ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 9ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου αφορούν τη χρησιμοποίηση κατά το εμπόριο εντός της Κοινότητας ενός γνωστού σημείου, του R εντός κύκλου — στο εξής R — που προστίθεται δίπλα σε σήμα νομοτύπως κατατεθειμένο. Το σύμβολο αυτό δεν αποτελεί διακριτικό σημείο, αλλά απλώς και μόνον εμφαίνει ότι το σήμα το οποίο συνοδεύει έχει καταχωριστεί. Επομένως, πληροφορεί — ή καλύτερα ειδοποιεί — τους τρίτους, ιδίως δε τους ανταγωνιστές της επιχειρήσεως που το χρησιμοποιεί, ότι το σήμα απολαύει νομικής προστασίας.
Η χρησιμοποίηση του R έχει τις ρίζες της στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και ρυθμίζεται ειδικώς από τον νόμο (US Trademark Law, Section 29). Αντίθετα, οι έννομες τάξεις των χωρών της Κοινότητας και η πρώτη οδηγία ΕΟΚ περί σημάτων ( 1 ) δεν περιέχουν ειδικούς κανόνες σχετικώς· στην εμπορική πρακτική, ωστόσο, που ακολουθείται σε όλα σχεδόν τα κράτη της Κοινότητας είναι αρκετά διαδεδομένη η χρήση του σημείου αυτού (ή άλλων συμβόλων ή ενδείξεων) ως μέσον προς γνωστοποίηση στους τρίτους της καταχωρίσεως σήματος.
Δεν αποκλείεται η χρήση του R να μπορεί να έχει έννομες συνέπειες εντός ορισμένων χωρών της Κοινότητας, έστω και ελλείψει ρητής νομοθετικής ρυθμίσεως του θέματος, και επομένως να αποκτά ορισμένη σημασία· για την εφαρμογή της προστασίας των σημάτων ( 2 )-πέραν όμως της ενδεχομένης σημασίας της στο ειδικό πλαίσιο του δικαίου περί σημάτων, είναι εν πάση περιπτώσει σαφές ότι η χρησιμοποίηση του R υπόκειται πάντοτε εν γένει στους κανόνες περί προστασίας της εμπιστοσύνης των τρίτων και του ανταγωνισμού, όπως και κάθε άλλο στοιχείο με την παρουσίαση ενός προϊόντος στο κοινό.
2.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσονται τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Η διαφορά αφορά ένα ιταλικό προϊόν του οποίου το σήμα έχει νομοτύπως κατατεθεί στην Ιταλία και το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία με την προσθήκη του R. Το προϊόν για το οποίο πρόκειται εξήχθη εν συνεχεία στη Γερμανία. Εκτός από το σήμα, συνοδευόμενο από το R — που τίθεται επάνω στο ίδιο το προϊόν —, η συσκευασία φέρει μία σειρά από άλλες ενδείξεις αναφερόμενες στον κατασκευαστή, τον εισαγωγέα, τον τρόπο χρήσεως, τις διαστάσεις και τις ημερομηνίες παραγωγής και λήξεως.
Εν προκειμένω ουδόλως αμφισβητείται η νομιμότητα της χρήσεως στη Γερμανία του σήματος που εξατομικεύει το προϊόν για το οποίο πρόκειται· η ενάγουσα δεν προβάλλει κανένα δικαίωμα επί του σήματος καθαυτού βάσει της γερμανικής νομοθεσίας, ούτε καταγγέλλονται περιπτώσεις συγχύσεως προς παρόμοια σήματα. Η ενάγουσα βάλλει μόνο κατά της χρησιμοποιήσεως του R κατά την εμπορία του προϊόντος στη Γερμανία, η οποία μπορεί, κατά τη γνώμη της, να δημιουργήσει στους τρίτους πλάνη σχετικά με το κράτος όπου είναι κατατεθειμένο το σήμα.
Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στο άρθρο 3 του UWG (γερμανικού νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού), που απαγορεύει την παροχή παραπλανητικών πληροφοριών κατά την παρουσίαση των προϊόντων με σκοπό την επιβολή επί των ανταγωνιστών. Ειδικότερα, τόσο η ενάγουσα όσο και το εθνικό δικαστήριο θεωρούν δεδομένο ότι όταν υπάρχει η προσθήκη του R δημιουργείται στους τρίτους η πεποίθηση ότι το σήμα είναι κατατεθειμένο στη Γερμανία και ότι κατά συνέπεια απολαύει νομικής προστασίας στη χώρα αυτή. Με άλλα λόγια, οι τρίτοι αποδίδουν στη σημασία του R συγκεκριμένο εδαφικό περιεχόμενο· το σημείο αυτό ερμηνεύεται ως ενδεικτικό όχι απλώς της καταθέσεως, αλλά της καταθέσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Επομένως, δίδεται στους τρίτους παραπλανητική πληροφορία οσάκις το σήμα που ακολουθείται από το R είναι μεν κατατεθειμένο, όχι όμως στη Γερμανία, αλλά σε άλλη χώρα· στις περιπτώσεις αυτές οι τρίτοι μπορεί να πιστεύσουν λόγω της προσθήκης του R ότι το ίδιο το σήμα τυγχάνει νομικής προστασίας, πράγμα που δεν συμβαίνει.
Συνοπτικώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του UWG πρέπει να θεωρείται ότι απαγορεύεται η εμπορία στη Γερμανία προϊόντος εισαγομένου από άλλο κράτος μέλος του οποίου το σήμα συνοδεύεται από το σημείο R, εφόσον το ίδιο το σήμα δεν είναι κατατεθειμένο στη Γερμανία, ενώ έχει νομοτύπως κατατεθεί στη χώρα απ' όπου εξάγεται το προϊόν.
Επί του συμφώνου ακριβώς αυτής της απαγορεύσεως προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης το Landgericht του Μονάχου Ι ερωτά το Δικαστήριο.
3.
Σχετικώς, είναι ίσως σκόπιμο να διευκρινισθεί από τώρα ότι η αναφορά στο άρθρο 36 δεν φαίνεται εύστοχη στην προκειμένη υπόθεση. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η παρούσα διαφορά δεν αφορά την προστασία δικαιώματος επί του σήματος, αλλ' αποκλειστικώς και μόνο την εξασφάλιση του ότι η παραπλανητική παρουσίαση των εμπορευμάτων στο κοινό δεν αποβαίνει εις βάρος της εμπιστοσύνης των τρίτων και της ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού. Επομένως, το σύμφωνο της σχετικής απαγορεύσεως προς το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμηθεί μόνον υπό το φως του άρθρου 30 και ειδικότερα των « επιτακτικών αναγκών » στις οποίες αναφέρεται η απόφαση Cassis de Dijon.
Η Επιτροπή προέβαλε, σχετικώς, ένα ισχυρισμό προκαταρκτικού χαρακτήρα. Ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί βάσει ενδεχομένων « επιτακτικών αναγκών », καθόσον καταλαμβάνει μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα και επομένως συνιστά διάκριση ( 3 ). Κατά τη γνώμη πάντοτε της Επιτροπής, για να εφαρμόσει το άρθρο 3 του UWG, το εθνικό δικαστήριο διέκρινε δύο περιπτώσεις, αναλόγως του αν το σήμα του προϊόντος για το οποίο πρόκειται προστατεύεται βάσει του γερμανικού δικαίου ή μόνο βάσει του δικαίου άλλου κράτους μέλους. Προς στήριξη της απόψεως αυτής γίνεται επίκληση της αποφάσεως Kohl (της 6ης Νοεμβρίου 1984, 177/83, Συλλογή 1984, σ. 3651 ).
Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διευκρινίσεων, μου φαίνεται δύσκολο να μην αναγνωρισθεί το επίμαχο μέτρο ως « αδιακρίτως εφαρμοζόμενο». Το γερμανικό δικαστήριο θεωρεί ότι, κατ' εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί αθεμίτου ανταγωνισμού, η χρησιμοποίηση του R επιτρέπεται μόνον αν το σήμα που χαρακτηρίζει είναι κατατεθειμένο στη Γερμανία. Τούτο όμως επιβάλλεται ανεξαρτήτως της προελεύσεως του προϊόντος: επομένως, η χρησιμοποίηση του R επιτρέπεται, κατ αρχήν, τόσο για τα εθνικά προϊόντα όσο και για τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη· αντιστρόφως, τόσο τα εθνικά προϊόντα όσο και τα εισαγόμενα δεν θα μπορούν να κυκλοφορούν στο εμπόριο στη Γερμανία φέροντα το σημείο R, εάν το σήμα τους είναι κατατεθειμένο μόνο σε άλλο κράτος μέλος.
Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι υπάρχει μία αρκετά σαφής διαφορά μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και της περιπτώσεως που έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Kohl. Η τελευταία αφορούσε την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως ενός σημείου μόνο και μόνο επειδή θα μπορούσε να δημιουργηθεί στο κοινό « πλάνη ως προς το αν τα εμπορεύματα είναι εγχώριας ή αλλοδαπής προελεύσεως» (η υπογράμμιση δική μου ). Αντιθέτως, στην προκειμένη υπόθεση η ratio της απαγορεύσεως συνίσταται στην αποφυγή του κινδύνου παρανοήσεως σχετικά με τον τόπο όπου έχει τεθεί και προστατεύεται το σήμα του προϊόντος, χωρίς όμως να έχει καμία σημασία για την εφαρμογή της απαγορεύσεως αν το ίδιο το προϊόν είναι εγχωρίας ή αλλοδαπής προελεύσεως.
Είναι προφανές ότι, από πρακτική άποψη, τα περιοριστικά αποτελέσματα της εν λόγω απαγορεύσεως θα πλήττουν προεχόντως μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα. Νομίζω, ωστόσο, ότι η σχετική νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής. Το γεγονός ότι ένα εθνικό μέτρο περιορίζει τις εισαγωγές, επαγόμενο « προστατευτικά αποτελέσματα » για την εσωτερική αγορά, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται ο χαρακτήρας του μέτρου ως « αδιακρίτως εφαρμοζομένου » (βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, Prantl, σκέψη 21, 16/83, Συλλογή 1984, σ. 1299)' οι επιπτώσεις επί των εισαγωγών λαμβάνονται υπόψη, εφόσον συντρέχει περίπτωση, μόνο προκειμένου να προσδιορισθεί αν το καθεστώς για το οποίο πρόκειται εμποδίζει τις εμπορικές ανταλλαγές και επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30.
Εν τέλει, νομίζω ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μέτρο « αδιακρίτως εφαρμοζόμενο », καθόσον πρόκειται — σε ένα τομέα όπου δεν υπάρχουν κοινοί κανόνες — για απαγόρευση σχετική με τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένου σημείου, καταλαμβάνουσα υπό τους αυτούς όρους τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα.
4.
Ένα μέτρο αυτού του είδους δεν είναι άνευ ετέρου ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά. Στην πραγματικότητα (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1981, Dansk Supermarked κατά Imerco, 58/80, Συλλογή 1981, σ. 181), «το κοινοτικό δίκαιο δεν κωλύει κατ' αρχήν, την εντός κράτους μέλους εφαρμογή επί των εμπορευμάτων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη των κανόνων περί εμπορίας οι οποίοι ισχύουν στο εισάγον κράτος», πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι « η εμπορία των εισαγομένων προϊόντων μπορεί να απαγορεύεται όταν οι συνθήκες υπό τις οποίες πωλούνται συνιστούν παράβαση των εμπορικών συναλλακτικών ηθών που θεωρούνται δίκαια και σύννομα στο εισάγον κράτος μέλος ».
Είναι, όμως, επίσης προφανές ότι η άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας των κρατών μελών έχει ως ουσιαστικό όριο τις υποχρεώσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η τήρηση της αρχής αυτής έχει ως συνέπεια ότι η εισαγωγή εμπορευμάτων νομίμως παραγομένων και κυκλοφορούντων στο εμπόριο εντός της χώρας προελεύσεως μπορεί να εμποδίζεται από εθνικά μέτρα περιοριστικά του εμπορίου μόνον αν τα μέτρα αυτά είναι πράγματι « αναγκαία » για σκοπούς όπως η προστασία του καταναλωτή ή η εντιμότητα των συναλλαγών.
Αυτό ισχύει ιδίως για εθνικές ρυθμίσεις σχετικές με τον τρόπο παρουσιάσεως και την εμπορία των εμπορευμάτων (στις οποίες εντάσσεται, νομίζω, η ρύθμιση που αφορά συγκεκριμένο σημείο) οι οποίες, αν καταλαμβάνουν και τα εισαγόμενα προϊόντα, είναι ικανές να καταστήσουν την εμπορία τους τουλάχιστον δυσχερέστερη ή επαχθέστερη, επιβάλλοντας τη μεταβολή του τρόπου παρουσιάσεως τους ώστε να καταστεί σύμφωνη προς τα ισχύοντα στη χώρα προορισμού ( 4 ).
Τις αρχές αυτές, που έχουν καθιερωθεί από την — πλούσια εν προκειμένω — νομολογία, διευκρίνισε κατόπιν το Δικαστήριο, που είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι, « σε ένα καθεστώς κοινής αγοράς, η προστασία των καταναλωτών και η εντιμότητα κατά τις εμπορικές συναλλαγές... πρέπει να εξασφαλίζονται στο πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού των ηθών τα οποία θεμιτώς και κατά παράδοση επικρατούν στα διάφορα κράτη μέλη » ( βλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, Επιτροπή κατά Γερμανίας, 179/85, Συλλογή 1986, σ. 3879, και προαναφερθείσα απόφαση Prantl ).
5.
Ξαναγυρίζοντας στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει κατ' αρχάς να σημειώσω ότι η Διάταξη περί παραπομπής αναφέρει τις περιοριστικές συνέπειες που έχει για το εμπόριο η εφαρμογή της εν λόγω απαγορεύσεως. Κατά το μέτρο που η εμπορία, με την προσθήκη του R, προϊόντων των οποίων το σήμα δεν έχει καταχωριστεί στη Γερμανία απαγορεύεται ως παραπλανητική, οι επιχειρηματίες που έχουν δικαίωμα επί σήματος νομοτύπως κατατεθειμένου σε άλλο κράτος μέλος είναι αναγκασμένοι, για να εξαγάγουν στη Γερμανία, είτε να αφαιρέσουν, άνευ ετέρου, το R, είτε να καταθέσουν το σήμα και στη Γερμανία, ή τουλάχιστον να προσθέσουνενδείξεις από τις οποίες να προκύπτει, χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, σε ποια κοινοτική χώρα έχει γίνει η κατάθεση· για παράδειγμα, ενδείξεις του τύπου « R in Italy » κ.τ.ό.
Και στις τρεις περιπτώσεις, το προϊόν δεν μπορεί να εισαχθεί υπό τη μορφή που παρουσιαζόταν κανονικά στη χώρα προελεύσεως. Τα ως εκ τούτου δημιουργούμενα εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι ιδιαιτέρως σημαντικά αν ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις:
—
η απαγόρευση για την οποία πρόκειται δεν αφορά ορισμένη κατηγορία προϊόντων, αλλά τις πλέον ανόμοιες κατηγορίες εμπορευμάτων εξάλλου δεδομένης της ευρείας χρησιμοποιήσεως του R σε διεθνή κλίμακα, είναι προφανές ότι η επίμαχη απαγόρευση μπορεί να αφορά εμπορικά ρεύματα ποικίλης προελεύσεως·
—
για να συμμορφωθούν προς το γερμανικό σύστημα, οι επιχειρηματίες πρέπει να αντιμετωπίσουν πρόσθετες επιβαρύνσεις (για την κατάθεση στη Γερμανία ή τη μεταβολή του τρόπου παρουσιάσεως του εμπορεύματος ) που μπορούν να αποβούν εις βάρος του εισαγομένου προϊόντος·
—
η μεταβολή του τρόπου παρουσιάσεως του εμπορεύματος είναι ιδιαιτέρως επαχθής, μέχρι σημείου που να αποβαίνει αδύνατη, σε περίπτωση που το R δεν τίθεται μόνο στη συσκευασία, αλλά και στο ίδιο το προϊόν (όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση)·
—
πολύ συχνά η εξαγωγή δεν γίνεται από τον παραγωγό, αλλ' από ανεξαρτήτους εμπορικούς μεσάζοντες, οι οποίοι κατά κανόνα δεν έχουν δικαίωμα να προβούν στις ενέργειες που επιβάλλονται για τη συμμόρφωση προς το γερμανικό σύστημα.
Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι, αν ίσχυαν ανάλογες απαγορεύσεις και σε άλλα κράτη μέλη, θα περιοριζόταν σοβαρά η εντός της Κοινότητος κυκλοφορία των προϊόντων τα οποία κανονικώς και κατά παράδοση διατίθενται στο εμπόριο στις χώρες προελεύσεως με την εν λόγω ένδειξη. Για παράδειγμα, αν ένα ιταλικό δικαστήριο θεωρούσε ότι οφείλει να εναρμονίσει τους εθνικούς κανόνες περί προστασίας του ανταγωνισμού, όπως ακριβώς έχει να κάνει εν προκειμένω το γερμανικό δικαστήριο, τα εμπορεύματα που κυκλοφορούν νομίμως στη Γερμανία με την επισήμανση του R δεν θα μπορούσαν να εισαχθούν στην Ιταλία. Με άλλα λόγια, η γενίκευση της απαγορεύσεως θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο στεγανοποιήσεως των εθνικών αγορών.
6.
Ύστερα, νομίζω ότι η εν λόγω απαγόρευση δεν μπορεί να θεωρηθεί « αναγκαία » προς ικανοποίηση των επιτακτικών αναγκών τις οποίες αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι η απαγόρευση αυτή, κατά το μέτρο που απορρέει από την εφαρμογή του άρθρου 3 του UWG, μπορεί in abstracto να θεωρηθεί ότι αποσκοπεί τόσο στην προστασία του καταναλωτή (υπό την ευρεία έννοια του όρου, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή της εμπιστοσύνης των τρίτων εν γένει σε παραπλανητικές πληροφορίες ή τρόπο παρουσιάσεως ) όσο και στην εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών ( κατά το μέτρο που η παραπλανητική παρουσίαση ενός προϊόντος μπορεί να ευνοήσει ανεπίτρεπτα έναν ανταγωνιστή εις βάρος ενός άλλου ).
Είναι, όμως, επίσης αληθές ότι μια προσεκτικότερη ανάλυση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων όπως το εν λόγω δεν μπορεί πράγματι να παραπλανήσει τους τρίτους και συνεπώς να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Επ' αυτού, παρατηρώ προκαταρκτικώς ότι είναι προφανές ότι το R προστέθηκε στο επίμαχο προϊόν σύμφωνα με διεθνή εμπορική πρακτική, η οποία, καίτοι ευρέως διαδεδομένη, δεν φαίνεται να δημιούργησε ποτέ κανένα πρόβλημα. Πράγματι, στο πλαίσιο των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών, το R χρησιμοποιείται κανονικά για να δείξει κατά τρόπο γενικό ότι το σήμα το οποίο χαρακτηρίζει είναι κατατεθειμένο, χωρίς καμία περαιτέρω σημασία ως προς το ζήτημα της εδαφικότητας. Κατά τα λοιπά, αυτό φαίνεται σύμφωνο προς το γεγονός ότι το εν λόγω σημείο, διαφορετικά απ' ό,τι συμβαίνει με άλλες ενδείξεις διατυπωμένες σε ορισμένη γλώσσα, χαρακτηρίζεται ακριβώς από το ότι είναι σύμβολο χρησιμοποιούμενο σε διεθνή κλίμακα και ότι ως εκ τούτου τίθεται επί προϊόντων των οποίων τα σήματα είναι κατατεθειμένα στις πιο ετερόκλητες χώρες.
Ύστερα από την παρατήρηση αυτή, πρέπει κατ' αρχάς να αναφερθεί ότι εν προκειμένω δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας κίνδυνος για τους καταναλωτές υπό στενή έννοια, δηλαδή για όσους αγοράζουν τα προϊόντα που φέρουν την ένδειξη R. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, το R, από την ίδια του τη λειτουργία, είναι μήνυμα απευθυνόμενο όχι στους καταναλωτές αλλά κατά βάση στους άλλους επιχειρηματίες, ειδικότερα δε στους ανταγωνιστές της επιχειρήσεως που το χρησιμοποιεί. Αυτό επιβεβαιώνεται, εμπειρικώς, από το γεγονός ότι το R ή άλλες ανάλογες ενδείξεις συχνά έχουν μάλλον περιθωριακή θέση κατά την παρουσίαση ενός προϊόντος, υπό την έννοια ότι κάθε άλλο παρά προβάλλονται στα μάτια του αγοραστικού κοινού.
Στην πραγματικότητα, για τον καταναλωτή δεν έχει και τόση σημασία να γνωρίζει ότι ορισμένο σήμα είναι κατατεθειμένο· αυτό που τον ενδιαφέρει ενδεχομένως είναι η βεβαιότητα ότι ένα σήμα ( συνοδευόμενο ή όχι από ένδειξη περί καταθέσεως ) δεν αποτελεί παραποίηση άλλου ή δεν δημιουργεί σύγχυση προς παρόμοια σήματα. Περαιτέρω, ακόμα και αν ο καταναλωτής απέδιδε κάποια σημασία στο αν το σήμα είναι κατατεθειμένο, θα αδιαφορούσε πάντως για τον τόπο όπου έχει γίνει η κατάθεση. Είναι αλήθεια ότι η κατάθεση δεν γίνεται παντού υπό τις αυτές προϋποθέσεις ( που εξακολουθούν να διέπονται από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, οι οποίες δεν έχουν ακόμα εναρμονισθεί σε κοινοτικό επίπεδο )' οι διαφορές όμως αυτές είναι διαδικαστικής φύσεως, εν πάση δε περιπτώσει, όπως φάνηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν έχουν καμία επίπτωση, ούτε καν έμμεση, για τις εγγυήσεις της ποιότητας του προσφερομένου προϊόντος.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, ακόμα και σε περίπτωση — που φαίνεται, πάντως, εντελώς θεωρητική — κατά την οποία ο καταναλωτής συνδέει ορισμένες ιδιότητες προς την κατάθεση ενός σήματος σε συγκεκριμένη χώρα, τίποτε δεν εμποδίζει τους παραγωγούς που είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε μία τέτοια προσδοκία να παρέχουν με δική τους πρωτοβουλία σχετικές πληροφορίες στον καταναλωτή. Είναι, όμως, πάντοτε προφανές ότι ακόμα και σε μία τέτοια, θεωρητική, περίπτωση, απαγόρευση όπως η επίμαχη είναι προδήλως δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Δεύτερον, πραγματικό κίνδυνο παραπλανήσεως δεν διατρέχουν ούτε εκείνοι — οι επιχειρηματίες — στους οποίους απευθύνεται κανονικά η πληροφορία ότι πρόκειται για σήμα κατατεθέν. Σχετικώς, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι από τη χρησιμοποίηση του R κατά τρόπο που να αφίσταται της κατά παράδοση ακολουθούμενης πρακτικής στο οικείο κράτος θα κλονιζόταν η εμπιστοσύνη των εν λόγω προσώπων. Τούτο δε διότι θα εδημιουργείτο πάντοτε στους επιχειρηματίες η πεποίθηση ότι το σήμα με το R είναι κατατεθειμένο στη Γερμανία και επομένως απολαύει ορισμένου νομικού status' επομένως, αν κυκλοφορούσαν προϊόντα με το R, των οποίων το σήμα δεν είναι κατατεθειμένο στη Γερμανία, οι τρίτοι θα παρεπλανώντο, κατά το μέτρο που θα πίστευαν ότι το σήμα απολαύει νομικής προστασίας, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει.
Εντούτοις, η κοινή πείρα μας δείχνει ότι ο συνετός επιχειρηματίας συνήθους επιμελείας, όταν θέλει να θέσει σε κυκλοφορία ένα προϊόν και επομένως έχει συμφέρον να γνωρίζει αν ορισμένο σήμα έχει ή όχι κατατεθεί και απολαύει ως εκ τούτου νομικής προστασίας, προ πάσης άλλης ενεργείας εξετάζει, ανατρέχοντας στο οικείο δημόσιο βιβλίο, ποια είναι ακριβώς η νομική κατάσταση του σήματος για το οποίο πρόκειται, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ομοειδούς προϊόντος φέροντος το R. Επομένως, η νομική εξασφάλιση των συνήθους επιμελείας επιχειρηματιών αυτών δεν εξαρτάται πράγματι — πολλώ δε μάλλον δεν παραβλάπτεται — από το αν κυκλοφορούν ελεύθερα προϊόντα φέροντα την ένδειξη R, των οποίων το σήμα δεν έχει κατατεθεί στη χώρα όπου κυκλοφορεί ελεύθερα στο εμπόριο το ίδιο το προϊόν: ακόμα και αν δεν υπήρχε η εν λόγω απαγόρευση, οι επιχειρηματίες αυτοί δεν διέτρεχαν κίνδυνο παραπλανήσεως σχετικά με το αν ορισμένο σήμα απολαύει νομικής προστασίας και επομένως ως προς τα δικά τους δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Για τους ίδιους λόγους, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι, αν δεν υπήρχε η απαγόρευση, δεν θα εδημιουργείτο κίνδυνος στρεβλώσεως του ανταγωνισμού.
Εντούτοις, ακόμα και αν υποτεθεί ότι σε ένα κράτος μέλος οι τρίτοι θεωρούν ότι το R δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από ότι το σήμα είναι κατατεθειμένο στο οικείο κράτος, πράγμα από το οποίο αυτομάτως συνάγουν συμπεράσματα σχετικά με την έκταση των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας τους (είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι αυτό αμφισβητήθηκε από την ίδια τη Γερμανική Κυβέρνηση ), πρέπει παρά ταύτα να υπογραμμισθεί ότι εν πάση περιπτώσει η πεποίθηση αυτή δεν μπορεί να προστατεύεται κατά τρόπο απόλυτο, μέχρι σημείου να θίγεται και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Πράγματι, σε μια ενιαία αγορά, που έχει ως συνέπεια την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθέρωση των εμπορικών ανταλλαγών εντός της Κοινότητος η προστασία των τρίτων δεν μπορεί να διαμορφώνεται βάσει εκτιμήσεων που γίνονται αποκλειστικώς και μόνον σε εθνικό επίπεδο. Τουναντίον, είναι φυσικό οι απόψεις και οι αντιπρόσωποι των τρίτων — όπως και η προστασία τους — να μεταβάλλονται προοδευτικά ακριβώς λόγω της αυξανομένης ενοποιήσεως των αγορών.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται, εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου, που έχει δεχθεί ότι:
« οι παραστάσεις των καταναλωτών, που ποικίλλουν ενδεχομένως από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, μπορούν επίσης να μεταβληθούν με την πάροδο του χρόνου σε ένα και το αυτό κράτος μέλος. Η ίδρυση της κοινής αγοράς είναι άλλωστε ένας από τους κύριους παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν σ' αυτή την εξέλιξη » ( 5 ).
Πρόκειται για αρχές που μπορούν, νομίζω, να εφαρμοσθούν πλήρως και στην προκειμένη περίπτωση.
7.
Κατόπιν τούτων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
« Το άρθρο 30 της Συνθήκης κωλύει την εντός κράτους μέλους, βάσει εθνικού κανόνος περί αθεμίτου ανταγωνισμού, όπως το άρθρο 3 του UWG, απαγόρευση της εμπορίας προϊόντος φέροντος την ένδειξη R, σε περίπτωση που το σήμα του προϊόντος δεν είναι κατατεθειμένο στο ίδιο κράτος μέλος. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Πρώτη οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( ΕΕ 1989, L 40, σ. 1 ).
( 2 ) Όπως προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες του Δικαστηρίου, τουλάχιστον στην Benelux και στη Γερμανία, η χρησιμοποίηση του R είναι δυνατόν να αρκεί προς αποφυγή του ενδεχομένου να καταστεί « κοινόχρηστο » το σήμα.
( 3 ) Ως γνωστόν, όταν μία κανονιστική ρύθμιση περιέχει διάκριση, αποκλείεται η εφαρμογή των δικαιολογητικών κριτηρίων που καθιερώνονται με την απόφαση Cassis de Dijon ( βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Απριλίου 1983, Schulzverband gegen Unwesen i. d. Wirtschaft, 59/82, Συλλογή 1983, σ. 1217 ).
( 4 ) Υπ' αυτή την προοπτική, το άρθρο 30 έχει κριθεί, για παράδειγμα, ότι καταλαμβάνει τα — αδιακρίτως εφαρμοζόμενα — εθνικά μέτρα που επέβαλαν στην πράξη, προκειμένου περί εισαγομένων προϊόντων, είτε τροποποίηση της ετικέτας, για να τεθεί συγκεκριμένη ονομασία (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, Fietjie, 27/80, Race. 1980, σ. 3839 ), είτε επίθεση συγκεκριμένων τύπων σφραγίδων με εγχάραξη (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1982, Robertson, 220/81, Συλλογή 1982, σ. 2349 ), είτε μεταβολή της συσκευασίας ώστε να καταστεί σύμφωνη προς τον ειδικό προβλεπόμενο τύπο (απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1982, Rau, 261/81, Συλλογή 1982, σ. 3961 ), είτε μεταβολή του τύπου της φιάλης εντός της οποίας επωλείτο κατά παράδοση ο οίνος στη χώρα προελεύσεως, βάσει των εθνικών διατάξεων της εισάγουσας χώρας, που προβλέπουν ότι αυτός ο τύπος φιάλης ( Bocksbeutel ) χρησιμοποιείται μόνο για τους οίνους που παράγονται σε ορισμένη περιοχή (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, Prantl, 16/83, Συλλογή 1984, σ. 1299).
( 5 ) Απόφαση της 12ης Μαρτίοο 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 32 ( 178/84, Συλλογή 1987, σ. 1227 ).
Full & Egal Universal Law Academy