ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 11ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Oberlandesgericht Frankfurt am Main ( στο εξής: αιτούν δικαστήριο ) ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων:
«Α —
1)
Μπορεί να θεωρηθεί ότι μια σύμβαση προμήθειας μπύρας περιέχουσα συμφωνία για αποκλειστική προμήθεια, όπως η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων εν προκειμένω, επηρεάζει αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή η σύμβαση αυτή ανήκει σε μια “ δέσμη ” παρόμοιων συμβάσεων προμήθειας μπύρας στο οικείο κράτος μέλος — χωρίς να έχει σημασία η προμηθεύουσα ζυθοποιία — και επειδή το ενδεχόμενο επηρεασμού του διακρατικού εμπορίου εκτιμάται βάσει των συνεπειών που έχει για την αγορά αυτή η δέσμη συμβάσεων,
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Πόσο υψηλό πρέπει να είναι το ποσοστό δεσμεύσεως εντός ενός κράτους μέλους για να υπάρχει αισθητός επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου; Αρκεί προς τούτο το ποσοστό 60 ο/ο περίπου, το οποίο η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρεί ότι είναι το ποσοστό δεσμεύσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Εφόσον τα αποτελέσματα που έχουν στην αγορά σωρευτικά όΑες οι συμβάσεις προμήθειας μπύρας που υφίστανται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και συνεπάγονται δεσμεύσεις περί αποκλειστικής προμήθειας και/ή η συμβολή της συγκεκριμένης συμβάσεως για την παραγωγή των αποτελεσμάτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται κατόπιν εμπεριστατωμένης εξετάσεως των συγκεκριμένων περιστάσεων, ποια κριτήρια έχουν αποφασιστική σημασία για την εξέταση αυτή και μήπως είναι ιδιαίτερα κρίσιμα τα ακόλουθα στοιχεία:
—
μέγεθος της ζυθοποιίας που επιβάλλει τις δεσμεύσεις,
—
όγκος των πωλήσεων που προβλέπει κάθε σύμβαση,
—
όγκος των πωλήσεων που αφορά η “ δέσμη ”,
—
αριθμός, διάρκεια και μέγεθος των υφισταμένων δεσμεύσεων και σχέση προς τις ποσότητες που πωλούν οι ανεξάρτητοι πωλητές,
—
δέσμευση του εστιάτορα από τη ζυθοποιία, τον έμπορο ποτών ή τον κύριο του ακινήτου στο πλαίσιο της συμβάσεως μισθώσεως,
—
ποσότητες με τις οποίες εφοδιάζουν το εστιατόριο οι μη δεσμευόμενοι έμποροι χονδρικής πωλήσεως,
—
έκταση των δεσμεύσεων προς αλλοδαπούς παραγωγούς,
—
πυκνότητα του δικτύου των δεσμεύσεων σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές,
—
σύγκριση με τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται εκτός των ζυθεστιατορίων και μπαρ, τάση της καταναλώσεως στους χώρους αυτούς,
—
δυνατότητα δημιουργίας ή εξαγοράς νέων σημείων πωλήσεως;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ή στο τρίτο ερώτημα:
Σημαίνει το γεγονός ότι μια σύμβαση προμήθειας μπύρας επιτρέπει ρητά στον εστιάτορα να αγοράζει μπύρα προερχόμενη από άλλα κράτη μέλη ( ρήτρα ελεύθερης αγοράς) ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί καταρχήν να επηρεάσει το διακρατικό εμπόριο ή αυτό εξαρτάται και από το αν έχει συμφωνηθεί υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας και από το μέγεθος της ποσότητας αυτής, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται τα δικαιώματα της ζυθοποιίας ( αποζημίωση, καταγγελία της συμβάσεως) σε περίπτωση προμήθειας μικρότερης ποσότητας;
Β —
1)
Πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83, περί μη εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, όταν τα ποτά που καλύπτει η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας δεν απαριθμούνται στο κείμενο της συμβάσεως, αλλά έχει συμφωνηθεί ότι τα είδη των ποτών θα είναι τα αναφερόμενα στον εκάστοτε ισχύοντα κατάλογο τιμών της ζυθοποιίας;
2)
Παύει να ισχύει η κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1984/83 εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ για ολόκληρη τη σύμβαση προμήθειας μπύρας που προβλέπει την υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας μη οινοπνευματωδών ποτών χωρίς να περιλαμβάνει τη ρήτρα των ευνοϊκότερων όρων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83, όπως φαίνεται να συνάγεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το σημείο 17 της ανακοινώσεως περί των κανονισμών ( ΕΟΚ ) της Επιτροπής 1983/83 και 1984/83, της 22ας Ιουνίου 1983, ή καθίσταται απλώς άκυρη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αυτή μόνο η δέσμευση αποκλειστικής προμήθειας, η οποία καθαυτή επιτρέπεται κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83;
Γ —
Είναι αναγκαία για κάθε σύμβαση προμήθειας μπύρας, που εμπίπτει στο άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1984/83 για την κατά κατηγορίες εξαίρεση, η ατομική εξαίρεση ή έχουν τα εθνικά δικαστήρια την εξουσία να θεωρούν τη σύμβαση έγκυρη στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μια επουσιώδης μόνο απόκλιση από τις διατάξεις του ανωτέρω κανονισμού; »
2.
Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι τα ερωτήματα του ενδέχεται να μην είναι όλα το ίδιο αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της εκκρεμούς ενώπιον του διαφοράς, είναι όμως οπωσδήποτε χρήσιμα για την περαιτέρω εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση της κρισιμότητας των προδικαστικών ερωτημάτων βασίζεται κατά το δυνατόν στην εκτίμηση που έχει διατυπώσει το αιτούν δικαστήριο ( 1 ). Κατά συνέπεια θα εξετάσω όλα τα ερωτήματα.
Η παρατήρηση του αιτούντος δικαστηρίου δείχνει πάντως ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει οπωσδήποτε τη σειρά των προδικαστικών ερωτημάτων. Όσον αφορά τις προτάσεις μου, θα αρχίσω με τα ερωτήματα που αναφέρονται υπό τα στοιχεία Β και Γ και στη συνέχεια θα εξετάσω τα τέσσερα ερωτήματα που αναφέρονται υπό το στοιχείο Α. Για την ορθότερη κατανόηση των συγκεκριμένων εννόμων σχέσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων είναι πιθανό ότι τα ερωτήματα υπό Β και Γ έχουν μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι τα θεωρητικότερα ερωτήματα υπό Α.
3.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, ο Σ. Δηλιμίτης (στο εξής: εφεσείων) ζητεί από το αιτούν δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η σύμβαση προμήθειας μπύρας που συνήψε στις 14 Μαΐου 1985 με την Henninger Bräu ( στο εξής: εφεσίβλητη ) είναι ανίσχυρη. Κατά τον εφεσείοντα επομένως, δεν μπορεί να υφίσταται υποχρέωση καταβολής κατ' απο-κοπήν αποζημιώσεως, όπως προβλέπει η σύμβαση για την περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αγοράς της κατώτατης ποσότητας που καθορίζει η σύμβαση. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του ότι η σύμβαση και η υποχρέωση αγοράς ορισμένης κατώτατης ποσότητας είναι άκυρες, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αυτή είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και ότι η σύμβαση και η υποχρέωση αυτή δεν εξαιρούνται, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας (στο εξής: κανονισμός 1984/83) ( 2 ).
Τα προδικαστικά ερωτήματα εντός του συστηματικού πλαισίου των κανόνων του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού
4.
Νομίζω ότι είναι σημαντικό να υπενθυμίσω, πριν προτείνω απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα, ορισμένα βασικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν τόσο σχέση με τους ουσιαστικούς σκοπούς των διατάξεων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης και με την πολιτική που ασκείται βάσει των διατάξεων αυτών, όσο με την κατανομή των αρμοδιοτήτων και τη διαδικαστική τεχνική που έχουν καθιερώσει στον εν λόγω τομέα η Συνθήκη και ο βασικός κανονισμός 17 ( 3 ). Η επαρκής γνώση του συνόλου αυτών των προβλημάτων έχει μεγάλη σημασία για την αξιολόγηση των ερωτημάτων που τίθενται στην κύρια δίκη.
5.
Στο επίκεντρο της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού βρίσκεται η Επιτροπή. Μόνο η Επιτροπή έχει, κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 17, την εξουσία να κηρύσσει ανίσχυρο το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ κατ' εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3. Την εξουσία της αυτή μπορεί να ασκεί η Επιτροπή είτε με την έκδοση ατομικών αποφάσεων είτε, εφόσον υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο, με την έκδοση κανονισμού για την εξαίρεση ολόκληρης κατηγορίας. Την εξουσία αυτή δεν διαθέτουν ούτε οι αρμόδιες επί του ανταγωνισμού εθνικές αρχές ούτε τα εθνικά δικαστήρια. Αντίθετα, οι αρμόδιες επί του ανταγωνισμού εθνικές αρχές έχουν, παράλληλα με την Επιτροπή, την εξουσία να εφαρμόζουν την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 (και του άρθρου 86 ), ενόσω η ίδια η Επιτροπή δεν έχει κινήσει καμία διαδικασία. Τα δε εθνικά δικαστήρια έχουν επίσης την — χρονικά απεριόριστη — εξουσία να εφαρμόζουν το άρθρο 85, παράγραφος 1 ( και το άρθρο 86 ), δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές της Συνθήκης παράγουν άμεσα αποτελέσματα, και επιπλέον τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να κηρύσσουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 85, παράγραφος 2, ακυρότητα, όταν εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς το άρθρο 85, παράγραφος 1. Το εθνικό δικαστήριο έχει επίσης την αρμοδιότητα να ερμηνεύει τις διατάξεις των κανονισμών της Επιτροπής που προβλέπουν εξαιρέσεις κατά κατηγορίες, καθόσον και αυτές οι διατάξεις παράγουν άμεσα αποτελέσματα ( 4 ). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία (ή το κύρος) των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν.
Αν υπέμνησα τους βασικούς αυτούς κανόνες, ήταν επειδή ήθελα να τονίσω ευθύς εξαρχής δύο σημεία. Το πρώτο σημείο είναι ότι ούτε το εθνικό δικαστήριο ούτε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής έχουν την εξουσία να τροποποιούν ή να συμπληρώνουν το περιεχόμενο των κατά κατηγορίες εξαιρέσεων στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή. Οι εξαιρέσεις αυτές αποτελούν μέσα της πολιτικής περί ανταγωνισμού, για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα έχει η Επιτροπή. Αυτό σημαίνει ότι, αν μια συμφωνία δεν εμπίπτει σε κανονισμό περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, τότε σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διευρυνθεί αυτή η κατά κατηγορίες εξαίρεση — η οποία άλλωστε αποτελεί ήδη εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, και συνεπώς πρέπει να ερμηνεύεται στενά. To δεύτερο σημείο είναι το εξής: αν μια συμφωνία εμπίπτει πράγματι στην κατά κατηγορίες εξαίρεση, δεν έχει καμία σημασία για τους αντισυμβαλλομένους αν η συμφωνία εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 · ακόμη δηλαδή και αν συνέβαινε τούτο, θα ίσχυε οπωσδήποτε εξαίρεση για την εν λόγω συμφωνία, η οποία συνεπώς θα συμβιβαζόταν με το άρθρο 85.
6.
Επομένως, πρώτα πρέπει να εξεταστούν τα ερωτήματα εκείνα τα οποία υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο υπό το στοιχείο Β. Αν η συμφωνία που συνήψαν οι αντίδικοι της κύριας δίκης εμπίπτει στον κανονισμό 1984/83, τότε τα ερωτήματα που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο υπό Α σχετικά με την εκτίμηση μιας δέσμης ή ενός δικτύου ασήμαντων συμβάσεων δεν έχουν καμία πρακτική σημασία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως άλλωστε καμία σημασία δεν θα είχε στην περίπτωση αυτή και το ερώτημα Γ σχετικά με την έκδοση αποφάσεως περί ατομικής εξαιρέσεως.
Το γεγονός εξάλλου ότι υφίσταται ένα δίκτυο συμφωνιών ή ότι η συγκεκριμένη σύμβαση ανήκει σε τέτοιο δίκτυο δεν έχει σημασία για την καταρχήν εφαρμογή του κανονισμού 1984/83 ( 5 ). Το γεγονός όμως αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή προκειμένου να ορίσει ότι η ευεργετική διάταξη περί εξαιρέσεως δεν ισχύει — κατ' εφαρμογή ενδεχομένως του άρθρου 14 του κανονισμού 1984/83 —:
« όταν διαπιστώνει, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συμφωνία (... ) έχει (... ) εντούτοις ορισμένα αποτελέσματα που είναι ασυμβίβαστα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, ιδίως όταν:
(...)
β)
δυσχεραίνεται σημαντικά για άλλους προμηθευτές η πρόσβαση στα διάφορα στάδια διανομής σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς » ( 6 ).
Το παρατεθέν άρθρο 14 στηρίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965 ( 7 ), με τον οποίο εξουσιοδοτήθηκε η Επιτροπή από το Συμβούλιο να εξαιρεί ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, μεταξύ άλλων δε τις συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας. Από το γράμμα αυτού του άρθρου 7 [ « δύναται να άρει το ευεργέτημα της εφαρμογής του κανονισμού (... ) » ] και του προπαρατεθέντος άρθρου 14 [ « η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ανακαλέσει το πλεονέκτημα της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού (... ) » ] προκύπτει ότι η σχετική απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ ( 8 ). Κατά συνέπεια, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής, η σχετική συμφωνία εξακολουθεί να συμβιβάζεται με το άρθρο 85 ( 9 ).
7.
Μόνο εφόσον για τη συμφωνία δεν ισχύει η κατά κατηγορίες εξαίρεση — αυτό δε είναι το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξω στη συνέχεια σε σχέση με την επίδικη στην κύρια δίκη σύμβαση ( βλ. κατωτέρω σημεία 10 και 11 των προτάσεων) — και εφόσον επομένως η ζυθοποιία έχει αναλάβει εν γνώσει της τον κίνδυνο συνάψεως συμβάσεως που δεν εξαιρείται « αυτόματα », η νομική κατάσταση είναι λιγότερο σαφής. Στην περίπτωση αυτή τίθεται ιδιαίτερα έντονα το ζήτημα αν το άρθρο 85, παράγραφος 1, εφαρμόζεται στις συμβάσεις αυτές — λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι ανήκουν σε ένα δίκτυο συμβάσεων. Αν οι αντισυμβαλλόμενοι θέλουν να εξασφαλίσουν ότι η συμφωνία τους είναι έγκυρη, πρέπει να την κοινοποιήσουν στην Επιτροπή και να ζητήσουν ατομική εξαίρεση κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, εφόσον η συμφωνία τους εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Στην περίπτωση αυτή όμως δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνεται υπόψη, εφόσον πρόκειται για συμφωνίες όπως η επίδικη εν προκειμένω, το άρθρο 4, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του κανονισμού 17 ( 10 ). Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, οι συμφωνίες στις οποίες μετέχουν επιχειρήσεις μόνο ενός κράτους μέλους και δεν αφορούν ούτε εισαγωγές ούτε εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται, προκειμένου να τυγχάνουν ατομικής εξαιρέσεως από την απαγόρευση των συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών. Κατά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Bilger κατά Jehle, η απαλλαγή αυτή από την υποχρέωση κοινοποιήσεως ισχύει και για τις συμβάσεις που συνάπτονται σε μεγάλο αριθμό και αποτελούν τμήματα ενός δικτύου συμβάσεων ( 11 ). Συνέπεια της απαλλαγής αυτής από την υποχρέωση κοινοποιήσεως είναι ότι η εξαίρεση που χορηγεί εκ των υστέρων η Επιτροπή βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3 (για τον λόγο ότι τη ζήτησαν οι αντισυμβαλλόμενοι) μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
Η δυνατότητα αυτή της Επιτροπής να εξαιρεί αναδρομικώς τις συμφωνίες — χωρίς να δεσμεύεται από καμία προθεσμία σε σχέση με τις συμφωνίες για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση κοινοποιήσεως — μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Αυτό θα συμβεί π.χ. όταν το εθνικό δικαστήριο έχει εν τω μεταξύ κηρύξει άκυρη τη συμφωνία κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, χωρίς να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο εξαιρέσεως (για τη χορήγηση της οποίας δεν είναι το ίδιο αρμόδιο, αλλά η Επιτροπή: πρβλ. ανωτέρω σημείο 5). Προκειμένου να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, το εθνικό δικαστήριο οφείλει — όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Haecht II σε σχέση με τις λεγόμενες « νέες » συμφωνίες ( 12 ) — « να εκτιμήσει, με την επιφύλαξη ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 177, αν συντρέχει λόγος αναστολής της διαδικασίας, προκειμένου να δοθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να λάβει θέση (... ) » ( 13 ). Αντίθετα, δεν υπάρχει λόγος αναστολής αν — όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την ίδια σκέψη — το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει « είτε ότι η συμφωνία δεν ασκεί αισθητή επιρροή στη λειτουργία του ανταγωνισμού ή στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών είτε ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι η συμφωνία δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 85».
Το εθνικό δικαστήριο επομένως πρέπει να προβεί στην εξής επιλογή: είτε έχει τη βεβαιότητα ότι η σύμβαση δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1 (οπότε είναι περιττό να ζητηθεί από την Επιτροπή να κηρύξει ανίσχυρη κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, την απαγόρευση αυτή ) ή θεωρεί ότι η σύμβαση εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, και είναι πιθανότατο, δεδομένης της πρακτικής της Επιτροπής, ότι δεν πρόκειται να κηρυχθεί ανίσχυρη κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, η απαγόρευση αυτή ( μολονότι το αίτημα αυτό θα μπορούσε να υποβληθεί στην Επιτροπή σε περίπτωση συμφωνίας μη υποκείμενης σε κοινοποίηση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω). Στην περίπτωση αυτή το εθνικό δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αναστείλει τη διαδικασία. Είτε το εθνικό δικαστήριο θεωρεί αβέβαιη τη νομική τύχη που θα έχει η συμφωνία — ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία έχει υποβάλει ενδεχομένως το Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πάντως μπορεί να αφορά μόνο την ερμηνεία (ή το κύρος) των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και όχι την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση — οπότε θα αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει θέση επί του ζητήματος κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων.
8.
Είναι προφανές ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση είναι ακόμη μεγαλύτερη, όταν το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη όχι μόνο το νομικό πλαίσιο, αλλά και τα οικονομικά δεδομένα που συνοδεύουν τη συμφωνία για τον λόγο ότι η συμφωνία αυτή, όπως εν προκειμένω, ανήκει σε ένα ολόκληρο δίκτυο συμφωνιών. Στο πρόβλημα αυτό αναφέρονται τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο υπό το στοιχείο Α' στο σημείο αυτό πάντως επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (πρβλ. κατωτέρω σημείο 14). Στην περίπτωση αυτή επομένως δικαιολογημένα μπόρα το εθνικό δικαστήριο να θέλει να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει θέση επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 85 στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Haecht II, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αναστείλει τη διαδικασία
« με την επιφύλαξη ενδεχομένης εφαρμογής του άρθρου 177 (...) προκειμένου να δοθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να λάβει θέση » ( σκέψη 12).
Πώς μπορεί αυτό να συμβεί στην πράξη; Το ίδιο το Δικαστήριο έχει υποδείξει μια πρώτη δυνατότητα: το εθνικό δικαστήριο μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, οπότε η Επιτροπή κανονικά θα λάβει θέση, με τις έγγραφες ή προφορικές παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, επί του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 85 στη συγκεκριμένη συμφωνία. 'Ετσι όμως δεν εξαντλούνται όλες οι δυνατότητες, διότι η προδικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά μόνο την ερμηνεία — όπως εν προκειμένω — ή το κύρος διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και όχι κατά κυριολεξία την εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και η Επιτροπή μπορεί να δώσει σχετικά ορισμένες ενδείξεις (πρβλ. κατωτέρω σημείο 14). Η οεν-τερη δυνατότητα είναι να κοινοποιήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι ( ή ο ένας από αυτούς ) εκ των υστέρων — π.χ. εντός της προθεσμίας που έχει καθορίσει το δικαστήριο — τη σύμβαση στην Επιτροπή, εφόσον πρόκειται, όπως στην παρούσα περίπτωση, για συμφωνία μη υποκείμενη σε κοινοποίηση, ζητώντας της μια αρνητική πιστοποίηση (άρθρο 2 του κανονισμού 17) ή, εφόσον δεν είναι δυνατή η χορήγηση τέτοιας πιστοποιήσεως, τη χορήγηση ατομικής εξαιρέσεως (άρθρο 6 του κανονισμού 17). Κατά τη γνώμη μου, από το εθνικό δικονομικό δίκαιο εξαρτάται αν η κοινοποίηση αυτή εξακολουθεί να είναι δυνατή — κατόπιν αιτήσεως και των δύο συμβαλλομένων ή μόνον ενός από αυτούς — μετά την άσκηση αγωγής ή προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται δυνατότητα τέτοιας κοινοποιήσεως, πρέπει να αναμένεται, λόγω της συνήθους διάρκειας των ερευνών της Επιτροπής, σημαντική καθυστέρηση. Στην τρίτη δυνατότητα έχει αναφερθεί η Επιτροπή σε ορισμένες από τις ετήσιες εκθέσεις της επί του ανταγωνισμού: στις εκθέσεις αυτές αναφέρεται η πρακτική των εθνικών δικαστηρίων να ζητούν από την Επιτροπή τη γνώμη της σε σχέση με υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον τους ( 14 ). Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επιβεβαίωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι υπάρχει αυτή η συνεργασία, έστω και σποραδικά. Το ζήτημα αν, υπό ποια μορφή και υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πραγματοποιείται αυτή η άμεση συνεργασία με την Επιτροπή κρίνεται βέβαια κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο. Εννοείται ότι, εφόσον δεν υπάρχει τυπικά κοινοποίηση, η απάντηση της Επιτροπής δεν μπορεί να συνίσταται στη ρητή χορήγηση αρνητικής πιστοποιήσεως ή στη ρητή δήλωση περί μη εφαρμογής του άρθρου 85. Τα στοιχεία όμως που παρέχει η Επιτροπή μπορούν πάντως να δίνουν τη δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει με μεγαλύτερη βεβαιότητα αν εφαρμόζεται η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, και αν θα μπορούσε να χορηγηθεί εξαίρεση για τη συμφωνία αυτή. Εφόσον υπάρχει αυτή η βεβαιότητα, δεν υπάρχει για το εθνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την απόφαση Haecht Π, κανείς λόγος να αναστείλει περαιτέρω τη διαδικασία.
Εξαιρέσεις ατομικές και κατά κατηγορίες και ερωτήματα Γ και Β
9.
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις μού δίνουν τη δυνατότητα να απαντήσω αμέσως στο ερώτημα που τίθεται υπό /'πριν δώσω απάντηση στα ερωτήματα υπό Β. Η απάντηση αυτή έχει ως εξής.
Η σύμβαση προμήθειας μπύρας που εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 1984/83 περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες πρέπει να εξαιρεθεί ατομικά από την Επιτροπή. Προς τούτο η σύμβαση πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, για την κοινοποίηση δε αυτή δεν προβλέπεται καμία προθεσμία στην περίπτωση των ( νέων ) συμφωνιών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 17. Το εθνικό δικαστήριο έχει πάντως τη δυνατότητα — εφόσον έχει τη σχετική βεβαιότητα — να λάβει υπόψη τα στοιχεία που παρέχει η Επιτροπή κατά τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής και/ή να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία από την Επιτροπή και — λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία αυτή — να κηρύξει ανεφάρμοστη την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, και να κρίνει έγκυρη τη σύμβαση ή αντίθετα να κρίνει ότι εφαρμόζεται η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ότι είναι απίθανο η Επιτροπή να κηρύξει ρητά το άρθρο αυτό ανεφάρμοστο και κατά συνέπεια να κηρύξει, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, ανίσχυρα τα τμήματα της συμβάσεως που είναι ασυμβίβαστα προς το άρθρο 85, παράγραφος 1 ( 15 ).
10.
Η ανωτέρω απάντηση στο ερώτημα Γ προϋποθέτει ότι η επίμαχη σύμβαση όεν εμπίπτει στον κανονισμό 1984/83, πράγμα που πρέπει προηγουμένως να εξεταστεί. Στο ζήτημα αυτό αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρονται υπό το στοιχείο Β. Αν η σύμβαση εμπίπτει πράγματι στις ευεργετικές διατάξεις περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, τότε δεν χρειάζεται ουσιαστικά να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που εκτίθενται υπό το στοιχείο Α και τα οποία θα εξεταστούν στη συνέχεια (πρβλ. ανωτέρω σημείο 2 ).
Η σύμβαση μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης συμπίπτει, ως προς το είδος της συμφωνίας, με την περιγραφή στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1984/83 των συμβάσεων προμήθειας μπύρας για τις οποίες ισχύει η εξαίρεση. Ο εφεσείων αναλαμβάνει συγκεκριμένα την υποχρέωση έναντι της εφεσίβλητης, σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνο από την εφεσίβλητη ή τις θυγατρικές της εταιρίες ορισμένες μπύρες και ορισμένα μη οινοπνευματώδη ποτά με σκοπό τη μεταπώληση τους εντός εστιατορίου που καθορίζεται στη συμφωνία. Πάντως υπάρχει μια απόκλιση από το άρθρο 6, παράγραφος 1, καθόσον οι μπύρες και τα άλλα ποτά δεν « καθορίζονται στη συμφωνία », αλλά καθορίζονται μόνο βάσει παραπομπής στον τιμοκατάλογο της ζυθοποιίας και των θυγατρικών της εταιριών ( 16 ).
Η απόκλιση αυτή από τον κανονισμό αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που αναφέρεται υπό το στοιχείο Β και στο οποίο νομίζω ότι είναι εύκολο να δοθεί απάντηση: το γεγονός ότι οι μπύρες και τα λοιπά ποτά που καλύπτει η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας δεν καθορίζονται στην ίδια τη συμφωνία, αλλά στον τιμοκατάλογο της ζυθοποιίας, ο οποίος μπορεί να τροποποιείται μονομερώς, καθιστά την κατά κατηγορίες εξαίρεση ανεφάρμοστη. Οι λόγοι της συναγωγής του συμπεράσματος αυτού εκτίθενται ανωτέρω (σημείο 5). Τους επαναλαμβάνω όμως με συντομία. Οι κατά κατηγορίες εξαιρέσεις αποτελούν εξαιρέσεις από την απαγόρευση των συμφωνιών κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, θεσπίζονται δε (κατόπιν ώριμης σκέψης και κατόπιν διαβουλεύσεων με τη Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων ) βάσει αποφάσεων οικονομικής πολιτικής, κάθε στοιχείο των οποίων πρέπει να θεωρείται ότι έχει σημασία. Ούτε το εθνικό δικαστήριο ούτε το Δικαστήριο μπορούν να διευρύνουν το περιεχόμενο του κανονισμού περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες προβαίνοντας σε ασυνήθη ερμηνεία των διατάξεων του: πράγματι, η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να κηρύσσει, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, ανεφάρμοστο το άρθρο 85, παράγραφος 1. Την αρμοδιότητα αυτή δεν έχουν τα δικαστήρια.
11.
Για την κατανόηση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος υπό Β, έχει σημασία το γεγονός ότι η επίμαχη σύμβαση προβλέπει την εκ μέρους της εφεσίβλητης εκμίσθωση του εστιατορίου προς τον εφεσείοντα. Κατά τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1984/83, για τις συμβάσεις αυτές
«πρέπει να προβλέπονται ειδικές διατάξεις· (... ) στην περίπτωση αυτή και υπό τους όρους που προβλέπει ο παρών κανονισμός, ο μεταπωλητής πρέπει να έχει το δικαίωμα να προμηθεύεται από τρίτες επιχειρήσεις τα ποτά, εκτός από τον ζύθο, που αποτελούν αντικείμενο προμήθειας βάσει της συμφωνίας ή ποτά που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με αυτά αλλά φέρουν διαφορετικό σήμα » ( η υπογράμμιση δική μου ).
Η αιτιολογική αυτή σκέψη συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, σε σχέση με τις δύο αυτές κατηγορίες ποτών ως εξής:
« Όταν η συμφωνία αναφέρεται σε εστιατόριο που έχει παραχωρήσει ο προμηθευτής στον μεταπωλητή με βάση σύμβαση μισθώσεως ή στα πλαίσια άλλης νομικής ή πραγματικής σχέσης χρήσεως, ισχύουν επίσης οι ακόλουθες διατάξεις:
(...)
β)
η συμφωνία πρέπει να προβλέπει για τον μεταπωλητή το δικαίωμα
—
να προμηθεύεται από τρίτες επιχειρήσεις άλλα ποτά εκτός από ζύθο που αποτελούν αντικείμενο προμήθειας βάσει της συμφωνίας, όταν οι επιχειρήσεις αυτές τα προσφέρουν με ευνοϊκότερους όρους και ο προμηθευτής δεν προσφέρει τους όρους αυτούς,
—
να προμηθεύεται από τρίτες επιχειρήσεις άλλα ποτά εκτός από ζύθο που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα ποτά που αποτελούν αντικείμενο της προμήθειας, αλλά φέρουν διαφορετικό σήμα, όταν δεν προσφέρει αυτά ο προμηθευτής » ( 17 ).
Η σύμβαση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης οπωσδήποτε δεν προβλέπει, καθόσον προκύπτει από τα προδικαστικά ερωτήματα, το κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, πρώτη περίπτωση, δικαίωμα προμήθειας των ποτών « που αποτελούν αντικείμενο προμήθειας βάσει της συμφωνίας » ( των καλυπτόμενων από τη συμφωνία ποτών ) υπό τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους, δεν περιέχει δηλαδή τη λεγόμενη « ρήτρα περί ευνοϊκότερων όρων » ( αν μάλιστα η ερμηνεία μου είναι ορθή, δεν προβλέπεται ούτε το δικαίωμα προμήθειας των ποτών που αφορά η δεύτερη περίπτωση της διατάξεως αυτής, δηλαδή των ποτών που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα ποτά που καλύπτονται από τη σύμβαση, αλλά φέρουν διαφορετικό σήμα ). Η συμφωνία δηλαδή περιέχει γενική απαγόρευση προμήθειας μπύρας και άλλων ποτών από άλλες ζυθοποιίες ή επιχειρήσεις (εκτός από τα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, πράγμα με το οποίο θα ασχοληθώ στη συνέχεια) και επομένως δεν προβλέπει τα δικαιώματα που εγγυάται το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, ως προς την προμήθεια των ποτών αυτών.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιες είναι οι συνέπειες του ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένα η λεγόμενη « ρήτρα περί ευνοϊκότερων όρων ». Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω (σημεία 5 και 10) το δικαστήριο δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 1984/83 προκειμένου να κηρυχθεί ανεφάρμοστη η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Το γεγονός επομένως ότι η συμφωνία δεν καλύπτεται πλήρως από τον κανονισμό 1984/83 έχει ως συνέπεια να μην εμπίπτει στις διατάξεις περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες.
Η απάντηση στο ερώτημα — που επίσης θέτει το εθνικό δικαστήριο — αν τα τμήματα της συμφωνίας που είναι ασυμβίβαστα προς το άρθρο 85 (πρβλ. ανωτέρω υποσημ. 15) είναι άκυρα εξαρτάται από το αν η συμφωνία αυτή, εφόσον καταρχήν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, εξαιρείται βάσει ατομικής αποφάσεως κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, από την απαγόρευση αυτή. Προϋπόθεση όμως της εξαιρέσεως αυτής είναι να έχει κοινοποιηθεί η συμφωνία στην Επιτροπή ( πρβλ. ανωτέρω σημείο 8 ).
12.
Χάριν πληρότητας θα ήθελα να προσθέσω ότι η επίμαχη εν προκειμένω σύμβαση περιέχει και άλλα στοιχεία περιοριστικά του ανταγωνισμού τα οποία αντιβαίνουν προς τον κανονισμό 1984/83.
Στο σημείο 10 ανωτέρω ανέφερα ότι η προβλεπόμενη στη σύμβαση υποχρέωση αποκλειστικής αγοράς ζύθων και μη οινοπνευματωδών ποτών από τη ζυθοποιία και τις θυγατρικές της εταιρίες συνάδει προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1984/83 — η μόνη εξαίρεση αφορά τον υποχρεωτικό καθορισμό των σχετικών ποτών εντός της συμβάσεως (πρβλ. όμως και υποσημ. 16). Η σύμβαση όμως επιβάλλει στον εφεσείοντα και μία άλλη ουσιαστική υποχρέωση, και συγκεκριμένα — όπως αναφέρθηκε παραπάνω — μια απεριόριστη απαγόρευση του ανταγωνισμού για ÓL τα είδη μπύρας και για όλα·τα μη οινοπνευματώδη ποτά των άλλων ζυθοποιιών ή επιχειρήσεων, εκτός από τις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη (σε σχέση με το τελευταίο αυτό ζήτημα βλέπε κατωτέρω σημείο 24 ). Οι γενικές αυτές απαγορεύσεις του ανταγωνισμού για όλα τα είδη μπύρας και μη οινοπνευματωδών ποτών των άλλων ζυθοποιιών ή επιχειρήσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ή τρίτων χωρών ( για τα οποία δεν ισχύει κατά τη σύμβαση η υποχρέωση προμήθειας ) βαίνουν πέραν των περιορισμών που επιτρέπονται κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α και β, του κανονισμού 1984/83: το άρθρο αυτό αφορά αποκλειστικά και μόνο την απαγόρευση πωλήσεως ζύθων και άλλων ποτών που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση ποτά ( υπό την επιφύλαξη ενδεχομένως της εφαρμογής των εξαιρέσεων που ανέφερα στο προηγούμενο σημείο των προτάσεων μου ) και την καταρχήν υποχρέωση πωλήσεως των άλλων ζύθων αποκλειστικά και μόνο σε φιάλες, κονσέρβες και άλλες μικρές συσκευασίες. Όσον αφορά τους επιτρεπτούς περιορισμούς, το άρθρο 7 μεν δεν κάνει καμία διάκριση ανάλογα με την προέλευση των εμπορευμάτων, ενώ η συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης εξαιρεί από την απαγόρευση προμήθειας τις μπύρες και τα ποτά από τα άλλα κράτη μέλη, αλλά και στο σημείο αυτό πρέπει να τηρούνται πλήρως οι διατάξεις του κανονισμού 1984/83, τα δε δικαστήρια δεν μπορούν να συμψηφίσουν τις «ευνοϊκές και δυσμενείς » παρεκκλίσεις από τον κανονισμό αυτό.
Ο εφεσείων αναφέρει επίσης την απαγόρευση διαφημίσεων, η οποία υπερβαίνει το κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του κανονισμού 1984/83 επιτρεπτό μέτρο, καθώς και την απαγόρευση εγκαταστάσεως αυτόματων μηχανημάτων πωλήσεως, εκτός από όσα επρόκειτο να παραδώσει ένα κατονομαζόμενο στη σύμβαση πρόσωπο: αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι, κατά τον εφεσείοντα, ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού 1984/83, η συμφωνία δεν εμπίπτει στην εξαίρεση κατά κατηγορίες ( 18 ). Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε κανένα ερώτημα ως προς τις διατάξεις αυτές της συμβάσεως — το τέταρτο πάντως από τα αναφερόμενα υπό Α ερώτημα αφορά έμμεσα τη διάταξη που ανέφερα στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο ( πρβλ. κατωτέρω σημείο 13 και κυρίως σημείο 24 ) — δεν πρόκειται να τις εξετάσω.
13.
Με την επίμαχη σύμβαση επιβάλλεται επιπλέον στον εφεσείοντα η υποχρέωση αγοράς τουλάχιστον 132 εκατολίτρων ετησίως, η τήρηση της οποίας εξασφαλίζεται από ρήτρα περί καταβολής αποζημιώσεως και από τη δυνατότητα της εφεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς να τηρήσει καμία προθεσμία.
Η ύπαρξη υποχρεώσεως παραλαβής ορισμένης κατώτατης ποσότητας κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 1984/83, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 9 του ίδιου κανονισμού, δεν αναιρεί τη δυνατότητα εφαρμογής της εξαιρέσεως ( 19 ). Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει την υποχρέωση παραλαβής μιας κατώτατης ποσότητας στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υπό Α, σε σχέση όμως με τη δυνατότητα που παρέχει η σύμβαση στον μεταπωλητή να εφοδιάζεται με μπύρα από τα άλλα κράτη μέλη. Το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα αν η σύμβαση μπορεί υπό τις προϋποθέσεις αυτές να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Το ζήτημα αυτό θα εξετάσω αργότερα ( πρβλ. σημείο 24 ).
Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, και προδικαστικά ερωτήματα υπό Α
14.
Εφόσον γίνει δεκτό, όπως υποστήριξα παραπάνω, ότι η επίμαχη συμφωνία δεν μπορεί να εξαιρεθεί βάσει του κανονισμού 1984/83, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει πράγματι αν συμβιβάζεται η συμφωνία με το άρθρο 85, παράγραφος 1 — ενδεχομένως με τη βοήθεια της Επιτροπής, από την οποία μπορεί να ζητήσει ορισμένα στοιχεία, εφόσον δεν θέλει να αφήσει στους διαδίκους τον χρόνο να κοινοποιήσουν εκ των υστέρων τη συμφωνία στην Επιτροπή και να ζητήσουν τη χορήγηση ατομικής εξαιρέσεως (πρβλ. ανωτέρω σημείο 8). Στην περίπτωση αυτή έχει να αντιμετωπίσει τα προδικαστικά ερωτήματα που αναφέρονται υπό Α.
Κατά την αναζήτηση της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα αυτά θα ήθελα να τονίσω ακόμη μία φορά ότι τα ερωτήματα αυτά αφορούν αποκλειστικά και μόνο την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει τις ερμηνευόμενες διατάξεις επί της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Ομοίως, το Δικαστήριο ( ή το εθνικό δικαστήριο ) δεν έχει την εξουσία να λαμβάνει, υπό το πρόσχημα της ερμηνείας, αποφάσεις σχετικά με την πολιτική του ανταγωνισμού. Αντίθετα, κατά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη την πολιτική που ακολουθούν τα πολιτικά όργανα της Κοινότητας, εφόσον το κύρος της πολιτικής αυτής δεν αμφισβητείται για άλλους λόγους.
15.
Τα ερωτήματα υπό Α αφορούν τις συνέπειες επί του ανταγωνισμού. Καταρχάς πρέπει να προσδιοριστεί η σχετική αγορά εντός της οποίας πρέπει να εξεταστεί ο ανταγωνισμός αυτός. Η Επιτροπή και η εφεσίβλητη, καθώς και η Γαλλική Κυβέρνηση, υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω σχετική αγορά είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, διότι στην πράξη το εμπόριο μπύρας μεταξύ των κρατών μελών είναι ασήμαντο. Επιπλέον, οι συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας όπως η επίμαχη εν προκειμένω συνάπτονται, καθόσον φαίνεται χωρίς αξιοσημείωτες εξαιρέσεις ( 20 ), μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στο ίδιο κράτος μέλος, μολονότι ενίοτε οι συμφωνίες αυτές προβλέπουν επίσης την παράδοση αλλοδαπών ζύθων.
Είναι κάπως παράδοξο να θεωρείται η επικράτεια ενός κράτους μέλους ως η σχετική αγορά. Σκοπός του άρθρου 85 (και του άρθρου 86) είναι, πέρα από την προστασία της οικονομικής ελευθερίας των συναλλασσομένων (εστιατόρων, ζυθοποιιών, καταναλωτών), να αποφευχθεί η νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και η δημιουργία εμποδίων μεταξύ των κρατών μελών λόγω της υπάρξεως δικτύων ιδιωτικών συμβάσεων, εμποδίων τα οποία εξάλλου, κατά τη νομολογία περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν θα επιτρέπονταν, αν ετίθεντο από τις κρατικές αρχές. Αυτό όμως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί λόγω του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων η εθνική αγορά ως η σχετική αγορά, εφόσον η σχετική αγορά έχει τη δομή της εθνικής αγοράς λόγω της υπάρξεως άλλων παραγόντων και όχι λόγω της εφαρμογής πρακτικών περιορισμού του ανταγωνισμού ή κρατικών παρεμβάσεων. Κατά συνέπεια, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής.
16.
Η σχετική αγορά πρέπει να οριοθετηθεί όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και κατά το αντικείμενο της. Με τις παρατηρήσεις που αναπτύχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζονται δύο απόψεις. Κατά την άποψη της εφεσίβλητης, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο η μπόρα που πωλείται στα εστιατόρια, στα ποτοπωλεία κ.λπ., αλλά πρέπει να συνυπολογιστούν και οι πωλήσεις μπύρας στα μεγάλα καταστήματα αυτοεξυπηρετήσεως και στα λοιπά καταστήματα λιανικού εμπορίου. Κατά την εφεσίβλητη, τα δύο δίκτυα εμπορίας συνδέονται στενά μεταξύ τους, ενόψει μάλιστα της βασικής αρχής του κοινοτικού δικαίου ότι πρέπει να επιτευχθεί η αλληλοδιείσδυση των εθνικών αγορών: οι αλλοδαποί ζύθοι που πωλούνται σε μεγάλες ποσότητες στο λιανικό εμπόριο θα αρχίσουν αναπόφευκτα να πωλούνται και στα ποτοπωλεία. Στο σημείο αυτό δεν έχει καμία σημασία ότι οι τιμές της ζυθοποιίας για τα εστιατόρια και τα ποτοπωλεία είναι υψηλότερες από ό,τι για τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως. Εξάλλου, σε ορισμένες περιοχές πρέπει να συμπεριληφθεί στην ανάλυση και ο (λευκός) οίνος ως υποκατάστατο προϊόν της μπύρας.
Διαφορετική άποψη υποστηρίζουν η Επιτροπή και ο εφεσείων ( 21 ). Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι πρόκειται για το ίδιο προϊόν, επειδή οι δύο τιμές εξελίσσονται κατά κάποιον τρόπο παράλληλα ( 22 ). Το γεγονός ότι κάποιος αποφασίζει να μεταβεί σε ποτοπωλείο ή εστιατόριο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και η μάρκα της μπύρας που πωλείται στο εστιατόριο αυτό δεν αποτελεί παρά μόνον έναν από τους παράγοντες αυτούς.
Νομίζω ότι η δεύτερη άποψη είναι πειστικότερη. Οι αμοιβαίως αντισταθμιζόμενες αυξομειώσεις τιμών και πωλήσεων τις οποίες αναφέρει η εφεσίβλητη παρατηρούνται και μεταξύ των προϊόντων κρέατος και των προϊόντων της αλιείας, μεταξύ μήλων και μπανανών κ.λπ. Τα πάντα εξαρτώνται από το πόσο ονενή είναι η αμοιβαία σχέση των προϊόντων, από τον βαθμό της δυνατότητας αμοιβαίας υποκαταστάσεως τους. Η αμοιβαία αυτή σχέση ή δυνατότητα υποκαταστάσεως έχει πάντοτε πολλές διαβαθμίσεις. Από ένα σημείο και μετά συγχέονται οι αγορές των διαφόρων προϊόντων. Κατόπιν των ανωτέρω, νομίζω ότι κρίσιμη σημασία έχει το γεγονός ότι οι ζυθοποιίες οργανώνουν χωριστή αγορά για τη μπύρα που πωλείται στα εστιατόρια και ποτοπωλεία, και μάλιστα χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο είδος συμφωνιών που προβλέπουν ειδικές τιμές και ειδικούς όρους: το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο ενδιαφερόμενος τομέας θεωρεί το προϊόν που πωλείται στα εστιατόρια ως αυτοτελές προϊόν.
17.
Τα ερωτήματα που υποβάλλει υπό Α το αιτούν δικαστήριο αφορούν καταρχάς τον επηρεασμό του διακρατικού εμπορίου ως στοιχείο του πραγματικού του άρθρου 85, παράγραφος 1. Το στοιχείο αυτό έχει άμεση σχέση με ένα άλλο στοιχείο του πραγματικού, τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν σε ένα κράτος μέλος υφίσταται ένα δίκτυο ομοειδών συμβάσεων στην ίδια σχετική αγορά. Αν υφίσταται ένα τέτοιο δίκτυο και αν αυτό το δίκτυο είναι πυκνό, τότε ενδέχεται όχι μόνο να περιορίζεται η ελευθερία που διαθέτουν οι αντισυμβαλλόμενοι και οι τρίτοι ως προς τον ανταγωνισμό και να μειώνεται ο αριθμός των εναλλακτικών λύσεων ως προς την αγορά ή τη ζήτηση και έτσι να επηρεάζεται η δομή της αγοράς ως προς τον ανταγωνισμό, αλλά ενδέχεται να δημιουργείται και στεγανοποίηση της εθνικής αγοράς έναντι των εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη. Για τον λόγο αυτό θα εξετάσω στη συνέχεια τις δύο αυτές προϋποθέσεις μαζί.
Νομίζω ότι το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα που αναφέρονται υπό το στοιχείο Α έχουν την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια ασήμαντη καθεαυτή σύμβαση είναι δυνατόν να αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, για τον λόγο και μόνο ότι ανήκει σε μια δέσμη παρόμοιων συμβάσεων προμήθειας μπύρας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιο ποσοστό « δεσμευόμενων επιχειρήσεων » αρκεί για να συντρέχει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
18.
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966 στην υπόθεση Société technique minière ( 23 ) το Δικαστήριο δέχθηκε σε σχέση με το στοιχείο του πραγματικού που αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού λόγω αποκλειστικού δικαιώματος πωλήσεως τα εξής:
« συνεπώς, για να εκτιμηθεί αν μία σύμβαση περιλαμβάνουσα ρήτρα “ παραχωρήσεως αποκλειστικού δικαιώματος πωλήσεων ” πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευμένη λόγω του αντικειμένου ή του αποτελέσματος της, πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδίως η φύση και η περιορισμένη ή μη ποσότητα των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας, η θέση και η σπουδαιότητα του παραχωρούντος την αποκλειστικότητα και η θέση και η σπουδαιότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου στην αγορά των προϊόντων για τα οποία πρόκειται, ο μεμονωμένος χαρακτήρας της επίμαχης συμφωνίας ή, αντιθέτως, η ένταξη της σε σύνολο συμφωνιών, η αυστηρότητα των ρητρών που έχουν ως σκοπό την προστασία της αποκλειστικότητας ή, αντιθέτως, οι δυνατότητες που αφήνονται σε άλλα εμπορικά ρεύματα επί των ιδίων προϊόντων, μέσω επανεξαγωγών ή παραλλήλων εισαγωγών ».
Στην απόφαση Brasserie de Haecht Ι ( 24 ) το Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά τις υποχρεώσεις αποκλειστικής προμήθειας που αναλαμβάνουν οι εστιάτορες, ότι κατά την εξέταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 85, παράγραφος 1, το άρθρο αυτό
« προϋποθέτει την ανάγκη ερεύνης των αποτελεσμάτων αυτών [ επί του ανταγωνισμού ] στο πλαίσιο εντός του οποίου παράγονται, δηλαδή εντός των οικονομικών και νομικών περιστάσεων όπου εντάσσονται αυτές οι συμφωνίες, αποφάσεις ή πρακτικές και όπου μπορούν να συμβάλλουν, μαζί με άλλες, στην πρόκληση σωρευτικού αποτελέσματος επί της λειτουργίας του ανταγωνισμού.
Θα ήταν μάταιο, πράγματι, να ερευνηθεί μια συμφωνία, απόφαση ή πρακτική με βάση τα αποτελέσματα της, εάν τα αποτελέσματα αυτά έπρεπε να απομονωθούν από την αγορά, στην οποία εκδηλώνονται, και αν μπορούσαν να εξεταστούν μόνο αποκομμένα από το σύνολο των αποτελεσμάτων, συγκλινόντων ή μη, εντός του οποίου παράγονται.
Για να κριθεί, συνεπώς, εάν μια σύμβαση εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν πρέπει να απομονωθεί από το πλαίσιο αυτό, δηλαδή από τις πραγματικές ή νομικές περιστάσεις που έχουν ως συνέπεια να έχει η σύμβαση ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.
Για την εξέταση του σκοπού αυτού, η ύπαρξη παρόμοιων συμβάσεων μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο μέτρο που το σύνολο των συμβάσεων αυτού του είδους μπορεί να περιορίσει την ελευθερία του εμπορίου ».
Όσον αφορά το ενδεχόμενο επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
« Για την πλήρωση αυτής της προϋποθέσεως πρέπει η συμφωνία, απόφαση ή πρακτική να επιτρέπει την εκτίμηση, βάσει συνόλου αντικειμενικών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, ότι μπορεί ενδεχομένως να ασκήσει άμεση ή έμμεση επίδραση επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών, να συμβάλει στη στεγανοποίηση της αγοράς και να καταστήσει δυσκολότερη την οικονομική αλληλοδιείσδυση που επιδιώκει η Συνθήκη.
Για την εκτίμηση του στοιχείου αυτού η συμφωνία, απόφαση ή πρακτική δεν μπορεί ούτε να χωριστεί από όλες τις άλλες, στις οποίες ανήκει.
Η ύπαρξη παρόμοιων συμβάσεων συνιστά περίσταση που μπορεί, μαζί με άλλες, να αποτελέσει ένα όλο που συνιστά τις οικονομικές και νομικές περιστάσεις, στο πλαίσιο των οποίων πρέπει να εξεταστεί η σύμβαση.
Μολονότι αυτή η κατάσταση πρέπει λοιπόν να ληφθεί υπόψη, δεν μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί, από μόνη της, καθοριστική.
Πρόκειται μόνο για ένα στοιχείο μεταξύ άλλων, προκειμένου να κριθεί εάν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορεί να επηρεαστεί από ενδεχόμενη αλλοίωση της λειτουργίας του ανταγωνισμού ».
19.
Με την απόφαση Haecht Ι το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι η ύπαρξη μιας δέσμης συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας στον τομέα της μπύρας ( 25 ) αποτελεί έναν από τους παράγοντες που το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμήσει με άλλα στοιχεία, πριν αποφασίσει να εφαρμόσει το άρθρο 85, παράγραφος 1, σε μια σύμβαση που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ασήμαντη. Αυτή είναι επομένως η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα που τίθεται υπό το στοιχείο Α.
Έτσι δίδεται απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα. Αφού το γεγονός ότι μια σύμβαση ανήκει σε δίκτυο συμβάσεων αποτελεί απλώς έναν από τους παράγοντες από τους οποίους μπορεί να συναχθεί η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν επιτρέπεται να καθοριστεί σταθερό ποσοστό, π.χ. 60o/ο, για τον παράγοντα αυτό και μόνο. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να καθιερώνει τέτοιους εμπειρικούς κανόνες ερμηνεύοντας τη νομοθεσία. Ένα σύνολο ποσοτικών και επομένως στατιστικών δεδομένων ούτε συνεπάγεται ούτε αποκλείει αυτόματα την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1. Το μόνο που θα μπορούσε να ειπωθεί είναι ότι ένας υψηλός βαθμός δεσμεύσεως, της τάξεως π.χ. του 40 ή του 60o/ο, μειώνει αισθητά τις διαρθρωτικές δυνατότητες ανταγωνισμού ενός τμήματος της αγοράς.
20.
Έρχομαι τώρα στο τρίτο ερώτημα που αναφέρεται υπό το στοιχείο Α. Νομίζω ότι το ερώτημα αυτό έχει την εξής έννοια: εφόσον μια ασήμαντη καθεαυτή συμφωνία όεν εμπίπτει οπωσδήποτε στο άρθρο 85, παράγραφος 1, μολονότι ανήκει σε ένα δίκτυο που συνεπάγεται υψηλό ποσοστό δεσμεύσεως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν μπορεί εντούτοις να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, εφόσον από διάφορα κριτήρια που απαριθμούνται στο εν λόγω ερώτημα ( 26 ) συνάγεται νπό τις σιψκεκρι-μενες προϋποθέσεις ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, λόγω των σωρευτικών αποτελεσμάτων που παράγει το σύνολο των συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας μπύρας που υφίσταται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και λόγω της θέσεως που κατέχει η επίμαχη εν προκειμένω σύμβαση εντός του συνόλου αυτού. Το εθνικό δικαστήριο δηλαδή ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει και να συγκεκριμενοποιήσει τα χωρία της αποφάσεως Haecht Ι που παρατέθηκαν παραπάνω ( σημείο 18 ).
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, είναι αναμφίβολο ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταρχήν καταφατική απάντηση. Ποια είναι όμως η σημασία των απαριθμούμενων κριτηρίων; Κατά τη γνώμη μου, δύο από τα κριτήρια αυτά μπορούν να μη ληφθούν καθόλου υπόψη, και συγκεκριμένα τα κριτήρια που αναφέρονται στην όγδοη και ένατη περίπτωση του τρίτου ερωτήματος (πυκνότητα του δικτύου των δεσμεύσεων σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές και σύγκριση με τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται εκτός των ζυθεστιατορίων ), επειδή προσκρούουν στον ορισμό της γεωγραφικά και ουσιαστικά σχετικής αγοράς ο οποίος δόθηκε ανωτέρω (στα σημεία 15 και 16 των προτάσεων μου). Τα λοιπά κριτήρια ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά τη σύμβαση και τους αντισυμβαλλομένους και σ' αυτήν ανήκουν τα κριτήρια που αναφέρονται στην πρώτη, τη δεύτερη και την πέμπτη περίπτωση. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τις πραγματικές ή δυνητικές συνέπειες των λοιπών συμβάσεων του δικτύου και στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα κριτήρια της τρίτης, της τέταρτης, της έκτης, της έβδομης και της δέκατης περίπτωσης.
21.
Αν αρχίσουμε με τη δεύτερη κατηγορία κριτηρίων, η οποία παρουσιάζει και τις μεγαλύτερες δυσκολίες για το εθνικό δικαστήριο, κάνει εντύπωση το γεγονός ότι και η ίδια η Επιτροπή φαίνεται να διαθέτει πολύ λίγα επιβεβαιωμένα στοιχεία. Όταν ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τα κριτήρια που μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής παραδέχθηκαν ότι η Επιτροπή διαθέτει κατά προσέγγιση μόνο στοιχεία για τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιούν τα δεσμευόμενα ζυθεστιατόρια, τον οποίο υπολογίζει στο 25 ο/ο της ύλης αγοράς μπύρας (τρίτη περίπτωση), ότι δεν διαθέτει ουσιαστικά κανένα στοιχείο για τον αριθμό, τη διάρκεια και το μέγεθος των υφισταμένων δεσμεύσεων και τη σχέση προς τις ποσότητες που πωλούν οι ανεξάρτητοι πωλητές ( τέταρτη περίπτωση ), ότι σε σχέση με τις ποσότητες με τις οποίες εφοδιάζουν τα εστιατόρια οι μη δεσμευόμενοι έμποροι χονδρικής πωλήσεως διαθέτει μόνο γενικά στοιχεία για τις ποσότητες μπύρας που παραδίδονται αφενός μεν άμεσα από τις ζυθοποιίες αφετέρου δε από τους εμπόρους χονδρικής πωλήσεως (έκτη περίπτωση ), ότι δεν διαθέτει καθόλου αριθμητικά στοιχεία σε σχέση με την έκταση των δεσμεύσεων προς αλλοδαπούς παραγωγούς (έβδομη περίπτωση) και ότι δεν έχει ούτε στοιχεία για τις δυνατότητες δημιουργίας ή εξαγοράς νέων χώρων πωλήσεως (δέκατη περίπτωση). Από τα ανωτέρω προκύπτει επομένως γενικά η εντύπωση ότι τόσο ο υπολογισμός των πραγματικών ποσοστών δεσμεύσεως όσο και ο καθορισμός του θεωρητικού ποσοστού που είναι αναγκαίο για να υπάρχει αισθητός επηρεασμός του εμπορίου θα αποτελούσαν σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετα εγχειρήματα.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι, μολονότι η ύπαρξη μιας δέσμης παρόμοιων συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας σε ορισμένο τομέα μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ως ένας εν γένει από τους παράγοντες που αποτελούν ενδείξεις για την ύπαρξη περισσότερου ή λιγότερου ανταγωνισμού στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς, δεν πρέπει να του προσδίδεται υπερβολική βαρύτητα, καθόσον τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πολύ λίγα και ανακριβή. Η δέσμη αυτή συμβάσεων μπορεί μάλλον να θεωρηθεί ως το οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται οι διάφορες συμβάσεις που το συναποτελούν, με συνέπεια να είναι πιθανότερο να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, οι συγκεκριμένες συμβάσεις, όταν υφίσταται τέτοια δέσμη συμβάσεων, παρά όταν δεν υφίσταται τέτοια δέσμη και ο ανταγωνισμός στην αγορά είναι διαρθρωτικά εντονότερος.
22.
Κατόπιν των ανωτέρω έρχομαι στην πρώτη κατηγορία των κριτηρίων, τα οποία αφορούν, όπως αναφέρθηκε ήδη (σημείο 20 των προτάσεων μου ), την ίδια την επίμαχη τη σύμβαση και τους αντισυμβαλλομένους. Άμεση σχέση με τα ανωτέρω κριτήρια έχει και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υπό Α, το οποίο επίσης αφορά μια ειδική ρήτρα που περιέχει η επίμαχη συμφωνία.
Το ότι τα πρώτα δύο κριτήρια (μέγεθος της ζυθοποιίας και όγκος των πωλήσεων που προβλέπει η σύμβαση ) έχουν σημασία προκειμένου να κριθεί αν εφαρμόζεται το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν αμφισβητείται μετά την έκδοση της προαναφερθείσας (σημείο 18) απόφασης Société technique minière: κατά την απόφαση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ιδίως « η φύση και η περιορισμένη ή μη ποσότητα των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας, η θέση και η σπουδαιότητα του παραχωρούντος την αποκλειστικότητα και η θέση και η σπουδαιότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου στην αγορά των προϊόντων για τα οποία πρόκειται ». Συνεπώς μπορώ χωρίς πρόβλημα να συμφωνήσω με την άποψη που ανέπτυξε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, ότι δηλαδή σε περίπτωση υπάρξεως του ίδιου βαθμού δεσμεύσεως στη σχετική αγορά υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες να εμπίπτουν οι συμβάσεις μιας μικρής ζυθοποιίας στο άρθρο 85, παράγραφος 1, απ' ό,τι οι συμβάσεις μιας μεγαλύτερης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθιερώσει έναν γενικό και κατ' ανάγκη αφηρημένο κανόνα « περί ελαχίστου ορίου », ο οποίος θα έδινε στις μικρές ζυθοποιίες κατά κάποιο τρόπο πλήρη ελευθερία από την άποψη του ευρωπαϊκού δικαίου περί ανταγωνισμού. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να οριστεί η έννοια « μικρή ζυθοποιία » σε περίπτωση καθιερώσεως ενός τέτοιου αφηρημένου κανόνα, αφού το ίδιο ποσοστό αγοράς μπορεί να χαρακτηριστεί μικρό σε ένα κράτος μέλος του οποίου η γεωγραφικά σχετική αγορά χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλή συγκέντρωση, μεγάλο δε σε ένα άλλο κράτος μέλος του οποίου η αγορά χαρακτηρίζεται από μικρότερο βαθμό συγκεντρώσεως ( 27 ) Όπως όμως αναφέρθηκε, τούτο σημαίνει ότι κατά την εξέταση του ζητήματος της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η σχετικά αδύνατη θέση της ζυθοποιίας στην αγορά και οι μικρές πωλήσεις της.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή ανακύπτουν ορισμένα ζητήματα σε σχέση με το μέγεθος της ζυθοποιίας. Ένα από τα ζητήματα αυτά τέθηκε κατά την προφορική διαδικασία. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η εφεσίβλητη ανήκει στον δεύτερο κατά σειρά μεγαλύτερο όμιλο ζυθοποιιών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ( που παράγει το 6,4 ο/ο της συνολικής παραγωγής). Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της εφεσίβλητης της κύριας δίκης τόνισε ότι, μολονότι η εφεσίβλητη ανήκει σε όμιλο εταιριών, εφαρμόζει δική της πολιτική για τις πωλήσεις και διαθέτει δικά της σήματα για τις μπύρες. Ακόμη όμως και αυτοτελώς, η εφεσίβλητη καταλαμβάνει χωρίς αμφιβολία τη δέκατη τρίτη θέση επί συνόλου χιλίων και πλέον ζυθοποιιών, έστω και αν, όπως εξήγησε ο εκπρόσωπος της κατά την προφορική διαδικασία, το ποσοστό της γερμανικής αγοράς βαρελίσιας μπύρας που ελέγχει ανέρχεται μόνο σε 0,3 o/ο, το οποίο ισούται με το 1,3 o/ο της δεσμευμένης αγοράς.
Όπως είναι γνωστό, η Επιτροπή, προκειμένου να διευκολύνει τους ενδιαφερομένους να κρίνουν ποιες συμφωνίες επιχειρήσεων θεωρούνται μικρότερης σημασίας, ενόψει του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που μετέχουν στη συμφωνία και του ποσοστού της αγοράς που αφορά η συμφωνία, δημοσίευσε μια ανακοίνωση, η οποία αναμορφώθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1986 ( 28 ). Χωρίς να θέλω να λάβω θέση επί της συγκεκριμένης νομικής αξίας που έχει η ανακοίνωση αυτή — η ανακοίνωση αυτή έχει οπωσδήποτε την αξία μιας δηλώσεως προθέσεων, από την οποία μπορεί να συναχθεί η πρακτική που θα ακολουθήσει η Επιτροπή και η οποία μπορεί οπωσδήποτε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ιδιωτών προς τους οποίους ευθύνεται — μπορεί εντούτοις να ειπωθεί ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από την ανακοίνωση αυτή ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία για τον τρόπο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, από την Επιτροπή, στοιχεία που θα το βοηθήσουν στην έκδοση της αποφάσεως του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση — η οποία, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν εφαρμόζεται στους τομείς στους οποίους, όπως εν προκειμένω, υπάρχουν δίκτυα συμφωνιών — δεν εξετάζει αυτοτελώς τους αντισυμβαλλομένους, αλλά σε σχέση με τις ( αμφίδρομα και κάθετα ) συνδεόμενες επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι μια επιχείρηση ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων αποτελεί στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η άποψη αυτή έχει πολλά πλεονεκτήματα: ακόμη και αν κάθε επιχείρηση χωριστά έχει ορισμένη αυτοτέλεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική τους τουλάχιστον ισχύς αυξάνει, όταν ανήκουν σε έναν ισχυρό όμιλο επιχειρήσεων.
Αν αποδεικνυόταν ότι η συμφωνία μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης όεν πληροί τις προϋποθέσεις της ανακοινώσεως της Επιτροπής, αυτό θα ήταν ένα πρόσθετο στοιχείο για τη μη εφαρμογή του κανόνα περί ασήμαντων συνεπειών, αφού μάλιστα η συμφωνία της προκειμένης υποθέσεως πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με ένα ολόκληρο δίκτυο συμφωνιών το στοιχείο αυτό μπορεί να οδηγήσει, όπως ανέφερα προηγουμένως ( σημείο 21 ), στην ταχύτερη εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Η «ρήτρα ελεύθερης αγοράς» και ο επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου
23.
Το τελευταίο κριτήριο της πρώτης ομάδας το οποίο ανέφερε το αιτούν δικαστήριο, και συγκεκριμένα η φύση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει ο εστιάτορας με τη σύμβαση μισθώσεως, αφορά από τελείως διαφορετική άποψη το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, έχει δε ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο, με την απόφαση Société technique minière. Πρέπει δηλαδή να λαμβάνονται υπόψη « η αυστηρότητα των ρητρών που έχουν ως σκοπό την προστασία της αποκλειστικότητας ή, αντιθέτως, οι δυνατότητες που αφήνονται σε άλλα εμπορικά ρεύματα επί των ιδίων προϊόντων, μέσω επανεξαγωγών ή παραλλήλων εισαγωγών» (το χωρίο αυτό παρατέθηκε ανωτέρω στο σημείο 18). Το δε τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υπό Α αφορά αντίστοιχα τη δυνατότητα του μεταπωλητή — ενόψει της υποχρεώσεως του να αγοράζει ορισμένη κατώτατη ποσότητα μπόρας — να αγοράζει ποτά από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
Όσον αφορά τη φύση των δεσμεύσεων του εστιάτορα, θα ήθελα να τονίσω ότι το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη και στον κανονισμό 1984/83, δεδομένου ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, προβλέπει ορισμένα πρόσθετα δικαιώματα του μεταπωλητή στον οποίο ο προμηθευτής έχει μισθώσει το εστιατόριο ή του έχει παραχωρήσει τη χρήση. Είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη να προστατεύσει αποτελεσματικότερα την ελευθερία ως προς τον ανταγωνισμό των συμβαλλομένων που βρίσκονται σε οικονομικά υποδεέστερη θέση και να μη χορηγεί τόσο εύκολα εξαιρέσεις από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Από το γεγονός ότι ο κανονισμός 1984/83 εξαιρεί ορισμένες συμφωνίες από την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, προκύπτει γενικά ότι οι συμφωνίες αυτές εμπίπτουν καταρχήν, κατά την άποψη της Επιτροπής, στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Όσον αφορά την προϋπόθεση περιορισμού του ανταγωνισμού, υπάρχουν πολλά στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, καθόσον η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας των εμπορευμάτων που καλύπτει η σύμβαση συνοδεύεται με απαγόρευση του ανταγωνισμού για τις άλλες μπύρες ή τα άλλα ποτά και με την υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας μπύρας. 'Ετσι, οι ρήτρες αυτές — ανεξάρτητα από τα προαναφερθέντα επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία — περιορίζουν σημαντικά τη συναλλακτική ελευθερία του μεταπωλητή και των τρίτων προμηθευτών. Επιπλέον, οι περιορισμοί αυτοί μπορούν αφεαυτών — και ανεξάρτητα από την « ρήτρα ελεύθερης αγοράς » που θα εξετάσω παρακάτω — να επηρεάσουν το διακρατικό εμπόριο.
24.
'Ετσι τίθεται πλέον το ερώτημα αν και κατά πόσον η καταρχήν εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, αναιρείται από τη συμβατικά προβλεπόμενη δυνατότητα του μεταπωλητή να αγοράζει, κατά παρέκκλιση από την ανωτέρω απαγόρευση του ανταγωνισμού, μπύρα και μη οινοπνευματώδη ποτά από τα άλλα κράτη μέλη (πέραν των εμπορευμάτων που καλύπτει η σύμβαση και παραδίδει η εφεσίβλητη), δηλαδή κατά πόσον η εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου αναιρείται από την ύπαρξη της λεγόμενης « ρήτρας ελεύθερης αγοράς », αφενός, επειδή περιορίζει λιγότερο τη συναλλακτική ελευθερία του μεταπωλητή και των τρίτων προμηθευτών, αφετέρου δε, επειδή επιτρέπει τη διεξαγωγή κυρίως διακρατικού εμπορίου. Στο σημείο αυτό επιβάλλονται τρεις παρατηρήσεις.
Καταρχάς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να εξετάζεται αν « βάσει ενός συνόλου νομικών ή πραγματικών αντικειμενικών στοιχείων επιτρέπεται να θεωρηθεί με αρκετή πιθανότητα ότι [ η συμφωνία ] μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά τα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων (... ) μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών (... ) » ( 29 ). Επομένως στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει την έννοια της επίμαχης « ρήτρας ελεύθερης αγοράς » ( η διατύπωση της οποίας είναι κάπως διαφορετική σε σχέση με την μπύρα από ό,τι σε σχέση με τα μη οινοπνευματώδη ποτά ). Η ρήτρα αυτή δηλαδή επιδέχεται είτε πολύ στενή είτε λιγότερο στενή ερμηνεία: επιτρέπει στον εστιάτορα να πωλεί μόνο τα ποτά που έχει αγοράσει ο ίδιος σε άλλα κράτη μέλη ή του επιτρέπει να πωλεί και ποτά από άλλα κράτη μέλη ( μεταξύ των οποίων και ποτά από τρίτες χώρες που τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία ) που έχουν εισαχθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από άλλους ( π.χ. από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η οποία όμως διαθέτει σημεία πωλήσεων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία); Η Επιτροπή δέχεται την πρώτη και στενότερη ερμηνεία και συνάγει ότι συντρέχει επηρεασμός του διακρατικού εμπορίου. Αν η ερμηνεία αυτή είναι η ορθή, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, τότε πράγματι επιβάλλεται η συναγωγή του ανωτέρω συμπεράσματος.
Η δεύτερη παρατήρηση: ακόμη και αν η σχετική ρήτρα άφηνε καταρχήν πλήρη ελευθερία ως προς την μπύρα και τα λοιπά ποτά από τα άλλα κράτη μέλη, θα έπρεπε και πάλι να εξεταστεί κατά πόσον τα αποτελέσματα της δεν αναιρούνται ατην πράξη από την υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας μπύρας την οποία προβλέπει η σύμβαση. Η υποχρέωση δηλαδή αυτή, η οποία συνοδεύεται από την απειλή κυρώσεων — τις οποίες άλλωστε επιβάλλει πράγματι η ζυθοποιία, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας υποθέσεως — ενδέχεται, ανάλογα με τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στο συγκεκριμένο εστιατόριο, να μειώνει ή και να αναιρεί πλήρως τα αποτελέσματα της ρήτρας ελεύθερης αγοράς. Αν οι πωλούμενες στο εστιατόριο ποσότητες συμπίπτουν πλήρως με την ποσότητα που προβλέπεται με τη ρήτρα αγοράς της κατώτατης ποσότητας, τότε η δυνατότητα αγοράς αλλοδαπών ζύθων που παρέχεται με τη ρήτρα ελεύθερης αγοράς δεν έχει ουσιαστικά καμία αξία. Αλλά και η εξέταση του ζητήματος αυτού εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
Μια τελευταία παρατήρηση: όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι μια συμφωνία αφορά μόνο τις πωλήσεις των προϊόντων σε ένα μόνο κράτος μέλος ( 30 ) και/ή ότι το σύστημα διανομής που έχει δημιουργηθεί με συμφωνία εντός ενός μόνο κράτους μέλους δεν αφορά τη διανομή των προϊόντων από τα άλλα κράτη μέλη ( 31 ) δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορεί η συμφωνία αυτή να επηρεάζει το διακρατικό εμπόριο. Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων που καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια ενός κράτους μέλους έχει ως αποτέλεσμα την παγίωση της στεγανοποιήσεως των εθνικών αγορών, εμποδίζει την επιδιωκόμενη με τη Συνθήκη οικονομική αλληλοδιείσδυση και προστατεύει την εγχώρια παραγωγή ( 32 ). Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί εν προκειμένω να έχει ένα δίκτυο συμβάσεων προμήθειας που συνολικά καλύπτουν ολόκληρη την επικράτεια ενός κράτους μέλους, όχι όμως μία μεμονωμένη σύμβαση παραδόσεως που ισχύει μόνο για ένα εστιατόριο. Αν αποδεικνυόταν ότι η επίμαχη εν προκειμένω συμφωνία, λόγω του γράμματος και των αποτελεσμάτων της « ρήτρας ελεύθερης αγοράς » ( σε συνάρτηση με την υποχρέωση αγοράς ορισμένης κατώτατης ποσότητας ), δεν επηρεάζει αφεαυτής το διακρατικό εμπόριο, τότε δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι για τη συγκεκριμένη αυτή συμφωνία πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου για τον λόγο και μόνο ότι υφίσταται ένα δίκτυο συμβάσεων. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η ίδια η συμφωνία δεν προσθέτει στο συγκεκριμένο δίκτυο αποτελέσματα που να περιορίζουν το διακρατικό εμπόριο και επομένως οι αρνητικές συνέπειες του δικτύου αυτού δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι οφείλονται στη συγκεκριμένη ατομική συμφωνία.
Συμπέρασμα
25.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω έχω την εντύπωση ότι, αν γίνει δεκτό ότι δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός 1984/83, το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να επιλύσει το ζήτημα αν υπάρχει τέτοια βεβαιότητα για την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, στην ενώπιον του εκκρεμή υπόθεση, ώστε να μη χρειάζεται να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου οι διάδικοι ή ένας από τους διαδίκους επιτύχει την έκδοση αποφάσεως περί ατομικής εξαιρέσεως, διαθέτει πολλά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να σχηματίσει πεποίθηση για την ύπαρξη ή μη της βεβαιότητας αυτής. Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο στην επανειλημμένα ήδη αναφερθείσα απόφαση Société technique minière ( 33 ), το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τρία στοιχεία: 1 ) τη φύση και την ποσότητα των προϊόντων που καλύπτονται από τη σύμβαση, ιδίως δε τη θέση που κατέχουν οι αντισυμβαλλόμενοι στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς, 2 ) το γεγονός ότι στο τμήμα αυτό της αγοράς υφίσταται ένα δίκτυο παράλληλων συμφωνιών και 3 ) την αυστηρότητα των ρητρών αποκλειστικής προμήθειας ( και των άλλων ρητρών της συμβάσεως ).
Στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ένα σημαντικό δίκτυο παράλληλων συμφωνιών, συνέπεια του οποίου είναι η μείωση του ανταγωνισμού στην αγορά, και επομένως υπάρχουν περισσότεροι λόγοι για την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, από ό,τι αν δεν υπήρχε το δίκτυο αυτό. Όσον αφορά τη θέση των αντισυμβαλλομένων στην αγορά, ιδίως δε της ζυθοποιίας, το εθνικό δικαστήριο διαθέτει στοιχεία τόσο για την ίδια τη ζυθοποιία αυτοτελώς όσο και για τον όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει. Στην περίπτωση της μεγάλης ζυθοποιίας υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες από ό,τι στην περίπτωση μιας ( πραγματικά ) μικρής να γίνει δεκτό ότι, λόγω της μεγαλύτερης επιρροής της στην αγορά και των πολυάριθμων συμβάσεων που έχει συνάψει, επηρεάζονται ακόμη περισσότερο ο ανταγωνισμός στην αγορά ( ο οποίος υφίσταται ήδη περιορισμούς λόγω της υπάρξεως του δικτύου ) και η ελευθερία την οποία απολαύουν στον τομέα του ανταγωνισμού οι ξένοι προς τη σύμβαση προμηθευτές και οι συμβεβλημένοι με τη ζυθοποιία μεταπωλητές. Το αιτούν δικαστήριο μπορεί επίσης να καταλήξει σε απόφαση επί της ακριβούς έννοιας και των αποτελεσμάτων της υποχρεώσεως αποκλειστικής προμήθειας, η οποία καταρχήν εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, σε συνάρτηση με την απαγόρευση του ανταγωνισμού και την υποχρέωση αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας, καθώς και επί του μετριασμού, χάρη στη λεγόμενη ρήτρα ελεύθερης αγοράς, των περιορισμών του διακρατικού εμπορίου που οφείλονται στις ανωτέρω ρήτρες.
Ενόψει των στοιχείων που παρασχέθηκαν από την Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία και συνοψίζονται ανωτέρω στο σημείο 21, καθώς και της προαναφερθείσας (υποσημ. 27) ανακοινώσεως προς τον τύπο σχετικά με μια νεότερη έρευνα της αγοράς μπύρας στην Κοινότητα ( 34 ), στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει κατά πόσον είναι αναγκαίο να ζητήσει περαιτέρω στοιχεία από την Επιτροπή.
26.
Κατόπιν αυτών προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου:
«Α —
1)
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον μια συγκεκριμένη σύμβαση προμήθειας μπύρας, η οποία περιλαμβάνει συμφωνία αποκλειστικής προμήθειας, παραβιάζει την απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να εξεταστεί, μαζί με τα άλλα στοιχεία του όλου οικονομικού και νομικού πλαισίου, αν υφίσταται στην επίμαχη αγορά ένα “ δίκτυο ” ομοειδών συμβάσεων προμήθειας μπύρας, ανεξαρτήτως της ζυθοποιίας που τις συνήψε. Ένα αποκλειστικά ποσοτικό κριτήριο, όπως π.χ. ένα καθορισμένο ποσοστό επιχειρήσεων που έχουν αναλάβει τις σχετικές υποχρεώσεις, δεν αρκεί για να δοθεί είτε καταφατική είτε αρνητική απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα.
2)
Εκτός από την ύπαρξη δικτύου συμβάσεων, πρέπει να εξεταστούν επίσης, ως στοιχεία του οικονομικού και νομικού πλαισίου, το μέγεθος και η σημασία που έχουν στην οικεία αγορά οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις ή ενδεχομένως οι επιχειρήσεις που συνδέονται με αυτές, καθώς και η αυστηρότητα των ρητρών της συμβάσεως που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και ειδικότερα, στην υπό κρίση περίπτωση, της ρήτρας περί προστασίας της αποκλειστικότητας, της ρήτρας περί απαγορεύσεως του ανταγωνισμού και της συμφωνίας περί αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας.
3)
Το γεγονός ότι η σύμβαση περιλαμβάνεται σε ένα δίκτυο ομοειδών συμβάσεων προμήθειας μπύρας δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σύμβαση αυτή επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, νπό τον άρον ότι η σύμβαση περιέχει ρήτρα η οποία επιτρέπει στον επιχειρηματία να αγοράζει μπύρα και άλλα ποτά προελεύσεως άλλων κρατών μελών και ότι η ρήτρα αυτή μπορεί πράγματι να εκληφθεί ως μη δημιουργούσα κανένα εμπόδιο, άμεσο ή έμμεσο, πραγματικό ή δυνητικό, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ως μη συνεπαγόμενη, σε συνδυασμό με τη συμφωνία περί αγοράς μιας κατώτατης ποσότητας, κανένα τέτοιο νομικό ή πραγματικό εμπόδιο.
Β —
1)
Οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1984/83 περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες δεν πληρούνται, όταν τα ποτά που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας αποκλειστικής προμήθειας δεν απαριθμούνται στο κείμενο της συμβάσεως, αλλά προβλέπεται ότι θα είναι τα αναφερόμενα στον εκάστοτε ισχύοντα τιμοκατάλογο της ζυθοποιίας ή των θυγατρικών της εταιριών.
2)
Οι συμβάσεις αγοράς μπύρας που συνοδεύονται από μίσθωση ολόκληρου του εστιατορίου ή ποτοπωλείου δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του κανονισμού (ΕΟΚ.) 1984/83, εφόσον για τα μη οινοπνευματώδη ποτά δεν προβλέπουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του μεταπωλητή να αγοράζει “ υπό ευνοϊκότερους όρους ” κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, του προαναφερθέντος κανονισμού.
Γ —
Προκειμένου μια σύμβαση αγοράς μπύρας, η οποία εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1984/83 περί εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, να τύχει εξαιρέσεως από την εν λόγω απαγόρευση, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής περί ανεφάρμοστου των απαγορευτικών διατάξεων, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, και να κοινοποιηθεί προς τούτο στην Επιτροπή. Σε περίπτωση νέας συμφωνίας, η οποία δεν χρειάζεται να κοινοποιηθεί, αυτή η απόφαση περί του ανεφάρμοστου των απαγορευτικών διατάξεων μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ.
Δεδομένης της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να αποφασίζουν, δυνάμει της τελευταίας αυτής διατάξεως, ότι η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις που αποκλίνουν, έστω και ελάχιστα, από τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός για την εξαίρεση κατά κατηγορίες. Αν, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ανωτέρω απαντήσεων υπό Α, το εθνικό δικαστήριο σχηματίσει την πεποίθηση ότι η σύμβαση δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, μπορεί απλώς να τη θεωρήσει έγκυρη. Αν το εθνικό δικαστήριο σχηματίσει πεποίθηση περί του αντιθέτου, μπορεί να κηρύξει άκυρη τη σύμβαση, τουλάχιστον ως προς τα σημεία που είναι ασυμβίβαστα με τη διάταξη του άρθρου 85, παράγραφος 1, και, ενδεχομένως, και ως προς τα λοιπά της σημεία, όταν οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου επιβάλουν τη λήψη της αποφάσεως αυτής. Σε περίπτωση αμφιβολίας περί του αν εφαρμόζεται το άρθρο 85, παράγραφος 1, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικονομικού δικαίου του, να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από την Επιτροπή ή να δώσει τη δυνατότητα στους διαδίκους να κοινοποιήσουν τη σύμβαση στην Επιτροπή. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Βλ. π.χ. την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1981, 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563, σκέψη 6), καθώς και την παλαιότερη απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van Gena και Loos (Jurispr. 1963, σ. 1, συγκεκριμένα σ. 22 ).
( 2 ) ΕΕ 1983, L 173, σ. 5.
( 3 ) Κανονισμός 17, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
( 4 ) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976, 63/75, Roubaix κατά Roux ( Jurispr. 1976, σ. 111, σκέψεις 10 και 11 ).
( 5 ) Με την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1977, 47/76, De Norre κατά Brouwerij Concordia ( Jurispr. 1977, σ. 65, σκέψη 31 ) το Δικαστήριο έδωσε τις εξής οδηγίες στην Επιτροπή: « είναι πράγματι σκόπιμο να προβλέπεται, εφόσον το επιτρέπει η Συνθήκη, γενική εξαίρεση υπέρ των συμφωνιών οι οποίες δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παρά μόνο λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος ενός ή περισσοτέρων δικτύων παρόμοιων συμφωνιών, άρα λόγω παραγόντων ξένων προς τη συγκεκριμένη συμφωνία, τους οποίους συνήθως δεν γνωρίζουν με ακρίβεια οι συμβαλλόμενοι και των οποίων η εκτίμηση απαιτεί εξέταση τόσο πολυάριθμων και περίπλοκων στοιχείων, ώστε να αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλες δυσχέρειες τα εθνικά δικαστήρια ». Οι οδηγίες αυτές ελήφθησαν σαφώς υπόψη από την Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 1984/83, ο οποίος περιέχει ειδικές διατάξεις για την εξαίρεση των συμβάσεων προμήθειας μπόρας.
( 6 ) Στη σκέψη 32 της ανωτέρω αποφάσεως De Norre κατά Concordia το Δικαστήριο αναφέρθηκε έμμεσα στη δυνατότητα αυτή: « αν η Επιτροπή θεωρεί ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα του συνόλου των εν λόγω συμφωνιών είναι τόσο πολύ περιοριστικό ώστε δεν δικαιολογείται γενική εξαίρεση, έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να κάνει χρήση των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 7 του κανονισμού 19/65 (στον κανονισμό αυτό θα αναφερθώ και αργότερα με τις προτάσεις μου ), κατά το οποίο, “ αν η Επιτροπή διαπιστώσει (... ) ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, συμφωνίες (... ) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κανονισμού εκδοθέντος δυνάμει του άρθρου 1 — δηλαδή κανονισμού που προβλέπει εξαίρεση κατά κατηγορίες — έχουν παραλλήλως συνέπειες ασυμβίβαστες με τις προϋποθέσεις του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, δύναται να άρει το ευεργέτημα της εφαρμογής του κανονισμού αυτού εκδίδοντας απόφαση, κατά τα άρθρα 6 και 8 του κανονισμού 17, χωρίς να είναι αναγκαία η κοινοποίηση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 ”».
( 7 ) Κανονισμός 19/65 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 59 ).
( 8 ) Βλ. σχετικά Μ. Waelbroeck, « Concurrence στο Megret κ.λπ.: Le droit de la Communauté économique européenne, σ. 137-138, με περαιτέρω παραπομπές. Πρβλ. επίσης την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1983/83 και 1984/83, της 22ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ 1984, C 101, σ. 2 ), σημείο 24. Από το γεγονός δε ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 19/65 παραπέμπει στα άρθρα 6 και 8 του βασικού κανονισμού 17 θα μπορούσε να συναχθεί ότι η μόνη απόφαση που θα μπορούσε να ληφθεί θα ήταν η απόφαση εξαιρέσεως της συμφωνίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις και όχι η απόφαση ανακλήσεως της εξαιρέσεως αυτής: Waelbroeck, όπ.π., βλέπε όμως και την προαναφερθείσα ανακοίνωση, σημείο 24.
( 9 ) Βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, Τ-51/89, Tetra Pak (Συλλογή 1990, σ. II-309, σκέψη 20, συγκεκριμένα σκέψη 25 ).
( 10 ) Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις λεγόμενες « νέες » ή « υφιστάμενες » συμφωνίες, δηλαδή τις συμφωνίες που συνή-φθησαν κατά την έναρξη της τυπικής ή της ουσιαστικής ισχύος του κανονισμού 17, εφόσον το περιεχόμενο τους δεν συμπίπτει με το περιεχόμενο παλαιών πρότυπων συμβάσεων που είχαν κοινοποιηθεί νομοτύπως (απόφαση της 30ής Ιουνίου 1970, 1/70, Rochas κατά Bitsch, Jurispr. 1970, α 515, σκέψη 6). Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για νέα συμφωνία, η οποία δεν αποτελεί ανανέωση παλαιάς ( δηλαδή συμφωνίας που να έχει συναφθεί πριν από τις 13 Μαρτίου 1963 ).
( 11 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1970, 43/69, Bilger κατά Jehle (Jurispr. 1970, σ. 127, σκέψεις 5 και 6). Η αρνητική προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, ότι δηλαδή οι συμφωνίες δεν πρέπει να αφορούν ούτε εισαγωγές ούτε εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών, έχει κατά το Δικαστήριο στενότερη έννοια απ' ό,τι η προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, σχετικά με τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ( σκέψη 5 ).
( 12 ) Βλ. ανωτέρω υποσημ. 10.
( 13 ) Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1973, 48/72, Brasserie de Haecht II ( Jurispr. 1973, σ. 77, σκέψη 12 ). Κατά το Δικαστήριο, τούτο ισχύει τόσο για τις συμφωνίες που υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως ( και έχουν κοινοποιηθεί ) όσο και για τις συμφωνίες για τις οποίες δεν υπάρχει η υποχρέωση αυτή ( σκέψη 13).
( 14 ) άέκατη τρίτη έκθεση της Επιτροπής επί τον ανταγωνισμού, 1983, σ. 140. Πρβλ. επίσης τη δέκατη πέμπτη έκθεση, 1985, σ. 52 επ., συγκεκριμένα σ. 55 και 56.
( 15 ) Η ακυρότητα αφορά καταρχήν μόνο τις διατάξεις της συμβάσεως που είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 85, παράγραφος 1. Οι συνέπειες της ακυρότητας επί των λοιπών τμημάτων της συμφωνίας καθορίζονται ανάλογα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και όχι βάσει του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1983, 319/82, Société de vente de ciments et bétons, Συλλογή 1983, σ. 4173, σκέψη 11, με παραπομπές σε προηγούμενη νομολογία ).
( 16 ) Από την ανάγνωση του κειμένου της συμβάσεως μεταξύ του εφεσείοντος και της εφεσίβλητης σχετικά με την υποχρέωση προμήθειας προκύπτει και μια άλλη απόκλιση: η υποχρέωση ισχύει κατά τη σύμβαση ( άρθρο 6, παράγραφος 1 ) εντός και εκτός του εστιατορίου, δηλαδή και για τις πωλήσεις εκτός του εστιατορίου που καθορίζεται με τη συμφωνία (π.χ. κατά τη διάρκεια υπαίθριων πωλήσεων ή εορτών ).
( 17 ) Η συμπληρωματική αυτή προστασία του μεταπωλητή σε σχέση με τα άλλα ποτά, πλην της μπύρας, μπορεί να εξεταστεί από κοινού με τη διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α, κατά την οποία η ζυθοποιία έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει υποχρεώσεις αποκλειστικής προμήθειας και απαγορεύσεις του ανταγωνισμού για το συνολικό χρονικό διάστημα της λειτουργίας του εστιατορίου.
( 18 ) Το σημείο 52 της ανακοινώσεως της Επιτροπής προβλέπει ότι η εγκατάσταση αυτόματων μηχανημάτων εκ μέρους του μεταπωλητή μπορεί καταρχήν να υπόκειται στη συναίνεση του εκμισθωτή, προκειμένου να διατηρηθεί το « στυλ » του εστιατορίου. Αντίθετα, δεν επιτρέπεται να συνιστάται ορισμένο πρόσωπο προς εγκατάσταση των μηχανημάτων αυτών, παρά μόνο εφόσον η επιλογή του στηρίχθηκε σε αντικειμενικά ποιοτικά κριτήρια, τα οποία είναι ομοιόμορφα και δεν δημιουργούν διακρίσεις.
( 19 ) Κατά το σημείο 57 της ανακοινώσεως της Επιτροπής, αυτή η υποχρέωση παραλαβής δεν επιτρέπεται φυσικά να αναιρεί τη δυνατότητα πλήρους ασκήσεως των δικαιωμάτων που πρέπει οπωσδήποτε να παρέχονται κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 1984/83 στον μεταπωλητή/μισθωτή και τα οποία όμως δεν προβλέπονται στην επίμαχη εν προκειμένω συμφωνία ( πρβλ. ανωτέρω σημείο 11 ).
( 20 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρθηκε ότι η Επιτροπή, κατά τις έρευνες που διεξήγαγε στην αγορά μπύρας, δεν διαπίστωσε ποτέ την ύπαρξη συμβάσεως προμήθειας μπύρας που να εφαρμόζεται ένθεν και ένθεν των συνόρων.
( 21 ) Η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη αυτή και στην υπόθεση Brouwerij Concordia (Jurispr. 1977, σ. 65, συγκεκριμένα σ. 73 ). Η ίδια άποψη εκφράζεται με την απάντηση στη γραπτή ερώτηση 1764/82 ( ΕΕ 1983, C 93, σ. 22, σημείο Ια ), καθώς και στη όέκατη έβόομη έκθεση επί τον ανταγωνισμού, 1987, σημείο 29.
( 22 ) Κατά την προφορική διαδικασία η εφεσίβλητη ανέφερε νέες επιστημονικές έρευνες από τις οποίες προκύπτει ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οι αυξήσεις της τιμής μπύρας στα εστιατόρια και ποτοπωλεία έχουν ως συνέπεια την αύξηση των πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο.
( 23 ) Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, 56/65 (Jurispr. 1966, σ. 391, συγκεκριμένα σ. 415 ).
( 24 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967, 23/67 (Jurispr. 1967, σ. 511, συγκεκριμένα σ. 523 και 524 ).
( 25 ) Εδώ πρόκειται τόσο για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί από μία μόνο ζυθοποιία όσο και για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί από άλλες ζυθοποιίες: απόφαση της 18ης Μαρτίου 1970, 43/69, Bilger κατά Jehle όπ.π. στην υποσημ. 11, σκέψη 5. Από την απόφαση αυτή συνάγεται έμμεσα ότι δεν είναι αναγκαίο να πρόκειται για ταυτόσημες συμβάσεις.
( 26 ) Το περισσότερα από τα κριτήρια αυτά αναφέρονταν ήδη στις προτάσεις tou γενικού εισαγγελία Roemer που αναπτύχθηκαν στις 21 Νοεμβρίου 1967 στην υπόθεση 23/67, Brasserie de Haecht κατά Wilkin (Jurispr. 1967, σ. 533 ).
( 27 ) Κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υπέβαλε αντίγραφο μιας ανακοινώσεως του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό επιτρόπου προς τον τύπο, της 14ης Ιουνίου 1990, περί των πορισμάτων μιας έρευνας στην αγορά μπύρας της Κοινότητας. Από το σύντομο αυτό κείμενο προκύπτει ότι ο βαθμός συγκεντρώσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι σχετικά μικρότερος απ' ό,τι στα άλλα κράτη μέλη.
( 28 ) ΕΕ 1986, C 231,0.2.
( 29 ) Απόφαση Société technique minière, όπ.π., σ. 416, από τη νεότερη δε νομολογία βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia ( Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 22 ).
( 30 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 246/86, Belasco (Συλλογή 1989, σ. 2117, σκέψη 33 ).
( 31 ) Απόφαση Salonia, όπ.π., σκέψη 15.
( 32 ) Απόφαση Salonia, όπ.π., σκέψη 14' πρβλ. επίσης την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1972, 8/72, Nederlandse Cementhandelaren ( Jurispr. 1972, σ. 977, σκέψη 29 ).
( 33 ) Βλ. ανωτέρω υποσημ. 23.
( 34 ) Η ανωτέρω ανακοίνωση προς τον τύπο περιέχει απλώς μια περίληψη και τα πορίσματα που συνήγαγε η Επιτροπή από την έρευνα αυτή ως προς την εφαρμοστέα πολιτική.
Full & Egal Universal Law Academy