριμοδότηση. »
6.
Ο κανονισμός 1391/78 της Επιτροπής, περί τροποποιημένων λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 180, εφεξής: κανονισμός της Επιτροπής), ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 3:
« Για να προσδιοριστεί η ποσότητα γάλακτος που θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως:
(...)
β)
η ποσότητα του γάλακτος (...) μειώνεται (... ) κατά τρόπο αναλογικό:
—
σύμφωνα (...) με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, στην περίπτωση που ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που περιλαμβάνονται στην εκμετάλλευση, ο οποίος διαπιστώνεται κατά τη στιγμή της εγκρίσεως της αιτήσεως, θα ήταν κατώτερος από τον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που είναι κατάλληλος για την προαναφερθείσα ποσότητα γάλακτος,
(...)»
7.
Το Bundesverwaltungsgericht, εθνικό δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, έκρινε ότι το ερώτημα που έπρεπε να επιλυθεί συνίστατο στο αν και σε ποιο βαθμό η αντικατάσταση ορισμένων αγελάδων γαλακτοπαραγωγής πριν από την υποβολή της αιτήσεως έθιγε το δικαίωμα για τη λήψη πριμοδοτήσεως. Κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, η κοινοτική νομοθεσία δεν απαντά στο ερώτημα, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως αντιφατική. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής φαίνεται ότι προέβλεπε μείωση της πριμοδοτήσεως σε περιπτώσεις όπως αυτή του αιτούντος. Αφετέρου, ο αιτών φαίνεται ότι θεμελίωνε το δικαίωμα του να λάβει στο ακέραιο το ύψος της πριμοδοτήσεως δυνάμει της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου ( υπέρτερης ισχύος ), εφόσον κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως του κατείχε τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής και δαμάλεις στη γεωργική εκμετάλλευση του. Κατόπιν αυτού, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1391/78 την έννοια ότι για τους σκοπούς του καθορισμού της ποσότητας γάλακτος επιτρέπεται μείωση στην περίπτωση που το αναφερόμενο στην ανωτέρω διάταξη άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 [ όπως διατυπωνόταν στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1041/78], δεν προβλέπει μείωση της πριμοδοτήσεως για τη συγκεκριμένη περίπτωση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος “ κατάλληλος ” του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1391/78;»
8.
Ο Eddelbüttel υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται λόγος μειώσεως της πριμοδοτήσεως. Κατ' αυτόν, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το δικαίωμα πριμοδοτήσεως παρατίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου. Ο Eddelbüttel υποστηρίζει ότι το δικαίωμά του να λάβει στο ακέραιο την πριμοδότηση απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, που απαιτεί απλώς ο παραγωγός να κατέχει τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως του, ο δε κανονισμός της Επιτροπής δεν μπορεί να βαίνει κατά της σαφούς και διαυγούς διατυπώσεως του βασικού κανονισμού. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η μείωση της πριμοδοτήσεως για περιπτώσεις που δεν προβλέπει ρητώς η νομοθεσία αντίκειται προς τους σκοπούς του συστήματος στο βαθμό που αποθαρρύνει τους παραγωγούς να συμμετάσχουν σ' αυτό.
9.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κοινοτική νομοθεσία απαιτεί προφανώς η ποσότητα γάλακτος με βάση την οποία υπολογίζεται η πριμοδότηση να ανταποκρίνεται προς την παραγωγική ικανότητα του ζωικού κεφαλαίου κατά την ημερομηνία που γίνεται δεκτή η αίτηση για υπαγωγή στο σύστημα. Υπογραμμίζει ότι το δικαίωμα του Eddelbüttel για πριμοδότηση απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού του Συμβουλίου και, συνεπώς, δεν μπορεί να υφίσταται αντίφαση μεταξύ του κανονισμού του Συμβουλίου και εκείνου της Επιτροπής. Η Επιτροπή προσθέτει ότι την άποψη της επιρρωννύει ο σκοπός της πριμοδοτήσεως και ο στόχος του ιδίου του συστήματος.
10.
Κατά την άποψη μου, η προσέγγιση του θέματος από την Επιτροπή είναι προδήλως ορθή. Πρώτον, είμαι πεπεισμένος ότι ο φόβος του εθνικού δικαστηρίου ως προς την αντίφαση μεταξύ των ισχυουσών διατάξεων του κανονισμού της Επιτροπής και εκείνων του Συμβουλίου είναι αβάσιμος. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει δύο δυνατότητες για τη θεμελίωση του δικαιώματος προς λήψη της πριμοδοτήσεως μετατροπής: ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει είτε ότι παρέδωσε τουλάχιστον 50000 χιλιόγραμμα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος κατά τη διάρκεια των προηγουμένων 12 μηνών και εξακολουθεί να κατέχει κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στη γεωργική εκμετάλλευση του ( πρώτη περίπτωση ) είτε ότι εξακολουθεί να κατέχει τουλάχιστον 15 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής και δαμάλεις στη γεωργική εκμετάλλευση του ( δεύτερη περίπτωση ). Η εναλλακτική δυνατότητα για τη θεμελίωση του δικαιώματος προκύπτει ειδικά από τη διατύπωση της γαλλικής και γερμανικής αποδόσεως της τελευταίας φράσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, οι οποίες αναφέρουν ότι η « αντίστοιχη προϋπόθεση » [ « la condition correspondante » ( « die betreffende Bedingung » ] πρέπει να εξακολουθεί να πληρούται κατά το χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεως.
11.
Εφόσον η γένεση του δικαιώματος ενός παραγωγού να λάβει πριμοδότηση απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ήτοι με βάση την παραδιδόμενη ποσότητα γάλακτος, ο παραγωγός οφείλει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, τελευταία φράση, να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές ότι κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως του κατέχει κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στη γεωργική εκμετάλλευση του. Σε αντίθετη περίπτωση, η πριμοδότηση πρέπει να μειώνεται κατ' εφαρμογήν της ιδίας διατάξεως. Συνεπώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου και το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία μεταξύ τους.
12.
Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι η γαλλική και η γερμανική απόδοση του άρθρου 3, παράγραφος 1, τελευταία φράση, ότι « η αντίστοιχη προϋπόθεση πρέπει να εξακολουθεί να πληρούται κατά τον χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεως », [ « la condition correspondante doit être encore remplie » ( « die betreffende Bedingung muß noch (... ) erfüllt sein » ) ] συνηγορούν ειδικότερα υπέρ της απόψεως ότι, δυνάμει του κανονισμού του Συμβουλίου, οποιαδήποτε τροποποίηση της συνθέσεως του ζωικού κεφαλαίου θίγει το δικαίωμα για τη λήψη της πριμοδοτήσεως.
13.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, τελευταία φράση, έχει ως συνέπεια, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι εγγυάται ότι, αφ' ης στιγμής ο παραγωγός υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του καθεστώτος μετατροπής, ποσότητα γάλακτος ισοδύναμη προς εκείνη στην οποία στηρίζεται η πριμοδότηση όντως αποσύρεται από την αγορά. Αυτό συνάδει απόλυτα προς τον σκοπό της πριμοδοτήσεως, ήτοι τη χορήγηση αντισταθμίσεως για την εισοδηματική απώλεια ως απόρροια της παραγωγής γάλακτος ( βλέπε τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου) και προς τον γενικότερο στόχο του συστήματος μετατροπής, ήτοι τη μείωση των γαλακτοκομικών πλεονασμάτων και την αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά ( βλέπε πρώτη και έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου ). Εφόσον ο παραγωγός εκχωρεί, ελάχιστο χρόνο πριν γίνει δεκτή η αίτηση του και επ' αμοιβή, ορισμένες από τις πλέον παραγωγικές αγελάδες του, αντικαθιστώντας αυτές με λιγότερο αποδοτικά ζώα, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγική ικανότητα του ζωικού κεφαλαίου, είναι προφανές ότι το ποσό της πριμοδοτήσεως πρέπει να μειώνεται, επειδή αν συνέβαινε το αντίθετο, ο παραγωγός θα ελάμβανε υπερβολική αντιστάθμιση ενώ η Κοινότητα θα αποκόμιζε μικρότερο όφελος. Επιπλέον, αν υποτεθεί ότι οι παραγωγικές αγελάδες εξακολουθούσαν να παράγουν γάλα σε άλλο χώρο, η μείωση της πριμοδοτήσεως στην περίπτωση αυτή συνάδει απόλυτα προς τον στόχο της μειώσεως της γαλακτοκομικής παραγωγής.
14.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει αν, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, οι αρμόδιες αρχές είχαν δικαίωμα να μειώσουν την πριμοδότηση. Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, ο Eddelbüttel θεμελίωσε το αίτημά του για πριμοδότηση στην παραδοθείσα από αυτόν ποσότητα γάλακτος των 113059 λίτρων. Συνεπώς, το δικαίωμα του για τη λήψη πριμοδοτήσεως αναγόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού του Συμβουλίου υπό τον όρο, συνακόλουθα, ότι ο ίδιος όφειλε να αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές ότι κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως του εξακολουθούσε να κατέχει κατάλληλο αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής. Στην αντίθετη περίπτωση, επιβαλλόταν η μείωση της πριμοδοτήσεως τόσο δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου, όσο και του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού της Επιτροπής.
15.
Κατ' εμέ, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ετίθετο και το εναλλακτικό ζήτημα αν ο Eddelbüttel δεν είχε δικαίωμα να λάβει καμιά πριμοδότηση λόγω του ότι εξαπάτησε τις αρχές ως προς το μέγεθος του δικαιώματός του. Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, δεν αμφισβητείται ότι ελάχιστο χρόνο πριν υπαχθεί στο καθεστώς, ο Eddelbūttel πώλησε 10 από τις παραγωγικότερες αγελάδες του, για να τις αντικαταστήσει με ζώα λιγότερο αποδοτικά. Ο Eddelbūttel φρόντισε να προβεί στη σήμανση και καταγραφή των 10 αγελάδων που αντικατέστησαν τις πρώτες. Ουδέποτε ανέφερε στις αρχές ότι η παραγωγική ικανότητα του ζωικού κεφαλαίου του είχε μειωθεί. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εισαγγελική αρχή έκρινε ότι δεν είχε επαρκείς αποδείξεις ώστε να κινηθεί δίωξη του Eddelbūttel για απάτη. Πλην όμως, από αυστηρά άποψη κοινοτικής νομοθεσίας θα μπορούσε να λεχθεί ότι απώλεσε το δικαίωμα του για τη λήψη πριμοδοτήσεως.
16.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ε, του κανονισμού της Επιτροπής απαιτεί δήλωση του παραγωγού βεβαιώνουσα ότι έλαβε γνώση των διατάξεων σχετικά με το καθεστώς πριμοδοτήσεων. Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού της Επιτροπής ορίζει ότι, αν ο παραγωγός δεν αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι τηρεί τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 2 ή στο άρθρο 3 του κανονισμού 1078/77, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών της πριμοδοτήσεως.
17.
Γεγονός είναι ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη υποχρεώνουσα συγκεκριμένα παραγωγό να παράσχει πληροφορίες στις αρχές, εφόσον, πριν από την έγκριση, επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο ζωικό κεφάλαιο του. Αληθεύει επίσης ότι, όπως είναι διατυπωμένο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού του Συμβουλίου δεν είναι τόσο σαφές όσο θα έπρεπε (μολονότι, κατά την άποψη μου, το γερμανικό κείμενο είναι σαφέστερο από το αγγλικό ). Πάντως, το γεγονός ότι το ύψος της πριμοδοτήσεως καθορίστηκε σε συνάρτηση με την προγενέστερη παραγωγή και ότι ο σκοπός του συστήματος ενέκειτο στη μείωση της παραγωγής γάλακτος θα έπρεπε να είναι αρκετό για να επιστήσει την προσοχή του παραγωγού επί του ότι ενδεχόμενη τροποποίηση της παραγωγικής ικανότητας του ζωικού κεφαλαίου του θίγει το δικαίωμά του και πρέπει να κοινοποιείται στις αρχές. Εναπόκειται στις εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμήσουν, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και όλων των ισχυουσών διατάξεων του εθνικού δικαίου, αν το δικαίωμα για τη λήψη πριμοδοτήσεως έπρεπε να απολεσθεί εξ ολοκλήρου ή απλώς να περιορισθεί.
18.
Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου αφορά το πώς πρέπει να ερμηνευθεί ο όρος « κατάλληλος » του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού της Επιτροπής. Το ερώτημα εκκινεί από την υπόθεση ότι πρέπει να λάβει χώρα μείωση της πριμοδοτήσεως και όχι αυστηρότερη κύρωση και στη βάση αυτή προτίθεμαι να το εξετάσω.
19.
Ενόψει των όσων ανέφερα παραπάνω σχετικά με τους στόχους της πριμοδοτήσεως και του καθεστώτος στο σύνολο του, νομίζω ότι είναι προφανές ότι ο όρος « κατάλληλος » σημαίνει κατάλληλος για την ποσότητα γάλακτος με βάση την οποία γίνεται ο υπολογισμός της πριμοδοτήσεως. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται ( για μια ακόμη φορά ) ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη η γαλλική και γερμανική απόδοση που είναι περισσότερο συγκεκριμένες από την αγγλική. Ενώ το αγγλικό κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, δεν αναφέρεται παρά στον « (...) the appropriate number for the quantity of milk in question», οι δύο άλλες γλωσσικές αποδόσεις αναφέρονται στον « (...) le nombre de vaches laitières approprié à la quantité de lait précitée» και « (... ) die Anzahl Milchkühe, die für die obengenannte Milchmenge angemessen ist ». Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το ζωικό κεφάλαιο γαλακτοκομικής κατευθύνσεως που κατείχε ο παραγωγός κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεώς του είναι όντως σε θέση να παραγάγει την ποσότη τα αυτή. Με άλλους λόγους, πρέπει να λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη η ατομική απόδοση (πραγματική ή δυνητική) κάθε αγελάδας.
20.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, η δυσχέρεια που ανέκυψε στην περίπτωση του Eddelbüttel συνίστατο στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί η ακριβής δυνατότητα του ζωικού κεφαλαίου κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως του, επειδή ο Eddelbüttel δεν είχε ανταποκριθεί στο αίτημα της καθής να παράσχει αποδείξεις σχετικά με τη γαλακτοκομική απόδοση των 10 λιγότερο αποδοτικών αγελάδων που αντικατέστησαν τις 10 παραγωγικές αγελάδες, πωληθείσες την παραμονή της υπαγωγής του παραγωγού στο σύστημα: πράγματι, προφανώς η προσκόμιση του αποδεικτικού αυτού στοιχείου δεν ήταν πλέον δυνατή, εφόσον ο Eddelbüttel έπαυσε να εμπορεύεται το γάλα στις 30 Μαρτίου 1979 και οι 10 λιγότερο αποδοτικές αγελάδες εσφάγησαν 10 μόλις ημέρες αργότερα. Επιπλέον, από τα 14 εναπομείναντα κατά τον χρόνο εκείνο ζώα του ζωικού κεφαλαίου του, 10 ήταν κυοφορούσες δαμάλεις, η θεωρητική παραγωγή των οποίων δεν μπορούσε να γίνει παρά κατ' εκτίμηση.
21.
Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται στην πραγματικότητα συνίσταται στο πώς καθορίζεται το αν ο αριθμός αγελάδων είναι « κατάλληλος » σε περίπτωση κατά την οποία η παραγωγική ικανότητα όλων ή μέρους αυτών που αποτελούν το ζωικό κεφάλαιο δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Στον βαθμό που η υπαγωγή στο σύστημα μετατροπής δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως από το τέλος της γαλακτοκομικής περιόδου 1980/1981 [κανονισμός 1365/80 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 213)], το ερώτημα αυτό είναι απίθανο να επηρεάσει μεταγενέστερες υποθέσεις. Εν πάση περιπτώσει, αρκεί, κατ' εμέ, η εκ μέρους του Δικαστηρίου γενική τοποθέτηση επί του ζητήματος αυτού και ο προσδιορισμός της ακριβούς μεθόδου υπολογισμού από το εθνικό δικαστήριο.
22.
Η απάντηση των εθνικών αρχών στο πρόβλημα αυτό ήταν να μη συμπεριλάβουν τα 10 ζώα προς σφαγή στη βάση υπολογισμού και να μειώσουν την ποσότητα γάλακτος για την οποία αναγνωριζόταν το δικαίωμα πριμοδοτήσεως σε 14/24 της αρχικής. Η μέθοδος αυτή προϋπέθετε ότι τα 14 εναπομείναντα στο ζωικό κεφάλαιο ζώα μετά την πώληση των 10 υψηλής αποδόσεως ήταν σε θέση να παραγάγουν 14/24 της αρχικής ποσότητας, προϋπόθεση η οποία, ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, ήταν μάλλον γεναιόδωρη για τον Eddelbüttel. Πάντως, μολονότι η μέθοδος υπολογισμού ήταν κάπως πρόχειρη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι στην παρούσα υπόθεση οδήγησε στο ορθό αποτέλεσμα.
23.
Η Επιτροπή προτείνει με τις γραπτές παρατηρήσεις της να λαμβάνεται υπόψη η μέση παράδοση για τη χώρα ή. την περιοχή που αφορά, προσαυξημένη κατά 10 ο/ο, όταν δεν μπορεί να προσδιοριστεί η παραγωγική ικανότητα αγελάδας ή κυοφορούσας δαμάλεως. Κατά την Επιτροπή, το 1976η μέση παραγωγή ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής ανήλθε στη Γερμανία σε 3715 λίτρα. Υπολογίζοντας προσαύξηση 10%, ο αριθμός ανέρχεται σε 4086 λίτρα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι την εν λόγω μέθοδο είχε προτείνει η ίδια με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 1977 που κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη μέσω της επιτροπής διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Η μέθοδος αυτή φαίνεται εύλογη και πρακτική εφαρμοζόμενη, όμως, στα δέκα ζώα για σφαγή (η παραγωγή των οποίων εικάζεται ότι είναι χαμηλότερη και όχι υψηλότερη από τον μέσο όρο) θα κατέληγε ασφαλώς σε εξαιρετικά γεναιόδωρο για τον Eddelbüttel αποτέλεσμα.
24.
Κατόπιν αυτού, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1)
Στην περίπτωση που ένας παραγωγός, προκειμένου να εισπράξει την πριμοδότηση μετατροπής, αποδεικνύει προς τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, ότι παρέδωσε λιγότερο από 50000 χιλιόγραμμα γάλακτος ή αντίστοιχης ποσότητας γαλακτοκομικών προϊόντων κατά το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της υποβολής της αιτήσεως, το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι επιτρέπει τη μείωση ενόψει του καθορισμού της ποσότητας γάλακτος βάσει της οποίας πρέπει να υπολογισθεί η πριμοδότηση, όταν ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονται στην εκμετάλλευση κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως είναι μικρότερος του αριθμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εν λόγω ποσότητας γάλακτος.
2)
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι ο αριθμός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονται στην εκμετάλλευση κατά την ημερομηνία εγκρίσεως της αιτήσεως πρέπει να επιτρέπει, πραγματικά ή δυνητικά, την παραγωγή της ποσότητας του γάλακτος βάσει της οποίας υπολογίζεται η πριμοδότηση. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy