ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 20ής Νοεμβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ μη θεσπίζοντας εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 1 ) τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών στα νομικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και, ιδιαίτερα, διατηρώντας σε ισχύ ένα σύστημα επιδομάτων ανεργίας και αναπηρίας εισάγον διακρίσεις έναντι των εργαζομένων γυναικών.
2.
Η προσφυγή αυτή αφορά το βασιλικό διάταγμα της 8ης Αυγούστου 1986 ( 2 ) και την υπουργική απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1987 ( 3 ), όσον αφορά τα επιδόματα ανεργίας, και το βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1986 ( 4 ), που περιέχει διατάξεις στον τομέα της ασφαλίσεως κατά της ασθενείας και της αναπηρίας. Τα κείμενα αυτά κατανέμουν τους δικαιούχους επιδομάτων σε τρεις ομάδες. Η ομάδα 1 περιλαμβάνει τους εργαζομένους που συγκατοικούν με ένα ή περισσότερα συντηρούμενα πρόσωπα ( εκαλούντο δε μέχρι τις 8 Αυγούστου 1986« αρχηγοί οικογενείας » ), η ομάδα 2 περιλαμβάνει τους εργαζομένους που ζουν μόνοι ( καλούμενοι « εργαζόμενοι που ζουν μόνοι » ), η ομάδα 3 περιλαμβάνει αυτούς που συγκατοικούν με πρόσωπο το οποίο διαθέτει εισόδημα από επαγγελματική ή άλλη πηγή ( εχαρακτηρίζοντο δε μέχρι τις 8 Αυγούστου 1986« συγκάτοικοι » ).
3.
Η αποζημίωση λόγω ανεργίας πραγματοποιείται με τη χορήγηση, κατ' αρχάς, βασικού επιδόματος ίσου προς το 35 %του τελευταίου μισθού ( 5 ), εφαρμοζομένου ενός ανωτάτου ορίου κατά τη λήψη υπόψη του εν λόγω μισθού. Η παροχή αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζομένους που ανήκουν στις τρεις ομάδες, υπό την επιφύλαξη ότι αυτοί που ανήκουν στην ομάδα 3 τη λαμβάνουν μόνο κατά τη διάρκεια 18 μηνών (προστιθεμένων τριών μηνών για κάθε συμπληρωθέν έτος εργασίας ), εν συνεχεία των οποίων τους καταβάλλεται ένα κατ' αποκοπήν επίδομα ( 6 ). Εξάλλου, ένα επίδομα καλούμενο « απώλεια του μοναδικού εισοδήματος », ίσο προς το 5 % του τελευταίου μισθού, ενδεχομένως εφαρμοζομένου ανωτάτου ορίου, καταβάλλεται στους εργαζομένους των ομάδων 1 και 2. Τέλος, οι δικαιούχοι επιδομάτων των ομάδων 2 και 3 λαμβάνουν ένα « συμπλήρωμα προσαρμογής » ίσο προς το 20 % του ίδιου τελευταίου μισθού κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ανεργίας τους' οι εργαζόμενοι της ομάδας 1 το λαμβάνουν χωρίς χρονικό περιορισμό. Συνεπώς, ένα έτος μετά την απώλεια της θέσεως, η ανεργία αποζημιώνεται με το 60 ο/ο για τα πρόσωπα της ομάδας 1, το 40 ο/ο για τα πρόσωπα της ομάδας 2 και, για την ανωτέρω διευκρινισθείσα διάρκεια, το 35 % για τα πρόσωπα της ομάδας 3.
4.
Πρέπει να προστεθεί ότι το επίδομα των δικαιούχων της ομάδας 3 αυξάνεται με ένα συμπλήρωμα 3640 BFR αν, λαμβανομένων υπόψη των χαμηλών εισοδημάτων των προσώπων που συγκατοικούν με αυτούς, το σύνολο των εισοδημάτων της οικογενείας δεν φτάνει τις 29198 BFR.
5.
Όσον αφορά την ασφάλιση κατά της ασθενείας και της αναπηρίας, το ύψος των αποζημιώσεων καθορίζεται στο 65 % του τελευταίου μισθού, ενδεχομένως εφαρμοζομένου του ανωτάτου ορίου, για την ομάδα 1, σε 45 % για την ομάδα 2 και σε 40 ο/ο για την ομάδα 3.
6.
Οι στατιστικές που εστάλησαν από τις βελγικές αρχές στην Επιτροπή με έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 1983 και βασίζονται σε δημοσκόπηση που αφορά το 6% όλων των ανέργων που αποζημιώθηκαν τον Ιούνιο του 1982 δείχνουν ότι το 81,4o/ο των ανέργων που ανήκουν στην ομάδα 1 είναι άνδρες και ότι, αντιθέτως, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 65,2 % των προσώπων που ανήκουν στην ομάδα 3 ( 7 ).
7.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το βελγικό σύστημα αποζημιώσεως της ανεργίας και της αναπηρίας έχει ως αποτέλεσμα έμμεση διάκριση σε βάρος των γυναικών αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία έχει δημιουργηθεί κατ' ουσίαν επ' ευκαιρία των εργαζομένων με μερική απασχόληση ( 8 ), κατά την οποία ένα μέτρο εισάγον δυσμενείς διακρίσεις έναντι αυτών, εφόσον αποδεικνύεται ότι το μέτρο αυτό πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ' ό,τι ανδρών, είναι αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι αυτό εξηγείται « από παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο » ( 9 ).
8.
Η νομολογία αυτή είναι επίσης εφαρμοστέα πέραν από την ειδική κατάσταση τ,ων εργαζομένων με μερική απασχόληση. Έτσι, στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Teuling ( 10 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι
« ένα σύστημα παροχών, όπου (... ) προβλέπονται προσαυξήσεις οι οποίες δεν βασίζονται απ' ευθείας στο φύλο των δικαιούχων, αλλά λαμβάνουν υπόψη την οικογενειακή τους κατάσταση, και όπου αποδεικνύεται ότι ένα ποσοστό καθαρά μικρότερο γυναικών παρά ανδρών μπορούν να επωφεληθούν αυτών των προσαυξήσεων, είναι αντίθετο προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, αν αυτό το σύστημα παροχών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους που αποκλείουν διάκριση λόγω φύλου» ( 11 ).
9.
Οι διάδικοι φαίνονται να διαφωνούν ως προς την πραγματική κατανομή των εργαζομένων ανδρών και γυναικών μεταξύ των ομάδων 1 και 3. Εντούτοις, από τους αριθμούς που η Επιτροπή αναφέρει στο δικόγραφό της, οι οποίοι προέρχονται από την προαναφερθείσα δημοσκόπηση, φαίνεται επαρκώς ότι η ομάδα 1 περιλαμβάνει αισθητά μεγαλύτερο αριθμών ανδρών και ότι η ομάδα 3, αντιθέτως, αποτελείται κατ' ουσίαν από γυναίκες.
10.
Επομένως, η κύρια δυσχέρεια της παρούσας προσφυγής έγκειται στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη «παραγόντων που δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο ». Η προαναφερθείσα απόφαση Teuling του Δικαστηρίου απαντά μερικώς στο ερώτημα αυτό.
11.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση αυτή ότι
« κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, ο AAW δεν συνδέει τις παροχές με τον προηγούμενο μισθό των δικαιούχων, αλλά αποσκοπεί στο να εγγυηθεί ένα κατώτατο όριο διαβιώσεως ελλείψει οποιουδήποτε άλλου επαγγελματικού εισοδήματος ».
Ως προς το σημείο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι
« μία τέτοια εγγύηση παρεχόμενη από τα κράτη μέλη στους δικαιούχους, που διαφορετικά θα ήταν άποροι, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών » ( 12 )
και ότι
« κατά συνέπεια, αν οι προσαυξήσεις μιας κατωτάτης παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως αποβλέπουν στο να αποφευχθεί, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου επαγγελματικού εισοδήματος, η παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως να είναι κατώτερη του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως για τους δικαιούχους οι οποίοι, λόγω του ότι συντηρούν σύζυγο ή τέκνα, πρέπει να υφίστανται αυξημένα βάρη σε σχέση με τα πρόσωπα που ζουν μόνα τους, τέτοιες προσαυξήσεις μπορούν να δικαιολογηθούν ενόψει της οδηγίας » ( 13 ).
Τέλος, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επαληθεύει την τήρηση ως προς το σημείο αυτό της αρχής της αναλογικότητας και, ιδίως, αν οι προσαυξήσεις αντιστοιχούν στα αυξημένα βάρη, τα οποία οι δικαιούχοι που έχουν συντηρούμενο σύζυγο ή τέκνα πρέπει να υποστούν σε σχέση με άτομα που ζουν μόνα τους ( 14 ).
12.
Η αιτιολογία της Βελγικής Κυβερνήσεως στην παρούσα υπόθεση διαφέρει μερικώς ( 15 ). Συγκεκριμένα, ο σκοπός της εν λόγω νομοθεσίας έγκειται, κατά την κυβέρνηση αυτή, στο να δίδεται στους δικαιούχους εισόδημα από μη επαγγελματική πηγή. Επομένως, το ποσό των παροχών αποτελεί, κατά γενικό κανόνα, συνάρτηση του ποσού του τελευταίου εισοδήματος.
13.
Πάντως, η ύπαρξη ενός ανωτάτου ορίου κατά τη λήψη υπόψη του τελευταίου εισοδήματος καθώς και ο καθορισμός ενός κατ' απο-κοπήν επιδόματος για τα μέλη της ομάδας 3 μετά από ορισμένη περίοδο ανεργίας καθιστούν δυνατό το συμπέρασμα ότι ο σκοπός έγκειται επίσης στη διασφάλιση ελαχίστων πόρων. Εξάλλου, η λήψη υπόψη του τελευταίου μισθού είναι εντελώς σχετική αφού το ανώτατο ποσό των χορηγουμένων παροχών στα μέλη της ομάδας 1 ανέρχεται σε 29198 BFR μηνιαίως, αυτό δε σημαίνει ότι όλοι οι άνω των περίπου 50000 BFR μισθοί λαμβάνονται υπόψη μέχρι του ποσού αυτού κατ' ανώτατο όριο. Μπορεί να τεθεί σχετικά το ερώτημα κατά πόσον επίδομα ύψους 29198 BFR για δύο πρόσωπα χωρίς άλλα εισοδήματα, ενδεχομένως με συντηρούμενα τέκνα, δεν συμμετέχει τόσο στο κατώτατο όριο βιοποριστικών μέσων όσο και στη χορήγηση εισοδήματος από άλλη μη επαγγελματική πηγή.
14.
Η Επιτροπή φαίνεται να συνάγει από τις σκέψεις της αποφάσεως Teuling του Δικαστηρίου, την οποία μόλις ανέφερα, ότι η επιθυμία διασφαλίσεως στους δικαιούχους του οικείου συστήματος εισοδήματος από μη επαγγελματική πηγή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει τη χορήγηση προσαυξήσεων ενόψει της οδηγίας ( 16 ). Κατ' άλλη διατύπωση, τα κοινωνικά συστήματα προστασίας κατά της ανεργίας ή της αναπηρίας δεν μπορούν να συμβιβάζονται προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου σε θέματα ίσης μεταχειρίσεως παρά μόνο υπό την προϋπόθεση της επιδιώξεως να υφίσταται κατώτατο όριο βιοποριστικών μέσων και όχι της χορηγήσεως εισοδήματος από μη επαγγελματική πηγή.
15.
Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για θέση αρχής. Η Επιτροπή, με την προσωρινή έκθεση της για την εφαρμογή της οδηγίας 79/7 ( 17 ), που δημοσιεύθηκε το 1984, έκρινε ήδη ότι οι οφειλόμενες προσαυξήσεις λόγω του συντηρουμένου συζύγου δικαιολογούνται αν οι παροχές ανέρχονται σε ποσό ίσο προς το κατώτατο κοινωνικό εισόδημα και μόνο στην περίπτωση αυτή. Την ίδια άποψη υπεστήριξε ο εκπρόσωπός της στην υπόθεση Teuling.
16.
Θα ομιλήσω ξεκάθαρα. Μου φαίνεται υπερβολικό το να συνάγεται αυτό το συμπέρασμα από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι εξετάστηκαν οι λόγοι τους οποίους προέβαλε στην υπόθεση αυτή η Ολλανδική Κυβέρνηση και κρίθηκαν ότι μπορούν να αποτελούν αντικειμενικό δικαιολογητικό παράγοντα δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι οποιοσδήποτε άλλος λόγος — προβληθείς επιπλέον προς στήριξη κοινωνικού συστήματος ελαφρώς διαφορετικού — είναι εντελώς άσχετος.
17.
Μου φαίνεται ότι πρέπει να αποφευχθεί μία a contrario ερμηνεία της προαναφερθείσας σκέψεως 16 της αποφάσεως του Δικαστηρίου για να συναχθεί από αυτή ότι κάθε νομοθεσία κατά την οποία οι προσαυξήσεις για συντηρούμενο πρόσωπο λαμβάνουν υπόψη το τελευταίο εισόδημα είναι ασυμβίβαστη προς την οδηγία 79/7 ( 18 ). Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας Mancini, με τις προτάσεις του στην υπόθεση αυτή, ανέφερε ότι του εν λόγω συστήματος
« σκοπός (...) είναι η διαφύλαξη ενός συμφέροντος που δικαίως κρίνεται ως πρωταρχικό (προστασία των προσώπων τα οποία φέρουν οικογενειακά βάρη και για τα οποία η σύνδεση της παροχής με την τελευταία αμοιβή θα μείωνε το ποσό της παροχής κάτω από τον κατώτατο μισθό ) » ( 19 ).
18.
Εξάλλου, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Teuling ήταν σαφή. Η Teuling Worms είχε υποστεί μείωση του ποσού της συντάξεως της επειδή το ποσό αυτό δεν υπολογιζόταν πλέον βάσει του κατώτατου προβλεπόμενου από τον νόμο μισθού αλλά βάσει του τελευταίου μισθού ( 20 ).
19.
Κατά τη γνώμη μου, λυσιτελές κριτήριο είναι, όπως το Δικαστήριο το όρισε με την απόφαση Teuling, το κατά πόσον οι προσαυξήσεις αντιστοιχούν στα αυξημένα βάρη που προκλήθηκαν από την ύπαρξη συζύγου ή τέκνων στερουμένων εισοδημάτων. Κατ' άλλη διατύπωση, πρέπει να εξεταστεί in concreto η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ποσό των αυξήσεων και να μη δηλούται in abstracto, όπως η Επιτροπή θα επιθυμούσε να δει το Δικαστήριο να το κρίνει, ότι οποιαδήποτε λήψη υπόψη του τελευταίου μισθού θα είναι, καθεαυτή, αντίθετη προς τις απαιτήσεις της ίσης μεταχειρίσεως.
20.
Πράγματι, το Δικαστήριο υπενθύμισε στη σκέψη 16 της αποφάσεως Teuling ότι η εγγύηση ενός κατωτάτου ορίου βιοποριστικών μέσων αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών. Η διευκρίνιση φαίνεται να αναφέρεται στη συνήθη νομολογία του Δικαστηρίου που υπενθυμίζει ότι στην παρούσα κατάσταση του κοινοτικού δικαίου τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν την έκταση της κοινωνικής προστασίας ( 21 ). Ακόμη περισσότερο, στον ειδικό τομέα της προστασίας της γυναίκας όσον αφορά την κύηση και τη μητρότητα έναντι της προσβάσεως στην απασχόληση και των συνθηκών εργασίας, το Δικαστήριο ανέφερε, με την απόφαση Hofmann ( 22 ), ότι τα μέτρα που θεσπίστηκαν για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής
« είναι στενά συνδεδεμένα με το σύνολο του συστήματος κοινωνικής προστασίας στα διάφορα κράτη μέλη » ( 23 )
και αναγνώρισε ότι
« τα κράτη αυτά διαθέτουν περιθώρια ευλόγου εκτιμήσεως όσον αφορά τη φύση των μέτρων προστασίας και τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής τους » ( 23 ).
21.
Τέλος, με την απόφαση Teuling ( 24 ) το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι συμβιβάζεται με την οδηγία μία διάταξη« κατά την οποία η εγγύηση που παρεχόταν προηγουμένως σε όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι ανίκανοι προς εργασία και των οποίων το εισόδημα είναι περίπου ίσο με τον προβλεπόμενο από τον νόμο κατώτατο μισθό, να λαμβάνουν ( καθαρή ) παροχή τουλάχιστον ίση προς τον προβλεπόμενο από τον νόμο ( καθαρό ) κατώτατο μισθό, ισχύει πλέον μόνο για όσους έχουν συντηρούμενο τέκνο ή συντηρούμενο σύζυγο ή των οποίων ο σύζυγος έχει πολύ χαμηλό εισόδημα » ( 25 ).
22.
Αν, όπως το Δικαστήριο το έκρινε, ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίζει το επίπεδο της κοινωνικής προστασίας του, αποκλείοντας στο εξής τους εργαζομένους που ζουν μόνοι από το ευεργέτημα κάθε παροχής, μπορεί κατά μείζονα λόγο να διαλέγει να τους χορηγεί μειωμένη αποζημίωση, λαμβάνοντας υπόψη τη μη ύπαρξη συντηρουμένων προσώπων. Αυτό αποτελεί την έκφραση κοινωνικής πολιτικής επί της οποίας, εκτός της περιπτώσεως διακρίσεως, το κοινοτικό δίκαιο, στην παρούσα του κατάσταση, δεν έχει επιρροή. Ανεξάρτητα από το αν οι προσαυξήσεις, που χορηγούνται σ' αυτούς οι οποίοι, αντιθέτως, ζουν με πρόσωπα που στερούνται εισοδημάτων, αναφέρονται ή όχι στον τελευταίο μισθό, σημασία έχει, το έχω πει, το αν οι προσαυξήσεις αυτές αντιστοιχούν στα εν λόγω επί πλέον βάρη.
23.
Εν προκειμένω όμως, οι πληροφορίες που δόθηκαν από τους διαδίκους δεν καθιστούν δυνατή την απόκτηση ακριβούς εικόνας της καταστάσεως ως προς το σημείο αυτό στο Βέλγιο. Θα έπρεπε να είναι γνωστό ποιος είναι ο μέσος όρος των εισοδημάτων των προσώπων με τα οποία ζουν οι δικαιούχοι της ομάδας 3 θα έπρεπε να είναι γνωστό το μέσο ύψος των αναγκών μιας οικογενείας της οποίας τα μέλη δεν διαθέτουν πλέον εισοδήματα. Από τα κατώτατα και ανώτατα ποσά που αναφέρει η Βελγική Κυβέρνηση με το υπόμνημα αντικρούσεως της ( 26 ) δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη στρεβλώσεως σε σχέση προς τις ανάγκες ζεύγους, ενδεχομένως με τέκνα, από το οποίο ο άνδρας ή η γυναίκα είναι στο εξής άνεργος ή ανάπηρος. Δεδομένου ότι πρόκειται για προσφυγή παραβάσεως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει την προβαλλόμενη παράβαση. Μου φαίνεται ότι ως προς αυτό δεν προβλήθηκε κανένα αποφασιστικό στοιχείο που να καθιστά δυνατή την απόδειξη του ότι οι εν λόγω προσαυξήσεις υπερβαίνουν το ύψος των βαρών που αυξήθηκαν με την παρουσία συζύγου ή τέκνων στερουμένων εισοδημάτων.
24.
Επιτρέψτε μου ακόμη μερικές σύντομες παρατηρήσεις. Η αποδοχή της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής θα είχε σοβαρές συνέπειες. Συγκεκριμένα, αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να απαιτηθεί σε πολλές περιπτώσεις μείωση του ποσού των προσαυξήσεων για συντηρούμενο πρόσωπο, εφόσον υπερέβαιναν το αυστηρά κατώτατο κοινωνικό εισόδημα, ακόμη Kat αν δεν υπερέβαιναν το ποσό των πραγματικών βαρών. Κατ' άλλην διατύπωση, η απόφαση του Δικαστηρίου θα υποχρέωνε ορισμένα κράτη μέλη να περιορίσουν το επίπεδο κοινωνικής προστασίας.
25.
Αντιθέτως, άλλες σκέψεις δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αυτό ισχύει έτσι, αφενός, για τη σκέψη ότι οι άνδρες εργαζόμενοι οι οποίοι ανήκουν κατά πλειοψηφία στην ομάδα 1 θα έβλεπαν τις προσαυξήσεις τους για συντηρούμενο πρόσωπο να μειώνονται μέχρι του ποσού του κατωτάτου κοινωνικού εισοδήματος, υφιστάμενοι με τον τρόπο αυτό απώλεια εισοδημάτων η οποία θα έθιγε επίσης τη σύζυγό τους. Πράγματι, αυτή η συνέπεια δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο της οδηγίας 79/7 με την οποία, ακριβώς όπως και με το άρθρο 119 της Συνθήκης, διατυπώνεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μόνο έναντι των εργαζομένων ανδρών και γυναικών, παρόλο ότι υφίσταται, δεν το αμφισβητούμε, στην κοινοτική έννομη τάξη μία γενική αρχή ισότητας μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους του εργαζομένου.
26.
Αφετέρου, αυτό ισχύει για τη σκέψη κατά την οποία το επίμαχο σύστημα οδηγεί στην αποθάρρυνση των μη εργαζομένων γυναικών από του να εμφανισθούν στην αγορά απασχολήσεως, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδοχική μείωση των αποζημιώσεων ανεργίας ή αναπηρίας που χορηγούνται στον σύζυγό τους. Αυτό το γεγονός θα έπρεπε, ενδεχομένως, να εξεταστεί όχι ως προς την οδηγία 79/7, αλλά ως προς τις διατάξεις της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας ( 27 ).
27.
'Ετσι, καταλήγω στην απόρριψη της προσφυγής παραβάσεως για τον λόγο αυτό.
28.
Λίγα λόγια ακόμη για να ολοκληρώσω. Η Επιτροπή φαίνεται να προβάλλει διαφορετική αιτίαση βασιζόμενη στην εκ μέρους της Βελγικής Κυβερνήσεως παραβίαση υποχρεώσεως « standstill » στον βαθμό που η κατάσταση των αναπήρων γυναικών χειροτέρευσε με το βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουλίου 1986 περί επεκτάσεως του υπό κρίση συστήματος στην ασφάλιση κατά της ασθενείας και της αναπηρίας. Η Βελγική Κυβέρνηση αγνοεί ότι τα άρθρα 117, 118, 118 Α και 118 Β επιβάλλουν υποχρέωση « standstill ».
29.
Παρόμοιο ζήτημα ήδη συζητήθηκε στη διάρκεια της διαδικασίας που προκάλεσε την προαναφερθείσα απόφαση Teuling του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν υποχρεώθηκε να αποφανθεί επ' αυτού, αλλά ο γενικός εισαγγελέας Mancini το είχε θίξει στις προτάσεις του.
« Συμφωνώ με τις σκέψεις που εξέθεσε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της » ( 28 ).
ανέφερε.
« Η Επιτροπή επαναλαμβάνει και αναπτύσσει μία άποψη η οποία υποστηρίζεται σοβαρά στη θεωρία· κατά την εν λόγω άποψη η κοινοποίηση της οδηγίας παράγει ένα “ ανασχετικό αποτέλεσμα ”, υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα αντίθετα με τις διατάξεις της, ακόμη και στην περίπτωση που δεν περιέχει ρητή ρήτρα “ standstill ”. Πράγματι, όπως όλοι γνωρίζουν, ο συγκεκριμένος σκοπός της οδηγίας που μας απασχολεί είναι η εναρμόνιση των εννόμων τάξεων των κρατών μελών, απαλείφοντας τις νομοθετικές και διοικητικές διαφορές. Επομένως, είναι προφανές ότι το γεγονός και μόνο της εκδόσεως της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μη λαμβάνουν νέα μέτρα ούτε και μέτρα οξύνοντα τις διαφορές αυτές » ( 29 ).
30.
Κατά τη γνώμη μου, κατ' ουσίαν ως προς το άρθρο 5 της Συνθήκης θα έπρεπε να εξεταστεί η στάση ενός κράτους μέλους το οποίο, εντός της προθεσμίας που του δόθηκε για να συμμορφώσει το δίκαιό του προς τις διατάξεις της οδηγίας εναρμονίσεως, θα διάλεγε αντιθέτως να καταστήσει ακόμη σοβαρότερες τις υφιστάμενες στρεβλώσεις ( 30 ).
31.
Εντούτοις, μπορεί να τεθεί ερώτημα όσον αφορά το λυσιτελές αυτού που προσάπτεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως. Η παραβίαση ενδεχόμενης υποχρεώσεως που απορρέει από ρήτρα « standstill » γίνεται, επομένως, αντιληπτή μόνο εφόσον η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν έχει ακόμη λήξει. Συγκεκριμένα, η οδηγία 79/7 έπρεπε να έχει ενσωματωθεί στα εθνικά δίκαια πριν από τις 23 Δεκεμβρίου 1984· το βασιλικό διάταγμα περί επεκτάσεως του υπό κρίση συστήματος στην ασφάλιση κατά της ασθενείας και της αναπηρίας φέρει ημερομηνία 30 Ιουλίου 1986. Συνεπώς, δύσκολα διακρίνεται σε τι διαφέρει η αιτίαση αυτή από την πρώτη.
32.
Επομένως, προτείνω να απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Οδηγία της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160 ).
( 2 ) Moniteur belge της Π.27.8.1986, σ. 11825.
( 3 ) Moniteur belge της 11.2.1987, σ. 1817.
( 4 ) Moniteur belge της 2.8.1986, σ. 10854.
( 5 ) Τα σχετικά κείμενα χρησιμοποιούν την έκφραση « μέση ημερήσια αποζημίωση » βλ. την αιτιολογημένη γνώμη, παράρτημα Ι της προσφυγής.
( 6 ) Του οποίου το ύψος ανέρχεται, κατά την Επιτροπή, σε 10505 βελγικών φράγκων (BFR) (προσφυγή, σ. 6) και, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, σε 10920 BFR (υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 2 ).
( 7 ) Αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώθηκε στις 20 Ιουνίου 1988, σ. 7 του παραρτήματος Ι της προσφυγής.
( 8 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911) απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka (Συλλογή 1986, σ. 1607) απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kūhn (Συλλογή 1989, σ. I-2743) απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C-I02/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311) απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ.Ι-2591).
( 9 ) Υπόθεση 170/84, αναφέρθηκε πιο πάνω, διατακτικό και σκέψη 30.
( 10 ) Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 30/85 ( Συλλογή 1987, σ. 2497 ).
( 11 ) Σκέψη 13.
( 12 ) Υπόθεση 30/85, αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψη 16.
( 13 ) Σκέψη 17.
( 14 ) Σκέψη 18.
( 15 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 9.
( 16 ) Υπόμνημα απαντήσεως, σ. 13.
( 17 ) Έγγραφο COM( 83 ) 793, της 6ης Ιανουαρίου 1984, σ. 9.
( 18 ) Prechal, S., και Burrows, Ν.: Gentler Discrimination Law of lhe European Community, a. 195, 196, οι οποίοι γράφουν: « lt may be argued that the objective justification test, being a sort of derogation from the principle of equal treatment, must be interpreted as strictly as possible and that increases are only permitted in order to guarantee a social minimum for a person with a dependent spouse or child. »
( 19 ) Προτάσεις, Συλλογή 1987, σ. 2513.
( 20 ) Προτάσεις, Συλλογή 1987, σ. 2510.
( 21 ) Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε, στον τομέα του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι οι κανονισμοί που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων «δεν θεσπίζουν κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά επιτρέπουν την ύπαρξη διαφορετικών συστημάτων που δημιουργούν διαφορετικές απαιτήσεις (... ) ». Απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, 100/78, Rossi ( Rec. 1979, σ/831, σκέψη 13 )' βλ. επίσης απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, 733/79, Laterza ( Rec. 1980, σ. 1915, σκέψη 8 ) απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, 807/79, Gravina ( Rec. 1980, σ. 2205, σκέψη 7 ).
( 22 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Συλλογή 1984, σ. 3047.
( 23 ) Σκέψη 27.
( 24 ) Αναφέρθηκε πιο πάνω, σκέψεις 20 έως 23.
( 25 ) Σκέψη 23.
( 26 ) Σελίδα 2 και 5.
( 27 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
( 28 ) Σελίδα 2513.
( 29 ) Όπ.π.
( 30 ) Έτσι, στον τομέα της αλιείας, το Δικαστήριο αναγνώρισε βάσει του άρθρου αυτού την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να μη αναλαμβάνουν, στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων, καμία υποχρέωση δυνάμενη να ενοχλήσει την Κοινότητα ( απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, 3/76, 4/76 και 6/76, Kramer, Rec. 1976, σ. 1279, σκέψεις 42 έως 44)' βλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1978, 61/77, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Rec. 1978, σ..417, σκέψη 65)' απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 141/78, Γαλλία κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( Rec. 1979, σ. 2923, σκέψη 8) απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 32/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( Rec. 1980, σ. 2403, σκέψη 10)' απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( Συλλογή 1981, σ. 1045, σκέψη 28) βλ. επίσης, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1983, 77/82, Πεσκέλογλου (Συλλογή 1983, σ. 1085).
Full & Egal Universal Law Academy